
Σε συνέχεια των προηγούμενων κειμένων μου για ένα Σοσιαλιστικό Μη-Αριστερό Αναρχισμό, σε αυτό θα αναλύσω διεξοδικότερα αυτή την αυτο-ηττούμενη συμπόρευση και όχι μόνο. Θέλω να το αφιερώσω στην νεοσύστατη Φεντεραλιστική Ένωση Αναρχικών (ΦΕΑΝ), ευελπιστώντας να πετύχει αυτό που όλοι επιζητούμε.
Ο αναρχικός χώρος στην Ελλάδα από την μεταπολίτευση και μετά είναι αποτέλεσμα της εισαγωγής από το εξωτερικό των ιδεών της «Νέας Αριστεράς» που αναδύθηκε τη δεκαετία του 1960. Ο χώρος προσπάθησε να διακριθεί από την παλιά αριστερά των καθιερωμένων κομμουνιστικών κομμάτων, της σοσιαλδημοκρατίας, του Εργατικού Κόμματος και του σταλινοποιημένου σοσιαλισμού γενικότερα. Αγκάλιασε το λεγόμενο «Δεύτερο κύμα» του φεμινισμού, της σεξουαλικής απελευθέρωσης και της ισότητας των ομοφυλοφίλων, την υποκουλτούρα της μουσικής αμφισβήτησης και της νεανικής εξέγερσης. Παράλληλα με τον αντιρατσισμό, όλες αυτές οι ιδέες που φαίνονται κυρίαρχες σήμερα, για την παλιά αριστερά φάνταζαν νέες και εντυπωσιακές ιδέες. Σίγουρα η έννοια της απελευθέρωσης των γυναικών και της φυλετικής ισότητας ήταν παρούσα από τη γέννηση του σοσιαλισμού, αλλά σπάνια θεωρούνταν κεντρικής σημασίας για το επαναστατικό εγχείρημα.
Επιφανειακά, αν και μεγάλο μέρος της Νέας Αριστεράς φαινόταν γνήσια ενδιαφερόμενο για μια πραγματικά κοινωνική επανάσταση, στην πραγματικότητα, μεγάλο μέρος της Νέας Αριστεράς ήταν στενά συνδεδεμένο είτε με τον Λενινισμό (αρκετά συχνά μαοϊκό ή τροτσκιστικό) είτε με πιο ανοιχτά μεταρρυθμιστικά ρεύματα σκέψης. Η Νέα Αριστερά μπορεί να απέρριψε τις χειρότερες υπερβολές του σταλινισμού, αλλά γενικά δεν κατάφερε να ασκήσει οποιαδήποτε κριτική στις εκδοχές του σοσιαλισμού από τα πάνω και από πολλές απόψεις αντέγραψε την αποτυχημένη πολιτική του παρελθόντος, κυρίως στην προθυμία της να υποστηρίξει οτιδήποτε κινούνταν, συμπεριλαμβανομένης κάθε «εθνικοαπελευθερωτικής» κρατικιστικής απάτης που αναδυόταν.
Δεν προκαλεί έκπληξη, λοιπόν, το γεγονός ότι πολλά από τα κορυφαία στελέχη της Νέας Αριστεράς επανεμφανίστηκαν τα τελευταία χρόνια ως πλήρως κατεστημένες προσωπικότητες, ακαδημαϊκοί και γκουρού των μέσων ενημέρωσης. Έτσι, ένας απολογισμός της επίδρασης της Νέας Αριστεράς στον αναρχικό ή καλύτερα στον ευρύτερο αντιεξουσιαστικό χώρο στην Ελλάδα από την απαρχή της μεταπολίτευσης μέχρι και τις μέρες μας δείχνει ότι, παρ΄ότι κατάφερε να θέσει κρίσιμα ερωτήματα σχετικά με το τι πρέπει να συνεπάγεται η απελευθέρωση, τα οποία παρέμειναν περιθωριακά για πολλά χρόνια, δυστυχώς δεν μπόρεσε να δώσει πειστικές και θελκτικές απαντήσεις και τις περισσότερες φορές ενσωματώθηκε ως συνιστώσα στην αριστερή διακυβέρνηση.
Ο πόλεμος του Βιετνάμ και το κίνημα διαμαρτυρίας στην Αμερική καθώς και τα γεγονότα στη Γαλλία το 1968 προκάλεσαν μεγάλη έκπληξη και όχι μόνο στα αναρχικά αλλά και σε άλλα επαναστατικά κινήματα. Στις αρχές της δεκαετίας του 1970, αναρχικές, μαρξιστικές συμβουλιακές και αριστερές κομμουνιστικές ομάδες εμφανίστηκαν σε όλη την Ευρώπη σε ένα κύμα ενδιαφέροντος μεταξύ των νέων εργατών και φοιτητών για μεθόδους κατανόησης και αλλαγής του κόσμου γύρω τους. Έτσι, πολλές φορές έγινε επανεφεύρεση του επαναστατικού τροχού στις αρχές της δεκαετίας του 1970.
Σήμερα έχει γίνει κάτι περισσότερο από κλισέ να αναφέρεται κανείς στον θάνατο ή την κατάρρευση της Αριστεράς. Αυτό που εξακολουθεί να λείπει, ωστόσο, δεν είναι μια επαρκής ανάλυση του τι πήγε στραβά αλλά η αποδοχή ότι αυτό συνέβη. Κάτι αντίστοιχο ισχύει και για τον ευρύτερο αντιεξουσιαστικό – αναρχικό χώρο που συμπορεύθηκε για μισό και πλέον αιώνα μαζί της. Δυστυχώς λείπει μια ανάλυση που να υπερβαίνει τις επιφανειακές εκδηλώσεις και να φτάνει στον πυρήνα της πολιτικής της. Αυτή η έλλειψη ανάλυσης συμβαίνει γιατί μεγάλο μέρος της «νέας αριστεράς» δεν είναι καθόλου καινούργιο, απλώς μια ανασυσκευασία παλιών ιδεών με νέο περιτύλιγμα που δυστυχώς κάτι ανάλογο συμβαίνει και στον αντιεξουσιαστικό χώρο στις μέρες μας.
Σημαντικές αλλαγές που έχουν συμβεί στην Αριστερά καθ' όλη την ιστορία της δεν είναι παρά η προσπάθεια διατήρησης της ηγεμονίας της προς όφελος όχι της κοινωνικής απελευθέρωσης αλλά στη διαβίωση του εργατικού ή εθνικοαπελευθεροτικού Κρατισμού της. Στην Ελλάδα από το Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο και μετά, ειδικά μετά την πτώση της Χούντας, υπήρξαν εποχές ελπίδας και μαζικού αριθμού που έφτασαν στην εποχή της απελπισίας και κατάρρευσης, ειδικά μετά την απογοήτευση που έφερε η λεγόμενη πρώτη φορά Αριστερά. Κάτι ανάλογο ισχύει και για τον αναρχικό χώρο από την μεταπολίτευση και μετά ο οποίος μεγεθύνθηκε μέχρι τα τέλη του ’80, υποχώρησε την δεκαετία ’90 για να αναπτυχθεί εκ νέου στα μέσα του 2000 και με τη δολοφονία του αναρχικού Γρηγορόπουλου τον Δεκέμβρη του 2008 και να φθίνει από τότε με την άνοδο του ΣΥΡΙΖΑ στην εξουσία και να δίνει μάχη χαρακωμάτων στις μέρες μας, έχοντας χάσει αρκετά από τα ριζώματά του.
Αν και στα τέλη της δεκαετίας του '60 και στις αρχές της δεκαετίας του '70, η Αριστερά αναπτύχθηκε διεθνώς, προσελκύοντας τεράστιους αριθμούς και ηγούμενη πραγματικών μαχών, σήμερα, αυτή η ανάπτυξη έχει καταρρεύσει σχεδόν ολοκληρωτικά. Πολλές από τις οργανώσεις που ηγήθηκαν δεν υπάρχουν πλέον και οι ιδέες όσων επιβιώνουν έχουν ως επί το πλείστον τόσο απαξιωθεί, που είναι απίθανο να μπορέσουν ποτέ να ανακάμψουν, ειδικά δε μετά τα τεκταινόμενα της διακυβέρνησης Τσίπρα.
