«Θα βάλουμε μπροστά την μαύρη και την κόκκινη σημαία»
Τελευταίος αποχαιρετισμός στον Βασίλη Καραπλή
Μια μαυροκόκκινη σημαία τύλιγε το φέρετρο με τη σορό του Βασίλη Καραπλή σήμερα το μεσημέρι στο νεκροταφείο της Καισαριανής. Ανοιχτό το φέρετρο, γαλήνια η μορφή του 68χρονου αναρχικού αγωνιστή, βαθιά η οδύνη και η συγκίνηση στα πρόσωπα των συντρόφων και φίλων του που πήγαν να τον αποχαιρετήσουν.
Ο Βασίλης Καραπλής ήταν μια σπάνια, μια μοναδική περίπτωση αναρχικού αγωνιστή, πολύ μακριά από τα στερεότυπα και σε ιδεολογική αντιπαράθεση με τον «ένοπλο αριστερισμό» όπως είπε ένας σύντροφός του. Αν και υπέφερε από πολιομελίτιδα, ήταν παρών τόσο στους αντιδικτατορικούς αγώνες όσο και στους αγώνες της μεταπολίτευσης. Χαρισματικός, υψηλής ευφυϊας άνθρωπος, με χιούμορ, βαθιά ευαισθησία και κοινωνικότητα. Βαθιά καλλιεργημένος, είχε μάθει μόνο του γύρω στις δέκα γλώσσες. Πάμπολλες είναι οι μεταφράσεις που έκανε χωρίς αμοιβή. Πολλοί θυμούνταν ξυνύχτια μαζί του, στιγμές συντροφικότητας που μοιράστηκαν μαζί του.. «Δεν μπορούσε να περπατήσει, δεν μπορούσε να χρησιμοποιήσει τα χέρια του φυσιολογικά. ΑΛΛΑ παρ’όλα αυτά δημιουργούσε ασταμάτητος…» γράφουν οι σύντροφοι του από την Επιτροπή Αλληλεγγύης για τους πολιτικούς κρατούμενους στην Τουρκία και το Κουρδιστάν.
Σχεδόν μόνος του έβγαζε το δελτίο Αναρχικός με πλούσια και μαχητική ειδησεογραφία από την Ελλάδα και όλο τον κόσμο. Ένα έντυπο με έντονα χειροτεχνικό χαρακτήρα, που δεν τον υπαγόρευαν μόνο τα πενιχρά υλικά μέσα της παραγωγής του. «Και μόνο η σκέψη ότι ένας άνθρωπος στον πλανήτη μπορεί να βασανίζεται δεν μ’ αφήνει να ησυχάσω», έλεγε, όπως είπε στον επικήδειο που εκφώνησε ένας σύντροφός του. Μεγάλο χτύπημα για τον Βασίλη ήταν ο θάνατος της αγαπημένης του Κάτιας το 1992, ενώ πολύτιμο στήριγμά του στα δύσκολα χρόνια που ακολούθησαν στάθηκε η αδελφή του, η πανεπιστημιακός Κατερίνα Καραπλή.
Η σωματική του ανημπόρια, που τα τελευταία χρόνια είχε επιδεινωθεί, δεν τον εμπόδισε επί χρόνια να συμμετέχει στους κοινωνικούς αγώνες… ακόμα και να υψώνει τη μαγκούρα του στους αστυνομικούς!
Για την αντιδικτατορική του δράση είχε συλληφθεί μαζί με τη σύντροφό του Κάτια και είχε καταδικαστεί σε πέντε χρόνια φυλάκιση (αποφυλακίστηκε με μια αμνηστία του Παπαδόπουλου). Πήρε το πτυχίο της Νομικής, άσκησε το επάγγελμα του δικηγόρου πάντα υπερασπιζόμενος τους αδικημένους. Στο μικρό δικηγορικό του γραφείο έγραφε την εφημερίδα του, που έφτασε τα 395 φύλλα. Το τελευταίο φύλλο, με ημερομηνία 31 Δεκεμβρίου, μοίραζαν οι σύντροφοί του στην κηδεία.
