
Acracia*
Αν και κάπως ειρωνικό και στο αντίθετο άκρο του ιδεολογικού εκκρεμούς, κατά τη διάρκεια των προσπαθειών μας να εντοπίσουμε την πρώτη άφιξη Ισπανών αναρχικών στην αυστραλιανή ήπειρο, ανακαλύψαμε δύο από τους πρώτους Ισπανούς μετανάστες που εγκαταστάθηκαν σε αυστραλιανό έδαφος και η άφιξη τους χρονολογείται στις 5 Ιανουαρίου 1846, την ημερομηνία δηλαδή που το πλοίο «Isabella», στο οποίο επέβαιναν, αγκυροβόλησε στον κόλπο του Fremantle (στη Δυτική Αυστραλία), μετά από ένα ταξίδι που διήρκεσε περισσότερες από 113 ημέρες.
Πρόκειται για τον Rosendo Salvado από τη Γαλικία και τον José Benito Serra από την Καταλονία. Και οι δύο βενεδικτίνοι μοναχοί που κατέληξαν να ιδρύσουν την κωμόπολη New Norcia, καθώς και το ομώνυμο μοναστήρι, που βρίσκεται σε μια κοιλάδα στη μέση της ζώνης σιταριού Victoria Plains, περίπου 132 χλμ. βόρεια του Περθ.
Είναι επίσης ενδιαφέρον να σημειωθεί ότι ο Francisco Juan Ramon Ferrer y Guardia, ο ιδρυτής της «Escuela Moderna» ήρθε στην Αυστραλία το 1895 και παρέμεινε μέχρι το 1897. Ο λόγος της παραμονής του στις ακτές μας ήταν για να επισκεφθεί τον αδελφό του Jose Ferrer y Guardia, ο οποίος είχε μεταναστεύσει μερικά χρόνια πριν.
Μετά τα γεγονότα της «La Semana Trágica» (Τραγική Εβδομάδα) το 1909, που είχαν ως αποτέλεσμα τη δολοφονία του Francisco Ferrer Guardia (από το ισπανικό κράτος), αρκετοί Ισπανοί αναρχικοί βρήκαν καταφύγιο στην Αυστραλία, με πολλούς από αυτούς να εγκαθίστανται στη Μελβούρνη, αν και η πλειονότητα επέλεξε τις βόρειες ακτές του Queensland.
Ο πιο επιφανής από αυτούς ήταν ο Salvador Torrents Valet, ο οποίος εγκαταστάθηκε στο Innisfail, και αργότερα κάλεσε τη συντρόφισσά του Teresa και την κόρη του Paz. (Δεν μπορέσαμε να εντοπίσουμε κανένα έγγραφο που να επιβεβαιώνει την ημερομηνία άφιξης στο αυστραλιανό έδαφος τόσο της Teresa όσο και της Paz, αν και συμπεραίνουμε ότι μπορεί να ήταν κάποια στιγμή προς το τέλος του 1919 ή στις αρχές του 1920).
Ο Torrents, συμμετείχε το 1903 στη διοργάνωση μαζί με τους Abelardo Saavedra, José Sánchez Rosa και Mariano Castellote της πρώτης αναρχικής συνάντησης στην πόλη Mataró (στην Ισπανία). Συμμετείχε επίσης στη δημιουργία των αναρχικών ομάδων «Nueva Semilla» (Νέος Σπόρος) και «Ateneo Obrero» (Εργατικό Αθήναιο), των οποίων ήταν μέλος.
Ενώ ήταν εξόριστος στη Γαλλία και πριν αναγκαστεί να επιστρέψει στην Ισπανία, οι δραστηριότητές του τον οδήγησαν να γνωρίσει και να συνεργαστεί με τους Anselmo Lorenzo, Emile Armand, Sebastien Faure και τόσους άλλους, τα ονόματα των οποίων θα παραμείνουν άγνωστα, γιατί είναι αυτό που είναι γνωστό ως «la militancia desconocida» (η άγνωστη μαχητικότητα).
Η άφιξή του στις αυστραλιανές ακτές με τον «compañero de lucha» (σύντροφο στον αγώνα) Juan Jordana, εντοπίζεται τον Δεκέμβριο του 1915, αν και -δυστυχώς- η ημερομηνία αυτή δεν είναι οριστική. Ο Torrents συμμετείχε στη συγγραφή και κυκλοφορία πολλών φυλλαδίων για τον αναρχισμό καθώς και υποδειγματικών μυθιστορημάτων, στη συγκέντρωση χρημάτων που θα στέλνονταν στην Ισπανία για να βοηθήσουν στην υπεράσπιση φυλακισμένων αναρχικών και στις εκδόσεις «Solidaridad Obrera» και «Tierra y Libertad». Ο Torrents ήταν συνεχής αρθρογράφος στις ισπανόφωνες αναρχικές εφημερίδες που εκδίδονταν σε όλο τον κόσμο, με την «Cultura Proletaria» (Προλεταριακή Κουλτούρα) από τη Νέα Υόρκη να περιλαμβάνει στις σελίδες της μια τακτική στήλη να γράφεται από τον ίδιο με τίτλο «Desde Australia» (Από την Αυστραλία).
Κατά την περίοδο της Ισπανικής Επανάστασης, ο Salvador Torrents μαζί με τον Juan Jordana, τον Francisco Martinez και μια ομάδα Ισπανών αναρχικών που κατοικούσαν στο Innisfail, πρωτοστάτησαν στην ίδρυση του αυστραλιανού παραρτήματος της Solidaridad Internacional Antifascista (SIA - Διεθνής Αντιφασιστική Αλληλεγγύη). (Να σημειωθεί ότι η οργάνωση αυτή επανεμφανίστηκε στην Αυστραλία, μετά την άφιξη Ισπανών αναρχικών προσφύγων από την Καζαμπλάνκα στις αρχές της δεκαετίας του 1960).
Πριν γίνει μόδα, οι εκδοτικές ομάδες «Ravachol» από τη Μελβούρνη και «Militando» από το Σίδνεϊ παρήγαγαν από κοινού το 1975 το φυλλάδιο με τίτλο «Reportaje en Australia a Salvador Torrents - Los Anarquistas y la Revolución Social» (Συνέντευξη του Salvador Torrents στην Αυστραλία - Οι αναρχικοί και η κοινωνική επανάσταση) γραμμένο από τον Campio Carpio (Campio Perez Perez).
Αν και μερικοί Ισπανοί αναρχικοί που συμμετείχαν στην Ισπανική Κοινωνική Επανάσταση κατάφεραν να περάσουν επιτυχώς από τη γραφειοκρατία κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του ’40 και του ’50, η προκατάληψη που επέδειξαν οι αυστραλιανές αρχές απέναντι στους Ισπανούς αναρχικούς πρόσφυγες -οι οποίοι προηγουμένως βρίσκονταν κυρίως σε γαλλικά στρατόπεδα- εμπόδισε την άφιξη οποιουδήποτε εξόριστου Ισπανού αναρχικού μέχρι τις αρχές της δεκαετίας του 1960. Είναι σημαντικό να αναγνωριστεί ως ιστορική πραγματικότητα το γεγονός ότι, ενώ το Καταστατικό της Διεθνούς Οργάνωσης Προσφύγων (International Refugee Organisation) ανέφερε ρητά ότι οι Ισπανοί πρόσφυγες βρίσκονταν υπό τη φροντίδα της Οργάνωσης και ήταν επιλέξιμοι για επανεγκατάσταση, ο Arthur Calwell και το ALP (Australian Labor Party - Εργατικό Κόμμα) τους απέκλεισαν ρητά από το πεδίο εφαρμογής του μεταναστευτικού προγράμματος της Αυστραλίας. Ωστόσο, στο τέλος του Δεύτερου Παγκοσμίου Πολέμου, τόσο οι Φιλελεύθεροι όσο και το ALP υποστήριξαν την παροχή ασύλου σε ναζιστές φυγάδες στην Αυστραλία. (βλέπε βιβλίο του Mark Aarons που εκδόθηκε το 1989 από τον William Heinemann Australia, «Sanctuary, Nazi Fugitives in Australia»).