Αν πιάσουμε το νήμα από την αρχή της σοσιαλιστικής ιστορίας, από τη Ρωσική Επανάσταση και μετά, η Αριστερά έχει χωριστεί σε δύο μεγάλα στρατόπεδα. Υπήρχαν εκείνοι που ακολούθησαν το μπολσεβίκικο μοντέλο της επαναστατικής κατάληψης της κρατικής εξουσίας και εκείνοι που ακολούθησαν το πιο παραδοσιακό μαρξιστικό μοντέλο της σοσιαλδημοκρατίας, επιδιώκοντας να κατακτήσουν την κρατική εξουσία εκλογικά όπου ήταν δυνατόν. Αν και υπήρχαν και άλλα σημαντικά κινήματα, συμπεριλαμβανομένων των Αναρχικών, αυτό που διαμόρφωσε την Αριστερά σήμερα ήταν οι διαιρέσεις εντός αυτών των δύο στρατοπέδων και η περίμετρος της συζήτησης που διαμορφωνόταν γύρω τους, παρά η κριτική εκτός του Κρατισμού της.
Τα κομμουνιστικά κόμματα έχτισαν πραγματικά μαζικά κόμματα σε πολλές χώρες και επέκτειναν την επιρροή τους από τη Ρωσία σε μια σειρά από άλλα έθνη. Μαζί με όλους εκείνους που διεκδίκησαν την κληρονομιά των Μπολσεβίκων, καβάλησαν ένα καλάμι θριαμβολογίας για πολλά χρόνια, που περιόριζε τη συζήτηση γύρω από την επανάσταση σε παραλλαγές του λενινιστικού μοντέλου. Στην Ελλάδα το κύρος της Ρωσικής και των άλλων τριτοκοσμικών επαναστάσεων, δημιούργησε το επαναστατικό φαντασιακό που επέτρεψε να ασκήσουν μια επιρροή πολύ δυσανάλογη με τον πραγματικό αριθμό τους, μεταξύ των διανοούμενων και στα συνδικάτα. Αλλά στα τέλη της δεκαετίας του 1980 ολόκληρο το οικοδόμημα κατέρρευσε σχεδόν εν μία νυκτί.
Αν και οι σοσιαλδημοκράτες μετά τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο ανήλθαν στην εξουσία από σε χώρα σε χώρα. Με τις περισσότερες από τις δυτικές Δημοκρατίες να έχουν σοσιαλδημοκρατικές κυβερνήσεις, οι αριστεροί σοσιαλδημοκράτες πάντα έβλεπαν την ΕΣΣΔ ως οδηγό, ενώ οι πολιτικές τους βασίζονταν σε μεγάλο βαθμό στην ικανότητα ελέγχου και διεύθυνσης του εθνικού κεφαλαίου. Στη δεκαετία του '80 η αλλαγή φύσης του κεφαλαίου, από εθνική μορφή σε ολοένα και πιο διεθνική, κατέστησε τα σοσιαλδημοκρατικά οικονομικά προγράμματα περιττά με εξαίρεση την Ελλάδα του ΠΑΣΟΚ και αυτό ως υστέρηση στον υπάρχον. Αυτό μέχρι τις αρχές του ’90 που ο έλεγχος της εθνικής οικονομίας που χρειαζόταν το έθνος-κράτος ακόμη και για τις περιορισμένες μεταρρυθμίσεις της σοσιαλδημοκρατίας αρχίζει να εξαφανίζεται. Η Αριστερά εντός των σοσιαλδημοκρατικών κομμάτων κατέρρευσε λόγω της αυξανόμενης αδυναμίας του προγράμματός τους και της αναδυόμενης κρίσης στην ΕΣΣΔ. Η μαζική συμμετοχή τους αρχικά μειώθηκε και στη συνέχεια κατέρρευσε. Σήμερα, τόσο στη ρητορική όσο και στην πράξη, είναι πλέον αδιαχώριστοι από τα φιλελεύθερα κόμματα. Αυτή η διπλή κατάρρευση ήταν διεθνής και είχε ως αποτέλεσμα η συντριπτική πλειοψηφία όσων αυτοαποκαλούνταν σοσιαλιστές να εγκαταλείψουν την αριστερή πολιτική και τον ακτιβισμό.
Υπήρχαν πολλοί που έβλεπαν τους εαυτούς τους εκτός των κομμουνιστικών κομμάτων και των σοσιαλδημοκρατών. Μερικές φορές οι διαφορές ήταν πραγματικές, όπως για τους Αναρχικούς που είχαν όμως μικρή επιρροή και συχνά αποσπασματικό λόγο. Ακόμα και με αυτό το αντιληπτό χάσμα, το ίδιο το γεγονός παραμένει ότι το τεράστιο πλήθος κόσμου εγκατέλειψε την πολιτική είχε αλυσιδωτές επιπτώσεις. Αυτό ήταν αποθαρρυντικό, αλλά σήμαινε επίσης ότι η αποτελεσματική δράση γινόταν ολοένα και πιο αδύνατη. Ακόμα κι αν τα επιχειρήματα κερδήθηκαν, τα δίκτυα που θα μπορούσαν να τα είχαν φέρει σε πέρας δεν υπήρχαν πλέον. Βρισκόμαστε στην εποχή της νεοφιλελεύθερης περίφραξης με την κατάργηση κατακτήσεων και δικαιωμάτων.
Από τότε όλα αυτά τα πολιτικά σώματα που θα μπορούσαν να περιγραφούν ως «αριστερά» έχουν βιώσει μια κατάρρευση στη συμμετοχή εντός τους. Το φαινόμενο αυτό παρατηρείται στα συνδικάτα, όπου ο αριθμός των μελών τους έχει μειωθεί σημαντικά. Η ικανότητα της Αριστεράς να εξηγεί τι συμβαίνει γύρω της, να παρεμβαίνει στα γεγονότα και να αλλάζει την πορεία τους έχει εξαφανιστεί. Αν και οι ψευδαισθήσεις για το κράτος ήταν πάντα το κύριο πρόβλημα της Αριστεράς, σήμερα η δραστηριότητα όσων έχουν απομείνει είναι λίγο περισσότερο από προσπάθειες να πειστεί το κράτος να αστυνομεύσει την κοινωνία προς το καλύτερο. Για παράδειγμα, η Ακροδεξιά πρέπει να αντιμετωπιστεί με την προσπάθεια απαγόρευσης των φασιστών από το κράτος σε εθνικό και τοπικό επίπεδο. Στην πραγματικότητα, μεγάλο μέρος της Αριστεράς σήμερα βλέπει τους ίδιους τους ανθρώπους ως το πρόβλημα με την ανάγκη για πιο παρεμβατική διαχείριση, περισσότερο έλεγχο σε ό,τι μπορεί να ειπωθεί και να φανεί, ως λύση. Πιο συγκεκριμένα, αυτό έχει προκύψει από την εστίαση στη λογοκρισία όχι μόνο ως μέθοδο αλλά σχεδόν ως τον μόνο τρόπο καταπολέμησης τόσο του ρατσισμού όσο και του σεξισμού.
Ο θάνατος της Αριστεράς αντικατοπτρίζεται επίσης στην έλλειψη ελπίδας. Ενώ κάποτε η Αριστερά επικεντρώθηκε σε ένα συναρπαστικό όραμα για μια μελλοντική κοινωνία, τώρα είναι απορροφημένη από τον φόβο του μέλλοντος και τη λαχτάρα για το παρελθόν. Οι νέες επιστημονικές ανακαλύψεις, αντί να θεωρούνται μέρος της διαδικασίας απελευθέρωσης του ανθρώπου από τη φύση, θεωρούνται αντ' αυτού μέρος ενός σχεδίου για τη δημιουργία ενός «Θαυμαστού Νέου Κόσμου» τύπου Χάξλεϊ. Η επιστήμη, που κάποτε θεωρούνταν η λύση σε πολλά από τα προβλήματα της ανθρωπότητας, θεωρείται πλέον ως ένα σημαντικό πρόβλημα από μόνη της. Αυτό εννοούμε όταν λέμε ότι η Αριστερά είναι νεκρή. Τα μέλη της έχουν καταρρεύσει, δεν έχει όραμα ή κατεύθυνση και αντί να κοιτάζει προς το μέλλον λατρεύει το παρελθόν.
