Του Κορνήλιου Καστοριάδη
Κείμενο που εκφωνήθηκε στη Νομική Σχολή της Αθήνας στο πολιτικό μνημόσυνο το Μάρτιο του 1989.
Με το θάνατο τον Στίνα χάθηκε όχι μόνο ένας ήρωας αλλά ένας τύπος ανθρώπου που η σημερινή κοινωνία δεν φαίνεται πια ικανή να δημιουργήσει κι ούτε καν και να ανεχθεί. Αρχίζοντας να σκέφτομαι για το τι θα σας έλεγα σήμερα μου ήρθε στο νου ο ομηρικός στίχος «ανδρός ον ουδ' αινείν τοίσι κακοίσι θέμις» (ενός άντρα ούτε και να τον παινούν αυτοί οι κακοί δεν ταιριάζει) και θα τον διόρθωνα λέγοντας «ανδρός ον ουδ' αινείν ημίν κακοίσι θέμις». Να τον πει κανείς άγιο θα ήταν ύβρις. Ό, τι και να κάνει ένας άγιος το κάνει με την ακράδαντη ψευδαίσθηση πως κάποτε και κάπου θα πληρωθεί. Αλλά η αφάνταστα βασανισμένη ζωή τον Σπύρου - δεκαετίες στην Ακροναυπλία, Αίγινα, νησιά, τμήματα μεταγωγών, τμήμα καταδίκων στη Σωτηρία γιατί ήταν χρόνιος φυματικός - ζωή που ο άνθρωπος αυτός δεν έφαγε, όταν ήταν αφυλάκιστος, συχνά ζεστό φαί και που δεν τη γλύκανε ούτε μια γυναίκα ούτε ένα παιδί, δεν έβρισκε ούτε στήριγμα, ούτε παρηγοριά σε καμιά εξωκόσμια υπόσχεση. Μόνη τον εστήριζε η ελπίδα πως η ανθρωπότητα θα μπορέσει κάποτε να ανδρωθεί και να ελευθερωθεί. Τα τελευταία τον χρόνια, παρά την απόγνωση που του δημιουργούσε η σύγχρονη κατάσταση, προσπαθούσε με αγωνία να αποκρυπτογραφήσει μέσα στη χαώδη πραγματικότητα και τα μικροσκοπικότερα σημεία που θα μπορούσαν να δείξουν πως το κίνημα για την ελευθερία και τη δικαιοσύνη, το πραγματικό επαναστατικό κίνημα, μένει πάντα ζωντανό.
Σε όλες τις συναντήσεις μας από πολλά χρόνια - από το 1980 ίσως - η κουβέντα του κυμαινόταν συνεχώς ανάμεσα σε δύο πόλους. Από τη μια μεριά οι ελπιδοφόρες ενδείξεις που μπορούσε να προσφέρει η παγκόσμια πολιτική σκηνή, π.χ. το πολωνικό κίνημα της Αλληλεγγύης, η δημιουργία του κόμματος των εργαζομένων του Λούλα στη Βραζιλία το '83 και οι διαδηλώσεις που ακολούθησαν. Η προσοχή του ήταν πάντα στραμμένη στις κινήσεις όλων των λαών, γιατί για τον Σπύρο ο διεθνισμός δεν ήταν ιδεολογία, ήταν η ίδια του η φύση. Στην ίδια θετική στήλη του λογαριασμού έμπαιναν οι επισκέψεις που του έκαναν συνεχώς νέοι - βρίσκοντας τον δεν ξέρω πως - άτομα, ομάδες ανώνυμες ή και οργανωμένες που ξαφνικά απρόσκλητοι πήγαιναν να τον βρουν, για να του πουν τη συμφωνία τους, για να αντλήσουν από αυτόν ιδέες και πείρα. Απρόβλεπτες και απροσδόκητες συζητήσεις που τον χαροποιούσαν αφάνταστα και όταν μιλούσε γι' αυτές, όταν έλεγε πως ήρθαν να με δουν νέοι από την Καισαριανή, από την Κοκκινιά, κάποιοι που θέλουν να αποσχισθούν από το κόμμα κ.λπ., έβλεπε αμέσως κανείς το βλέμμα του και τη φωνή του να αναζωπυρώνονται. Στην άλλη στήλη, την αρνητική, του λογαριασμού έμπαινε ολοένα και περισσότερο η απόγνωση και η αηδία μπρος στην εξέλιξη της σύγχρονης ανθρωπότητας, τουλάχιστον στις λεγόμενες αναπτυγμένες χώρες: η απάθεια, η ιδιωτικοποίηση, ο κυνισμός, ο εγωισμός, η αποσύνθεση των ιδεών και των συμπεριφορών, η ατομική και ομαδική αποβλάκωση με την τηλεόραση, το ποδόσφαιρο και τα παρόμοια.
Στο αγωνιώδες ερώτημα, για όποιον πιστεύει πάντα στην ελευθερία και στη δικαιοσύνη, «Πως φθάσαμε σ' αυτό το σημείο;»...
ΑΝΕΚΔΟΤΟΣ ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΤΟΥ ΜΑΚΑΡΙΤΟΥ Δ. ΠΑΠΑΡΡΗΓΟΠΟΥΛΟΥ (1)
Φίλε Κύριε,
Αθήναιος ο δειπνοσοφιστής αναφέρει, ότι, ερωτηθείσα μία εταίρα της αρχαιότητος, τι φρονεί περί του έρωτος; Φρονώ, απήντησεν, ότι έρως είναι η τε ηδυπάθεια και η ηθική ευδαιμονία, την οποία αισθάνεται το εν των γενών, όταν κρατή το έτερον εις τας αγκάλας αυτού. Η απάντησις αύτη ήρμοζε εις τα άσεμνα μιάς εταίρας χείλη, διότι, δικαιολογούσα την διαγωγήν αυτής, αναπλάττει τον έρωτα ως θεόν του αποτελέσματος και ουχί του αιτίου.
Αλλά συ, φίλε μου, συ ο ερευνητής της ανθρωπίνης καρδίας, ο αισθηματώδης, συ να παραδέχεσαι ότι είναι δυνατοί δύω συγχρόνως έρωτες, δεν είναι θλιβερόν;
Έρως δεν...
Του Δημήτρη Τρωαδίτη
Ο Δημήτριος Παπαρρηγόπουλος ήταν γιος του ιστορικού Κωνσταντίνου Παπαρρηγόπουλου (Κωνσταντινούπολη 1815-Αθήνα 1891). Γεννήθηκε το Σεπτέμβρη του 1843 στην Αθήνα. Ο Ιωάννης Ζερβός, αλλά και άλλοι βιογράφοι και ερευνητές, αναφέρουν ότι η οικογένειά του ήταν διακεκριμένη οικογένεια που καταγόταν από τη Βυτίνα Αρκαδίας Πελοποννήσου.
Σπούδασε στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθήνας, από την οποία αναγορεύτηκε διδάκτορας το 1866 σε ηλικία μόλις 23 χρόνων. Άσκησε από τότε το επάγγελμα του δικηγόρου μέχρι το τέλος της ζωής του με ζήλο, όπως υπηρέτησε παράλληλα και την ποίηση με το ίδιο πάθος. Στη λογοτεχνία και ιδιαίτερα την ποίηση και το θέατρο επιδόθηκε από...
Στο κτήριο της Ελληνικής κοινότητας της Μελβούρνης στις 18/07/2019
Με τον Ελευθεριακό στο Αυτοδιαχειριζόμενο Στέκι Πέρασμα, 22/01/2018

