logo2

 

Felipe Correa*

Εισαγωγή

Το παρόν κείμενο έχει ως στόχο να πραγματευτεί, από θεωρητική-ιστορική σκοπιά, ορισμένα οργανωτικά ζητήματα που σχετίζονται με τον αναρχισμό. Απαντά στον ισχυρισμό, που επαναλαμβάνεται συνεχώς, ότι η αναρχική ιδεολογία είναι αυθόρμητη και αντίθετη στην οργάνωση. Επιστρέφοντας στη συζήτηση μεταξύ των αναρχικών σχετικά με την οργάνωση, το παρόν άρθρο υποστηρίζει ότι υπάρχουν τρεις θεμελιώδεις θέσεις για το θέμα. Υπάρχουν οι αναρχικοί που είναι κατά της οργάνωσης ή/και υπερασπίζονται τους άτυπους σχηματισμούς σε μικρές ομάδες (αντι-οργανωτισμός), οι αναρχικοί που υποστηρίζουν την οργάνωση μόνο σε μαζικό επίπεδο (συνδικαλισμός και κοινοτισμός) και οι αναρχικοί που επισημαίνουν την ανάγκη οργάνωσης σε δύο επίπεδα, το πολιτικό-ιδεολογικό και το μαζικό (οργανωτικός δυϊσμός).

Το κείμενο αυτό εμβαθύνει στις θέσεις του τρίτου ρεύματος, κομίζοντας θεωρητικά στοιχεία από τον Μιχαήλ Μπακούνιν και παρουσιάζοντας στη συνέχεια μια ιστορική περίπτωση στην οποία οι αναρχικοί υποστήριξαν, στη θεωρία και στην πράξη, αυτήν τη θέση. Πρόκειται για τη δράση της Ομοσπονδίας Αναρχικών Κομμουνιστών Βουλγαρίας (FAKB) μεταξύ των δεκαετιών του 1920 και του 1940.

Αναρχισμός: Αυθορμητισμός και αντι-οργανωτισμός;

Ο Κολπίνσκι, στον επίλογό του στη συλλογή κειμένων του Καρλ Μαρξ, του Φρίντριχ Ένγκελς και του Βλαντίμιρ Λένιν για τον αναρχισμό (ένα έργο που χρηματοδοτήθηκε από τη Μόσχα στο σοβιετικό πλαίσιο για την προώθηση των ιδεών του μαρξισμού-λενινισμού), ισχυρίζεται ότι ο αναρχισμός είναι ένα “μικροαστικό” δόγμα, “ξένο προς το προλεταριάτο”, που βασίζεται στον “τυχοδιωκτισμό”, σε “βολονταριστικές αντιλήψεις” και σε “ουτοπικά όνειρα για την απόλυτη ελευθερία του ατόμου “:

“Χαρακτηριστικό όλων των αναρχικών ρευμάτων είναι τα ουτοπικά όνειρα για τη δημιουργία μιας κοινωνίας χωρίς κράτος και χωρίς εκμεταλλευτικές τάξεις, μέσα από μια αυθόρμητη εξέγερση των μαζών και την άμεση κατάργηση της εξουσίας του κράτους και όλων των θεσμών του, και όχι μέσα από τον πολιτικό αγώνα της εργατικής τάξης, τη σοσιαλιστική επανάσταση και την εγκαθίδρυση της δικτατορίας του προλεταριάτου”.

Ισχυρισμοί αυτού του είδους έχουν διατυπωθεί σε όλη την ιστορία του αναρχισμού από τους αντιπάλους και τους εχθρούς του και εξακολουθούν να διατυπώνονται, παρόλο που διάφορες πρόσφατες θεωρητικές ή/και ιστορικές μελέτες έχουν δείξει ότι οι ισχυρισμοί αυτοί δεν υποστηρίζονται από τα γεγονότα.

Ο αυθορμητισμός και η θέση κατά της οργάνωσης δεν αποτελούν πολιτικές-ιδεολογικές αρχές του αναρχισμού και ως εκ τούτου δεν είναι κοινές για όλα τα ρεύματά του. Το οργανωτικό ζήτημα αποτελεί μια από τις πιο σημαντικές αντιπαραθέσεις μεταξύ των αναρχικών και καθορίζει τη διαμόρφωση των τάσεων του αναρχισμού.