Από μια άποψη, οι Aναρχικοί θα μπορούσαν να καλωσορίσουν αυτή την κατάρρευση, καθώς πρόκειται για την κατάρρευση του αυταρχικού σοσιαλισμού αν δεν ήταν στην σφαίρα της συνεξάρτησης της Αριστεράς και του -ισμού της. Αν και οι περισσότερες από τις αριστερές οργανώσεις δεν έχουν παρά σοσιαλδημοκρατικό ή λενινιστικό χαρακτήρα και έτσι οι ιδέες τους είναι ανίκανες να οικοδομήσουν τον σοσιαλισμό, δυστυχώς η επιρροή τους παραμένει. Ενώ η φύση της κατάρρευσής τους ενισχύει την Αναρχική απόρριψη των αυταρχικών μεθόδων αυτών των οργανώσεων, καθώς αυτές οι μέθοδοι κατέστρεψαν τις δυνατότητες για σοσιαλισμό, συνεχίζουν να επιβιώνουν για χρόνια με τον αντιεξουσιαστικό χώρο που τους ανέχτηκε συμμετέχοντας σε κοινά μέτωπα κάνοντας ιδεολογικούς συμβιβασμούς ή τα στραβά μάτια σε αυτήν την εξαπάτηση.
Μπορεί κάποτε στις αρχές του ’70 το εγχώριο αναρχικό κίνημα να ήταν πολύ μικρό για να αντικαταστήσει την επιρροή που κάποτε κατείχε η Αριστερά και ο ηθικός μύθος της. Η κατάρρευση, όμως, του αυταρχικού σοσιαλισμού στην ΕΣΣΔ θεωρήθηκε ευρέως ως η κατάρρευση του σοσιαλισμού (κάτι που δεν ισχύει) και έγινε μια προσφιλής αλλά α-νόητη απόδειξη ότι ο καπιταλισμός, όποια και αν είναι τα ελαττώματά του, είναι το καλύτερο που μπορεί να ελπίζει κανείς. Όσον αφορά τις ιδέες, οι Αναρχικοί μπορεί να έχουν τις καλύτερες, αλλά προς το παρόν δεν είναι ικανοί να κερδίσουν τις μάζες για την ανατροπή του καπιταλισμού και τη δημιουργία του αναρχισμού, απλά αναλώνονται σε μια νεανική υποκουλτούρα εξέγερσης. Σαν μόδα παρά σαν πολιτικό περιεχόμενο ή καταφεύγουν στην βολική αυτοαναφορικότητα του παρελθόντος, με το «Ταξικό» να αποτελεί το αδιαμφισβήτητο άλλοθι. Τέλος ορισμένες αναρχικές οργανώσεις περιορίστηκαν απλά στο να εξηγούν «Γιατί η Αριστερά κάνει λάθος» σε μια ολόκληρη σειρά ζητημάτων αντί να προσπαθούν να κατασκευάσουν οι ίδιες μια εναλλακτική λύση ή πρόταση που να μην ξεφεύγει από τη γενικότητα.
Θα μπορούσε κανείς να ελπίζει ότι με τη διπλή κατάρρευση του Λενινισμού και του αυταρχικού σοσιαλισμού, ο κόσμος θα συνέρρεε προς την σημαία του αναρχισμού. Ως επί το πλείστον, αυτό δεν έχει συμβεί. Αντίθετα, την τελευταία δεκαετία έχουμε δει την εμφάνιση μιας σειράς «νέων» αριστερών οργανώσεων που ισχυρίζονται ότι αντιπροσωπεύουν μια αποφασιστική ρήξη με το παρελθόν. Μερικές φορές αυτό δεν αντιπροσωπεύει κάτι περισσότερο από μια αλλαγή ονόματος. Σε άλλες περιπτώσεις, αυτές οι νέες οργανώσεις προέκυψαν ως διασπάσεις από μέλη που ήταν δυσαρεστημένα με την κατεύθυνση των υφιστάμενων οργανώσεων, με την αρχική τους πολιτική να προέρχεται από πρώην μέλη αυτής της οργάνωσης. Πολλά μέλη των παλαιών αριστερών οργανώσεων αναγνώρισαν ότι οι ιδέες τους ήταν απαξιωμένες και δεν ήταν πλέον επίκαιρες και εισήλθαν εντός του πιο tredy ελευθεριακού χώρου της εποχής δημιουργώντας υβριδικές οργανώσεις αναρχικών και κομουνιστών. Κάποιες από αυτές αρνήθηκαν να μάθουν οτιδήποτε, αντίθετα συνεχίζουν τη δράση τους σε μια παρωδία του παρελθόντος με σύγχρονη ρητορική της κομμουνιστικοποίησης. Ωστόσο, δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι έχουμε και την μεταμοντέρνα αντιεξουσιαστική φυγή προς τα εμπρός που κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η ίδια η επανάσταση δεν είναι πλέον δυνατή και αντ' αυτού υποστηρίζουν την «προοδευτική» πολιτική όπου η εργατική τάξη θεωρείται απλώς μια ακόμη ομάδα πίεσης σε έναν συνασπισμό δικαιωματικού ουράνιου τόξου. Αντ' αυτού, βρέθηκαν αντιμέτωποι με ένα άλμα του οποίου ήταν ανίκανοι να δουν την άλλη πλευρά καθώς παρά την αποϊδεολογικοποίηση η ταξική σύγκρουση συνεχίζεται και μπορεί ακόμη και να ανακτά μέρος της χαμένης της δυναμικής. Η ανεργία και η φτώχεια έχουν γίνει και πάλι προφανή χαρακτηριστικά του καπιταλισμού. Σε αυτό το βαθμό, η κρίση στην Αριστερά αντικατοπτρίζεται από μια κρίση στον καπιταλισμό, καθώς η ελπίδα για μια αιώνια άνθηση και ευημερία συντρίβεται τώρα στα βράχια της διαρκούς ύφεσης.
Το ότι η Αριστερά έχει καταρρεύσει δεν αμφισβητείται ούτε από τις πιο άσχετες ή σκοτεινές αιρέσεις. Η Δεξιά και πολλοί στην Αριστερά κατέληξαν στην απλούστερη εξήγηση από όλες: ο σοσιαλισμός δεν μπορεί να λειτουργήσει και οι επαναστάσεις πρέπει να καταλήξουν σε δικτατορία. Αλλά η αποτυχία δεν οφείλεται στην ιδέα του σοσιαλισμού, αλλά μάλλον σε αυτό που έγιναν αυτοί που αυτοαποκαλούνταν σοσιαλιστές. Δεν ήταν ο σοσιαλισμός που απέτυχε, αλλά οι αριστεροί διαχειριστές! Πάνω απ‘ όλα, αυτή η αποτυχία προέκυψε από τις αριστερές ιδεολογίες που έβλεπαν τους καλούς ηγέτες ότι μπορούν να απελευθερώσουν εμάς τους υπόλοιπους.
Το τραγικό σε αυτό είναι ότι οι προειδοποιήσεις για το πού θα οδηγούσε το κρατικιστικό μονοπάτι υπήρχαν από τότε που η εργατική τάξη έγινε για πρώτη φορά μια τρομερή δύναμη την εποχή της Παρισινής Κομμούνας το 1871. Η διαμάχη μεταξύ των αναρχικών και των μαρξιστών που διέσπασαν την Πρώτη -και μόνη- Διεθνή διεξήχθη γύρω από αυτό το ζήτημα. Αλλά για διάφορους λόγους, αυτοί που εξέδωσαν αυτήν την προειδοποίηση, οι Αναρχικοί, δεν κατάφεραν να πείσουν την υπόλοιπη Αριστερά που επέλεξε την θεσμική πολιτική και την σοσιαλδημοκρατία.
