
Lucía Sánchez Saornil*
I
Είμαι ευγνώμων στον M. R. Vázquez, ο οποίος, με το άρθρο του που δημοσιεύθηκε στις ίδιες στήλες, «Η γυναίκα, ένας επαναστατικός παράγοντας»1 ― πολύ καλά εστιασμένο, παρεμπιπτόντως ― μου έδωσε την ευκαιρία να ασχοληθώ ξανά με αυτό το θέμα.
Σε άλλες εφημερίδες ―«El Libertario», «C. N. T.»― και σε διάφορες περιπτώσεις, έχω πει κάτι για το πόσα πολλά υπάρχουν να ειπωθούν σχετικά με τη σημασία που θα είχε η στρατολόγηση γυναικών για το κίνημά μας.
Αλλά σε αυτό το θέμα πρέπει να μιλάμε ξεκάθαρα, πολύ ξεκάθαρα. Ανάμεσά μας δεν υπάρχει χώρος για περιφραστικές εκφράσεις, πρέπει να είμαστε ειλικρινείς, ακόμα κι αν αυτή η ειλικρίνεια μας κάνει πικρούς. Ας τεντώσουμε τα χέρια μας για να πιάσουμε το ραβδί, ακόμα κι αν σκίσουμε τις αρθρώσεις μας. Μόνο με αυτό το κόστος θα μπούμε στο μονοπάτι της αλήθειας.
Ο Vázquez παραπονιέται, όπως έχω παραπονεθεί επανειλημμένα, ότι δεν υπάρχει αρκετή προπαγάνδα των ιδεών μας μεταξύ των γυναικών. Αφού παρατήρησα τα γεγονότα και τα ανέλυσα, κατέληξα στο εξής συμπέρασμα: οι αναρχοσυνδικαλιστές σύντροφοι ―όχι ο αναρχοσυνδικαλισμός, προσέξτε― δεν ενδιαφέρονται ιδιαίτερα για τη συμμετοχή των γυναικών.
Μου φαίνεται ότι ακούω μια σειρά από οργισμένες φωνές να υψώνονται εναντίον μου. Ηρεμήστε, φίλοι μου, δεν έχω αρχίσει ακόμα. Όταν ισχυρίζομαι κάτι, είμαι πάντα έτοιμη να το αποδείξω, και ορίστε.
Τίποτα δεν είναι ευκολότερο από την προπαγάνδα μεταξύ των γυναικών ― μακάρι όλοι οι στόχοι μας να ήταν τόσο απλοί! Προπαγάνδα στα συνδικάτα; Προπαγάνδα στα Αθήναια; [Γιατί όχι] Προπαγάνδα στο σπίτι! Είναι η πιο απλή και η πιο αποτελεσματική. Σε ποιο σπίτι δεν υπάρχει γυναίκα ― σύντροφος, κόρη, αδελφή; Λοιπόν, εδώ βρίσκεται η ουσία του θέματος. Ας υποθέσουμε ότι η Εθνική Συνομοσπονδία Εργασίας [CNT] έχει ένα εκατομμύριο μέλη. Δεν θα έπρεπε να έχει τουλάχιστον ένα εκατομμύριο ακόμη συμπαθούντες μεταξύ των γυναικών; Τι κόστος θα είχε τότε η οργάνωσή τους, όταν η οργάνωσή τους κρίνεται απαραίτητη; Όπως μπορούμε να δούμε, η δυσκολία δεν βρίσκεται εδώ, η δυσκολία βρίσκεται αλλού: στην έλλειψη βούλησης των ίδιων των συντρόφων.