Οι ακόλουθοι είναι Ισπανοί εξόριστοι αναρχικοί που πέρασαν κάποιο διάστημα στην Αυστραλία. Δυστυχώς, δεν μπορέσαμε να εντοπίσουμε την ακριβή τους κατοικία, αν και γνωρίζουμε ότι έφτασαν κατά τη δεκαετία του 1950:
Luis Costa García. Ήταν επίσης γνωστός ως Luis Costa, αν και περισσότερο γνωστός με το ψευδώνυμο Juan García Durán. Ήταν μέλος της CNT και της Juventudes Libertarias (Ελευθεριακή Νεολαία) από την ηλικία των 15 ετών. Το 1943 ήταν μέλος της παράνομης CNT στη La Coruña και σημαντική προσωπικότητα στην επανασυγκρότηση της CNT στη Γαλικία. Από το 1945 έως το 1946 ήταν μέλος της παράνομης Εθνικής Επιτροπής. Συνελήφθη από την αστυνομία τον Απρίλιο του 1946, αφού πρώτα πυροβολήθηκε στο πόδι, καταδικάστηκε σε θάνατο και κλείστηκε στις φυλακές El Dueso, Ocaña και Yeserías, από όπου δραπέτευσε στις 10 Μαρτίου 1949, καταφεύγοντας στη Γαλλία. Έφτασε στην Αυστραλία στις αρχές της δεκαετίας του 1950 και εργάστηκε ως ξυλουργός. Στα τέλη της δεκαετίας του 1950 μετακόμισε στο Ντιτρόιτ (ΗΠΑ) και στη συνέχεια το 1964 στο Μοντεβιδέο της Ουρουγουάης, ενώ τελικά εγκαταστάθηκε στο Χιούστον το 1968. Το 1966 ο Durán αντιστάθηκε σθεναρά στα ρεφορμιστικλά στοιχεία («cinco puntistas») εντός της CNT το 1966. Μετά το θάνατο του Φράνκο, επέστρεψε στην Ισπανία και εγκαταστάθηκε στο Alicante, όπου απεβίωσε στις 11 Δεκεμβρίου 1986. Ήταν συγγραφέας πολλών βιβλίων και έγραψε αρκετά άρθρα που δημοσιεύτηκαν στις ισπανικές ελευθεριακές εφημερίδες που κυκλοφορούσαν σε όλο τον κόσμο.
Fernando López Mantiñán. Ήταν γνωστός και ως Martiñán. Μαζί με τον García Durán και τον Álvarez Arganzua δημιούργησαν την πρώτη παράνομη περιφερειακή επιτροπή της CNT μετά την πτώση της Γαλικίας. Έχοντας δραπετεύσει το 1947, κατάφερε να πάει στο Cádiz από όπου πέρασε στην Ταγγέρη, όπου παρέμεινε μέχρι το 1951, τη χρονιά που αποφάσισε να ταξιδέψει μέσω της Σενεγάλης. Δύο χρόνια αργότερα ο Mantiñán έφτασε στην Αυστραλία και εγκαταστάθηκε στη Νέα Νότια Ουαλία. Επέστρεψε στη Γαλικία της Ισπανίας το 1969 για να συλληφθεί στο Tuy. Τελικά εγκαταστάθηκε στη La Coruña.
Eusebio López Laguarta. Έφθασε και εγκαταστάθηκε στη Νέα Νότια Ουαλία στα τέλη της δεκαετίας του 1950. Ήταν αγωνιστής της CNT από το 1932. Κατά τη διάρκεια του εμφυλίου πολέμου πολέμησε αρχικά ως μέλος της πολιτοφυλακής και αργότερα ως μέλος της ομάδας ανταρτών που ήταν γνωστή ως «Libertador». Το 1939 αυτοεξορίστηκε κοντά στην Ανδόρα. Κατά τη διάρκεια του 1940 ταξίδεψε κρυφά σε όλη την Ισπανία αναδιοργανώνοντας την CNT. Την 1η Απριλίου 1944 συνελήφθη στην Τουλούζη από την Γκεστάπο και βασανίστηκε, αλλά κατάφερε να διαφύγει προς την Ariège, στην ελεύθερη Γαλλία. Χρησιμοποίησε τα ψευδώνυμα Coteno, Luis Garcia και Salvador Ortega.
Μερικοί από τους άλλους εξόριστους Ισπανούς αναρχικούς που έφτασαν και εγκαταστάθηκαν είτε στη Μελβούρνη είτε στο Σίδνεϊ, μέσω Γαλλίας, στα τέλη της δεκαετίας του '40 ή κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του ’50, ήταν οι José Cuevas και Juan Fernández στο Σίδνεϊ, Vicente Montón, Félix Castañer και Vicente Berenguer στη Μελβούρνη.
Στα μέσα της δεκαετίας του 1960 ήρθε ο Antonio López από το Μοντρεάλ του Καναδά. Αρχικά, εγκαταστάθηκε στο Windsor του Queensland και στη συνέχεια μετακόμισε στο Perth της Δυτικής Αυστραλίας. Ένθερμος αρθρογράφος των εφημερίδων «El Demócrata», “Acracia”, «El Español en Australia» και «Cenit» (στη Γαλλία).
Λόγω της πολιτικής ευθυγράμμισης και της συνεργασίας που αναπτύχθηκε μεταξύ του σουλτάνου του Μαρόκου και του καθεστώτος του Φράνκο στις αρχές της δεκαετίας του 1960, καθώς και των δυσκολιών που αντιμετώπισαν στην ανανέωση των αδειών εργασίας τους, σημειώθηκε μια έξοδος Ισπανών εξόριστων αναρχικών από το Μαρόκο προς τις τέσσερις γωνιές του κόσμου υπό την προστασία του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών, με την πλειοψηφία να εγκαθίσταται είτε στη Γαλλία είτε στο Βέλγιο. Κάποιοι πήγαν στον Καναδά, και από την ελευθεριακή ομάδα που βρισκόταν στην Καζαμπλάνκα 11 οικογένειες ήρθαν στη Μελβούρνη. Η διαδικασία αυτή ξεκίνησε το 1962 και ολοκληρώθηκε το 1966.
Η πρώτη ομάδα εξόριστων αναρχικών που εγκατέλειψε τις ρητά εχθρικές συνθήκες στη χώρα του Μαγκρέμπ ήταν οι οικογένειες Collado, Domínguez, Gargallo και Quiñones, που έφτασαν στη Μελβούρνη προς το τέλος του 1962. Στις αρχές του 1964 συγκροτήθηκε μια δεύτερη αποστολή με τις οικογένειες Robert, Castro και Burgos. Η τρίτη ομάδα που αναχώρησε από το Μαρόκο ήταν οι οικογένειες Beneito και Ruiz, οι οποίες έφτασαν στη Μελβούρνη στις 17 Οκτωβρίου 1965. Η τέταρτη και τελευταία ομάδα με προορισμό τη Μελβούρνη αποτελούνταν από τις οικογένειες Carmona και Orero, που έφτασαν προς τα τέλη Φεβρουαρίου 1966.
Τόσο ο Carmona όσο και ο Burgos δραπέτευσαν μαζί με ένα αλιευτικό σκάφος από την Ισπανία στα τέλη της δεκαετίας του 1940 και αποβιβάστηκαν στο Μαρόκο όπου απέκτησαν πολιτικό άσυλο. Και οι δύο ήταν μαχητές στη Μάλαγα. Ο Carmona δυστυχώς συνελήφθη στο δρόμο από τη Μάλαγα προς την Αλμερία μετά την πτώση της Μάλαγας το 1937. Ο Burgos πολεμούσε με τις απελευθερωτικές πολιτοφυλακές στις «sierras», μετά τη στρατιωτικοποίηση των πολιτοφυλακών, ενσωματώθηκε σε ένα τάγμα των Διεθνών Ταξιαρχιών και μεταφέρθηκε στο μέτωπο της Μαδρίτης, μετά την πτώση της Μαδρίτης και στην προσπάθειά του να φτάσει στις ανατολικές ακτές της Ισπανίας συνελήφθη από τα στρατεύματα του Φράνκο και στάλθηκε σε στρατόπεδο συγκέντρωσης.