Οι δύο κύριες τάσεις εντός του αριστερού κινήματος του 20ού αιώνα, οι Λενινιστές και οι Σοσιαλδημοκράτες, δεν ήταν και τόσο ριζικά διαφορετικές όσο φαίνονταν, αλλά μάλλον αντιπροσώπευαν τις δύο όψεις του ίδιου νομίσματος. Η πραγματική δομή διακυβέρνησης στη Σοβιετική Ένωση δεν αποτέλεσε ποτέ σημαντικό πρόβλημα για καμία από αυτές τις ομάδες, οι διαφωνίες τους αφορούσαν το αν μια τέτοια κοινωνία έπρεπε να ιδρυθεί μέσω επανάστασης ή αν μπορούσε να «μεταρρυθμιστεί» μέσω της εκλογικής συμμετοχής. Και τα δύο ρεύματα επιδίωκαν να δημιουργήσουν σοσιαλισμό μέσω των ενεργειών λίγων, που ασκούσαν την κρατική εξουσία, εκ μέρους των πολλών.
Η διαμάχη μεταξύ του λενινισμού και της σοσιαλδημοκρατίας δεν αφορούσε το πώς θα μπορούσε να οικοδομηθεί μια σοσιαλιστική κοινωνία, μιας και οι δύο στόχευαν στη χρήση της κρατικής εξουσίας για να το πετύχουν αυτό. Αντίθετα, αφορούσε το αν θα μπορούσε να επιτευχθεί επαρκής έλεγχος του κράτους μέσω του κοινοβουλευτικού συστήματος. Πολλοί λενινιστές μπορεί να ισχυρίστηκαν ότι επιθυμούν περισσότερη δημοκρατία, αλλά όλοι τάχθηκαν υπέρ της μπολσεβίκικης καταστροφής της δημοκρατίας, μετακινούμενοι στην αντιπολίτευση μόνο όταν ο συγκεκριμένος ήρωάς τους εκδιώχθηκε. Αριστερίστικες οργανώσεις που ισχυρίζονται ότι υποστηρίζουν τον «σοσιαλισμό από τα κάτω» υπερασπίζονται τις ενέργειες των Μπολσεβίκων, επιβάλλοντας μονομελή διοίκηση, συντρίβοντας τα εργατικά συμβούλια και λογοκρίνοντας, φυλακίζοντας και εκτελώντας μέλη άλλων τάσεων. Αυτό από μόνο του θέτει υπό αμφισβήτηση κάθε ισχυριζόμενη δέσμευση στη δημοκρατία ή τον σοσιαλισμό από τα κάτω.
Ένα είναι πάντως αληθινό, ότι ακόμα και βραχυπρόθεσμα, η Αριστερά ως συνήθως δεν προσέφερε κανέναν δρόμο προς τα εμπρός. Θα ήταν λάθος να υποτιμήσουμε αυτή την υπόθεση, αλλά ένα μεγάλο τμήμα της Αριστεράς δεν ενδιαφέρονταν πραγματικά να βοηθήσει τους εργάτες να κερδίσουν αγώνες παρά μόνο με την πιο αφηρημένη έννοια. Αντίθετα, η συμμετοχή στον αγώνα είχε μόνο ένα πράγμα πίσω της: «να χτίσει το Κόμμα». Αυτό συνήθως έπαιρνε τη μορφή της δημιουργίας ενός κομματικά ελεγχόμενου «μετώπου» που έκανε εκστρατεία γύρω από ένα ζήτημα αποκλειστικά για να στρατολογήσει όσους είχαν κίνητρο να αγωνιστούν για αυτό το ζήτημα. Μόλις οι πιθανοί νεοσύλλεκτοι στέρευαν, τότε η εκστρατεία έκλεινε ήσυχα. Όποιος έχει ασχοληθεί με την αριστερή δραστηριότητα για οποιοδήποτε χρονικό διάστημα θα έχει περάσει από συναντήσεις και εκστρατείες που διακόπηκαν και πιθανώς καταστράφηκαν από διαφορετικές αριστερές παρατάξεις που αγωνίζονταν για τον έλεγχο και την ηγεμονία. Η απεργία των δασκάλων πριν από μερικά χρόνια αποτελεί ένα κλασικό παράδειγμα εκποίησης του αγώνα.
Η επίδραση που είχε αυτό στους αγωνιστές φάνηκε από τον τρόπο με τον οποίο η συμμετοχή σε πολλές αριστερές οργανώσεις λειτουργούσε σαν περιστρεφόμενη πόρτα, με ανθρώπους που ενδιαφέρονταν για τον σοσιαλισμό να περπατούν από τη μία πλευρά, μόνο και μόνο για να πεταχτούν από την άλλη, απογοητευμένοι και εξαντλημένοι. «Όλα για την οργάνωση» ήταν το επίσημο σύνθημα της Αριστεράς παλαιότερα σήμερα και μέρους της οργανωμένης αναρχίας για τον ελευθεριακό κομμουνισμό. Αυτό κατέστρεψε την πίστη πολλών ανθρώπων στον σοσιαλισμό ως πηγή έμπνευσης, καθώς παρασύρονταν στις μεθόδους προδοσίας και απάτης που αυτό περιλάμβανε.
Πολλοί από τους σημερινούς αγωνιστές είτε έχουν περάσει από αυτό το μύλο, είτε έχουν βιώσει άσχημες εμπειρίες με την Αριστερά να τους χρησιμοποιεί. Αυτό έχει δημιουργήσει μια κληρονομιά καχυποψίας, ακόμη και εχθρότητας, η οποία αποτελεί πραγματικό εμπόδιο στην οικοδόμηση αλληλεγγύης σήμερα. Σημαίνει επίσης ότι πολλοί άνθρωποι δεν έχουν κανένα ενδιαφέρον για την οικοδόμηση επαναστατικών οργανώσεων, αλλά αντίθετα περιορίζονται στην οικοδόμηση ρεφορμιστικών καμπανιών. Οι επαναστατικές οργανώσεις θεωρούνται ως ιδιοτελή οικοδομήματα και όχι ως φορείς με θετική και ζωτική συμβολή στον αγώνα. Η στάση που χαρακτηρίζει την άποψη αυτών των ανθρώπων για τις επαναστατικές οργανώσεις είναι η διακιολογημένη καχυποψία.
Έτσι, με αυτόν τον τρόπο, η Αριστερά έχει στην πραγματικότητα παίξει έναν ουσιαστικό αρνητικό ρόλο. Έχει κατασκευάσει μια τερατώδη καρικατούρα του σοσιαλισμού και των μεθόδων του. Αντί να φέρει τους ανθρώπους μπροστά, τους ρούφηξε το πνεύμα, την ενέργεια και τη φαντασία. Σε αυτό το πλαίσιο, αρκετοί βλέπουν τις αριστερές οργανώσεις ως άχρηστα εμπόδια, που ενδιαφέρονται μόνο για την πώληση εφημερίδων και τις σεχταριστικές διαμάχες. Κάτι ανάλογο έχει συμβεί και στον ευρύτερο αντιεξουσιαστικό χώρο για να είμαστε ειλικρινείς. Διασπάσεις, έλλειψη συγκρότησης και καθήλωση εντός του υπαρκτού κινηματικού κατεστημένου.
Αυτή η κρίση της Αριστεράς έχει γίνει ολοένα και πιο εμφανής την τελευταία δεκαετία, ειδικά δε μετά την κατάρρευση της ψευδαίσθησης της διακυβέρνησης της πρώτης φοράς Αριστεράς και το δημοψήφισμα, αλλά και της συμπόρευσης του αναρχικού χώρου μαζί της, έχει οδηγήσει στη δημιουργία πολλών νέων ομάδων, συμπεριλαμβανομένων και ημών. Καθώς η κρίση γινόταν ιδιαίτερα εμφανής, η διαδικασία της αποσύνθεσης επιταχύνθηκε και οι νέες οργανώσεις, αν μη τι άλλο, έγιναν πιο μπερδεμένες. Συνειδητά ή ασυνείδητα, διάφορες στρατηγικές έχουν υιοθετηθεί από ορισμένους ως ο δρόμος προς τα «εμπρός». Αυτές οι στρατηγικές είναι που πρέπει να εξεταστούν για να κριθεί το δυναμικό τέτοιων νέων ομάδων. Οι ομάδες που στοχεύουν σε μια νέα χροιά λενινισμού ή σοσιαλδημοκρατίας μπορούν να διαγραφούν εξαρχής. Το ιστορικό των στρατηγικών τους τον τελευταίο αιώνα μιλάει από μόνο του. Από την ελευθεριακή οπτική γωνία, το λάθος βρίσκεται στον πυρήνα της πολιτικής τους, σε αυτό που τις καθιστά κρατικιστικές. Ωστόσο, πολλοί έχουν συνειδητοποιήσει αυτά τα ελαττώματα και πολλές από τις ομάδες που έχουν αναδυθεί την τελευταία δεκαετία θα ισχυρίζονταν ότι δεν είναι καμία από τις δύο. Αυτές οι δυνάμεις είναι σημαντικές όσον αφορά την ανάδυση μιας νέας υβριδικής τάσης εντός του αναρχικού χώρου που κλείνουν το μάτι στην λενινιστική πρωτοπορία εντός του λεγόμενου λαϊκού «ανταγωνιστικού κινήματος».