Έχω δει πολλά σπίτια, όχι απλών μελών της Συνομοσπονδίας, αλλά αναρχικών, που διέπονται από τους πιο αγνούς φεουδαρχικούς κανόνες. Τι νόημα έχουν, λοιπόν, οι συναντήσεις, οι διασκέψεις, οι συγκεντρώσεις και όλη η προπαγάνδα, αν δεν είναι οι σύντροφοί σας, οι γυναίκες που ζουν στα σπίτια σας, που πρέπει να τις παρακολουθήσουν; Για ποιες γυναίκες μιλάτε, λοιπόν;
Για το λόγο αυτό, δεν αξίζει να λέμε: «Πρέπει να κάνουμε προπαγάνδα στις γυναίκες, πρέπει να προσελκύσουμε τις γυναίκες στο περιβάλλον μας», αλλά πρέπει να προχωρήσουμε το ζήτημα πιο πέρα, πολύ πιο πέρα. Η συντριπτική πλειοψηφία των συντρόφων, με εξαίρεση μια ντουζίνα καλά προσανατολισμένων, έχει μια νοοτροπία μολυσμένη από τις πιο χαρακτηριστικές αστικές παραφροσύνες. Ενώ διαμαρτύρονται ενάντια στην ιδιοκτησία, είναι οι πιο μανιώδεις ιδιοκτήτες. Ενώ αντιτίθενται στη δουλεία, είναι οι πιο σκληροί «αφέντες». Ενώ φωνάζουν ενάντια στο μονοπώλιο, είναι οι πιο άγριοι μονοπωλητές. Και όλα αυτά πηγάζουν από την πιο ψευδή αντίληψη που θα μπορούσε να δημιουργήσει η ανθρωπότητα: την υποτιθέμενη «γυναικεία κατωτερότητα». Ένα λάθος που ίσως έχει καθυστερήσει αιώνες πολιτισμού.
Ο τελευταίος σκλάβος, μόλις περάσει το κατώφλι του σπιτιού του, γίνεται κυρίαρχος και άρχοντας. Μια επιθυμία του, μόλις που διατυπώνεται, είναι αυστηρή διαταγή για τις γυναίκες του σπιτιού του. Αυτός που δέκα λεπτά πριν κατάπιε το πικρό χάπι της αστικής ταπείνωσης, ξεσηκώνεται ως τύραννος κάνοντας αυτές τις άτυχες γυναίκες να νιώσουν όλη την πικρία της υποτιθέμενης κατωτερότητάς τους.
Οι σύντροφοι δεν ενδιαφέρονται για τη συμμετοχή των γυναικών. Θα αναφέρω πραγματικά περιστατικά.
Μην μου πείτε ότι υπερβάλλω. Θα μπορούσα να σας δώσω αμέτρητα παραδείγματα.
Αρκετές φορές είχα την ευκαιρία να μιλήσω με έναν σύντροφο που μου φαινόταν αρκετά λογικός, και τον άκουγα πάντα να τονίζει την ανάγκη που αισθανόμασταν στο κίνημά μας για τη συμμετοχή των γυναικών. Μια μέρα, όταν γινόταν μια διάσκεψη στο Κέντρο [Centro], τον ρώτησα:
― Και η σύντροφός σου, γιατί δεν ήρθε να ακούσει τη διάσκεψη;
Η απάντησή του με πάγωσε:3
― Η σύντροφός μου έχει πολλά να κάνει με τη φροντίδα τη δική μου και των παιδιών της.
Μια άλλη μέρα, ήταν στους διαδρόμους του Δικαστηρίου [Audiencia]. Ήμουν μαζί με έναν σύντροφο που κατείχε αντιπροσωπευτική θέση. Μια [γυναίκα] δικηγόρος έβγαινε από ένα από τα δωμάτια, ίσως υπερασπίζοντας την υπόθεση κάποιου προλετάριου. Ο σύντροφός μου την κοίταξε πλαγίως και μουρμούρισε με ένα κακόβουλο χαμόγελο:
― Να πλύνουν, αυτό θα τους έστελνα να κάνουν.
