
Κατά τη διάρκεια της απεργίας των ανθρακωρύχων το 1949 στο Hunter Valley της Νέας Νότιας Ουαλίας (New South Wales), ο ομοσπονδιακός πρωθυπουργός Ben Chifley, του Εργατικού Κόμματος (Labour Party), έστειλε στρατεύματα για να λειτουργήσουν τα ανθρακωρυχεία. Δεν υπήρξε καμία αντιπαράθεση ή δύναμη, αλλά οι στρατιώτες ήταν απεργοσπάστες έτσι κι αλλιώς. Η ομοσπονδιακή κυβέρνηση χρησιμοποίησε το Άρθρο 119 του Συντάγματος, το οποίο αναφέρει ότι η ομοσπονδιακή κυβέρνηση «μπορεί να προστατεύσει τις Πολιτείες από τη βία» αλλά δεν υπήρξε βία. Υπήρξε απλώς μια απεργία. Μισό εκατομμύριο εργαζόμενοι έχασαν τη δουλειά τους εξαιτίας της απεργίας, όταν η βιομηχανία σταμάτησε. Το φυσικό αέριο και το ηλεκτρικό ρεύμα διανέμονταν με το δελτίο.
Η απεργία είχε αποτέλεσμα, αλλά ήταν η «βία» που χρησιμοποιήθηκε ως πρόσχημα για την επέμβαση. Ο Chifley δεν ήθελε τα στρατεύματα να φέρουν όπλα, αλλά ο στρατός αντιτάχθηκε και επιτράπηκε να φέρουν όπλα ενώ χρησιμοποιούσαν τα μέσα μεταφοράς και σταθμεύουν στα στρατόπεδα, αλλά όχι όταν εργάζονταν στα ορυχεία.
Στην απεργία των ανθρακωρύχων του 1949 ήταν η πρώτη φορά στην Αυστραλία που χρησιμοποιήθηκαν οι ένοπλες δυνάμεις κατά τη διάρκεια περιόδου ειρήνης για να συντρίψουν ένα συνδικάτο. Η απεργία των 23.000 ανθρακωρύχων διήρκεσε επτά εβδομάδες, από τις 27 Ιουνίου έως τις 15 Αυγούστου 1949, με τους εργάτες να επιστρέφουν στη δουλειά τους, δύο εβδομάδες αργότερα.
Ένα άλλο παρόμοιο επεισόδιο είχαμε το 1953 στο Bowen του βόρειου Queensland στην προκυμαία.
Η Waterside Workers Federation (Ομοσπονδία Λιμενεργατών) δεν είχε συνεργαστεί με τις αρχές ώστε να επιτρέψει σε νέα μέλη να ενταχθούν στο εργατικό δυναμικό και η τοπική κυβέρνηση του Queensland (πάλι του Εργατικού Κόμματος) ζήτησε από το συνδικάτο να καλύψει την έλλειψη εργατικού δυναμικού που παρατηρούνταν εκείνη την εποχή στα λιμάνια. Όμως η Ομοσπονδία αντιστάθηκε, ενδεχομένως για να προστατεύσει τις υπάρχουσες θέσεις, καθώς οι περισσότεροι εργαζόμενοι στις αποβάθρες ήταν περιστασιακά εργαζόμενοι κατά τη δεκαετία του 1950.
Όταν άρχισε η απεργία και η Ομοσπονδιακή Κυβέρνηση (των Φιλελευθέρων) αποφάσισε να στείλει στρατεύματα για να φορτώσουν τα πλοία, το ανώτατο συνδικαλιστικό όργανο της χώρας, ACTU (Συμβούλιο Αυστραλιανών Συνδικάτων), καταδίκασε την απόφαση αυτή της κυβέρνησης. Οι εργαζόμενοι στους σιδηροδρόμους, όπως και οι εργαζόμενοι στον τομέα του κρέατος και της ζάχαρης υποστήριξαν την απεργία. Όταν ο στρατός έφτασε στην πόλη και προσπάθησε να μετακινήσει τις σιδηροδρομικές μηχανές κλείνοντάς τις στην αυλή του αμαξοστασίου, το Australian Railways Union (Συνδικάτο Σιδηροδρομικών) κάλεσε σε κινητοποίηση όλους τους εργαζόμενους στους σιδηροδρόμους σε όλη τη χώρα. Αυτό οδήγησε την κυβέρνηση να ξεκινήσει συνομιλίες με τα συνδικάτα και έτσι να τερματιστεί η απεργία.