Ορισμένοι περιορισμοί πρέπει να αναγνωριστούν εξαρχής. Είναι αναπόφευκτο ότι πολλές από τις νεότερες οργανώσεις αυτού του τύπου έχουν ένα θολωμένο όραμα, που δεν οφείλεται στη νεότητα ή το μικρό τους μέγεθος. Η μνήμη τους εκτείνεται το πολύ πιο πέρα από μια δεκαετία πίσω και είναι η απογοήτευση που τους κάνει πορεύονται έτσι. Αν και γνωρίζουν τα γεγονότα, προχωρούν και αναγκάζουν σε μια ανάλυση που προκύπτει από την άμεση και στενή τους εμπειρία ώστε να χωρέσει αλλότρια και αντιφατικά συμβάντα αριστερής ιστορίας μέσα στην «αναρχική» ρητορική. Οι οργανώσεις που υιοθετούν αυτές τις στρατηγικές συχνά αντιμετωπίζουν ένα επιπλέον πρόβλημα. Προσελκύουν μακροχρόνια μέλη διαφόρων άλλων οργανώσεων που έχουν φέρει μαζί τους ένα αρκετά μεγάλο πολιτικό βάρος (από εξεγερμένους μηδενιστές μέχρι απογοητευμένους αριστεριστές). Αν και μπορούν να πουν «ναι, κάναμε λάθος», δεν μπορούν να παραδεχτούν την πιθανότητα ότι ορισμένοι από τους πρώην επικριτές τους είχαν δίκιο, τουλάχιστον εν μέρει. Αυτή η πολιτική «βάση» αναδύεται επίσης στο ότι, παρ’ ότι πολλοί μπορούν να παραδεχτούν ότι η Ρωσική Επανάσταση καταστράφηκε εν μέρει από την πολιτική του μπολσεβικισμού, μπορούν να το κάνουν μόνο αφού πρώτα καταστήσουν σαφές ότι η κριτική τους δεν σχετίζεται με την «ηθική» των αναρχικών. Αυτό είναι το σήμα κατατεθέν μιας οργάνωσης που ποτέ δεν βλέπει τον εαυτό της ως απευθυνόμενη σε «απλούς ανθρώπους». Μέσα στην κινηματική ύφεση το σχήμα αυτό είναι πολύ βολικό μιας και επιλέγονται οι πιο χρήσιμες ιδέες από το παρελθόν, ανεξάρτητα από τη σχέση τους μεταξύ τους. Αυτό προσελκύει κάθε δυσαρεστημένο με την Αριστερά ή την Αναρχία. Δεν δομεί όμως Αναρχισμό! Η υιοθέτηση μιας τέτοιας στρατηγικής συχνά χαρακτηρίζεται από την τάση να θεωρεί τον εαυτό της ως τον μόνο ικανό να κατανοήσει τι συμβαίνει. Δεν είναι δύσκολο να καταλάβει κανείς πώς αναπτύσσεται αυτή η νοοτροπία όταν όλοι γύρω φαίνεται να είναι αποφασισμένοι να συνεχίσουν ανεξάρτητα σε ένα βυθιζόμενο πλοίο, το οποίο χαρακτηρίζω ως φαινόμενο του Τιτανικού. Εκτός από αυτόν τον εγγενή ελιτισμό, αυτή η στρατηγική έχει τα δικά της προβλήματα.
Από την άλλη, μια ακόμα στρατηγική που αναδύθηκε με το μεταμοντέρνο αφήγημα είναι η δραστηριότητα υπέρ μιας αναθεωρητικής φυγής προκειμένου να αναδυθούν κάποια στιγμή στο μέλλον με μια λαμπερή νέα θεωρία. Αυτή είναι συχνά η επόμενη στάση για άτομα που έχουν βρεθεί σε μια ομάδα όπου η ιδεολογία κατέρρευσε. Η σκόπιμη χρήση επιτηδευμένης γλώσσας μας δείχνει ότι αυτό που έχουμε είναι πολιτική που έχει σχεδιαστεί για να εντυπωσιάσει το υπάρχον μεταμοντέρνα υποκείμενο. Δεν υπάρχει καμία δικαιολογία για να διατυπώνετε απλές ιδέες με σύνθετους όρους, εκτός αν σκοπεύετε να χρησιμοποιήσετε το υλικό σας ως υπνωτικό βοήθημα. Αυτά μπορεί να φαίνονται άσχετα στυλιστικά ζητήματα, αλλά στην πραγματικότητα αντικατοπτρίζουν ένα σημαντικό σημείο. Αυτό συμβαίνει επειδή η μεταμοντέρνα κριτική επαναλαμβάνει πολλά από τα λάθη της παλιάς, σε μια αναδιατυπωμένη μορφή. Η ιδέα ότι οι απαντήσεις βρίσκονται αλλού, ότι κάπου υπάρχει μια μαγική θεωρία ή θεωρίες που θα δείξουν τον δρόμο προς τα εμπρός, είναι απλώς μια αναδιατύπωση της παλιάς «κρίσης ηγεσίας». Οι ιδέες όμως είναι σημαντικές και οι σωστές ιδέες είναι ζωτικής σημασίας, αλλά οι άνθρωποι είναι πάντα η κινητήρια δύναμη της επαναστατικής διαδικασίας.
Πολύ περισσότεροι άνθρωποι γνωρίζουν ότι το τρέχον σύστημα προσφέρει ένα ανεπαρκές μέλλον για τους ίδιους και τα παιδιά τους από ό,τι εμπλέκονται στην επαναστατική πολιτική. Οι περισσότεροι άνθρωποι έρχονται σε σύγκρουση με το σύστημα σε κάποιο στάδιο. Αυτό που λείπει είναι η πεποίθηση ότι μπορεί να υπάρξει μια εναλλακτική λύση, ότι η αλλαγή είναι δυνατή. Ο Καπιταλισμός φαίνεται αήττητος. Αυτό που χρειάζεται είναι επιχειρήματα σχετικά με το γιατί οι επαναστάσεις έχουν αποτύχει στο παρελθόν και πώς μπορούν να επιτύχουν στο μέλλον. Αλλά αυτό που χρειάζεται επίσης είναι η ανάπτυξη μιας παράδοσης επιτυχίας. Οι άνθρωποι πρέπει να πιστεύουν ότι μπορούν να κερδίσουν για να αρχίσουν να αντεπιτίθενται. Αυτή η πεποίθηση μπορεί να δημιουργηθεί κερδίζοντας μικρές νίκες. Επιπλέον, μόνο με πραγματική εμπειρία στον αγώνα, μόνο με την πραγματική ζωή μπορούν να δοκιμαστούν οι ιδέες, μόνο με την εμπειρία της πραγματικής ζωής μπορεί να βελτιωθεί η ικανότητα να πείθουν τους ανθρώπους. Όμως η αριστερά και ο συνακόλουθος με αυτήν αναρχικός χώρος έχουν μόνο ήττες, μόνο αποτυχίες που ως τέτοιες -τραύμα ή πένθος- μπορούν να τις διαχειριστούν.