Ο Βασίλης δεν ήταν μόνος του. Κοντά του βρέθηκαν νέοι άνθρωποι, γοητευμένοι όχι απλώς από τα ιδανικά της αναρχίας, αλλά και από την προσωπικότητά του. Ο Βασίλης στάθηκε γι’ αυτούς δάσκαλος και πατέρας, τους βοήθησε να αποκτήσουν κοινωνική και πολιτική συνείδηση.
Στην πολιτική κηδεία του ήταν παρόντες σύντροφοί του από τον αναρχικό χώρο, αλλά και πολλοί αγωνιστές των χρόνων της δικτατορίας. Όλη η ζωή του Βασίλη επιβεβαιώνει ότι το ήθος και η αγωνιστικότητα δεν είναι αποκλειστικές ιδιότητες ενός μόνο κόμματος ή μίας μόνο οργάνωσης της αριστεράς ή του αντιεξουσιαστικού χώρου.
Είχε ωραία φωνή και του άρεσε να τραγουδά με παρέα, όπως ειπώθηκε στον επικήδειο, κι έτσι στην κηδεία ακούστηκε η «Διεθνής» και ένα τραγούδι του Νικόλα Άσιμου που το αγαπούσε ιδιαίτερα, το «Δεν πα να μας χτυπάν».
Δεν πα να μας χτυπάν με όλμους και κανόνια
Δεν πα να μας...
Το κείμενο αυτό αποτελεί τμήμα του ανέκδοτου ημερολογίου του αναρχικού αγωνιστή Γιάννη Ταμτάκου και αναφέρεται στην εξέγερση του Μάη του 1936 στη Θεσσαλονίκη. Το συγκεκριμένο απόσπασμα δημοσιεύτηκε το 1995 στην εφημερίδα «Άλφα», με φωτογραφίες από το αρχείο Ζιούτου και δημοσιεύτηκαν από τον «Ιό της Κυριακής» το 1995 επίσης.
Τα αιματηρά γεγονότα του Μάη του 1936 στην Θεσσαλονίκη ξέσπασαν αυθόρμητα, με αφορμή την απεργία του καπνεργοστασίου «Κομέρσιαλ». Οι εργάτες είχαν υποβάλει τα αιτήματά τους στον εργοδότη και όταν αυτός τα απέρριψε, κατέλαβαν το εργοστάσιο, κλείστηκαν μέσα σε αυτό και με πανό και μαύρες σημαίες στα παράθυρα ζητούσαν...
Εισήγηση με τίτλο «Η σημασία του παραδείγματος του Γιάννη Ταμτάκου στις μέρες μας» από την Κέρκυρα.
Με το θάνατο του Γιάννη Ταμτάκου στις 4 Ιανουαρίου σε ηλικία 100 ετών θα μπορούσαμε να πούμε, ότι γράφτηκε το τελευταίο κεφάλαιο μιας εξέχουσας σημασίας ιστορικής διαδρομής, η οποία, ωστόσο, παραμένει σε μεγάλο βαθμό άγνωστη, απωθημένη στο περιθώριο της επίσημης ιστοριογραφίας, μη εξαιρουμένης ασφαλώς της εκδοχής της προερχόμενης από το στρατόπεδο της Αριστεράς. Πρόκειται για την πορεία που χάραξε η Διεθνιστική ομάδα που εμψύχωνε ο Άγις Στίνας στα χρόνια της κατοχής, ανάμεσα στα μέλη της οποίας συγκαταλέγονταν ο Κορνήλιος Καστοριάδης, ο Δημοσθένης...
Στο κτήριο της Ελληνικής κοινότητας της Μελβούρνης στις 18/07/2019
Με τον Ελευθεριακό στο Αυτοδιαχειριζόμενο Στέκι Πέρασμα, 22/01/2018