Μια ευρεία ανάλυση του αναρχισμού με ιστορικούς και γεωγραφικούς όρους μας επιτρέπει να επιβεβαιώσουμε ότι υπάρχει ένας μειοψηφικός τομέας που αντιτίθεται στην οργάνωση και ένας πλειοψηφικός τομέας που την υποστηρίζει. Οι αναρχικοί έχουν διαφορετικές αντιλήψεις για τη μαζική οργάνωση, συμπεριλαμβανομένης της κοινοτικής και συνδικαλιστικής οργάνωσης, αλλά και διαφορετικές θέσεις σχετικά με την ειδική, αναρχική οργάνωση.

Τρεις αναρχικές θέσεις για την οργάνωση

1. Ο αντι-οργανωτισμός, ο οποίος τάσσεται, γενικά, ενάντια στην οργάνωση, σε κοινωνικό, ή μαζικό επίπεδο, σε πολιτικό-ιδεολογικό και ειδικό, αναρχικό, οργανωτικό επίπεδο. Υπερασπίζεται τον αυθορμητισμό ή, το πολύ-πολύ, την οργάνωση σε άτυπα δίκτυα ή/και μικρές ομάδες αγωνιστών.

2. Ο συνδικαλισμός και ο κοινοτισμός, οι οποίοι πιστεύουν ότι η οργάνωση των αναρχικών πρέπει να δημιουργηθεί μόνο στο κοινωνικό ή μαζικό επίπεδο, ότι οι αναρχικές πολιτικές οργανώσεις θα ήταν περιττές και σε ορισμένες περιπτώσεις ακόμη και επικίνδυνες, αφού τα λαϊκά κινήματα, προικισμένα με επαναστατική δύναμη, μπορούν να πραγματοποιήσουν όλες τις αναρχικές προτάσεις.

3. Ο οργανωτικός δυϊσμός, ο οποίος υποστηρίζει ότι είναι απαραίτητο να οργανωθούμε ταυτόχρονα σε μαζικά κινήματα και σε πολιτικές οργανώσεις, με σκοπό την πιο συνεπή και αποτελεσματική προώθηση των αναρχικών θέσεων μέσα σε κινήματα ευρείας βάσης.

Ο αντι-οργανωτισμός βασίζεται σε προτάσεις όπως αυτές του Λουίτζι Γκαλεάνι, ενός Ιταλού αναρχικού αγωνιστή, ο οποίος πίστευε ότι μια πολιτική οργάνωση -ή, όπως την ανέφερε ο συμπατριώτης του Ερρίκο Μαλατέστα, ένα “αναρχικό κόμμα”- οδηγεί αναγκαστικά σε μια κυβερνητικού τύπου ιεραρχία που παραβιάζει την ατομική ελευθερία:

“Το κόμμα, οποιοδήποτε κόμμα, έχει το πρόγραμμά του, το οποίο είναι το δικό του σύνταγμα. Έχει τη συνέλευση των τμημάτων ή των ομάδων αντιπροσώπων του, το κοινοβούλιο. Στο διοικητικό του όργανο ή στα τμήματά του τα στελέχη έχουν τη δική τους κυβέρνηση. Επομένως, πρόκειται για μια σταδιακή υπέρθεση οργάνων μέσω των οποίων επιβάλλεται μια πραγματική και αληθινή ιεραρχία μεταξύ των διαφόρων επιπέδων και των ομάδων που συνδέονται με την πειθαρχία, τις παραβάσεις, τις αντιφάσεις που αντιμετωπίζονται με τις αντίστοιχες ποινές, οι οποίες μπορεί να είναι τόσο η λογοκρισία όσο και η αποβολή”.

Ο Γκαλεάνι υποστηρίζει ότι οι αναρχικοί πρέπει να συνδέονται σε χαλαρά οργανωμένα, σχεδόν άτυπα δίκτυα, καθώς πιστεύει ότι η οργάνωση, ιδιαίτερα η προγραμματική, οδηγεί στην κυριαρχία, τόσο στην περίπτωση των αναρχικών ομάδων όσο και στα λαϊκά κινήματα γενικότερα. Για τον Γκαλεάνι “το αναρχικό κίνημα και το εργατικό κίνημα πορεύονται σε παράλληλους δρόμους και η γεωμετρική συγκρότηση των παράλληλων γραμμών γίνεται με τέτοιο τρόπο, ώστε να μην μπορούν ποτέ να συναντηθούν ή να συμπέσουν”. Ο αναρχισμός και το λαϊκό κίνημα αποτελούν, γι’ αυτόν, διαφορετικά πεδία. Οι εργατικές οργανώσεις είναι θύματα ενός “τυφλού και μερικού συντηρητισμού” που ευθύνεται για την “εγκαθίδρυση ενός εμποδίου, συχνά ενός κινδύνου” για τους αναρχικούς στόχους. Οι αναρχικοί, υποστηρίζει, πρέπει να δρουν μέσω της εκπαίδευσης, της προπαγάνδας και της βίαιης, άμεσης δράσης, χωρίς να εμπλέκονται σε οργανωμένα μαζικά κινήματα.