Τέλος υπάρχει και μια άλλη όψη αυτού του νομίσματος της «έμφασης στην ιστορία». Μια άλλη στρατηγική που έχει υιοθετηθεί από ορισμένους, είναι αυτή στην οποία η θεωρία είτε απορρίπτεται πέρα από στοιχειώδεις στόχους και αρχές, είτε αφήνεται σε μια μικρή ελίτ. Δεν γίνεται αντιληπτή η ανάγκη για πολιτική που αναπτύσσεται πέρα από το «μισούμε τον καπιταλισμό». Σε πολλές περιπτώσεις, αυτή η τελευταία στρατηγική δεν υιοθετείται με συνειδητό τρόπο, αλλά μάλλον είναι το τελικό αποτέλεσμα μιας αυτοαναφορικής οργανωτικής στάσης. Πηγάζει από την αποξένωση και την υιοθέτηση των παραδοσιακών μεθόδων, ως καταφυγή με αποτέλεσμα να μην εξελίσσονται αυτές οι ίδιες οι μέθοδοι και όχι μόνο η εφαρμογή τους. Μπορεί ίσως να χαρακτηριστεί ως «μόνο δράση και ξύλινα λόγια»!
Μια τέτοια στρατηγική συχνά έχει ως αποτέλεσμα οι δραστηριότητες της οργάνωσης να περιορίζονται σε υποστήριξη άλλων, απρόθυμων και ανίκανων να επηρεάσουν την πραγματική πορεία των γεγονότων. Αυτός ο αγχωμένος ακτιβισμός αντικαθιστά τη θεωρητική συζήτηση. Επιβιώνουν για κάποιο σημαντικό χρονικό διάστημα και αυτό συμβαίνει συχνά ως αποτέλεσμα της ερμητικής απομόνωσής τους από το υπόλοιπο κίνημα. Αυτό επιτυγχάνεται με την απόρριψη άλλων ομάδων μέσω ακατέργαστων ετικετών των οποίων το πολιτικό περιεχόμενο είναι μηδενιστικό και συχνά προσδιορίζονται και υποτιμητικά. Αυτή η ταμπέλα είναι παρόμοια με την τεχνική που χρησιμοποιούν πολλοί Λενινιστές και έτσι καταδεικνύει τον ασυνείδητο πρωτοποριακό χαρακτήρα που έχουν υιοθετήσει ορισμένες από αυτές τις οργανώσεις. Τα δημοσιεύματά τους καλύπτουν μόνο τις δραστηριότητές τους μαζί με εκείνους που επευφημούν, παρουσιάζονται επίσης ως οι «μόνοι επαναστάτες». Απορρίπτουν τις προσπάθειες εμπλοκής ευρύτερων δυνάμεων εάν δεν πρόκειται να κυριαρχήσουν στην προκύπτουσα συμμαχία. Αυτός ο πρωτοποριακός χαρακτήρας, μαζί με τον σεχταριστικό χαρακτηρισμό όσων διαφωνούν, σε συνθήκες φόβου ήττας ή απογοήτευσης, έχει μάλιστα, σε ορισμένες οργανώσεις, οδηγήσει σε κακώς δικαιολογημένες σωματικές επιθέσεις εναντίον διαφορετικών Άλλων!
Στην ανάπτυξη όμως ιδεών και στη δραστηριότητα του αγώνα δεν έχουν σημασία μόνο τα αποτελέσματα. Εξίσου σημαντική είναι η διαδικασία, η ανάπτυξη της ικανότητας και της αυτοπεποίθησης για λήψη αποφάσεων και εφαρμογή τους. Αυτή η ικανότητα πρέπει να αναπτυχθεί όχι μόνο στον οργανισμό αλλά και σε κάθε άτομο, εάν θέλουμε να αποφευχθεί η διαίρεση σε ηγέτη και καθοδηγούμενο. Αυτή είναι μια διαρκής ηχώ της αναρχικής επιμονής ότι ο σκοπός (η επανάσταση) δεν μπορεί να διαχωριστεί από τα μέσα (την επαναστατική οργάνωση) που χρησιμοποιούνται για την επίτευξή του. Η ασφαλέστερη προστασία ενάντια σε μελλοντική κατάληψη επαναστατικών κινημάτων από τον αυταρχισμό δεν είναι η ύπαρξη ενός χρυσού βιβλίου κανόνων ή μιας υποομάδας για να διατηρείται το κίνημα καθαρό αλλά μιας παράδοσης αυτενέργειας. Αυτή είναι μια επισήμανση για την κατεύθυνση που πρέπει να ακολουθηθεί σήμερα.
Διανύουμε μια περίοδο καταστροφικών αλλαγών. Οι παλιές μέθοδοι οργάνωσης έχουν αποτύχει, οι νέες που εξελίσσονται είναι ελαττωματικές και μερικές φορές δεν είναι καν και τόσο καινούργιες. Μερικά από τα προβλήματα που αντιμετωπίζουμε έχουν εντοπιστεί σε αυτό το άρθρο, το πιο δύσκολο ερώτημα είναι πώς να οικοδομήσουμε ένα σύγχρονο κίνημα. Μέρος της απάντησης σε αυτό το ερώτημα είναι η συνειδητοποίηση ότι τα προβλήματα που συζητήθηκαν παραπάνω έχουν μια κοινή λύση. Είναι απαραίτητο να επανεφεύρουμε τον τροχό; Ή μήπως υπάρχει ήδη μια παράδοση της οποίας η ανάλυση αποτελεί σημείο εκκίνησης που εξηγεί την αποτυχία της Αριστεράς στο παρελθόν; Μια τέτοια παράδοση πράγματι υπάρχει και, επιπλέον, παρέχει επίσης από την ιστορία της ένα θετικό μοντέλο σοσιαλιστικής οργάνωσης. Γι’ αυτό είναι καθοριστικό αποτινάξουμε την αδιέξοδη συνύπαρξη με την αριστερά. Να αντισταθούμε στον ελιτίστικό (α)ναρκισσισμό του εφαρμοσμένου αριστερισμού που ταλανίζει το υπάρχοντα χώρο.
Η οργανωτική συνθήκη που αναδύεται από τις στάχτες της, δεν πρέπει να φέρει στις αποσκευές της πολλά από τα λάθη των προκατόχων της. Δεν πρέπει να βασίζεται σε ένα συνονθύλευμα διαφορετικών παραδόσεων. Αυτές οι κριτικές είναι εύκολο να διατυπωθούν, αυτό που είναι πιο δύσκολο είναι να εντοπιστεί ένας δρόμος προς τα εμπρός. Αυτό το άρθρο δεν υποδεικνύει μονολιθικά την κατεύθυνση που πρέπει να ακολουθηθεί. Υπάρχει πλέον ένα ρεύμα εντός του χώρου που ξεχωρίζει για την αντίθεσή του στη διαίρεση των επαναστατικών οργανώσεων σε ηγέτες και καθοδηγούμενους. Αυτό το ρεύμα είναι ο Σοσιαλιστικός Μη- Αριστερός Αναρχισμός. Μπορεί κα να μην είναι ο μόνος. Ωστόσο, οι νέες οργανωτικές προσπάθειες δεν πρέπει να χτίζονται με βάση μια στείρα εμμονή στο παρελθόν. Αντίθετα, πρέπει να αναγνωριστεί ότι και τα προηγούμενα αναρχικά κινήματα έχουν αποτύχει, και όχι μόνο για αντικειμενικούς λόγους. Κανένα από αυτά δεν είναι επαρκές ως πρότυπο, επομένως δεν τίθεται θέμα κατασκευής διεθνών εκδοχών της CNT, ή οποιασδήποτε άλλης ομάδας. Είναι πασιφανές ότι κάθε έργο που επιλέγει μια οργάνωση από την ιστορία και λέει ότι αυτή είναι η βάση για την οποία πρέπει να βασιστούμε φαίνεται να ενδιαφέρεται περισσότερο για την ιστορική αναπαράσταση παρά για την επανάσταση.