Όλοι οι υπόλοιποι σύντροφοι συμμετείχαν στην έξοδο που αναζήτησε καταφύγιο Τυνησία και την Αλγερία, αναχωρώντας από την Ισπανία κατά τη διάρκεια του Μαρτίου 1939, από τη Valencia, το Alicante, την Gandia και την Cartagena, λιμάνια κατά μήκος της ανατολικής μεσογειακής ακτής. Τα πλοία που μετέφεραν αυτούς τους πρόσφυγες και των οποίων τα ονόματα και θα μείνουν στις σελίδες της ιστορίας ήταν τα «African Trader», «Campillo», «Lezardrieux», «Stanbrook», καθώς και ένας μικρός στολίσκος αλιευτικών σκαφών με τα δύο πιο διάσημα από αυτά να είναι το «Joven María» και το «Marítima».
Ωστόσο, το «Stanbrook» είναι το φορτηγό πλοίο που έχει καταγραφεί με τον πιο διαβόητο τρόπο στις σελίδες της ιστορίας, καθώς ο καπετάνιος του, Archibald Dickson, αρνήθηκε να υπακούσει στις οδηγίες που του έδωσαν οι οργανωτές του Κομμουνιστικού Κόμματος και του Σοσιαλιστικού Κόμματος για να εγκαταλείψει το λιμάνι του Alicante απαντώντας ότι δεν θα αναχωρούσε από το Alicante μέχρι το «Stanbrook» να είχε όσους περισσότερους επιβάτες μπορούσε να μεταφέρει. Τελικά, το «Stanbrook» αναχώρησε στις 10.45μμ. στις 28 Μαρτίου 1939, μεταφέροντας περίπου 3.500 πρόσφυγες. (Σημειώστε ότι ο αριθμός αυτός δεν είναι σωστός, λόγω αρκετών ανωμαλιών που έχουν διαπιστωθεί όσον αφορά την ακρίβεια στα γαλλικά αρχεία, καθώς και την εκτίμηση των επιβατών που αναφέρεται σε βιβλία γραμμένα από πραγματικούς επιβάτες και συμμετέχοντες σε αυτήν την τραγωδία).
Με τη συνεργασία του Alexandre Ruiz και της Floreal Jiménez Aguilera (και οι δύο παιδιά επιβατών του «Stanbrook») καταφέραμε να λάβουμε από το γραφείο αρχείων της Aix-en-Provence (Γαλλία) μια σημαντική λίστα των επιβατών που επέβαιναν στο «Stanbrook». Έτσι, από τις 11 οικογένειες αναρχικών που έφτασαν στην Αυστραλία από την Καζαμπλάνκα, δύο άτομα επέβαιναν στο «Stanbrook»: ο Juan Beneito Casanova που ήταν επιβάτης με αριθμό 764, και ο Vicente Ruiz Gutiérrez με αριθμό επιβάτη 1797.
Οι φρικαλεότητες και τα βασανιστήρια που υπέστησαν όλοι όσοι αποβιβάστηκαν στις ακτές της Βόρειας Αφρικής, από τις γαλλικές αρχές του Βισύ, ενώ ήταν φυλακισμένοι από τον Απρίλιο του 1939 έως τα τέλη του 1943, στις φυλακές, τα στρατόπεδα συγκέντρωσης και τα στρατόπεδα καταναγκαστικής εργασίας που βρίσκονταν στην έρημο της Σαχάρας και εκτείνονταν από την Τύνιδα έως το δυτικό Μαρόκο, είναι σελίδες που ανήκουν σε ένα ξεχωριστό κεφάλαιο της βιογραφίας και της ιστορίας τους.

Στις ακόλουθες παραγράφους θα προσπαθήσουμε απλώς να παραθέσουμε μια έκθεση της μαχητικότητας και των δραστηριοτήτων αυτών των Ισπανών εξόριστων αναρχικών οικογενειών που εγκαταστάθηκαν στη Μελβούρνη, μαζί με ορισμένες οικογένειες Ισπανών μεταναστών που επίσης ασπάστηκαν τα ελευθεριακά ιδεώδη. Θα γίνει επίσης μια προσπάθεια να αποτυπωθούν οι δραστηριότητες του ισπανικού αναρχικού πυρήνα που βρισκόταν στο Σίδνεϊ.
Τον Δεκέμβριο του 1965 πραγματοποιήθηκε η πρώτη συνάντηση στη Μελβούρνη από τον πυρήνα των αγωνιστών της CNT-FAI που είχαν έρθει από την Καζαμπλάνκα και είχαν ιδρύσει την ισπανική εξόριστη CNT στην Αυστραλία, μαζί με το «Grupo Cultural de Estudios Sociales de Melbourne» (Πολιτιστική Ομάδα Κοιωνικών Μελετών στη Μελβούρνη). Στις αρχές του 1966 άρχισαν να φτάνουν και να διανέμονται οι πρώτες ισπανόφωνες αναρχικές εκδόσεις στην ισπανόφωνη κοινότητα των μεταναστών. Αυτές οι εκδόσεις ήταν οι «Espoir», «El Combate Sindicalista», «Umbral» και «Cenit» που κυκλοφορούσαν στη Γαλλία, καθώς και τα ημερολόγια της Solidaridad Internacional Antifascista SIA), «Tierra y Libertad» από το Μεξικό, «Ruta» από τη Βενεζουέλα, «La Protesta» από την Αργεντινή, «Solidaridad» από την Ουρουγουάη και «Edicionesla Escuela Moderna de Calgary» από τον Καναδά.
Η πρώτη επαφή με Αυστραλούς αναρχικούς έγινε επίσης στα τέλη Δεκεμβρίου του 1965. Αυτή ήταν με τον Andrew Giles-Peters, ο οποίος με τη σειρά του βοήθησε να γίνουν επαφές με τους Ιταλούς αναρχικούς στη Μελβούρνη, τους Βούλγαρους αναρχικούς στο Σίδνεϊ καθώς και με τον μικρό πυρήνα των Ισπανών αναρχικών που βρίσκονταν στο Σίδνεϊ, με πιο εξέχουσα μορφή τον Antonio Jiménez Cubillo, ο οποίος είχε μεταναστεύσει από την Ισπανία το 1960 και προσχώρησε στον αναρχισμό μετά την ανάπτυξη φιλίας με τον José Cuevas.
Στο πλαίσιο αυτού του κύματος ισπανικής μετανάστευσης το 1962 έφτασε ο Luis Perez μαζί με την οικογένειά του. Ο Luis ήταν αγωνιστής της CNT, ο οποίος είχε επίσης βιώσει τις φρικαλεότητες της εξορίας στη Γαλλία. Από την άφιξή του στη Μελβούρνη προσπάθησε να αναπτύξει κοινωνική και πολιτική συνείδηση στην ισπανική κοινότητα των μεταναστών. Ακούγοντας για μια ομάδα αναρχικών προσφύγων ήρθε σε επαφή και ενσωματώθηκε αρχικά στο «Grupo Cultural de Estudios Sociales de Melbourne» και στη συνέχεια στο «Centro Democrático Español» (Ισπανικό Δημοκρατικό Κένγτρο). Υπήρξε ενεργό μέλος και ένας από τους πιο βασικούς εκπροσώπους της «ιδέας» στην ισπανική κοινότητα.
Η άλλη πολύ σημαντική ομάδα αναρχικών μεταναστών στη Μελβούρνη ήταν οι Ιταλοί. Το τέλος του Α' Παγκοσμίου Πολέμου, είδε την άφιξη, κυρίως στη Μελβούρνη, Ιταλών αναρχικών, με δύο εξέχουσες προσωπικότητες: τον Francesco Carmagnola και τον Isidoro Bertazzon. Στις αρχές της δεκαετίας του 1920 εμφανίστηκαν ιταλικές αναρχικές εφημερίδες, με πρώτη την «Il Risveglio», και αργότερα την «La Riscossa» καθώς και την «L'Avanguardia Libertaria», οι οποίες καταπνίγηκαν σε κάποιο στάδιο από τις αυστραλιανές αρχές. Η άνοδος του φασισμού στην Ιταλία είδε επίσης την άφιξη στην Αυστραλία του Borris Franceschini, ο οποίος έγινε ενεργό μέλος της εξόριστης ιταλικής αναρχικής ομάδας από τη δεκαετία του 1930.
Η λήξη του Δεύτερου Παγκοσμίου Πολέμου είδε μια μεγαλύτερη άφιξη Ιταλών αναρχικών στην Αυστραλία, όπως ο Bruno Vannini, ο Jack Farrello, ο Rafaele Turco, ο Amenda Ceccaroni, ο Maximo Bartelloto καθώς και αρκετοί άλλοι, τα ονόματα των οποίων θα αποτελέσουν μέρος αυτής της ομάδας «άγνωστων αγωνιστών».