Αυτά τα δύο επεισόδια, τόσο τετριμμένα με την πρώτη ματιά, πόσα θλιβερά πράγματα δεν λένε; Λένε, πρώτα απ' όλα, ότι έχουμε ξεχάσει κάτι πολύ σημαντικό: ότι ενώ συγκεντρωνόμασταν με όλες μας τις δυνάμεις στο έργο της προπαγάνδας, παραμελήσαμε το εκπαιδευτικό έργο. ότι δεν πρέπει να κάνουμε προπαγάνδα στις γυναίκες για να τις προσελκύσουμε, αλλά στους ίδιους τους συντρόφους· ότι πρέπει να αρχίσουμε ξεριζώνοντας την ιδέα της ανωτερότητας από το μυαλό τους· ότι όταν τους λένε ότι όλοι οι άνθρωποι είναι ίσοι, η γυναίκα περιλαμβάνεται στους ανθρώπους, ακόμα κι αν ζει σαν φυτό ανάμεσα στα οικιακά σκεύη, μπερδεμένη με τα τηγάνια και τα κατοικίδια. Πρέπει να τους πούμε ότι στις γυναίκες υπάρχει μια νοημοσύνη όπως η δική τους, μια οξεία ευαισθησία και μια ανάγκη για αυτοβελτίωση [superación]· ότι πριν μεταρρυθμίσουν την κοινωνία πρέπει να μεταρρυθμίσουν τα σπίτια τους· ότι αυτό που ονειρεύονται για το μέλλον — ισότητα και δικαιοσύνη — πρέπει να το εφαρμόσουν από σήμερα μεταξύ των αγαπημένων τους· ότι είναι παράλογο να ζητάμε από μια γυναίκα να κατανοήσει τα προβλήματα της ανθρωπότητας, αν πρώτα δεν την διαφωτίσουμε ώστε να μπορεί να δει μέσα της, αν δεν προσπαθήσουμε να αφυπνίσουμε στη γυναίκα που μοιράζεται τη ζωή μας τη συνείδηση της προσωπικότητας, αν πρώτα δεν την ανυψώσουμε στην κατηγορία του ατόμου.
Αυτή, και καμία άλλη, είναι η προπαγάνδα που μπορεί να προσελκύσει τις γυναίκες στους κύκλους μας. Ποια από αυτές δεν θα αγκαλιάσει τον αγώνα που έχει κάνει το «θαύμα» να της αποκαλύψει την ύπαρξή της; Στο έργο, λοιπόν, σύντροφοι.
Και αν θεωρούμε ότι αυτό είναι ένα ενδιαφέρον πρόβλημα για το επαναστατικό κίνημα, ας μην το κρύβουμε ως ντροπή στις στενές στήλες των τηλεγραφικών σελίδων των εφημερίδων μας. Ας το φανερώσουμε, ας το βάλουμε στα μάτια όλων (αυτό ισχύει για σένα, σύντροφε εκδότη).
Όσο για τους συντρόφους, θα με συγχωρήσουν για την σκληρότητα, αλλά είναι απαραίτητο αν δεν θέλουμε να εξαπατήσουμε τους εαυτούς μας.
Και αφού δεν έχω τελειώσει, το μόνο που λέω είναι «τα λέμε σύντομα» [hasta luego].
[Solidaridad Obrera, Barcelona, 26/09/1935]
II
Μην νομίζετε ―γιατί θα κάνετε μεγάλο λάθος― ότι αναθέτοντας την πρόσληψη γυναικών στην ατομική προπαγάνδα, έχω παραμελήσει το έργο που μπορεί να γίνει με άλλα ευρύτερα μέσα: τη διάσκεψη, τη συνάντηση, την εφημερίδα. Αλλά πριν οποιοσδήποτε σύντροφος αποφασίσει να τα χρησιμοποιήσει, είναι απαραίτητο να ληφθεί υπόψη ότι απαιτείται εξαιρετική διακριτικότητα και επιδεξιότητα για να αποφευχθεί η αρνητική επίδραση. Τέτοια μέσα πρέπει να χρησιμοποιούνται μόνο από εκείνους που, στην ιδιωτικότητα της συνείδησής τους έχουν αναγνωρίσει εκ των προτέρων την αναγκαιότητα και την αξία της απόκτησης που προτείνουμε.