Ο αναρχισμός ιστορικά πρόβαλε μια ακριβή κριτική των προβλημάτων του μαρξισμού στο σύνολό του. Σχηματίστηκε γύρω από την αντίθεση στην ιδέα ότι ο σοσιαλισμός θα μπορούσε να εισαχθεί από μια μικρή ελίτ εκ μέρους της μειονότητας. Υπάρχουν, υπήρχαν και πιθανότατα θα συνεχίσουν να υπάρχουν Μαρξιστές που ισχυρίζονται ότι ο Μαρξ επίσης αντιτάχθηκε σε αυτήν την ιδέα, αλλά αν το πιστέψουμε αυτό ισοδυναμεί με την άρνηση της ιστορικής διαμάχης που έλαβε χώρα στα τέλη της δεκαετίας του 1860 μεταξύ Μαρξιστών και Αναρχικών. Σε κάποιο βαθμό, η αναρχική κριτική του μαρξισμού μπορεί να παρουσιαστεί ως απλοϊκή, μη εξηγώντας σε επαρκές βάθος από πού προέρχεται η αυταρχική πλευρά του μαρξισμού. Η δύναμη του αναρχισμού έγκειται στην πίστη του στην ικανότητα της εργατικής τάξης να πάρει το πεπρωμένο της στα χέρια της, απαλλαγμένη από μεσάζοντες. Αυτό, καθώς και η ασυμβίβαστη απόρριψη του κράτους και της πολιτικής χειραγώγησης, έχει αφήσει μια ανεξίτηλη κληρονομιά. Αυτό τον καθιστά πολύ διαφορετικό τόσο από τον λενινισμό όσο και από τη σοσιαλδημοκρατία, των οποίων οι βασικές ιδέες είναι αρκετά στενά συνδεδεμένες. Σήμερα, σε μια περίοδο όπου πολλοί πιστεύουν ότι η σοσιαλδημοκρατία έχει αποδείξει ότι ο σοσιαλισμός δεν μπορεί να λειτουργήσει, οι επιδείξεις αυτοδιαχείρισης από αναρχικά εμπνευσμένους εργάτες είναι καίριας σημασίας. Η Ισπανική Επανάσταση ανέδειξε την αμεσοδημοκρατική λειτουργία ενός μεγάλου μέρους της οικονομίας και μια σημαντική στρατιωτική δύναμη από την εργατική τάξη. Αυτό μας παρέχει ένα πραγματικό παράδειγμα της μη ουτοπικής φύσης της αυτοδιαχείρισης, αλλά δεν αποτελεί θέσφατο.
Αυτό που χρειάζεται σήμερα το σύγχρονο αναρχικό κίνημα δεν είναι μια ιστορική αναπαράσταση περασμένης δόξας. Στα χρόνια του Μεσοπολέμου, ο αναρχισμός σχεδόν καταστράφηκε διεθνώς από τη δικτατορία, τον φασισμό και τον λενινισμό. Οι χώρες όπου η παράδοση ήταν αδύναμη, είδαν τον πλήρη θάνατο κάθε κατανόησης του αναρχισμού και την επανερμηνεία του μέχρι και τον αναθεωρητισμό. Αυτή η επανερμηνεία επιχείρησε να στερήσει από τον αναρχισμό τη βάση του στην ταξική πάλη και αντ' αυτού να τον υποβαθμίσει σε έναν ριζοσπαστικό φιλελευθερισμό. Αυτό είχε (και συνεχίζει να έχει) καταστροφικές συνέπειες για την ανάπτυξη του αναρχισμού από τη δεκαετία του '60 και μετά στο εγχώριο κίνημα. Μία από τις πιο επιβλαβείς ιδέες που εισήγαγαν οι κάθε λογής αναθεωρητές αλλά και παρελθοντολόγοι στον αντίποδα ήταν η ιδέα της αναρχίας ως κώδικα προσωπικής συμπεριφοράς και όχι ως κώδικα χειραφετητικού συλλογικού αγώνα. Αυτό συνέβη εν μέρει λόγω της συμπερίληψης μη αναρχικών στοχαστών και εν μέρει λόγω μιας εντελώς λανθασμένης κατανόησης του αναρχικού κινήματος στην Ισπανία. Είναι αλήθεια ότι οι αναρχικοί έχουν διαφορετική αίσθηση για το τι είναι «σωστό ή λάθος» από αυτήν που μας ενσταλάζει η καπιταλιστική κουλτούρα, αλλά αυτό πηγάζει από την πολιτική τους και όχι από το αντίστροφο.
Ο Αναρχισμός διαφέρει από τον λενινισμό και τη σοσιαλδημοκρατία, καθώς κατανοεί ότι τα μέσα που χρησιμοποιούνται για την επίτευξη μιας σοσιαλιστικής επανάστασης θα καθορίσουν την επιτυχία ή την αποτυχία αυτής της επανάστασης. Αυτό δεν ίσχυε για τις επαναστάσεις που έφεραν τον καπιταλισμό στην εξουσία, όπου ήταν δυνατό να αναδυθεί η νέα ελίτ ανεξάρτητα από το πώς είχε εξασφαλίσει την υποστήριξή της. Ο σοσιαλισμός απαιτεί μαζική συμμετοχή. Ως εκ τούτου, δεν θα παραχωρηθεί από μια ελίτ, αλλά θα πρέπει να αποτρέψει την εμφάνιση ελίτ. Αυτό μπορεί να γίνει μόνο εάν η μάζα της κοινωνίας ενεργεί ήδη με βάση το ότι δεν μπορούν να επιτραπούν νέα κέντρα εξουσίας, ότι οι ίδιοι πρέπει να σχεδιάσουν, να δημιουργήσουν και να διαχειριστούν τη νέα κοινωνία.
Η ταύτιση του αναρχισμού με κινήματα αντικουλτούρας (όπως το πανκ παλαιότερα) προκύπτει από αυτή την «φιλελεύθερη» ερμηνεία. Με τη σειρά της, αυτή η εικόνα του αναρχισμού ως προσωπικού κώδικα δεοντολογίας ενθαρρύνει την αντικουλτούρα να προσδώσει στον εαυτό της την ετικέτα του αναρχικού. Αυτή η αναρχία είναι ένα συχνά παράξενο σύνολο κανόνων. Αν μη τι άλλο, αντιπροσωπεύει μια απελπιστική εξέγερση του ενάντια και αποξένωση από τη ζωή παραμένοντας όμως υπό τον σύγχρονο καπιταλισμό. Είναι ένα αυτοεπιβαλλόμενο γκέτο, οι οπαδοί του δεν βλέπουν καμία ελπίδα να αλλάξει την κοινωνία. Στην πραγματικότητα, η αντικουλτούρα είναι συχνά εχθρική σε οποιαδήποτε προσπάθεια να απευθυνθεί κανείς σε οποιονδήποτε εκτός του γκέτο, θεωρώντας το ξεπούλημα. Ωστόσο, η αντικουλτούρα δεν είναι εντελώς απολιτική, ο συναισθηματικός αφορμαλισμός της θα τις επιτρέψει να συμμετάσχει σε διαδηλώσεις και όπου συμβαίνει φυσική αντιπαράθεση με το κράτος για να γίνεται βορά για τα κανόνια.
Ωστόσο, το γεγονός ότι τόσοι πολλοί από τους σημερινούς αναρχικούς ήρθαν στον αναρχισμό μέσω αυτής της αντικουλτούρας έχει επιπτώσεις στην οικοδόμηση νέων κινημάτων. Σε κάποιο βαθμό δυσκολεύονται να σπάσουν τους δεσμούς τους με τα αντιοργανωτικά μέρη της αντικουλτούρας. Αυτή η αντίδραση συμπίπτει με εκείνη των ακτιβιστών που έχουν κακή εμπειρία με επαναστατικές οργανώσεις. Η αντικουλτούρα τείνει επίσης να βλέπει τον δρόμο προς τα εμπρός στην κατάκτηση του γκέτο αντί να απευθύνεται στην κυρίαρχη κοινωνία και να εμπλέκεται στους θεσμούς της. Έχοντας αναγνωρίσει την υπάρχουσα αριστερά ως ενδιαφερόμενη μόνο για τη θεωρία και την οικοδόμηση της κομματικής οργάνωσης, καταλήγουν να απορρίπτουν την ανάγκη τόσο για θεωρία όσο και για οργάνωση. Με λίγα λόγια, προσπαθούν να δημιουργήσουν το δικό τους νέο γκέτο στο οποίο μπορούν να κερδίσουν κόσμο.