Είναι αξιοσημείωτο και ιστορικής αξίας το να προσδιορίσουμε ότι κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του '60 και του '70 τόσο οι ιταλικές όσο και οι ισπανικές αναρχικές ομάδες στην Αυστραλία συνεργάστηκαν πολύ στενά σε ένα πλήθος προγραμμάτων καθώς και σε έρανο για να βοηθήσουν τις οικογένειες των φυλακισμένων αναρχικών, τόσο των Ιταλών όσο και των Ισπανών. Αυτό γινόταν μέσω της οργάνωσης που ήταν γνωστή ως «Solidaridad Internacional Antifascista» (SIA) η οποία ιδρύθηκε τη δεκαετία του 1930 και εξακολουθούσε να υφίσταται παράγοντας ετήσια ημερολόγια ως μέσο συγκέντρωσης χρημάτων. Η οικονομική υποστήριξη από την ιταλική αναρχική ομάδα κατέστησε επίσης δυνατή την κυκλοφορία αρκετών αναρχικών φυλλαδίων και βιβλιαρίων από τις εκδόσεις Acracia καθώς και από τις εκδόσεις «Ravachol» (Ravachol Publications), ένα εγχείρημα που ξεκίνησε στα τέλη της δεκαετίας του ’60.
Μέχρι το τέλος του 1966 οι σχέσεις με τις διάφορες ελευθεριακές ομάδες τόσο στη Μελβούρνη όσο και στο Σίδνεϊ είχαν εδραιωθεί και παρ’ ότι ο ισπανικός αναρχικός κύκλος της Μελβούρνης επικέντρωνε τις προσπάθειές του μέσα στην ισπανική κοινότητα σε μια προσπάθεια να αναπτύξει μια κοινωνική συνείδηση καθώς και ένα αντιφρανκικό κίνημα, άρχισε σιγά-σιγά να εξελίσσεται και να συμμετέχει σε τοπικά κοινωνικά ζητήματα σε συνδυασμό με τις τοπικές αναρχικές ομάδες που ήταν κυρίως εγκατεστημένες γύρω από τα διάφορα πανεπιστήμια της Μελβούρνης καθώς και στα εσωτερικά προάστια.
Το 1967 είχαμε το πρώτο εκδοτικό εγχείρημα των ισπανικών αναρχικών ομάδων στη Μελβούρνη και το Σίδνεϊ με την εκτύπωση του «An Appeal to the Young» (Προς τους Νέους) του Piotr Kropotkin στην αγγλική γλώσσα, το οποίο εκτυώθηκε στο Σίδνεϊ, με τον Antonio Jiménez Cubillo να είναι ο κύριος εμπνευστής αυτού του εγχειρήματος.
Αυτό το έτος ήταν επίσης το έτος έναρξης της κυκλοφορίας του μηνιαίου ισπανικού περιοδικού «El Demócrata», έκδοση του «Centro Democrático Español», με έδρα το Σίδνεϊ και με αντιπροσωπεία στη Μελβούρνη.
Να πούμε ότι το «Centro Democrático Español», δημιουργήθηκε τον Αύγουστο του 1966 και αποτελούσε μια συνένωση των διαφόρων αντιφρανκικών ομάδων που βρίσκονταν στο Σίδνεϊ, την Καμπέρα, το Wollongong, το Geelong και τη Μελβούρνη. Αν και η πλειοψηφία των μελών της στη Μελβούρνη ήταν ελευθεριακοί, η βάση της περιελάμβανε επίσης Ρεπουμπλικάνους καθώς και μέλη του PSOE (Σοσιαλιστικό Κόμμα) και της UGT (συνδικαλιστική παράταξη των σιοσιαλιστών). Η κατάσταση ήταν κάπως διαφορετική στο Σίδνεϊ με αρκετά μεγάλο αριθμό Ρεπουμπλικάνων και σοσιαλιστών της UGT στις τάξεις της. Ήταν μια πολύ λεπτή πράξη διπλωματίας που έπρεπε να εκτελεστεί σε μηνιαία βάση όταν η συντακτική ομάδα με πλειοψηφία μέλη της UGT και Ρεπουμπλικάνους συνεδρίαζε για να καθορίσει το περιεχόμενο του περιοδικού, αυτό το έργο επιτελέστηκε με κόπο και επάρκεια από τον Antonio Jiménez Cubillo μέχρι τα τέλη του 1974, όταν τις εκδοτικές και εκδοτικές ευθύνες ανέλαβε το παράρτημα της Μελβούρνης. Το «Centro Democrático Español» διαλύθηκε με το θάνατο του Φράνκο στις αρχές του 1976.
Αρκετά άρθρα γραμμένα τόσο από τον Antonio Jiménez Cubillo όσο και από τον Vicente Ruiz Gutiérrez δημοσιεύτηκαν στα περιοδικά «El Demócrata», «Nosotros» και «Acracia». Και οι δύο ήταν επίσης τακτικοί συνεργάτες με άρθρα στην ξενόγλωσση εφημερίδα της «El Español en Australia», καθώς και στις ισπανικές αναρχικές εφημερίδες και περιοδικά που εκδίδονταν σε όλο τον κόσμο.
Ο νεαρός και δυναμικός Mariano Sussiac μαζί με τη συντρόφισσά του Isabel, είχαν μόλις φτάσει στη Μελβούρνη στις αρχές του 1968, και ήρθαν αμέσως σε επαφή με την ομάδα των εξόριστων και ξεκίνησαν αυτό που έγινε μια μακρά περίοδος ακτιβισμού, βοηθώντας στην προετοιμασία και τη διανομή των εκδόσεων, καθώς και συμβάλλοντας με άρθρα και ποιήματα στις εκδόσεις όπως «El Demócrata», «Nosotros» και «Acracia».
Το 1969 δύο νεαρές οικογένειες που είχαν μεταναστεύσει από την Ισπανία (έχοντας συμμετάσχει στην υπόγεια CNT στη Μαδρίτη) εγκαταστάθηκαν στο Fitzroy, (εσωτερικό προάστιο της Μελβούρνης). Διαβάζοντας διάφορα άρθρα στο «El Español en Australia» και λαμβάνοντας αντίτυπα της «El Demócrata», ήρθαν σε επαφή με την ισπανική αναρχική ομάδα στη Μελβούρνη και συμμετείχαν σε όλες τις δραστηριότητες. Αυτές ήταν οι οικογένειες Gallego και Costanza.
Με τις γνώσεις του ως ηλεκτρολόγος μηχανικός, ένα επάγγελμα με το οποίο αποφοίτησε στην Ισπανία, ο Pascual Gallego μπόρεσε να επισκευάσει μια παλιά τυπογραφική μηχανή Gestetner καθώς και μια παλιά ηλεκτρική γραφομηχανή IBM, η οποία παρείχε τον απαραίτητο εξοπλισμό για να ξεκινήσει η ισπανική αναρχική ομάδα της Μελβούρνης σε μια νέα και πιο ζωντανή εποχή παραγωγής φυλλαδίων, μπροσούρων και περιοδικών.
Μέχρι το 1970 οι εξόριστοι Ισπανοί αναρχικοί και οι οικογένειες μεταναστών είχαν πλέον εξαπλωθεί σε όλα τα κεντρικλά προάστια της Μελβούρνης, Carlton, Collingwood, Fitzroy, Prahran και Richmond. Οι ομαδοποιήσεις κάθε περιοχής ανέλαβαν την ευθύνη της διανομής των εκδόσεων που λάμβαναν από το εξωτερικό, καθώς και όποια βιβλιογραφία παραγόταν τοπικά τόσο στο Σίδνεϊ όσο και στη Μελβούρνη.
Η παρουσία τους έγινε αντιληπτή στις πορείες της Εργατικής Πρωτομαγιάς με τη μαζική διανομή φυλλαδίων τόσο στα ισπανικά όσο και στα αγγλικά. Συμμετείχαν στις εκστρατείες κατά του απαρτχάιντ, καθώς και στη συγκέντρωση κατά της περιοδείας της ομάδας ράγκμπι Springbok από τη Νότια Αφρική στο MCG.
