
Οι Αναρχικές Ομάδες Προλεταριακής Δράσης (Gruppi Anarchici di Azione Proletaria) - GAAP) υπήρξαν μια οργάνωση κομμουνιστικής αναρχικής τάσης που δραστηριοποιήθηκε από το 1951 —αν και στην πράξη ορισμένοι πυρήνες δρούσαν ήδη από το 1949— έως το 1956, χρονιά διάλυσης της οργάνωσης.
Μετά την πτώση του φασισμού και το τέλος του πολέμου, το ιταλικό αναρχικό κίνημα αναγεννιέται από τις στάχτες του με πολλές νέες δυνάμεις και την εκ νέου στράτευση πολλών νέων και παλιών αγωνιστών που επέστρεψαν στην πολιτική και συνδικαλιστική δράση μετά την εξορία ή τον εκτοπισμό και τη συμμετοχή στον παρτιζάνικο αγώνα.
Παρά τις δυσκολίες, ο ενθουσιασμός μέσα στο ιταλικό αναρχικό κίνημα είναι αξιοσημείωτος. Δημιουργούνται ελευθεριακές εφημερίδες, «αναρχικές επιτροπές», ενώ οργανωτικά ζητήματα συζητούνται σε διάφορες τοπικές και εθνικές συναντήσεις.
Οι κυρίαρχες θέσεις των αναρχικών, όπως αναδείχθηκαν από τα συνέδρια που ακολούθησαν τόσο πριν όσο και μετά το τέλος του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, ήταν ουσιαστικά δύο: από τη μία πλευρά, οι ομάδες του νότου, προσανατολισμένες κυρίως σε προπαγανδιστική δράση και υπέρ μιας σαφούς διαχωριστικής γραμμής από τις πολιτικές και συνδικαλιστικές οργανώσεις του εργατικού κινήματος· από την άλλη, οι ομάδες του κέντρου-βορρά, που, ενισχυμένες από τον ενεργό τους ρόλο στον παρτιζάνικο αγώνα, επιθυμούσαν μια μαζική δράση σε άμεση επαφή με τις υπάρχουσες προλεταριακές δομές (συνδικάτα, λαϊκά σπίτια, συνεταιρισμοί κ.λπ.).
Μετά την ίδρυση της FAI (οργάνωση που περιλάμβανε στο εσωτερικό της τόσο μια κομμουνιστική όσο και μια ατομικιστική τάση) και απέναντι σε ένα PCI (Κομμουνιστικό Κόμμα) σταλινικού τύπου, πολλοί αναρχικοί που ανήκαν σε ομάδες της κομμουνιστικής τάσης προσπάθησαν να οργανωθούν αυτόνομα ώστε να αποτρέψουν εκείνη την «μηδενιστική πολιτική» που, κατά τη γνώμη τους, μόλυνε τον ιταλικό αναρχισμό.
Άρχισαν να κυκλοφορούν κείμενα όπως η Πλατφόρμα των Μαχνό–Αρσίνοφ και ξεκίνησε η συζήτηση για την ανάγκη μιας αναρχικής οργάνωσης που να ξεπερνά τις υπάρχουσες μορφές συντονισμού, οι οποίες θεωρούνταν ανεπαρκείς για μια βαθιά δουλειά μέσα στην εργατική τάξη. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο γεννήθηκαν οι Αναρχικές Ομάδες Προλεταριακής Δράσης (GAAP).
Στις αρχές του 1949 οι ελευθεριακοί της κομμουνιστικής τάσης, στην πλειονότητά τους πολύ νέοι, συγκροτούν μια «Επιτροπή Συντονισμού», ανάμεσα στους πρωτεργάτες της οποίας ήταν ο Arrigo Cervetto και Pier Carlo Masini, δύο νεαροί μαρξιστές από τη Λιγουρία, διαμορφωμένοι μέσα στον παρτιζάνικο αγώνα αλλά αηδιασμένοι από την αυταρχική πολιτική του PCI του Τολιάτι.