Θα ήθελα ο καθένας να διαλογιστεί βαθιά και, πριν ανοίξει το στόμα του, να εισέλθει στον εαυτό του, να κατεβεί στα βαθύτερα μυστικά του και όσο μπορεί να φτάσει η γνώση του, αλλά με απόλυτη ειλικρίνεια, πρόθυμος να βρει την αλήθεια πάνω από όλους τους περιβαλλοντικούς περιορισμούς, και να επιζητήσει να ανακαλύψει στον εαυτό του και στην κοινωνία το λεπτό αποτύπωμα που έχει επιτραπεί στη γυναίκα να αφήσει. Και μόνο όταν ανακαλύψει ότι η γυναίκα, ακόμη και από την απόσταση στην οποία είχε υποβιβαστεί, και πάνω από τον νοσηρό σεξουαλικό μύθο στον οποίο ήταν τυλιγμένη, λειτούργησε ως ζωτικό στοιχείο που προώθησε την ανάπτυξη της ανδρικής ατομικότητας καθώς και της ανθρωπότητας ― τότε, και μόνο τότε, αφού έχει συμπεράνει τα οφέλη που η πλήρης ενσωμάτωση αυτού του ζωτικού στοιχείου θα φέρει στη μελλοντική κοινωνία, θα πρέπει να διακηρύξει στους τέσσερις ανέμους την πρόσφατα ανακαλυφθείσα αλήθεια. Όσοι δεν έχουν καταλήξει σε αυτό το συμπέρασμα, είναι προτιμότερο να παραμείνουν σιωπηλοί και να μην διαταράσσουν με αρνητικές ενέργειες τα αποτελέσματα που υποσχόμαστε από αυτή την εκστρατεία.
Υπάρχουν πολλοί σύντροφοι που επιθυμούν ειλικρινά τη συμμετοχή των γυναικών στον αγώνα, αλλά αυτή η επιθυμία δεν αντιστοιχεί σε μια αλλαγή στην αντίληψή τους για τη γυναίκα. Θέλουν τη συμμετοχή τους ως ένα στοιχείο που μπορεί να διευκολύνει τη νίκη, ως μια στρατηγική συμβολή θα μπορούσαμε να πούμε, χωρίς αυτό να τους κάνει να σκεφτούν ούτε για μια στιγμή την αυτονομία των γυναικών, χωρίς να σταματήσουν να θεωρούν τους εαυτούς τους τον ομφαλό του κόσμου. Είναι αυτοί που σε στιγμές αναταραχής λένε: «Γιατί δεν οργανώνουμε διαδηλώσεις γυναικών; Μια διαδήλωση γυναικών είναι μερικές φορές πιο αποτελεσματική, και η δημόσια δύναμη σταματά λίγο μπροστά τους». Είναι επίσης αυτοί που, για να τις προσελκύσουν, γράφουν άρθρα όπως αυτό που διαβάσαμε με λύπη μας στο τεύχος 1.053 της εφημερίδας μας, το οποίο ήταν υπογεγραμμένο με τα αρχικά R.P. ακολουθούμενα από την τοποθεσία Vilassar de Mar.
Το άρθρο αυτό ισχυριζόταν ότι γράφτηκε από γυναίκα, αλλά επιτρέπω στον εαυτό μου να το αμφισβητήσω. Μια γυναίκα που δίνει ένα κείμενο στον Τύπο, αποδεικνύει με το ίδιο αυτό γεγονός ότι έχει φτάσει σε ένα ορισμένο βαθμό ηθικής χειραφέτησης. Και μια ηθικά χειραφετημένη γυναίκα, που έχει περάσει από όλους τους πόνους, όλες τις πικρίες, που έχει αντιμετωπίσει τον πιο σκληρό αγώνα μεταξύ των συγγενών της και των ξένων: χλευασμό, ειρωνεία και γελοιοποίηση ―γελοιοποίηση, το πιο πικρό και δύσκολο πράγμα που μπορεί να αντιμετωπίσει―, [όλα αυτά] για να επιτύχει αυτόν τον στόχο [της ηθικής χειραφέτησης], δεν μπορεί να γράψει έτσι. Δεν μπορεί να αποδώσει στις γυναίκες την ευθύνη για όλα τα κοινωνικά συστήματα που υπάρχουν μέχρι σήμερα, με την πρόθεση να θεωρήσει τα αποτελέσματα ως αιτίες.