Προς το τέλος του 1970 στην Ισπανία, έξι Βάσκοι αγωνιστές συνελήφθησαν και καταδικάστηκαν σε θάνατο. Ως αποτέλεσμα οργανώθηκε μια μαζική εκστρατεία από τις ισπανικές αναρχικές ομάδες, Grupo Cultural de Estudios Sociales en Melbourne και Centro Democrático Español, στο Σίδνεϊ, την Καμπέρα και τη Μελβούρνη. Διαδηλώσεις πραγματοποιήθηκαν σε αυτές τις τρεις μεγάλες πόλεις. Η πιο επιτυχημένη διαδήλωση ήταν αυτή που πραγματοποιήθηκε το απόγευμα της Τετάρτης, 30 Δεκεμβρίου 1970, με περίπου 100 Ισπανούς και Αυστραλούς να διαδηλώνουν έξω από το κτήριο του Γενικού Προξενείου της Ισπανίας, ενώ 20 από τους διαδηλωτές κατάφεραν να μπουν στο κτήριο για να συναντηθούν με τον πρόξενο και να υποβάλουν ένα ψήφισμα.
Το 1971-1972 ήταν μια περίοδος κατά την οποία δημιουργήθηκαν αρκετές πιο περιπετειώδεις προκλήσεις σε συνδυασμό με τη γέννηση της Working Peoples' Association (Ένωση Εργαζόμενου Λαού). Η σημαντικότερη από αυτές ήταν το «Free Store» (Ελεύθερο Κατάστημα), που βρισκόταν στην οδό Smith 42, στο Collingwood.
Οι εξόριστοι Ισπανοί έβλεπαν τις δυνατότητες του «Free Store» να μεταβληθεί στο πρώτο «Ateneo Libertario» στην Αυστραλία, μέσω του οποίου θα μπορούσε να προωθηθεί η ελευθεριακή συνείδηση στην ευρύτερη κοινότητα. Η εξόριστη ισπανική ομάδα συνεισέφερε με ρούχα, βιβλία και πορσελάνινα αντικείμενα καθώς και τους εαυτούς της στον κατάλογο των εθελοντών, σε μια προσπάθεια να διασφαλιστεί ότι η έναρξη και η συνεχής λειτουργία του «Free Store» θα ήταν επιτυχής, με τη ρήση του «πάρε ό,τι χρειάζεσαι και άφησε ό,τι δεν χρειάζεσαι». Το «Free Store» έγινε το επίκεντρο για την πλειονότητα των αναρχικών στη Μελβούρνη.
Τα εύσημα για την ίδρυση του «Free Store» πρέπει να αποδοθούν σε ένα άτομο, και αυτό είναι η Margot Nash, η οποία είχε μόλις επιστρέψει στη Μελβούρνη μετά από μερικά χρόνια στις Ηνωμένες Πολιτείες, όπου συμμετείχε και βίωσε την ανάπτυξη παρόμοιων συλλογικοτήτων, πρότεινε λοιπόν ότι ένα τέτοιο εγχείρημα ήταν δυνατό στη Μελβούρνη. Και παρ’ ότι αυτή η περίοδος έχει χαρακτηριστεί από πολλούς ως «καρναβαλικός αναρχισμός» (carnival anarchism), κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου υπήρξαν πολλές θετικές δραστηριότητες.
Κατά τη διάρκεια του δεύτερου έτους, η παράδοση της πορείας την 1η Μαΐου επανενεργοποιήθηκε από τη συλλογικότητα του «Free Store» με το «πτώμα του καπιταλισμού» να περιφέρεται στους δρόμους της Μελβούρνης τόσο την 1η Μαΐου όσο και την πρώτη Κυριακή του Μαΐου του 1972. Μέσα από αυτή τη συλλογικότητα αναπτύχθηκε επίσης η ιδέα της διάθεσης στην κοινότητα μιας «δωρεάν» νομικής και ιατρικής υπηρεσίας. Ο ισπανικός αναρχικός πυρήνας συνέβαλε καθοριστικά στο να διασφαλιστεί ότι στις αρχές Ιουνίου 1972 το «Free Store» ήταν σε θέση να παρέχει μια τέτοια υπηρεσία στην κοινότητα με υπηρεσία διερμηνείας στα ιταλικά, πορτογαλικά, ισπανικά και γαλλικά. Η συλλογικότητα γύρω από το «Free Store» ήταν επίσης υπεύθυνη για την έκδοση της εφημερίδας «Dingo».
Η ισπανική αναρχική ομάδα ανέλαβε τη διανομή της εφημερίδας «Dingo», με αποτέλεσμα στα τέλη του 1972, ο σύντροφος Pascual Gallego να συλληφθεί και να κατηγορηθεί για διανομή ανατρεπτικής λογοτεχνίας. Στη συνέχεια οργανώθηκε μια συνδρομή τόσο από το «Grupo Cultural de Estudios Sociales de Melbourne» όσο και από το «Sub-delegación del Centro Democrático Español en Melbourne», προκειμένου να καλυφθεί το πρόστιμο που επιβλήθηκε στον Gallego, η υπεράσπισή του οποίου προετοιμάστηκε από τους δικηγόρους που συμμετείχαν στο «Free Store».
Δυστυχώς, πάρα πολλές άλλες ποικίλες δραστηριότητες συνέβαλαν στην αποδυνάμωση του «Free Store», ωστόσο πρέπει να αναγνωριστεί το γεγονός ότι το «Free Store» αποτέλεσε το σημείο εκκίνησης για τις πολύ θετικές δραστηριότητες που εξελίχθηκαν και αποτέλεσαν στέρεες βάσεις για τις εξόριστες / μεταναστευτικές και τοπικές αναρχικές ομάδες κατά τις επόμενες δεκαετίες.
Αν και το «Free Store» έκλεισε τις πόρτες του τον Ιανουάριο του 1973, ήταν ο μήνας που η Fitzroy Free Legal Service (Ελεύθερη Νομική Υπηρεσία του Fitzroy) -όπως ήταν αρχικά γνωστή- άνοιξε τις πόρτες της από το υπόγειο του Δημαρχείου του Fitzroy. Όλα τα άτομα που συμμετείχαν στην παροχή νομικών υπηρεσιών στο «Free Store» ήταν μεταξύ των πρώτων εθελοντών της Fitzroy Free Legal Service.
Το 1974, η ίδια ομάδα ατόμων που συνδέθηκε ιστορικά με το «Free Store» συμμετείχε επίσης στη δημιουργία της Νομικής Υπηρεσίας του Collingwood, η οποία λειτουργούσε από το Δημαρχείο του Collingwood.
Το περιοδικό «Nosotros», ισπανόφωνο περιοδικό, κυκλοφόρησε τον Ιούλιο του 1972 και διανεμήθηκε σε όλη την ισπανική κοινότητα μεταναστών στην Αυστραλία. Την ίδια χρονιά εμφανίστηκε το περιοδικό «Acracia» το οποίο από την αρχή του αυτοπροσδιοριζόταν ως ισπανόφωνο αναρχικό έντυπο. Το «Acracia» μετατράπηκε σε επίσημο δελτίο του Anarchist Black Cross (ABC - Αναρχικός Μαύρος Σταυρός) το 1973. Μέσα σε μερικούς μήνες αρκετοί φοιτητές καθώς και πρώην φοιτητές από τα τρία πανεπιστήμια της Μελβούρνης εντάχθηκαν στον ABC και χάρη στις προσπάθειες και την αφοσίωσή τους το «Acracia» μετατράπηκε σε δίγλωσσο περιοδικό. Η εκτύπωσή του από έκδοση Gestetner άρχισε να γίνεται σε offset από τη συλλογικότητα Strawberry Press και στη συνέχεια της Slash / Asterisk*, η οποία βρισκόταν στην 11 Johnston Street, στο Collingwood.
Η Strawberry Press ιδρύθηκε το 1973 και ήταν μια κολεκτίβα που δημιουργήθηκε με σκοπό την εκτύπωση αναρχικής λογοτεχνίας καθώς και τη διδασκαλία της τέχνης του lay out και της εκτυπωτικής διαδικασίας σε ένα πολυγραφικό πιεστήριο Multigraph 1250 offset σε όποιον ενδιαφερόταν να μάθει το επάγγελμα. Θα είχε επίσης ιστορικό ενδιαφέρον να αναγνωριστεί ότι η Strawberry Press ήταν το πρώτο τυπογραφείο που χρησιμοποιήθηκε από την Fitzroy Free Legal Service για την εκτύπωση των επιστολόχαρτών της. Κατά τη διάρκεια του 1974 συνέβη μια αλλαγή στο Strawberry Press, καθώς τρία άτομα με παρελθόν τόσο στο «Free Store» όσο και στον Anarchist Black Cross ανέλαβαν την ευθύνη και τη διαχείριση του Strawberry Press, αλλάζοντας στη συνέχεια το όνομα σε Slash / Asterisk* και μετατρέποντας τη συλλογικότητα σε κέντρο παραγωγής και διακίνησης κινηματικού τύπου. Κατά συνέπεια, η τοποθεσία 11 Johnston Street, Collingwood, έγινε σημείο συνάντησης των αναρχικών της Μελβούρνης.