Ο συνδικαλισμός και ο κοινοτισμός συνδέονται με την ιδέα ότι το λαϊκό κίνημα φέρει όλες τις προϋποθέσεις, για να συμπεριλάβει ελευθεριακές και επαναστατικές θέσεις, ώστε να εκπληρώσει όλες τις απαραίτητες λειτουργίες για μια διαδικασία κοινωνικού μετασχηματισμού. Με αυτήν την έννοια, οι αναρχικές, πολιτικές οργανώσεις είναι περιττές ή αποτελούν δευτερεύον ζήτημα. Αν οι υπερασπιστές της οργάνωσης αποκλειστικά σε κοινοτικό επίπεδο είναι ελάχιστοι (όπως οι προτάσεις του Βορειοαμερικανού Μάρρεϊ Μπούκτσιν), δεν ισχύει το ίδιο για τον επαναστατικό συνδικαλισμό και τον αναρχοσυνδικαλισμό.

Τη θέση αυτήν υπερασπίζονται πολλοί επαναστάτες συνδικαλιστές, όπως ήταν η περίπτωση του Γάλλου Πιέρ Μονάτ, ο οποίος στο Αναρχικό Συνέδριο του Άμστερνταμ το 1907 υποστήριξε ότι ο επαναστατικός συνδικαλισμός “είναι αρκετά καλός από μόνος του”. Ο Μονάτ πίστευε ότι το λαϊκό κίνημα που ξεκίνησε από τη Γενική Συνομοσπονδία Εργασίας (CGT) στη Γαλλία το 1895 είχε καταστήσει δυνατή την επαναπροσέγγιση μεταξύ των αναρχικών και των μαζών, και ως εκ τούτου συνιστούσε “να ενταχθούν όλοι οι αναρχικοί στο συνδικαλισμό”. Πέρα από τη σημασία αυτού του προβληματισμού στο ιστορικό πλαίσιο μετά την αποξένωση μεταξύ του αναρχισμού και των μαζικών κινημάτων που είχε συμβεί στη Γαλλία μετά την Παρισινή Κομμούνα, η θέση αυτή του Μονάτ ήταν κυρίαρχη στον αναρχισμό του 20ου αιώνα σε όλο τον κόσμο, αν όχι στη θεωρία, τουλάχιστον στην πράξη.

Στο ίδιο συνέδριο, το οποίο μπορεί να θεωρηθεί ως η πρώτη ιστορική στιγμή ευρείας συζήτησης για οργανωτικά ζητήματα εντός του αναρχισμού, πήραν θέση και άλλοι αναρχικοί. Ο Μαλατέστα συμφώνησε με την αναρχική συμμετοχή στα λαϊκά κινήματα, αλλά πρόσθεσε το εξής: “Μέσα στα συνδικάτα πρέπει να παραμείνουμε αναρχικοί, με όλη τη δύναμη και το εύρος που συνεπάγεται αυτός ο ορισμός”. Δηλαδή, ο αναρχισμός δεν μπορούσε να διαλυθεί μέσα στο συνδικαλιστικό κίνημα, δεν μπορούσε να απορροφηθεί από αυτό και να πάψει να υπάρχει ως ιδεολογία με τις δικές της θέσεις και τη δική της οργάνωση. Μια παρόμοια θέση, αλλά με πιο εμφατικά ταξική βάση, υποστήριξε ο Αμεντέ Ντυνουά, ο οποίος υπερασπίστηκε, εκτός από τη συνδικαλιστική οργάνωση στους χώρους εργασίας, την ανάγκη για μια αναρχική οργάνωση:

“Οι συνδικαλιστές αναρχικοί […] έχουν μείνει μόνοι τους και έξω από το συνδικάτο δεν έχουν καμία πραγματική επαφή μεταξύ τους ή με τους άλλους συναδέλφους τους. Δεν έχουν καμία υποστήριξη και δε λαμβάνουν βοήθεια. Ως εκ τούτου, σκοπεύουμε να δημιουργήσουμε αυτήν την επαφή, να παρέχουμε αυτήν τη συνεχή υποστήριξη. Προσωπικά είμαι πεπεισμένος ότι η ένωση των δραστηριοτήτων μας μόνο οφέλη μπορεί να αποφέρει, τόσο σε επίπεδο ενέργειας όσο και σε επίπεδο νοημοσύνης. Και όσο πιο δυνατοί είμαστε (και θα είμαστε δυνατοί μόνο με την οργάνωσή μας), τόσο πιο δυνατή θα είναι η ροή των ιδεών που θα μπορέσουμε να διατηρήσουμε στο εργατικό κίνημα, το οποίο, σιγά-σιγά, θα εμποτιστεί με το αναρχικό πνεύμα. […] Θα ήταν αρκετό για την αναρχική οργάνωση να ομαδοποιήσει, γύρω από ένα πρόγραμμα πρακτικής και συγκεκριμένης δράσης, όλους τους συντρόφους που αποδέχονται τις αρχές μας και θέλουν να δουλέψουν μαζί μας, σύμφωνα με τις μεθόδους μας”.

Οι θέσεις του Μαλατέστα και του Ντυνουά αναφέρονται στον οργανωτικό δυϊσμό, ο οποίος βασίζεται στην ιδέα ότι οι αναρχικοί πρέπει να οργανωθούν παράλληλα σε δύο επίπεδα: σε ένα κοινωνικό, μαζικό, και σε ένα πολιτικό-ιδεολογικό, αναρχικό. Ο Μαλατέστα ορίζει το “αναρχικό κόμμα” ως “το σύνολο εκείνων που έχουν βαλθεί να βοηθήσουν να γίνει η αναρχία πραγματικότητα και οι οποίοι, ως εκ τούτου, πρέπει να θέσουν στον εαυτό τους έναν στόχο που πρέπει να επιτύχουν και ένα μονοπάτι που πρέπει να ακολουθήσουν. “Το να μένει κανείς απομονωμένος, με το κάθε άτομο να ενεργεί ή να επιδιώκει να ενεργήσει μόνο του, χωρίς να συνάπτει συμφωνίες με άλλους, χωρίς να κάνει προετοιμασίες, χωρίς να επιστρατεύει την υποτονική δύναμη των μεμονωμένων ατόμων”, σημαίνει για τους αναρχικούς “να καταδικάζει τον εαυτό του σε ανικανότητα, να σπαταλά τις δικές του ενέργειες σε ασήμαντες, αναποτελεσματικές πράξεις και, πολύ γρήγορα, να χάνει την πίστη στον σκοπό του και να πέφτει στην απόλυτη αδράνεια”. Ο τρόπος για να ξεπεραστεί η απομόνωση και η έλλειψη συντονισμού είναι η επένδυση στη συγκρότηση μιας αναρχικής πολιτικής οργάνωσης. Αν δε θέλει να παραμείνει ανενεργός και ανίσχυρος, ο στρατευμένος αναρχικός θα πρέπει να βρει άλλα άτομα με παρόμοιο πνεύμα και να γίνει πρωτεργάτης μιας νέας οργάνωσης”.

Ωστόσο, γι’ αυτόν, η συγκεκριμένη αναρχική οργάνωση δεν είναι αρκετή: “Η προτίμηση των λαϊκών οργανώσεων κάθε είδους είναι η λογική συνέπεια των θεμελιωδών ιδεών μας και πρέπει να αποτελεί αναπόσπαστο μέρος του προγράμματός μας”.Με αυτήν την έννοια, επισημαίνει την ανάγκη για έντονη δουλειά οικοδόμησης από τη βάση μέσα στις μαζικές λαϊκές οργανώσεις:

“Είναι επομένως απαραίτητο, σε κανονικούς καιρούς, να διεξάγουμε τη μακρά και υπομονετική δουλειά της προετοιμασίας και της λαϊκής οργάνωσης και να μην πέφτουμε στην αυταπάτη της βραχυπρόθεσμης επανάστασης, που είναι εφικτή με την πρωτοβουλία λίγων, χωρίς επαρκή συμμετοχή των μαζών. Σε αυτήν την προετοιμασία, λαμβάνοντας υπόψη ότι μπορεί να πραγματοποιηθεί σε ένα δυσμενές περιβάλλον, υπάρχει, μεταξύ άλλων, η προπαγάνδα, η αγκιτάτσια και η οργάνωση των μαζών, οι οποίες δεν πρέπει ποτέ να παραμεληθούν”.