Μια παράγραφος του προαναφερθέντος κειμένου έλεγε: «Όχι μόνο οι άνδρες, αλλά και η κοινωνία γενικά, έχει μια φτωχή αντίληψη για τις γυναίκες. Ξέρετε γιατί; Επειδή πολλές [γυναίκες], σε εκείνη την ευτυχισμένη ηλικία στην οποία διαμορφώνονται η καρδιά και ο εγκέφαλος, δεν νοιάζονται για τίποτα· αντίθετα, γρήγορα κουράζονται από όλα όσα έχουν να κάνουν με τον στοχασμό και την ηρεμία. Τι θέλουν; Θέλουν όλα όσα κολακεύουν τη φαντασία και τον εγωισμό τους». Και πιο κάτω: «Η γυναίκα, κοιτάζοντας το σώμα της στον καθρέφτη, ξεχνά να κοιτάξει την καρδιά της στον καθρέφτη της συνείδησής της».
Τι ατελείωτη ντροπή να διαβάζεις κάτι τέτοιο! Ποιος είπε ότι θα μπορούσε να έχει γραφτεί από γυναικείο χέρι;
Είναι απαραίτητο ο εγκέφαλος της γυναίκας να διαθέτει ένα τεράστιο δυναμικό νοημοσύνης, ώστε να μην έχει βυθιστεί οριστικά στις σκιές της απόλυτης ζωικότητας. Για χιλιάδες χρόνια η ζωή της περιοριζόταν μέσα στα τέσσερα τοιχώματα του γυναικείου χώρου. Η έλλειψη οριζόντων ίσως δημιούργησε σε αυτήν μια αρχική πνευματική μυωπία. Δεν μπορούσε καν να μάθει να κοιτάζει μέσα της, επειδή της είχαν διαβεβαιώσει ότι δεν είχε τίποτα μέσα της. Και τώρα, όταν σου εμφανίζεται όχι όπως είναι, αλλά όπως την έχεις δημιουργήσει εσύ, της πετάς στα μούτρα αυτό που είναι απλώς το αποτέλεσμα της δικής σου δουλειάς.
Η γυναίκα ήταν στην κοινωνία, μέχρι χθες, το αντικείμενο της πιο ταπεινωτικής περιφρόνησης. Τον 8ο αιώνα, όταν το ιδανικό της ανθρωπότητας ήταν το θρησκευτικό ιδανικό, σε ένα Συμβούλιο που συγκλήθηκε στη Φλάνδρα, έγινε μια προσπάθεια να συζητηθεί αν η γυναίκα είχε ψυχή. Στο πρώτο τρίτο του 18ου αιώνα, όταν άρχισαν να φυτρώνουν οι ρίζες των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, ήρθε στο φως μια σειρά διατριβών ―με χιουμοριστικό τόνο, για μεγαλύτερη χλεύη― στις οποίες τέθηκε το πρόβλημα αν η γυναίκα ήταν ανθρώπινο ον. Έτσι, ανά τους αιώνες, οι κοινωνίες που ιδρύθηκαν από άνδρες και αποτελούνταν από άνδρες υποβίβασαν τη γυναίκα στις τελευταίες θέσεις της ζωολογικής κλίμακας. Μερικές φορές την αποκαλούσαν ζώο της ηδονής, αλλά σας διαβεβαιώνω ότι δεν ήταν ούτε καν αυτό, αλλά μια βασανισμένη και παθητική μάρτυρας της ηδονής των άλλων.
Γνωρίζει ο R. P. σε τι έχει ανατραφεί η γυναίκα, σε τι έχει εκπαιδευτεί για χιλιάδες χρόνια; Αποκλειστικά για να διεγείρει τις αισθήσεις του άνδρα. Γι’ αυτό της είπαν ότι γεννήθηκε και γι’ αυτό την καθοδηγούσαν όλη της τη ζωή. Ο μόνος της ορίζοντας ήταν, και δεν έχει ακόμη πάψει να είναι, το πορνείο ή ο γάμος, είτε έτσι είτε αλλιώς. Έτσι, ο Charles Albert μπορούσε να πει στο έργο του «Free Love»: 4 «Ας υποθέσουμε ότι μια εταίρα, αντί να ασκεί το επάγγελμά της στο δρόμο, είναι σίγουρη ότι θα βρει τον ίδιο πελάτη κάθε μέρα, την κατάλληλη ώρα, και θα έχετε τον τόσο συχνό τύπο γυναίκας που αναγκάζεται να παντρευτεί από την ανάγκη να συμμετέχει στο μισθό ενός άνδρα». Όλες οι δραστηριότητές της περιστρέφονταν γύρω από αυτή τη μοναδική λύση. Πότε κάποιος φρόντισε να αφυπνίσει τη συνείδησή της; Πότε κάποιος της είπε ότι μέσα της κατοικούσε ένα άτομο με καθήκοντα αλλά και με δικαιώματα; Να γεννηθεί, να υποφέρει, να πεθάνει ― αυτό ήταν όλο το πεπρωμένο της και όλα τα δικαιώματά της.