Σημαντικές προσωπικότητες της Επιτροπής ήταν επίσης οι Ugo Scattoni, Lorenzo Parodi και Renzo Sbriccoli.
Αντιπαρατιθέμενοι σε όσους ήθελαν να περιορίσουν τον αναρχισμό σε ένα απλό κίνημα ιδεών και ατομικής διαμαρτυρίας, οι νέοι διεκδικούσαν έναν αγώνα πιο ενεργά εμπλεκόμενο στην πάλη των τάξεων (η πολεμική στρεφόταν κυρίως ενάντια στις θέσεις του περιοδικού «Volontà» του Pio Turroni και της εφημερίδας «L'Adunata dei Refrattari»). Τον Σεπτέμβριο του 1949 η Επιτροπή ξεκίνησε την έκδοση του περιοδικού «L'Impulso» (αρχικά κυκλοφορούσε μόνο στο Λάτσιο και την Τοσκάνη). Ο Cervetto, μία από τις σημαντικότερες φωνές του «L'Impulso», θεωρούσε ότι ένα από τα μειονεκτήματα των αναρχικών ήταν το «χαμηλό ιδεολογικό επίπεδο», γι’ αυτό θεωρούσε αναγκαίο «να αναπτυχθεί μια συντονισμένη και υπεύθυνη δουλειά προς το προλεταριάτο [...] και από εκεί η ανάγκη να ξεκινήσει από τη βάση μια υπομονετική εργασία θεωρητικής...

Μεταξύ των ετών 1909 και 1912, ένας Γάλλος αναρχικός ονόματι Aristide Pratelle έγραψε αρκετές ανταποκρίσεις για τη Μεξικανική Επανάσταση στην «Les Temps Nouveaux» (Νέοι Καιροί), την κύρια αναρχική εφημερίδα της Γαλλίας. Ο Aristide υπήρξε σταθερός υποστηρικτής της Μεξικανικής Επανάστασης, ακόμη κι όταν ορισμένοι από τους Γάλλους συντρόφους του άρχισαν να την επικρίνουν μαζί με τους Ιταλούς αναρχικούς· και ποτέ δεν εγκατέλειψε την αλληλεγγύη του προς το Mexican Liberal Party, ή PLM, οργάνωση-βιτρίνα των Μεξικανών αναρχικών.
Ο Aristide έγραφε άρθρα υπέρ των Μεξικανών επαναστατών ακόμη και πριν ξεσπάσει η επανάσταση, ξεκινώντας με τη σύλληψη, τον Αύγουστο του 1907, των Ricardo...

Tom Goyens*
Οκτώ εβδομάδες μετά τον πόλεμο του Τραμπ με το Ιράν, αξίζει να επανεξετάσουμε τις απαρχές της Ισλαμικής Δημοκρατίας. Το καθεστώς που βρίσκεται σήμερα αντιμέτωπο με την Ουάσινγκτον γεννήθηκε μέσα στις αναταραχές του 1979, όταν κατέρρευσε η φιλοδυτική μοναρχία του Σάχη και ο Αγιατολάχ Χομεϊνί εκμεταλλεύθηκε την επαναστατική αυτή στιγμή. Όμως η Ιρανική Επανάσταση δεν υπήρξε μια ενιαία εξέγερση. Το αντι-σαχικό κίνημα ένωσε ένα ασταθές μίγμα παρατάξεων: κοσμικούς εθνικιστές, φιλοσοβιετικούς κομμουνιστές, μαρξιστές αντάρτες, θρησκευόμενους αριστερούς μαχητές και ισλαμιστές φονταμενταλιστές. Μέχρι το 1980, ο Χομεϊνί είχε παραγκωνίσει τους αντιπάλους του και είχε εδραιώσει ένα καθεστώς που διαρκεί μέχρι σήμερα.
Στο κτήριο της Ελληνικής κοινότητας της Μελβούρνης στις 18/07/2019
Με τον Ελευθεριακό στο Αυτοδιαχειριζόμενο Στέκι Πέρασμα, 22/01/2018

