
Σημείωση Μεταφραστή*: Το συγκεκριμένο κείμενο του Ρώσου Αναρχοκομουνιστή Π. Κροπότκιν αποτελείται από δύο μέρη που δημοσιεύθηκαν στην «Le Revolté», στις 10 & 24 Δεκεμβρίου 1881. Πρόκειται για κείμενα που γράφτηκαν μια δεκαετία πριν την «εποχή των επιθέσεων» του 1892-1894 στη Γαλλία, δηλαδή της προπαγάνδας της δράσης. Αρκετοί θεωρούν ότι ο Κροπότκιν ήταν αντίθετος προς τον επαναστατικό συνδικαλισμό και ότι οι Αναρχικοί στράφηκαν προς το εργατικό κίνημα μετά την διετία της προπαγάνδας μέσω της κρατικής καταστολής που αυτή επέφερε. Η συγκεκριμένη σειρά των κείμενων που δημοσιεύουμε εδώ ενιαία τους διαψεύδει. Πρέπει να γίνει κατανοητό ότι το αναδυόμενο αναρχικό κίνημα της εποχής πειραματίστηκε και χρησιμοποίησες όλες τις μορφές δράσης που είχε στη διάθεσή του.
Καθώς η αστική κοινωνία γίνεται όλο και πιο χαοτική, καθώς τα κράτη καταρρέουν και καθώς μπορεί κανείς να διαισθανθεί μια επερχόμενη επανάσταση στην Ευρώπη, αντιλαμβανόμαστε στις καρδιές των εργατών όλων των χωρών μια ολοένα και αυξανόμενη επιθυμία για ένωση, για να σταθούν ώμο με ώμο, για οργάνωση. Στη Γαλλία ιδιαίτερα, όπου όλες οι εργατικές οργανώσεις συντρίφτηκαν, διαλύθηκαν και πετάχτηκαν στα τέσσερα μετά την πτώση της Κομμούνας, αυτή η επιθυμία είναι ολοένα και πιο ορατή. Σχεδόν σε κάθε βιομηχανική πόλη υπάρχει ένα κίνημα για την επίτευξη συμφωνιών και την ένωση. Ακόμα και στα χωριά, σύμφωνα με αναφορές από τους πιο αξιόπιστους παρατηρητές, οι εργάτες δεν απαιτούν τίποτα λιγότερο από την ανάπτυξη θεσμών που έχουν ως μοναδικό σκοπό την υπεράσπιση των δικαιωμάτων των εργαζομένων.
Τα αποτελέσματα που έχουν επιτευχθεί σε αυτόν τον τομέα τα τελευταία τρία χρόνια ήταν σίγουρα σημαντικά. Ωστόσο, αν εξετάσουμε το μέγεθος του έργου που έχει αναλάβει το επαναστατικό σοσιαλιστικό κόμμα, αν συγκρίνουμε τους πενιχρούς μας πόρους με αυτούς που διαθέτουν οι αντίπαλοί μας, αν αντιμετωπίσουμε ειλικρινά το έργο που έχουμε ακόμη να κάνουμε, ώστε, σε τέσσερα ή πέντε χρόνια, την ημέρα της επανάστασης, να μπορέσουμε να προσφέρουμε μια πραγματική δύναμη ικανή να βαδίσει αποφασιστικά προς την κατεδάφιση της παλιάς κοινωνικής τάξης - αν το λάβουμε αυτό υπόψη, πρέπει να παραδεχτούμε ότι η ποσότητα της δουλειάς που απομένει να γίνει είναι ακόμα τεράστια και ότι μόλις έχουμε ξεκινήσει τη δημιουργία ενός πραγματικού εργατικού κινήματος: οι μεγάλες εργατικές μάζες απέχουν ακόμη πολύ από το εργατικό κίνημα που εγκαινιάστηκε πριν από τρία χρόνια.
Οι κολεκτιβιστές, παρά το γεγονός ότι δίνουν στον εαυτό τους το φημισμένο όνομα «Εργατικό Κόμμα», δεν βλέπουν ακόμα την ορμή των εργατών προς την οργάνωσή τους που οραματίστηκαν όταν ξεκίνησαν την προεκλογική τους εκστρατεία. Και, καθώς κλίνουν όλο και περισσότερο προς το Ριζοσπαστικό Κόμμα, χάνουν έδαφος αντί να το κερδίζουν. Όσο για τις αναρχικές ομάδες, οι περισσότερες από αυτές δεν βρίσκονται ακόμη σε διαρκή καθημερινή επαφή με την πλειοψηφία των εργατών, οι οποίοι, φυσικά, είναι οι μόνοι που μπορούν να δώσουν την ώθηση και να εφαρμόσουν τη δράση που είναι απαραίτητη για οποιοδήποτε κόμμα, είτε στον τομέα της θεωρητικής προπαγάνδας και των ιδεών είτε στον τομέα της συγκεκριμένης πολιτικής δράσης.
Λοιπόν, ας αφήσουμε αυτούς τους ανθρώπους στις αυταπάτες τους, αν αυτό θέλουν. Προτιμούμε να αντιμετωπίσουμε το έργο σε όλο του το μέγεθος και, αντί να ανακοινώσουμε...

«Περί τας 60 εκ των εργαζομένων γυναικών εις το εν Πειραιεί Νηματουργείον των αδελφών Ρετσίνα, ενήργησαν απεργία άμα ως εγένετο αυταίς γνωστόν, ότι ηλαττώθη το ημερομίσθιόν των. Αι απεργήσασαι ανηνέχθησαν εις την διεύθυνσιν του καταστήματος, ζητούσαι τη διόρθωσιν του αδίκου τούτου μέτρου. Εν εποχή καθ΄ην πάντα τα τρόφιμα και λοιπά είδη της απολύτου ανάγκης έχουσιν υπερτιμηθεί, φρονούμεν, ότι έδει να αυξηθεί το ημερομίσθιον των πτωχών εργατίδων, αίτινες δι’ όλης της ημέρας εργαζόμεναι, μόλις πορίζονται τον επιούσιον άρτον, πλουτίζοντες ολονέν δια του ιδρώτος αυτών τα βαλάντια των εργοστασιαρχών».
Αυτά γράφει στην «Εφημερίδα των Γυναικών» η Καλλιρρόη Παρρέν στις 14 Απριλίου...

Από όλες τις «μαρτυρικές» μορφές του κινηματογράφου, καμία δεν είναι πιο ρομαντική από αυτή του Jean Vigo, του οπτικού ποιητή του γαλλικού σινεμά της δεκαετίας του ’30, που πέθανε στα 29 του μετά από μακροχρόνια μάχη με τη φυματίωση, αφήνοντας πίσω του μια φιλμογραφία που μπορεί να προβληθεί σε λίγο περισσότερο από τρεις ώρες και η οποία, όσο ζούσε, έδειχνε κάθε σημάδι ότι θα χαθεί στη λήθη.
Ωστόσο, η αιθέρια ομορφιά και ο γήινος αναρχισμός που διαπερνούν τα δύο αριστουργήματά του, «Zéro de conduite» (1933) και «L’Atalante» (1934), συνεχίζουν μέχρι σήμερα να περιπλέκουν το κοινό στη μαγευτική τους ατμόσφαιρα,...
Στο κτήριο της Ελληνικής κοινότητας της Μελβούρνης στις 18/07/2019
Με τον Ελευθεριακό στο Αυτοδιαχειριζόμενο Στέκι Πέρασμα, 22/01/2018