Όχι, μια απελευθερωμένη γυναίκα δεν μπορεί να κρίνει έτσι τις αδελφές της. Κοιτάζοντας πίσω το τεράστιο πλήθος των σκλάβων, που εξακολουθούν να είναι γενικά οι γυναίκες του λαού, μπορεί μόνο να νιώθει αγωνία, αγανάκτηση, την παρόρμηση να κλάψει και, στη συνέχεια, μια έντονη επιθυμία να ενώσει τη δική της προσπάθεια, τη δική της ατομικότητα με εκείνη όλων εκείνων που έχουν ειλικρινά διακρίνει τη δυνατότητα ενός καλύτερου κόσμου ― να ενώσει τη θέλησή της με το τεράστιο κίνημα της ολοκληρωτικής χειραφέτησης που θα εμφυσήσει στη γη ένα πιο δίκαιο και πιο ανθρώπινο σύστημα συνύπαρξης, το μόνο στο οποίο οι γυναίκες μπορούν να βρουν την οριστική τους απελευθέρωση.
Αλλά ας μην ξεχνάνε οι προπαγανδιστές μας ότι μόνο η γυναίκα που έχει φτάσει σε ένα ορισμένο βαθμό ηθικής χειραφέτησης καταλήγει σε αυτά τα συμπεράσματα. Και η χειραφέτηση αυτή πρέπει να είναι ο πιο άμεσος στόχος μας. Ας μην ξεχνάμε ότι, εκτός από το ότι δεν είναι πολύ ευγενικό, δεν είναι και ο καλύτερος τρόπος να κατηγορούμε τις γυναίκες για ένα έγκλημα του οποίου είναι μόνο θύματα.
[Solidaridad Obrera, Barcelona, 02/10/1935]
III
Θυμάμαι μια συγκεκριμένη προπαγανδιστική εκδήλωση του συνδικάτου στην οποία συμμετείχα. Ήταν σε μια μικρή επαρχιακή πρωτεύουσα. Πριν ξεκινήσει η εκδήλωση, ένας σύντροφος, μέλος της σημαντικότερης Τοπικής Επιτροπής, με πλησίασε και μου είπε: «Με το δέλεαρ της παρέμβασής σου ―μου είπε― καταφέραμε να προσελκύσουμε αρκετές γυναίκες. Είναι απαραίτητο να τις επιπλήξεις, γιατί έχουν μια πολύ λανθασμένη αντίληψη για το ποια πρέπει να είναι η αποστολή τους. Εδώ και κάποιο καιρό έχουν αρχίσει να εισβάλλουν σε εργοστάσια και εργαστήρια και σήμερα ανταγωνίζονται εμάς, δημιουργώντας ένα πραγματικό πρόβλημα ανεργίας. Από την άλλη πλευρά, και περήφανες για την οικονομική τους ανεξαρτησία, είναι απρόθυμες να παντρευτούν. Πρέπει να τους πείτε ότι η αποστολή τους είναι αλλού, ότι η γυναίκα γεννιέται για υψηλότερους προορισμούς, πιο αρμονικούς με τη φύση της, ότι είναι ο ακρογωνιαίος λίθος της οικογένειας, ότι είναι, πρώτα απ' όλα, η μητέρα, κ.λπ., κ.λπ.». Και με αυτόν τον φόβο [a este temor], ο σύντροφος μου έβαλε ένα βάρος για περισσότερο από μισή ώρα.⁵
Χωρίς να ξέρω τι να κάνω, αν να γελάσω ή να αγανακτήσω, τον άφησα να μιλήσει και, όταν ήρθε η ώρα, είπα στις γυναίκες αυτό που θεωρούσα σκόπιμο, κάτι που, αν και δεν ήταν αντίθετο με τις απόψεις του, απέχει πολύ από αυτό που ήθελε.