Επίσης, σε δύο περιπτώσεις η Βασιλική Αυστραλιανή Αεροπορία χρησιμοποιήθηκε για να σπάσει απεργίες.
Μία με την απεργία στην Qantas το 1981. Υπό τις διαταγές της ομοσπονδιακής φιλελεύθερης κυβέρνησης Malcolm Fraser (των Φιλελευθέρων - Liberal Party) η Βασιλική Αυστραλιανή Αεροπορία (RAAF) χρησιμοποιήθηκε για την αεροπορική μεταφορά επιβατών που είχαν "εγκλωβιστεί" στην Αυστραλία και τη Νέα Ζηλανδία εξαιτίας απεργιών και στις δύο χώρες.
Η RAAF χρησιμοποιήθηκε και πάλι στην απεργία των πιλότων το 1989 επί ομοοσπονδιακής κυβέρνησης Bob Hawke (του Εργατικού Κόμματος). Για περισσότερες λεπτομέρειες σχετικά με αυτή τη διαφωνία, δείτε to https://en.wikipedia.org/.../1989_Australian_pilots%27_dispute
Έτσι δύο φορές οι ομοσπονδιακοί πρωθυπουργοί του Εργατικού...

Οι κοινωνικές σχέσεις και ομαδοποιήσεις αντικατοπτρίζουν μόνο τις μηχανικές και βιομηχανικές συνθήκες. Τα σπουδαία γεγονότα της σημερινής βιομηχανίας είναι η μετατόπιση της ανθρώπινης ικανότητας από μηχανές και η αύξηση της καπιταλιστικής εξουσίας μέσω συγκέντρωσης στην κατοχή των εργαλείων με τα οποία παράγεται και διανέμεται ο πλούτος.
Λόγω αυτών των γεγονότων, οι εμπορικές διαιρέσεις μεταξύ των εργατών και ο ανταγωνισμός μεταξύ των καπιταλιστών είναι εξίσου εξαφανισμένοι. Οι ταξικές αντιθέσεις γίνονται όλο και πιο σταθερές και οι ταξικοί ανταγωνισμοί πιο έντονοι. Όλες οι γραμμές του εμπορίου έχουν μετατραπεί σε μια κοινή δουλεία όλων των εργαζομένων στις μηχανές που τείνουν. Νέες μηχανές, αντικαθιστώντας πάντα λιγότερο παραγωγικές, σβήνουν ολόκληρα...

Ο Lajos Kassak (Λάγιος Κάζακ) ήταν ποιητής του εργατικού κινήματος, συγγραφέας, εκδότης, ακτιβιστής και συμμετέχων στο κίνημα αβάντ γκαρντ. Γεννήθηκε το 1887 στο Ιrsekϊjvar της Ουγγαρίας που τότε ήταν υπό την αυστρο-ουγγαρική μοναρχία. Αρχικά εργάστηκε ως μεταλλεργάτης στη Gyür και τη Βουδαπέστη, όπου γνώρισε το σοσιαλδημοκρατικό κίνημα. Άρχισε να δημοσιεύει γραπτά του από το 1908. Αλλά σύντομα αρρώστησε από τις αηδιαστικές συνθήκες εργασίας και ζωής της “ευγενικής" Ουγγαρίας και κατευνθύνθηκε προς τη Δυτική Ευρώπη, περνώντας από τη Βιέννη, τη Γερμανία, το Βέλγιο και τη Γαλλία όπου γνώρισε το σύγχρονο κίνημα της εργατικής τάξης αλλά και τη σύγχρονη τέχνη. Συνταξιδιώτης...
Στο κτήριο της Ελληνικής κοινότητας της Μελβούρνης στις 18/07/2019
Με τον Ελευθεριακό στο Αυτοδιαχειριζόμενο Στέκι Πέρασμα, 22/01/2018