Αξίζει να επισημανθεί ότι μια πολιτική οργάνωση είναι ισχυρή μόνο όταν αντιπροσωπεύει τις συλλογικές προσπάθειες πολλών ατόμων. Για να μεγιστοποιηθούν αυτές οι προσπάθειες, πρέπει να είναι εντελώς συλλογικές, όλα τα μέλη να εργάζονται για έναν κοινό στόχο με κοινές τακτικές. Αυτό δεν ισχύει μόνο σε σχέση με την επανάσταση, αλλά σε κάθε τομέα στον οποίο εμπλέκεται η οργάνωση. Αυτό έχει ονομαστεί ως τακτική ενότητα. Οι αυταρχικές - εξουσιαστικές οργανώσεις έχουν και αυτές τακτική ενότητα επειδή οι εντολές μεταβιβάζονται από την ηγεσία ή την διευρυμένη πατριαρχία ομάδων συγγένειας που ευνοεί τον νεποτισμό, με την ενότητα να καταρρέει μόνο όταν προκύπτουν διαφωνίες εντός της ηγεσίας. Αυτές οι οργανώσεις μπορεί να έχουν μια επίσημη προσήλωση στη θεωρητική ενότητα, αλλά συνήθως αυτή δεν περιλαμβάνει τίποτα περισσότερο από την ικανότητα των μελών να επαναλαμβάνουν τις δηλώσεις της ηγεσίας τους. Αυτή δεν είναι μια επιλογή για τους Αναρχικούς. Για να επιτευχθεί τακτική ενότητα, πρέπει να υπάρχει πραγματική θεωρητική ενότητα. Αυτό απαιτεί αδιάκοπη συζήτηση, εκπαίδευση και διάλογο γύρω από όλα τα θεωρητικά ζητήματα εντός της οργάνωσης με στόχο τη σφυρηλάτηση ενός συνόλου σαφώς κατανοητών θέσεων και την ικανότητα όλων των μελών να υποστηρίζουν και να παρουσιάζουν νέες. Αντί να παπαγαλίζουμε μια κομματική γραμμή, χρειάζεται μια οργανωτική κατανόηση του πώς να βλέπουμε και να αλληλοεπιδρούμε με τον υπόλοιπο κόσμο.
Αυτή η πρακτική όχι μόνο δίνει στην οργάνωση πραγματική δύναμη στις δραστηριότητές της, αλλά της δίνει και την ικανότητα να αντιδρά σε μια κρίση. Η κατανόηση που αναπτύσσεται και η εμπειρία στη λήψη αποφάσεων είναι ακριβώς τα εργαλεία που χρειάζονται όταν πρόκειται για την υποβοήθηση της δημιουργίας επανάστασης και της εγκαθίδρυσης μιας σοσιαλιστικής κοινωνίας βασισμένης στην πραγματική χειραφέτηση. Η συνεχής αλληλεπίδραση των μελών με την κοινωνία φέρνει τις δεξιότητες και την πρακτική της οργάνωσης στο ευρύτερο κίνημα. Επιθυμούμε οι ιδέες μας να επηρεάζουν όχι επειδή έχουμε τον έλεγχο συγκεκριμένων θέσεων, αλλά λόγω της ειλικρίνειας των ιδεών της οργάνωσής μας.
Πολύ συχνά οι επαναστάτες βλέπουν τους εαυτούς τους ως ξεχωριστούς και πάνω από την καθημερινή ζωή. Η εργατική τάξη συχνά αναφέρεται ως μια ξεχωριστή, ξένη οντότητα και όχι ως ο τόπος όπου ζούμε και αλληλοεπιδρούμε σε καθημερινή βάση. Η δραστηριότητα θεωρείται ως το κάρο που πρέπει να τοποθετηθεί πίσω από το άλογο της επαναστατικής θεωρίας. Μερικοί μαρξιστές αναφέρονται σε αυτό ως ακρογωνιαίο λίθο της οργάνωσής τους. Το έχουν εκφράσει ως «Καμία επαναστατική πρακτική χωρίς επαναστατική θεωρία». Η δραστηριότητα, επομένως, θεωρείται στην καλύτερη περίπτωση ως η μέθοδος με την οποία κερδίζονται νέοι νεοσύλλεκτοι, στη χειρότερη, κάτι που δεν είναι ακόμη απαραίτητο.
Αν η οικοδόμηση μιας μαζικής επαναστατικής οργάνωσης ήταν απλώς θέμα μιας καλής θεωρίας, ίσως να υπήρχε κάτι σε αυτή την προσέγγιση, τουλάχιστον για τους αυταρχικούς επιστημονικούς σοσιαλιστές: Μερικοί μορφωμένοι τύποι ανεβαίνουν στο βουνό για μερικά χρόνια για να συμβουλευτούν τον γραπτό λόγο των θεών του σοσιαλισμού. Το ερμηνεύουν αυτό ως δόγμα για νέες εποχές, το χαράζουν σε πέτρα και επιστρέφουν στις συγκεντρωμένες μάζες στις πεδιάδες από κάτω, έτοιμοι να τις οδηγήσουν στη γη της επαγγελίας. Αυτή εξακολουθεί να είναι μια δημοφιλής προσέγγιση στην επαναστατική οργάνωση προς το παρόν.
Αλλά μια γρήγορη ματιά στην ιστορία της αριστεράς αλλά και της αναρχίας καταδεικνύει ότι οι μαζικές οργανώσεις δεν ήταν αυτές που είχαν την καλύτερη θεωρία, αλλά αυτές που ήταν οι πιο ικανές να αλληλεπιδράσουν με τη μάζα του πληθυσμού. Οι αναρχικοί πρέπει να βασίσουν την πολιτική τους σταθερά στον πραγματικό αγώνα, σε όποιο επίπεδο κι αν λαμβάνει χώρα. Μέσω αυτής της εμπλοκής, ως σοβαροί ακτιβιστές, μπορεί να κερδηθεί σεβασμός και έτσι να κερδηθεί ένα κοινό μεταξύ της πραγματικής «πρωτοπορίας», εκείνων που εμπλέκονται πραγματικά στην πάλη σε κάποιο επίπεδο ενάντια στο σύστημα. Η θεωρία, στο μέτρο του δυνατού, πρέπει να αντλείται από εμπειρίες αγώνα και να δοκιμάζεται από αυτήν την εμπειρία. Πρέπει να παρουσιάζεται έτσι ώστε να αποκτά όλο και ευρύτερη επιρροή μέσα στο ευρύτερο κοινωνικό κίνημα. Πολύ συχνά οι αναρχικές ομάδες αποτελούνται από έναν μικρό πυρήνα ανθρώπων που κάνουν το μεγαλύτερο μέρος της δουλειάς και της χρηματοδότησης της οργάνωσης και από μια πολύ μεγαλύτερη περιφέρεια που αποφεύγει αυτή τη δέσμευση. Αυτό είναι απαράδεκτο και αποτελεί συνταγή για καταστροφή. Οι επαναστατικές οργανώσεις απαιτούν μεγάλη δέσμευση τόσο σε χρήματα όσο και σε χρόνο, αν θέλουν να αναπτυχθούν. Όλα τα εμπλεκόμενα άτομα πρέπει να είναι πρόθυμα να αναλάβουν αυτή τη δέσμευση, καθώς υπάρχει λίγος χώρος για τους χομπίστες.
Η Αριστερά διανύει μια ζοφερή περίοδο, ήττας και υποχώρησης που εκτείνεται σε βάθος δεκαετιών. Ας το καταλάβει η ίδια και όσοι αναρχικοί συναγελάζονται με αυτήν. Από την άλλη, και ο καπιταλισμός είναι ανίκανος να ικανοποιήσει τις ανάγκες των λαών του κόσμου, και όσο υπάρχει, θα αναδεικνύει αντιπολιτευόμενες δυνάμεις. Το ερώτημα για εμάς ως σύγχρονοι Αναρχικοί είναι πώς να αποφύγουμε τα λάθη εκείνων που προηγήθηκαν από εμάς. Ο Αναρχισμός στην Ελλάδα μοιάζει αδύναμος αυτή τη στιγμή, αλλά η δυνατότητα παραμένει ανοιχτή για την οικοδόμηση των οργανώσεων και της εμπιστοσύνης στην πράξη που απαιτούνται για να κερδίσει την αλλαγή. Αναμφίβολα θα προκύψουν επαναστατικές ευκαιρίες, το καθήκον είναι να οικοδομήσουμε τις δεξιότητες και την αυτοπεποίθηση που απαιτούνται για να τις αξιοποιήσουμε, και αυτή η δουλειά ξεκινά σήμερα. Και αυτό είναι πέρα και απέναντι στην αριστερά, τον κρατισμό και κάθε μορφή Εξουσίας.
Αργύρης Αργυριάδης