Οι οργανωτικοί αναρχικοί (συνδικαλιστές, κομμουνιστές και οργανωτικοί δυϊστές) έχουν συμβάλει, θεωρητικά και πρακτικά, στη συζήτηση για τα οργανωτικά ζητήματα εντός του αναρχισμού. Ο οργανωτικός δυϊσμός έχει δώσει τις δικές του θεωρητικές και πρακτικές συνεισφορές, τις οποίες θα πραγματευτούμε στη συνέχεια, μέσα από τα γραπτά του Μιχαήλ Μπακούνιν και την εμπειρία της Ομοσπονδίας Αναρχικών Κομμουνιστών της Βουλγαρίας.

Αναρχισμός και οργανωτικός δυϊσμός: Τα γραπτά του Μιχαήλ Μπακούνιν

Ο οργανωτικός δυϊσμός βρίσκεται στις ρίζες του αναρχισμού και διατυπώνεται στο έργο του Μιχαήλ Μπακούνιν, ο οποίος αναφέρεται συχνά στις πρακτικές της Συμμαχίας στο πλαίσιο της Διεθνούς Ένωσης Εργαζομένων (IWA).

Για τον Μπακούνιν η Συμμαχία είχε διττό στόχο. Αφενός να ενισχύσει και να ενδυναμώσει την ανάπτυξη της Διεθνούς Ένωσης Εργαζομένων, αφετέρου να ενώσει όσους έχουν πολιτικές-ιδεολογικές συγγένειες με τον αναρχισμό γύρω από κάποιες αρχές, ένα πρόγραμμα και μια κοινή στρατηγική.Με λίγα λόγια, να δημιουργήσει και να ενισχύσει μια πολιτική οργάνωση και ένα μαζικό κίνημα:

“Αυτοί [οι αγωνιστές της Συμμαχίας] θα αποτελέσουν την εμπνευσμένη και ζωογόνο ψυχή αυτού του τεράστιου σώματος που ονομάζουμε Διεθνή Ένωση Εργαζομένων […] . Τότε θα ασχοληθούν με ζητήματα που είναι αδύνατο να συζητηθούν δημόσια. Θα αποτελέσουν την απαραίτητη γέφυρα ανάμεσα στην προπαγάνδα των σοσιαλιστικών θεωριών και την επαναστατική πρακτική”.

Ο Μπακούνιν υποστηρίζει ότι η Συμμαχία δε χρειάζεται πολύ μεγάλο αριθμό αγωνιστών. “Ο αριθμός αυτών των ατόμων δεν πρέπει επομένως να είναι τεράστιος”. Η Συμμαχία αποτελεί μια πολιτική, δημόσια και μυστική οργάνωση, μιας ενεργής μειοψηφίας, με συλλογική ευθύνη μεταξύ των μελών, η οποία συγκεντρώνει “τα πιο ασφαλή μέλη, τα πιο αφοσιωμένα, τα πιο έξυπνα και τα πιο ενεργητικά, με μια λέξη, τα πιο οικεία μέλη”, συγκεντρωμένα σε διάφορες χώρες, σε συνθήκες που να μπορούν να επηρεάσουν αποφασιστικά τις μάζες.

Η οργάνωση αυτή βασίζεται σε έναν εσωτερικό κανονισμό και ένα στρατηγικό πρόγραμμα, τα οποία καθορίζουν, αντίστοιχα, τις οργανικές της λειτουργίες, τις πολιτικο-ιδεολογικές και τις προγραμματικές-στρατηγικές της βάσεις, σφυρηλατώντας έναν κοινό άξονα για την αναρχική δράση. Σύμφωνα με τον Μπακούνιν, μέλη της οργάνωσης μπορούν να γίνουν μόνο όσοι “έχουν αποδεχτεί ειλικρινά ολόκληρο το πρόγραμμα με όλες τις θεωρητικές και πρακτικές συνέπειές του και που εξακολουθούν να έχουν μαζί με την ευφυΐα, την ενέργεια, την εντιμότητα και τη διακριτικότητα, το απαραίτητο επαναστατικό πάθος”.