Σήμερα, μετά από πολύ καιρό, εξακολουθώ να αναρωτιέμαι αν αυτός ο σύντροφος ήταν απολύτως ειλικρινής, αν στο βάθος των επιχειρημάτων του δεν κρυβόταν μια τρομερή δόση ανδρικού εγωισμού.
Γιατί δεν αξίζει να γλυκάνουμε το χάπι. Μέσα από το φλογερό του πάθος για την «υψηλή αποστολή» της γυναίκας, αναδύθηκε με σαφήνεια και ακρίβεια η βίαιη δήλωση του [Lorenz] Oken ―τον οποίο σίγουρα δεν γνώριζε, αλλά με τον οποίο τον ένωνε η αόρατη γραμμή του αταβισμού―: «Η γυναίκα είναι μόνο το μέσο, όχι ο σκοπός της φύσης. Η φύση έχει μόνο έναν σκοπό και στόχο: τον άνδρα».
Τα λόγια αυτού του συντρόφου υπογραμμίζουν αυτό που λέω από την αρχή αυτής της εκστρατείας: ότι λόγω της έλλειψης προετοιμασίας των συντρόφων, το λίγο που έχει γίνει σε αυτό το θέμα ήταν αρνητικό. Πρώτα απ' όλα, λείπει η ενότητα των κριτηρίων. Και από εκεί έχουν προκύψει αρκετά κακά για το κίνημά μας.
Λυπήθηκε γι’ αυτό που για μένα ήταν η κύρια πηγή ικανοποίησης: ότι οι γυναίκες είχαν σπάσει την παράδοση που τις έκανε εξαρτημένες από τους άνδρες και είχαν βγει στην αγορά εργασίας αναζητώντας οικονομική ανεξαρτησία. Αυτό τον πόνεσε, αλλά εγώ χάρηκα, γιατί ήξερα ότι η επαφή με τον δρόμο, με την κοινωνική δραστηριότητα, θα ήταν ένα ερέθισμα που θα ξυπνούσε στις γυναίκες τη συνείδηση της ατομικότητας.
Η θλίψη του ήταν η θλίψη όλων πριν από μερικά χρόνια, όταν είδαμε τις πρώτες γυναίκες να αφήνουν το σπίτι για να πάνε στο εργοστάσιο και στο εργαστήριο. Μπορούσε να συναχθεί από αυτό το γεγονός ότι ήταν κακό για την προλεταριακή υπόθεση; Η ένταξη των γυναικών στον χώρο εργασίας, που συνέπεσε με την εισαγωγή μηχανημάτων στη βιομηχανία, έκανε τον ανταγωνισμό μεταξύ των εργαζομένων πιο έντονο, με συνέπεια τη σημαντική μείωση των μισθών.
Κοιτάζοντας το θέμα επιφανειακά, θα λέγαμε ότι οι εργάτες είχαν δίκιο. Αν όμως εμβαθύνουμε στο πρόβλημα, πάντα πρόθυμοι να βρούμε την αλήθεια, θα ανακαλύψουμε ότι τα αποτελέσματα θα ήταν διαφορετικά αν οι εργάτες δεν είχαν αφήσει τον εαυτό τους να παρασυρθεί από την εχθρότητα προς τις γυναίκες, βασισμένη στην προκατάληψη της υποτιθέμενης γυναικείας κατωτερότητας.
Ο αγώνας παρουσιάστηκε στις γυναίκες με το πρόσχημα αυτής της υποτιθέμενης κατωτερότητας και έγινε ανεκτό να τους δίνονται χαμηλότεροι μισθοί, αποξενώνοντάς τις από τις ταξικές οργανώσεις, με το σύνθημα ότι η κοινωνική εργασία δεν ήταν αποστολή των γυναικών. Από εδώ δημιουργήθηκε ένας επαίσχυντος [παράνομος] διαφυλετικός ανταγωνισμός. Η εργασία ως χειριστής μηχανημάτων ταίριαζε καλά 5 στην απλοϊκή διαμόρφωση του γυναικείου εγκεφάλου εκείνη την εποχή και, για το σκοπό αυτό, άρχισαν να απασχολούνται γυναίκες που, συνηθισμένες για αιώνες στην ιδέα της κατωτερότητάς τους, δεν είχαν την πρόθεση να επιβάλλουν όρους στις καπιταλιστικές καταχρήσεις. Οι άνδρες περιορίστηκαν στις πιο σκληρές δουλειές και στις εξειδικεύσεις.
