
Laura Vicente*
Είναι πολύ πιθανό κανείς να μην δώσει μεγάλη προσοχή σε αυτό το σύντομο κείμενο, αλλά για κάθε ενδεχόμενο, θα προειδοποιήσω εκ των προτέρων ότι ο στόχος μου είναι μετριοπαθής και ότι δεν σκοπεύω να ασκήσω πολεμική, αν και δεν θα με πείραζε να μοιραστώ επιχειρήματα και σκέψεις, ξεπερνώντας τα στερεότυπα που όλοι έχουμε και που μας κάνουν να είμαστε αδιάλλακτοι και, κατά καιρούς, τυφλοί.
Υπάρχουν σύντροφοι που εδώ και καιρό αναρωτιούνται για την ύπαρξη -ή την απουσία- του προλεταριάτου, αναζητώντας το χαμένο επαναστατικό υποκείμενο, χτίζοντας «την» αναρχική οργάνωση ως ικανή να αναπτύξει «ένα» πρόγραμμα, «μια» στρατηγική και συγκεκριμένες τακτικές που θα μας οδηγήσουν στο μονοπάτι της επανάστασης. Δεν έχω διαβάσει όλα τα κείμενά τους, λυπάμαι που το λέω, γιατί με εξαντλεί η δυσκολία του αναρχισμού να φανταστεί μια διέξοδο από τον καπιταλισμό που να μην συνεπάγεται επιστροφή στο παρελθόν και στη νοσταλγία, ακόμη και στη μελαγχολία.
Έτσι το αντιλαμβάνονται δύο συγγραφείς, η Julie Graham και η Katherine Gibson [που χρησιμοποιούν το ψευδώνυμο J. K. Gibson-Graham] στο βιβλίο τους A Post-Capitalist Politics. Ισχυρίζονται ότι η έλλειψη φαντασίας αποτελεί παθολογία της Αριστεράς, κάτι που μου θυμίζει τη «μελαγχολία» της Αριστεράς, η οποία ισχύει και για τον αναρχισμό, και την οποία εξετάζει η Wendy Brown στο δοκίμιό της για το θέμα αυτό. Η αριστερή μελαγχολία είναι μια στάση στην οποία η προσκόλληση σε μια ταυτότητα ή σε μια πολιτική ανάλυση του παρελθόντος είναι ισχυρότερη από το ενδιαφέρον για τις τρέχουσες δυνατότητες κινητοποίησης, συμμαχιών ή μετασχηματισμού. Το μελαγχολικό υποκείμενο ταυτίζεται με χαμένα ιδανικά και βιώνει την απουσία τους ως αισθήματα ερήμωσης και απογοήτευσης. Αυτή η εμμονή στο παρελθόν έχει σαφή σύνδεση με την απόλυτα παρανοϊκή θεωρία που υποστηρίζει ότι τίποτα δεν μπορεί να συμβεί. Ο Fisher την αποκαλεί «σοβαρό λενινιστικό υπερεγώ». (1)
Το προλεταριάτο, η εργατική τάξη, ήταν το υποκείμενο της επανάστασης σε μια άλλη εποχή βιομηχανικής ανάπτυξης που έληξε στα μέσα του 20ού αιώνα, όχι επειδή δεν υπήρχαν άλλα υποκείμενα, αλλά λόγω της δυναμικής της αφήγησης που υπερασπιζόταν το προλεταριάτο. Όταν μιλάμε για τη συνείδηση των εργαζομένων ως θεμέλιο της «υπόστασής τους ως υποκειμένων», φαίνεται ότι αναφερόμαστε σε κάτι προϋπάρχον που απλώς χρειάζεται να αφυπνιστεί, να ανακαλυφθεί. Όμως η ευαισθητοποίηση, στην πραγματικότητα, είναι μια πρακτική συλλογικής συζήτησης που υπογραμμίζει τις ανισότητες υπό τις οποίες ζουν συλλογικά οι άνθρωποι. Η συνείδηση δεν προϋπάρχει, δεν είναι δεδομένη, αλλά πρέπει να κατασκευαστεί από τη θέση μας μέσα στις δομές ανισότητας (καπιταλισμός, πατριαρχία, λευκή υπεροχή, αποικιοκρατία). Ο τρόπος για να την κατασκευάσουμε είναι να το κάνουμε μαζί με άλλους ανθρώπους που μοιράζονται μια παρόμοια υλική ύπαρξη.
Η ταξική συνείδηση έχει υποχωρήσει επειδή έχει επικρατήσει η ιδέα ότι δεν υπάρχει εναλλακτική λύση στον καπιταλισμό, οπότε το αφήγημα έχει καταρρεύσει.
Από την άλλη πλευρά, η διοργάνωση κλειστών σεμιναρίων, η αναμονή για τις σωστές πληροφορίες, η προχωρημένη πολιτική και ιδεολογική συζήτηση που διαμορφώνει μια καλά καθορισμένη στρατηγική για να «ξυπνήσει» το επαναστατικό υποκείμενο, φέρνοντας στην επιφάνεια μια κατάσταση ικανή να πυροδοτήσει τη δράση του λαού ή οποιουδήποτε άλλου υποκειμένου, δεν ταιριάζει με όσα έχω μάθει από...

Μια σειρά από (άβολες) συζητήσεις με αναρχικούς από όλη την Ευρώπη, την Ουκρανία, τη Λευκορωσία και τη Ρωσία σχετικά με την αλληλεγγύη στην αντίσταση απέναντι στην κατοχή
Josie Ó Súileabháin*
Μέσα από ένα τοπίο με κατεστραμμένες γέφυρες, πρόσφατα σκαμμένα χαρακώματα και στρατιωτικά σημεία ελέγχου, μια ομάδα ακτιβιστών από τη Δρέσδη της Γερμανίας έφτασε στο Σούμι της Ουκρανίας. Ξεφόρτωσαν ανθρωπιστική βοήθεια για τους πρόσφυγες που διέφευγαν από τα ανατολικά, στην πρώτη γραμμή του μεγαλύτερου πολέμου στην Ευρώπη από το 1945. Άκουσαν προσεκτικά τις εμπειρίες των άλλων.
Η Σβετλάνα μιλά στα μέλη της ομάδας για το πώς κατάφερε να διαφύγει από...

Με αφορμή την νέα σκευωρία της Marfin, αλλά και γενικότερα την αντιμετώπιση των αναρχικών από το κράτος, όχι σαν πολιτικούς αντίπαλους όπως θα όφειλε. Διότι κανείς δεν διώκεται για τις ιδέες του, «αλλά για τις πράξεις του», δηλαδή σαν απόκληρους παραβάτες του κοινού ποινικού δικαίου οι οποίοι δικαιούνται την σκληρότερη μεταχείριση και τον κοινωνικό κανιβαλισμό. Θέλω να ξεκαθαρίσω ότι ως αναρχικός δεν γράφω «ουδέτερα», άλλωστε ποιος γράφει; Η συγκεκριμένη ανάλυση υπερασπίζεται όχι μόνο τους δεκάδες αναρχικούς-ές που στον αγώνα μας βρεθήκαμε αιχμάλωτοι του κράτους αλλά και αποτελεί φόρο τιμής στους χιλιάδες ανθρώπους που πέρασαν είτε για λίγο είτε για...
Στο κτήριο της Ελληνικής κοινότητας της Μελβούρνης στις 18/07/2019
Με τον Ελευθεριακό στο Αυτοδιαχειριζόμενο Στέκι Πέρασμα, 22/01/2018