Εσωτερικά, δεν υπάρχει ιεραρχία μεταξύ των μελών, οι αποφάσεις λαμβάνονται από κάτω προς τα πάνω, γενικά με πλειοψηφία (που ποικίλλει από συναίνεση έως απλή πλειοψηφία, ανάλογα με τη σημασία του θέματος). Όλα τα μέλη τηρούν τις αποφάσεις που λαμβάνονται συλλογικά. Αυτό σημαίνει εφαρμογή του φεντεραλισμού, που νοείται ως μια μορφή κοινωνικής οργάνωσης που πρέπει να αποκεντρώνει την εξουσία και να δημιουργεί “μια επαναστατική οργάνωση από κάτω προς τα πάνω και από την περιφέρεια προς το κέντρο” στα εσωτερικά όργανα της αναρχικής οργάνωσης.

Η ενθάρρυνση της ανάπτυξης και της ενίσχυσης της Διεθνούς Ένωσης Εργαζομένων σε διάφορες χώρες και η επιρροή της στο πρόγραμμά της αποτελεί, επίσης, όπως σημειώθηκε, έναν από τους στόχους της Συμμαχίας. Αυτό το ευρύ διεθνές και διεθνιστικό μαζικό κίνημα, σύμφωνα με τον Μπακούνιν “πρέπει να είναι ο πρωταγωνιστής της κοινωνικής επανάστασης, αφού καμία επανάσταση δεν μπορεί να πετύχει, αν δε γίνεται αποκλειστικά με τη δύναμη του λαού”. Μια τέτοια επαναστατική διαδικασία, που δεν μπορεί να περιοριστεί σε ουσιαστικά πολιτικές αλλαγές και πρέπει να φτάσει στα βαθύτερα κοινωνικά θεμέλια, συμπεριλαμβανομένης της οικονομίας, ανατρέπει τα θεμέλια του καπιταλιστικού και κρατικού συστήματος και εγκαθιδρύει τον ελευθεριακό σοσιαλισμό.

“Η Διεθνής Ένωση Εργαζομένων, πιστή στην αρχή της, δε θα υποστήριζε ποτέ μια πολιτική, αγωνιστική δράση που δε θα είχε ως άμεσο και επιτακτικό στόχο την πλήρη οικονομική χειραφέτηση του εργάτη, δηλαδή την κατάργηση της αστικής τάξης ως τάξης οικονομικά διαχωρισμένης από τη μάζα του πληθυσμού, ούτε οποιαδήποτε επανάσταση που από την πρώτη μέρα, από την πρώτη ώρα, δε θα συμπεριλάμβανε στο λάβαρό της την κοινωνική εκκαθάριση. […] Θα δώσει στην εργατική αναταραχή σε όλες τις χώρες έναν ουσιαστικά οικονομικό χαρακτήρα, θέτοντας ως στόχους τη μείωση της εργάσιμης ημέρας και την αύξηση των μισθών. Θα θέσει ως μέσα της την ένωση των εργατικών μαζών και το σχηματισμό ταμείων αντίστασης. […] Εν ολίγοις, θα επεκταθεί οργανώνοντας τον εαυτό της σταθερά, ξεπερνώντας τα σύνορα όλων των χωρών, έτσι ώστε, όταν η επανάσταση, καθοδηγούμενη από τη δύναμη των πραγμάτων, θα έχει εμφανιστεί, να υπάρχει μια πραγματική δύναμη, που θα ξέρει τι πρέπει να κάνει και, γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο, θα είναι σε θέση να την αδράξει και να της δώσει μια πραγματικά εποικοδομητική κατεύθυνση για το λαό. Πρόκειται, λοιπόν, για μια σοβαρή διεθνή οργάνωση των εργατικών ενώσεων όλων των χωρών, ικανή να αντικαταστήσει αυτόν τον πολιτικό κόσμο των κρατών και της αστικής τάξης”.

Το μαζικό κίνημα κινητοποιεί τους εργαζόμενους μέσω των οικονομικών τους αναγκών και οργανώνει τους συνδικαλιστικούς αγώνες βραχυπρόθεσμα μέσω των δικών τους οργανωτικών μηχανισμών και των θεσμών που δημιουργούν οι εργαζόμενοι, οι οποίοι εκτείνονται στον χώρο εργασίας και στους τόπους κατοικίας. Η μόνιμη συσσώρευση της κοινωνικής δύναμης των εργαζομένων και η ριζοσπαστικοποίηση των αγώνων επιτρέπει την πρόοδο προς την κοινωνική επανάσταση.