Αν οι εργάτες, αντί να ακολουθήσουν αυτή την πορεία, είχαν δείξει κατανόηση στη γυναίκα, 6 ξυπνώντας το κίνητρό της, ανυψώνοντάς την στο δικό τους επίπεδο, προσελκύοντάς την από την πρώτη στιγμή στις ταξικές οργανώσεις, επιβάλλοντας στους εργοδότες ίσους όρους για τα δύο φύλα, οι συνέπειες θα ήταν πολύ διαφορετικές. Προς το παρόν, η σωματική υπεροχή θα τους είχε δώσει την υπεροχή στην επιλογή του εργοδότη, αφού οι δυνατοί θα του κόστιζαν το ίδιο με τους αδύναμους. Όσο για τη γυναίκα, θα είχε ξυπνήσει μέσα της η επιθυμία για αυτοβελτίωση και, ενωμένη με τους άνδρες σε ταξικές οργανώσεις, θα είχαν προχωρήσει μαζί πιο γρήγορα στο δρόμο της απελευθέρωσης.
Ακούω ήδη μια σειρά από αντιρρήσεις. Θα μου πουν ότι δεν μπορούσε να ζητηθεί αυτή η διορατικότητα από τον εργάτη πριν από σαράντα ή πενήντα χρόνια, όταν μόλις είχε βγει από μια κατάσταση ημι-συνείδησης. αλλά ας έχουμε κατά νου ότι όταν αναφέρομαι στους εργάτες, δεν αναφέρομαι τόσο στο σύνολο όσο σε εκείνους που είχαν αναλάβει το καθήκον να τους καθοδηγήσουν, και ότι ο σκοπός μου δεν είναι τόσο να κριτικάρω εκείνη την εποχή όσο να επιπλήξω τους συντρόφους που εξακολουθούν να επιμένουν στα ίδια λάθη, απορρίπτοντας τα διδάγματα της εμπειρίας.
Ίσως μου πουν επίσης ότι, πράγματι, η γυναικεία φύση επιβάλλει στις γυναίκες άλλες δραστηριότητες, εξίσου σημαντικές και πολύτιμες με την κοινωνική εργασία. Σε αυτούς... θα απαντήσω την επόμενη μέρα.
[Solidaridad Obrera, Barcelona, 09/10/1935]
Σημειώσεις
1 «Η γυναίκα, επαναστατικός παράγοντας», στο πρωτότυπο ισπανικό κείμενο.
2 «Ας υψώσουμε εμείς οι ίδιοι τη φοινικιά, ακόμα κι αν μας σκιστούν οι αρθρώσεις των δακτύλων».
3 «Η απάντηση με άφησε άναυδη».
4 «Ελεύθερος έρωτας». Ισπανικός τίτλος του βιβλίου του Charles Albert για τον ελεύθερο έρωτα, του οποίου ο αρχικός γαλλικός τίτλος είναι «L’Amour libre». 5 «Η βοηθός της μηχανής συμπαθούσε πολύ...»
6 «Αν... είχαν δείξει έλεος στις γυναίκες».
*Αυτά είναι τα τρία πρώτα από μια σειρά πέντε άρθρων που δημοσίευσε η L.S. Saornil στην εφημερίδα της CNT «Solidaridad Obrera» (Σεπτέμβριος/Οκτώβριος 1935), με τον τίτλο «La cuestión femenina en nuestros medios» (Το γυναικείο ζήτημα στους κύκλους μας). Μετάφραση: J.B. Όλες οι σημειώσεις είναι του μεταφραστή. Απόδοση στα ελληνικά: Ούτε Θεός Ούτε Αφέντης. Στην αγγλική τους εκδοχή τα κείμενα δημοσιεύονται στο https://libcom.org