Με αυτό το νέο εκτυπωτικό εργαλείο που έγινε διαθέσιμο από την αφοσίωση μιας ομάδας νέων αναρχικών, οι εξόριστοι Ισπανοί αναρχικοί της Μελβούρνης έλαβαν την «ένεση» που ήταν απαραίτητη για την περαιτέρω ανάπτυξη και ενίσχυση των εκδοτικών τους εγχειρημάτων με την επέκταση των Εκδόσεων «Acracia» και «Ravachol» που παρήγαγαν αναρχικά φυλλάδια τόσο στα ισπανικά όσο και στα αγγλικά. Συνέβαλαν στην έκρηξη της αναρχικής λογοτεχνίας που σημειώθηκε στην Αυστραλία τόσο στην αγγλική όσο και στην ισπανική γλώσσα κατά τις δεκαετίες του '70, του '80 και του '90 με μια σειρά από περιοδικά και φυλλάδια που αρχικά τυπώθηκαν σε gestetner, στη συνέχεια σε 1250 Multigraph στις εγκαταστάσεις των Strawberry Press και Slash / Asterisk*, και στη συνέχεια σε ένα δίχρωμο Multigraph του 1960 που λειτουργούσε η εκδοτική ομάδα «Ravachol».
Ακολουθεί μια λίστα με τις εκδόσεις που παρήγαγε η εξόριστη ισπανική αναρχική ομάδα της Μελβούρνης.
Περιοδικά:
- «Nosotros», ισπανόφωνο περιοδικό. Πρωτοεμφανίστηκε το 1972 και συνέχισε μέχρι το 1975.
- «Acracia», ισπανόφωνο αναρχικό περιοδικό. Πρωτοεμφανίστηκε το 1972, μετατράπηκε σε επίσημο όργανο του Αναρχικού Μαύρου Σταυρού (Anarchist Black Cross) το 1973 και έγινε το πρώτο δίγλωσσο αναρχικό περιοδικό που εκδόθηκε στην Αυστραλία. Αυτό συνεχίστηκε μέχρι το τέλος του 1975, όταν, μετά το θάνατο του Φράνκο, το παράρτημα του ABC στη Μελβούρνη εξαφανίστηκε και η «Acracia» έπαψε να εκδίδεται ως δίγλωσσο αναρχικό περιοδικό, ωστόσο συνέχισε να εκδίδεται στην ισπανική γλώσσα. Το τελευταίο τεύχος του «Acracia» κυκλοφόρησε τον Μάιο του 1992.
- «Militando», ισπανόφωνο αναρχικό περιοδικό. Εμφανίστηκε το 1975 και εξέδωσε δύο μόνο τεύχη. Αυτό ήταν ένα κοινό εγχείρημα μεταξύ Ισπανών και Νοτιοαμερικανών αναρχικών που κατοικούσαν τόσο στο Σίδνεϊ όσο και στη Μελβούρνη. Η διαμόρφωση και η εκτύπωση έγινε στη Μελβούρνη.
Φυλλάδια και μπροσούρες:
-«Reivindicación de los Mártires de Chicago», γραμμένο από τον J. P. Altgeld, εκδόθηκε από τις εκδόσεις Ravachol στην ισπανική γλώσσα.
-«Canibalismo y Catolicismo», γραμμένο από τον Vladimir Muñoz, εκδόθηκε από τις Nosotros στην ισπανική γλώσσα.
-«Crítica y Estudio Social», γραμμένο από πολλά άτομα, εκδόθηκε από τις εκδόσεις Acracia και Nosotros στην ισπανική γλώσσα.
-«Οι Αρχές του Ανθρωπισμού», γραμμένο από τον Eugen Relgis, εκδόθηκε από το Acracia στην αγγλική γλώσσα.
-«Reportaje en Australia a Salvador Torrents», γραμμένο από τον Campio Carpio, εκδόθηκε από τις εκδόσεις Militando και Ravachol στην ισπανική γλώσσα.
-«Análisis Espectral sobre las Juventudes Libertarias en España» γραμμένο από τον Fabián Moro- εκδόθηκε από τις εκδόσεις Ravachol στην ισπανική γλώσσα.
-«A Criticism of State Socialism», γραμμένο από τον Michael Bakunin, εκδόθηκε από τις εκδόσεις Ravachol στην αγγλική γλώσσα.
-«The place of Anarchism in Socialistic Evolution», γραμμένο από τον Peter Kropotkin, εκδόθηκε από τις εκδόσεις Ravachol στην αγγλική γλώσσα.
-«La Revolución Social Española», γραμμένο από τον Ramón Liarte, εκδόθηκε από τις εκδόσεις Ravachol στην ισπανική γλώσσα, με τη βοήθεια των Ramón Liarte, Ravachol Publications και Grupo Cultural de Estudios Sociales de Melbourne.
-«Anarchy», γραμμένο από τον Errico Malatesta, εκδόθηκε από τις εκδόσεις Ravachol στην αγγλική γλώσσα.
-«A short history of Anarchism» ,γραμμένο από τον Edward Harvey, εκδόθηκε από τις εκδόσεις Ravachol στην αγγλική γλώσσα.
-«Notes on Anarchism», γραμμένο από τον Noam Chomsky, εκδόθηκε από το Acracia στην αγγλική γλώσσα.
-«Socialism and State», γραμμένο από τον Rudolf Rocker, εκδόθηκε από το Acracia στην αγγλική γλώσσα.
-«Recordando 19 Julio 1936», που γράφτηκε από πολυάριθμα άτομα με την ευκαιρία της 60ής επετείου της Ισπανικής Επανάστασης, κδόθηκε από το Acracia στην ισπανική γλώσσα.
Ιδιαίτερη μνεία πρέπει να γίνει στην ισπανική αναρχική ομάδα του Σίδνεϊ και, ειδικότερα, στον Antonio Jiménez Cubillo που δημοσίευσε στην ισπανική γλώσσα υπό την έκδοση «Colección La Semilla» το φυλλάδιο «El Arte reivindicativo de Castelao» (Η εκδικητική τέχνη του Castelao) γραμμένο από τον Campio Carpio. Το φυλλάδιο αυτό περιλαμβάνει επίσης 14 σκίτσα που σχεδίασε ο καλλιτέχνης Castelao και τα οποία αντικατοπτρίζουν τις θηριωδίες που διαπράχθηκαν στη βόρεια ισπανική περιοχή της Γαλικίας από τις δυνάμεις του Φράνκο.
Η δραστηριότητα της προώθησης της αναρχικής λογοτεχνίας επεκτάθηκε περαιτέρω φέρνοντας στην Αυστραλία και διανέμοντας μια αρκετά μεγάλη ποσότητα βιβλίων και εφημερίδων-περιοδικών που κυκλοφορρύσαν στα ισπανικά από αναρχικούς εκδοτικούς οίκους από όλο τον κόσμο. Η δραστηριότητα αυτή έγινε από κοινού από τις ελευθεριακές ομάδες τόσο στη Μελβούρνη όσο και στο Σίδνεϊ.
Μερικές από αυτές τις εκδοτικές συλλογικότητες ήταν οι εξής:
-«Tierra y Libertad» από το Μεξικό
-«Editorial Americalee» από την Αργεντινή
-«Editorial Proyección» από την Αργεντινή
-«Ediciones Humanidad» από την Ουρουγουάη
-Ediciones Solidaridad» από την Ουρουγουάη
-«Ediciones Solidaridad Obrera» από τη Γαλλία.
-«Ediciones Espoir» από τη Γαλλία
-«Ediciones CNT» από τη Γαλλία «Ediciones Madre Tierra», από την Ισπανία.
-«Ediciones Espoir» από τη Γαλλία
-«Ediciones CNT» από τη Γαλλία «Ediciones Madre Tierra», από την Ισπανία.