Η δημιουργία μιας λαϊκής ένωσης με βάση τις οικονομικές ανάγκες προϋποθέτει “αρχικά την εξάλειψη από το πρόγραμμα αυτής της ένωσης όλων των πολιτικών και θρησκευτικών ζητημάτων”, καθώς το πιο σημαντικό είναι “η αναζήτηση μιας κοινής βάσης, μιας σειράς απλών αρχών πάνω στις οποίες όλοι οι εργάτες, ανεξάρτητα από τις πολιτικές ή θρησκευτικές τους παρεκκλίσεις, […] συμφωνούν και πρέπει να συμφωνούν”.Ενώ το οικονομικό ζήτημα ενώνει τους εργάτες, τα πολιτικο-ιδεολογικά και θρησκευτικά ζητήματα τους διαχωρίζουν. Αυτά, αν και δεν αποτελούν αρχές της Διεθνούς Ένωσης Εργαζομένων, πρέπει να συζητούνται καθ’ όλη τη διάρκεια της διαδικασίας του αγώνα.

Πρόκειται για την ενθάρρυνση της ταξικής ενότητας μεταξύ των εργαζομένων, μέσω της συσπείρωσης γύρω από τα κοινά συμφέροντα μιας ομάδας καταπιεσμένων υποκειμένων, εργατών από την ύπαιθρο και την πόλη, αγροτών και γενικά περιθωριοποιημένων, για την άμεση ταξική πάλη ενάντια στις άρχουσες τάξεις, καθώς “ο ανταγωνισμός που υπάρχει μεταξύ του κόσμου της εργατικής τάξης και του αστικού κόσμου” δεν επιτρέπει “καμία συμφιλίωση”. Στην ταξική πάλη οι εργάτες γνωρίζουν “τους πραγματικούς εχθρούς τους, που είναι οι προνομιούχες τάξεις, συμπεριλαμβανομένων του κλήρου, της αστικής τάξης, της αριστοκρατίας και του κράτους”, κατανοούν τους λόγους που τους ενώνουν με άλλες καταπιεσμένες ομάδες, αποκτούν ταξική συνείδηση, αντιλαμβάνονται κοινά συμφέροντα και μαθαίνουν για πολιτικο-φιλοσοφικά ζητήματα. Όλα αυτά συνιστούν μια πραγματική παιδαγωγική διαδικασία.

Το μαζικό κίνημα πρέπει να οικοδομήσει τα οργανωτικά και θεσμικά θεμέλια της μελλοντικής κοινωνίας και να διατηρήσει τη συνοχή του με τους επαναστατικούς και σοσιαλιστικούς του στόχους. Ο Μπακούνιν υπογραμμίζει την απαραίτητη συνοχή μεταξύ μέσων και σκοπών και τονίζει ότι “μια ελεύθερη και εξισωτική κοινωνία δε θα εκπορευθεί από μια αυταρχική οργάνωση, επομένως, η Διεθνής, το έμβρυο της μελλοντικής ανθρώπινης κοινωνίας, πρέπει να είναι, από τώρα και στο εξής, η πιστή εικόνα των αρχών μας για την ελευθερία και την ομοσπονδία και να απορρίψει στους κόλπους της όλες τις αρχές που τείνουν στην εξουσία, στη δικτατορία”. Η Διεθνής Ένωση Εργαζομένων πρέπει, λοιπόν, να οργανωθεί με έναν ελευθεριακό και ομοσπονδιακό τρόπο. Είναι απαραίτητο “να φέρουμε αυτήν την οργάνωση όσο το δυνατόν πιο κοντά στο ιδανικό μας”, ενθαρρύνοντας τη δημιουργία ενός οργανωτικού και θεσμικού ικριώματος που μπορεί να αντικαταστήσει τον καπιταλισμό και το κράτος. “Η μελλοντική κοινωνία δεν πρέπει να είναι τίποτα άλλο από την καθολίκευση της οργάνωσης που έχει δημιουργήσει η Διεθνής”.

Η Συμμαχία δεν ασκεί σχέση κυριαρχίας ή/και ιεραρχίας στη Διεθνή Ένωση Εργαζομένων, αλλά τη συμπληρώνει και το αντίστροφο. Μαζί αυτά τα δύο οργανωτικά σώματα αλληλοσυμπληρώνονται και ενισχύουν το επαναστατικό σχέδιο των εργαζομένων, χωρίς την υποταγή κανενός από τα δύο μέρη.

