
Ο Joseph Francis Xavier Schellenberg, που ήταν επίσης γνωστός και ως Shellenberg, ήταν κηπουρός, αναρχικός που φυλακίστηκε και συνδικαλιστής.
Γεννήθηκε περίπου το 1856 στο Ansbach της Βαυαρίας (στη Γερμανία), γιος του Alois Schellenberg, δημοσίου υπαλλήλου, και της Johanna, το γένος Rogner.
Έφτασε στο Σίδνεϊ από το Κουίνσλαντ με το πλοίο «Barrabool» τον Δεκέμβριο του 1878. Άρχισε να εργάζεται ως κηπουρός για τον καπετάνιο Broomfield το 1882. Έγινε γνωστός ως αναρχικός στο Σίδνεϊ. Υπήρξε ιδρυτικό μέλος της Australian Socialist League (ASL - Αυστραλιανή Σοσιαλιστική Ένωση) στο Σίδνεϊ το 1887.
Στις 20 Φεβρουαρίου 1891 έγινε Αυστραλός πολίτης. Κάποια στιγμή άρχισε να διατηρεί αγρόκτημα λουλουδιών και λαχανικών στο Smithfield, της Νέας Νότιας Ουαλίας (έξω από το Σίδνεϊ), το οποίο χρησίμευε ως σημείο συνάντησης για ριζοσπάστες και κέντρο δράσης της Communist Anarchist Group of Central Cumberland (Κομμουνιστική Αναρχική Ομάδα του Κεντρικού Κάμπερλαντ) - η οποία πιθανώς συγκροτήθηκε το 1890 με 1891. Φέρεται ότι πιθανώς διαγράφηκε από την ASL το 1891 λόγω των αναρχικών του θέσεων.
Μαζί με τον John Arthur (Jack) Andrews, κυκλοφόρησαν τα πρώτα τεύχη του ενημερωτικού δελτίου «Anarchy» στα τέλη του 1891. Το 1893 ο ίδιος, ο Sam Rosa, ο William Henry McNamara και άλλοι διένειμαν τη ριζοσπαστική εφημερίδα «Hard Cash» (η οποία δεν ήταν ακριβώς αναρχική) και την οποία φέρεται να εξέδιδε ο Arthur Desmond. Το 1893 ο Schellenberg κατηγορήθηκε, μαζί με άλλους, για τη διανομή ενός συκοφαντικού (;) τεύχους της «Hard Cash». Παραδόθηκε στην αστυνομία στο Forbes αφού προσπάθησε να αποδράσει από την εγγύηση. Το 1894 δικάστηκε και καταδικάστηκε σε φυλάκιση δέκα μηνών.
Μετακόμισε στη Μελβούρνη περίπου το 1895. Συμμετείχε σε συγκεντρώσεις στις όχθες του ποταμού Yarra (Yarra Bank) από το 1897 έως το 1898 περίπου. Έζησε στο Carlton, εργάστηκε για ένα διάστημα στα ταχυδρομεία και δραστηριοποιήθηκε στο Postal Workers' Union (Συνδικάτο Ταχυδρομικών Εργατών).
Στις 24 Οκτωβρίου 1900 παντρεύτηκε στην Ελεύθερη Χριστιανική Εκκλησία, στην οδό Queen της Μελβούρνης, με την γεννημένη στην Τασμανία, Annie Morgan (1863-;). Περίπου το 1919, άφησε τη σύζυγό του Annie, στο προάστιο South Yarra της Μελβούρνης και φαίνεται ότι επέστρεψε στο Σίδνεϊ. Από το 1930 άρχισε και πάλι να εργάζεται ως κηπουρός, πριν γίνει συνταξιούχος, ζώντας στο Balmain.
Πέθανε τον Αύγουστο του 1938 στο νοσοκομείο του Balmain, από καρδιακή ανεπάρκεια και πνευμονία. Στο πιστοποιητικό θανάτου του, υπογεγραμμένο από μη συγγενικό του άτομο, το οποίο παρείχε λεπτομέρειες για τους γονείς του, αναφερόταν ότι δεν ήταν παντρεμένος.
Πηγές
-E. H. Lane (Jack Cade), Dawn to dusk: reminiscences of a rebel (Brisbane, 1939)
-W. M. Hughes, Crusts and Crusades; tales of bygone days (Sydney, 1947)
-Bob (Robert Noel) James, Anarchism and state violence in Sydney and Melbourne
-1886-1896: an argument about Australian labor history (Newcastle, 1986)
-Information from Bob James, 1992
-Information from Laurie Ferguson, 2003
-R. Sharpe thesis, 2003.
*Τα στοιχεία αυτά δημοσιεύτηκαν στο Biographical Register of the Australian Labour Movement, 1788-1975. Μετάφραση: Ούτε Θεός Ούτε Αφέντης.


Tom Goyens*
Ο John Arthur (Jack) Andrews ήταν ο κορυφαίος υποστηρικτής του κομμουνιστικού αναρχισμού στην Αυστραλία και μια σημαντική μορφή του διεθνούς αναρχικού κινήματος. Γεννημένος στο Bendigo το 1865 από γονείς με καταγωγή από το Λονδίνο, ο Andrews μεγάλωσε στη Μελβούρνη, όπου ο πατέρας του εργαζόταν ως επικεφαλής υπάλληλος του Victoria Mines and Water Supply Department (Τμήμα Μεταλλείων και Ύδρευσης της Βικτώριας).
Ως παιδί, ο Andrews δεχόταν συχνά εκφοβισμό στο σχολείο. Το 1879 γράφτηκε στο Scotch College, από το οποίο αποφοίτησε δύο χρόνια αργότερα. Μετά τον θάνατο του πατέρα του το 1882, προσελήφθη στο ίδιο Τμήμα, κερδίζοντας έναν καλό...

Voltairine de Cleyre*
Είναι μακριά, πολύ μακριά στη νότια χώρα, και είμαι πάλι πίσω, επιτέλους, στη χώρα του ανέμου και του χιονιού, όπου ζει η ζωή. Αλλά αυτό ήταν τις μέρες που ήμουν ένα άθλιο πλάσμα, που σερνόταν και συρρικνωνόταν όταν φυσούσε ο άνεμος, και φοβόταν το χιόνι. Έτσι με έστειλαν εκεί κάτω, στον κόσμο του ήλιου, όπου ο άνεμος και το χιόνι φοβούνται. Και ο ήλιος ήταν ευγενικός μαζί μου, και ο απαλός αέρας που δεν κινείται απλώθηκε γύρω μου σαν πτυχές πούπουλου, και η φτωχή έρπουσα ζωή μέσα μου έκλεισε το μάτι στο φως και κοίταξε...
Στο κτήριο της Ελληνικής κοινότητας της Μελβούρνης στις 18/07/2019
Με τον Ελευθεριακό στο Αυτοδιαχειριζόμενο Στέκι Πέρασμα, 22/01/2018