Αυτή η βιβλιογραφία περιελάμβανε επίσης τους δύο τόμους της Anarchist Encyclopaedia (Αναρχική Εγκυκλοπαίδεια) που εκδόθηκαν στο Μεξικό από την ομάδα Tierra y Libertad, ένα έργο που επρόκειτο να περιλαμβάνει 5 τόμους, δυστυχώς όμως πολλοί από τους αρχιτέκτονες αυτού του έργου απεβίωσαν πριν από την ολοκλήρωσή του.
Τον Αύγουστο του 1975 στάλθηκε ένα ανακοινωθέν υποστήριξης και ενθάρρυνσης από το «Grupo Cultural de Estudios Sociales de Melbourne» στο Διηπειρωτικό Συνέδριο των Τοπικών Ομοσπονδιών της CNT της Ισπανίας στην Εξορία, το οποίο υπογράφουν τόσο ο Vicente Ruiz όσο και ο Juan Beneito.
Από την 1η έως τις 4 Μαΐου 1986, ο Antonio Jiménez Cubillo, ο Mariano Sussiac και ο Vicente Ruiz Gutiérrez συμμετείχαν στους εορτασμούς για την εκατονταετηρίδα των Αυστραλών Αναρχικών που πραγματοποιήθηκαν στη Μελβούρνη. Μια εκδήλωση στην οποία συμμετείχαν αρκετοί ντόπιοι και διεθνείς αναρχικοί, μεταξύ των οποίων η Marianna Enckell από την Ελβετία, ο Miura Seiichi από την Ιαπωνία, ο Ha Ki Rak από την Κορέα, ο Phillipe Pellitier από τη Γαλλία και ο Diego Camacho, πιο γνωστός με το όνομα Abel Paz (ο συγγραφέας του Durruti στην Ισπανική Επανάσταση) από την Ισπανία.
Στις 19 Ιουλίου 1986, ο Juan και η Elena Beneito, ο Mariano και η Isabel Sussiac, ο José και η Maria Orero καθώς και ο Vicente και η Matilde Ruiz συμμετείχαν στους εορτασμούς για την 50ή επέτειο της Ισπανικής Επανάστασης που διοργάνωσε η (τότε) Anarcho-Syndicalist Federation (Αναρχοσυνδικαλιστική Ομοσπονδία) στη Μελβούρνη, κατά τη διάρκεια των οποίων μίλησαν για τις εμπειρίες τους από την αντιμετώπιση του φασισμού, την περίοδο της επανάστασης, τις συλλογικότητες, τις γυναίκες στην επανάσταση, την αντεπανάσταση και την έξοδο.
Οι δεκαετίες του '80 και του '90 είδαν τον αργό και ήπιο θάνατο αυτών των συντρόφων που αφιέρωσαν τη ζωή τους στις εμπειρίες και τα όνειρά τους για έναν καλύτερο κόσμο, οι οποίοι, όπως έχει εκφραστεί τόσο εύγλωττα στο παρελθόν από τον Αυστραλό αναρχικό Joe Toscano, «...ήταν η τελευταία άμεση σύνδεσή μας με εκείνη την επαναστατική περίοδο της ιστορίας...», μια περίοδο που κάποιοι ονόμασαν «ηρωικά χρόνια».
Greetings compañero for you are going
We are loosing a generation of hope and action, tragic and divine fools
with insanity of well being for everyone else.
Forgers of libertarian socialism, justice and liberty people that embraced the hard road
of a generous idea,
That planted in the stars
a new world for our hearts.
You will no longer have to share, with your cell compañeros the beatings from the guards.
Greetings compañero for you are going
I shall not cry your parting, for more will come to join the fight.
If you no longer sing, others will sing.
Greetings, noble compañero, to whom neither time, nor suffering has changed.
Should your heart no longer pulsate,
other libertarian hearts will.
Bernabé García Polanco
Μεταφράστηκε από τα ισπανικά από τον Vicente Ruiz (hijo)

Trinidad Garcia: Μια Ισπανή αναρχική στην Αυστραλία
Η Trinidad Garcia γεννήθηκε σε μια οικογένεια εργατών στις εξορύξεις στις Asturias το 1892. Μετά το γάμο της το 1910 ακολούθησε τον σύντροφό της, Jesus, στην Αργεντινή, όπου εργάστηκαν στα βιομηχανικά κέντρα Bahia Blanca και Rio Negro όπου υπήρχε μια μαχητική εργατική τάξη. Πολλές οικογένειες Ισπανών αποφάσισαν αργότερα να αποδεχθούν μια προσφορά της τότε αυστραλιανής κυβέρνησης για να εργαστούν στην κατασκευή σιδηροδρόμων στη Βόρεια Αυστραλία (Northern Territory) και έτσι αναχώρησαν με πλοίο το 1915.
Υπήρξαν προβλήματα με τον καπετάνιο του πλοίου, μιας και δεν ανταποκρινόταν στο αίτημα των Ισπανών για καλύτερη τροφή και ιατρική περίθαλψη. Έτσι καθυστέρησαν με επιτυχία την αναχώρηση του πλοίου από τη Χιλή έως ότου βρεθεί γιατρός για μια έγκυο γυναίκα. Στο Wellington της Νέας Ζηλανδίας, πήραν μια σωσίβια λέμβο χωρίς να γίνουν αντιληπτοί και ανέβασαν φρούτα και λαχανικά στο πλοίο.
Με την άφιξή της στη Μελβούρνη, η Trinidad Garcia συμμετείχε σε μια διαμαρτυρία στις αποβάθρες, με τους επιβάτες να αρνούνται να επιβιβαστούν ξανά στο πλοίο έως ότου οι συνθήκες διαβίωσης σε αυτό βελτιωθούν. Φτάνοντας στο βόρειο Κουίνσλαντ οι μετανάστες αυτοί εγκαταστάθηκαν κυρίως γύρω από το Innisfail και οι περισσότεροι άντρες άρχισαν να εργάζονται στις φυτείες ζαχαροκάλαμου. Μερικές γυναίκες ζούσαν σε στρατώνες με τους συζύγους τους και εκεί μαγείρευαν για όλους σχεδόν τους εργαζόμενους. Άλλες γυναίκες δημιούργησαν καφετέριες και πανσιόν που έγιναν κοινωνικά κέντρα καθώς και κέντρα πληροφόρησης για τους νεοαφιχθέντες μετανάστες, όπου μπορούσαν να διαβάσουν τις τελευταίες εκδόσεις υπερπόντιων αναρχικών εφημερίδων.
Κατά τη διάρκεια μεγάλων απεργιών όπως η απεργία του Weil's Disease του 1934, η Trinidad Garcia βρισκόταν στο επίκεντρο των διαμαρτυριών ενάντια στους ιδιοκτήτες των μύλων.
Όταν ξέσπασε ο ισπανικός Εμφύλιος Πόλεμος το 1936, το Κομμουνιστικό Κόμμα Αυστραλίας ίδρυσε τοπικές Επιτροπές Ανακούφισης (Spanish Relief Committees) στον βορρά. Ενώ στην αρχή οι ντόπιοι Ισπανοί αναρχικοί μετανάστες προσχώρησαν σε αυτές τις Επιτροπές και με άλλες ομάδες μεταναστών στο βορρά συνέβαλαν αποφασιστικά στα ποσά που συγκεντρώθηκαν, στη συνέχεια είχαν όλο και περισσότερα προβλήματα με τις εξουσιαστικές και αυταρχικές μεθόδους της αγγλο-κελτικής ηγεσίας των κομμουνιστών στο Σίδνεϊ, ενώ ανησυχούσαν και από την αύξηση της κομμουνιστικής δραστηριότητας στην Ισπανία. Έτσι η Trinidad Garcia και άλλοι αναρχικοί δημιούργησαν τις δικές τους ομάδες υπό την ομπρέλα της αναρχικής Διεθνούς Αντιφασιστικής Αλληλεγγύης (International Antifascist Solidarity) και έστειλαν τις δωρεές τους σε αυτήν την ομάδα.
Μετά τον πόλεμο, η Trinidad Garcia συνέχισε να εμπλέκεται στους τοπικούς αγώνες. Διαμαρτυρήθηκε ενάντια στη λογοκρισία της κυβέρνησης στα τέλη της δεκαετίας του '40, και έγιναν και εισβολές της αστυνομίας στο σπίτι της. Επίσης, οργάνωσε ή συμμετείχε σε περιοδείες σε εργοστάσια, προτρέποντας τους εργάτες να δεχτούν ένα μέρος των μισθών τους να διατίθεται για τη στήριξη των αντιφασιστικών δυνάμεων στην Ισπανία.
Στη φωτογραφία του 1939, εικονίζεται η Trinidad Garcia όρθια, μιλώντας σε μια δημόσια συγκέντρωση που καλέστηκε για να καλωσορίσει τον Ιταλοαυστραλό Ernesto Baratto, που είχε τότε επιστρέψει στην Αυστραλία από τον Ισπανικό Εμφύλιο Πόλεμο. (Πηγή φωτογραφίας: Collection of the Noel Butlin Archive Centre, Canberra, Q47-4).
*Πηγή: Black Current Anarchist Distro.

Ο αναρχοσυνδικαλιστής Vicente Ruiz Gutiérrez, με δράση στην Ισπανία, το Μαρόκο και την Αυστραλία
Γεννήθηκε την 1η Αυγούστου 1912 στο Guadalcázar της Còrdova. Γιος σιδηροδρομικού. Όταν ήταν τριών μηνών η οικογένειά του εγκαταστάθηκε στη Màlaga. Εκεί πήγε σχολείο και έμαθε το επάγγελμα του υδραυλικού. Ωστόσο, αργότερα άρχισε να εργάζεται στους σιδηροδρόμους και το 1932 εντάχθηκε στην CNT. Έγινε γραμματέας της Subsecció del Gremi de Ferroviaris de Màlaga (Ένωση Σιδηροδρομικών της Màlaga) και ως αποτέλεσμα της δράσης του συνελήφθη. Μετέπειτα προσχώρησε στη Sindicat del Metall (μεταλλεργάτες), της οποίας διετέλεσε επίσης γραμματέας.
Κατά τη διάρκεια των χρόνων της δημοκρατίας ήταν ένας από τους οργανωτές των Ateneu de Divulgació Social και Ateneu Llibertari, καθώς και μέλος, μαζί με τον φίλο του Santana Calero, των Joventuts Llibertàries (Ελευθεριακή Νεολαία). Μεταξύ 1ης και 10ης Μαΐου 1936, εκπροσώπησε την Ένωση Μεταλλουργών στο 4ο Συνέδριο της CNT που πραγματοποιήθηκε στη Σαραγόσα.
Όταν ξέσπασε η Επανάσταση και ο Εμφύλιος Πόλεμος, πρότεινε τη δημιουργία μιας ομάδας Νέων Ελευθεριακών για να πάει στο μέτωπο (Batalló Juvenil Llibertari), της οργανωτικής επιτροπής της οποίας ήταν μέλος και στην οποία κατείχε τη θέση του πολιτικού αντιπροσώπου μέχρι την πτώση της Màlaga τον Φεβρουάριο του 1937. Συμμετείχε επίσης στην κολεκτιβοποίηση των σιδηροδρόμων της Màlaga.
Μετά την πτώση της Màlaga, έφυγε για τη Μαδρίτη όπου και πολέμησε μέχρι το τέλος του πολέμου. Τον Μάρτιο του 1939, μέσω της Βαλένθια και του Alacant, κατάφερε να φτάσει στην Αφρική με ένα από τα τελευταία πλοία. Τον πήγαν στην Orà και τον έστειλαν στα στρατόπεδα συγκέντρωσης Colomb-Bechar και Kenedsa. Στη συνέχεια αναγκάστηκε να εργαστεί σε σιδηροδρομικές κατασκευές και εξορύξεις άνθρακα μέχρι τον Νοέμβριο του 1942, όταν με την εισβολή των συμμάχων διευκολύνθηκε η διαφυγή του.
Εγκαταστάθηκε στο Beni Saf, όπου είχε ανασυγκροτηθεί η CNT, οργάνωση της οποίας διετέλεσε γραμματέας, και συμμετείχε σε διάφορες συναντήσεις που γίνονταν στην Orà. Συνεργάστηκε σε διάφορες εκδόσεις (Solidaridad Obrera, Inquietudes Libertarias κ.λπ.).
Το 1949 εγκαταστάθηκε στην Καζαμπλάνκα του Μαρόκου. Εκπροσώπησε το Συνομοσπονδιακό Κέντρο της πόλης αυτής σε διάφορες συναντήσεις και ειδικεύτηκε στην προπαγάνδα. Εκείνη την εποχή ήταν επίσης μέλος της Agrupació Cultural «Armonía» (Πολιτιστική Ομάδα «Αρμονία») και της Solidaridad Internacional Antifascista (SIA - Διεθνής Αντιφασιστική Αλληλεγγύη).
Τον Σεπτέμβριο του 1965 μετανάστευσε στην Αυστραλία, όπου συνέχισε να συμμετέχει ενεργά στο αναρχικό κίνημα στην εξορία. Συμμετείχε στην αναρχική εκδοτική ομάδα «Ravachol» και την έκδοση του «Acracia». Το 1967 συμμετείχε στον αντιφασιστικό συνασπισμό Centro Democrático Español, έναν αντιφρανκικό, αντιφασιστικό συνασπισμό που συγκροτήθηκε από Ισπανούς ρεπουμπλικάνους, σοσιαλιστές και αναρχικούς, και στην έκδοσή του («El Demócrata»). Το 1973 ήταν από τους ιδρυτές του Αναρχικού Μαύρου Σταυρού της Μελβούρνης και το 1975 συμμετείχε στο Συνέδριο της CNT ως μέλος του «Grupo Cultural de Estudios Sociales de Melbourne». Ήταν πολύ ενεργός σε διάφορες καμπάνιες (κατά του πολέμου του Βιετνάμ κ.λπ.).
Στη Μελβούρνη συμμετείχε επίσης σε διάφορες πρωτοβουλίες, όπως η Tenant Union (Ένωση Ενοικιαστών) στο Collingwood, η Fitzroy Legal Service (Νομική Υπηρεσία του Fitzroy) και το «Free Store» (Ελεύθερο Κατάστημα) του Collingwood. Το 1986 συμμετείχε στο Αναρχικό Συνέδριο για τα 100 χρόνια του αναρχισμού στην Αυστραλία, που πραγματοποιήθηκε στη Μελβούρνη, όπου γνώρισε τον Abel Paz.
Κατά τη διάρκεια της ζωής του συνεργάστηκε σε πολλές εκδόσεις («Acracia», «Le Combat Syndicaliste», «El Demócrata», «El Español», «Espoir», «Inquietudes Libertarias», «Nosotros», «Soliaridad Obrera», «Tierra y Libertad», Tinta Negra» κ.ά.) και βοήθησε στην έκδοση διαφόρων φυλλαδίων που εξέδωσε το αναρχικό κίνημα στην εξορία στην Αυστραλία.
Ο Vicente Ruiz Gutiérrez πέθανε στις 15 Ιουλίου 1998 στη Μελβούρνη και αποτεφρώθηκε πέντε ημέρες αργότερα. Στα τέλη του 2001 δημιουργήθηκε στη Μελβούρνη το «Ίδρυμα Vicente Ruiz», ένα ίδρυμα και ένας εκδοτικός οίκος που προωθείται από τον γιο του Vicente (Vins) Ruiz (junior), ο οποίος έχει ως στόχο να διατηρήσει ζωντανή τη μνήμη του και να συνεχίσει την κοινωνική και ελευθεριακή του δέσμευση.
*Μετάφραση: Ούτε Θεός Ούτε Αφέντης.


Στις φωτογραφίες, από πάνω μέχρι κάτω (κατά σειρά): 1) Μια κοινωνική εκδήλωση Ισπανών μεταναστών στο Ιρλανδικό Κλαμπ στο Innisfail του Queensland τη δεκαετία του 1960, 2) Ισπανοί αναρχικοί σε μέρα αργίας στο Queensland, 3) Η Trinidad Garcia μιλάει σε μια εκδήλωση, 4) Ο αναρχοσυνδικαλιστής Vicente Ruiz Gutiérrez, 5) Ο επίσης αναναρχοσυνδικαλιστής Antonio Burgos λίγο πριν τον θάνατό του και 6) Ισπανοί αναρχικοί σε σπίτι στο Preston της Μελβούρνης, το 1966.