“Η Συμμαχία είναι το απαραίτητο συμπλήρωμα της Διεθνούς… Αλλά η Διεθνής και η Συμμαχία, τείνοντας προς τον ίδιο τελικό σκοπό, επιδιώκουν ταυτόχρονα διαφορετικούς στόχους. Η αποστολή του ενός είναι να συγκεντρώσει τις εργαζόμενες μάζες, τα εκατομμύρια των εργατών, με τα διαφορετικά επαγγέλματα και τις διαφορετικές χώρες, πέρα από τα σύνορα όλων των κρατών, σε ένα ενιαίο τεράστιο και συμπαγές σώμα. Από την άλλη, η Συμμαχία, έχει ως αποστολή να δώσει στις μάζες μια πραγματικά επαναστατική ηγεσία. Τα προγράμματα του ενός και του άλλου σώματος, χωρίς να είναι σε καμία περίπτωση αντίθετα, διαφέρουν από τον ίδιο τον βαθμό της αντίστοιχης ανάπτυξής τους. Εκείνο της Διεθνούς, αν το πάρουμε στα σοβαρά, περιέχει σε σπέρμα, αλλά μόνο σε σπέρμα, ολόκληρο το πρόγραμμα της Συμμαχίας. Το πρόγραμμα της Συμμαχίας είναι η τελική έκφραση του προγράμματος της Διεθνούς”.

Η ένωση αυτών των δύο οργανώσεων (μια πολιτική οργάνωση, αποτελούμενη από μειοψηφίες (στελέχη), και μια κοινωνική οργάνωση, αποτελούμενη από πλειοψηφίες (μάζες)) και η οριζόντια και μόνιμη οργάνωσή τους ενισχύουν τη δύναμη των εργαζομένων και αυξάνουν τις ευκαιρίες της αναρχικής διαδικασίας κοινωνικού μετασχηματισμού. Στο πλαίσιο του μαζικού κινήματος, η πολιτική οργάνωση καθιστά τους αναρχικούς πιο αποτελεσματικούς στην ιδεολογική διαπάλη και ανακατευθύνει τις δυνάμεις που στοχεύουν προς την αντίθετη κατεύθυνση και που μπορεί να τείνουν να αναγάγουν σε καθεστώς αρχής οποιαδήποτε από τις διαφορετικές πολιτικο-ιδεολογικές ή/και θρησκευτικές θέσεις, που ελαχιστοποιούν τον κατεξοχήν ταξικό χαρακτήρα του κινήματος, που ενισχύουν τις ρεφορμιστικές θέσεις (που βλέπουν τη μεταρρύθμιση ως σκοπό), που ενθαρρύνουν την απώλεια της μαχητικότητας, που εγκαθιδρύουν εσωτερικές ιεραρχίες ή/και σχέσεις κυριαρχίας, που κατευθύνουν τις δυνάμεις των εργαζομένων προς εκλογές ή/και προς στρατηγικές αλλαγής που συνεπάγονται την κατάληψη του κράτους, που υποτάσσουν το κίνημα σε κόμματα, κράτη ή άλλες οργανώσεις που εξαλείφουν, κατά τη διαδικασία αυτή, τον πρωταγωνιστικό ρόλο των καταπιεσμένων τάξεων και των θεσμών τους.

Αναρχισμός και οργανωτικός δυϊσμός: Η εμπειρία της Ομοσπονδίας Αναρχικών Κομμουνιστών Βουλγαρίας (FAKB)

Παρακάτω παρουσιάζουμε τις γενικές γραμμές του αναρχικού, οργανωτικού δυϊσμού που αναπτύχθηκαν μέσα από την εμπειρία της Ομοσπονδίας Αναρχικών Κομμουνιστών Βουλγαρίας (FAKB) μεταξύ των δεκαετιών του 1920 και του 1940.

Στην Ανατολική Ευρώπη, οι αναρχικοί έπαιξαν καθοριστικό ρόλο το 1903, κατά τη διάρκεια της Μακεδονικής Επανάστασης, όπου συμμετείχαν σε δύο γεγονότα ελευθεριακού χαρακτήρα. Πρώτα στην εξέγερση του Ίλιντεν και την ανακήρυξη της Κομμούνας του Κρούτσεβο και στη συνέχεια στην εξέγερση του Πρεομπροζένιε και την ανακήρυξη της Κομμούνας της Στράντζα. Αυτή ήταν υπεύθυνη για την κατάληψη εδαφών, πραγματοποίησε εμπειρίες αυτοδιαχείρισης για ένα μήνα και αποτέλεσε την πρώτη τοπική απόπειρα οικοδόμησης μιας νέας κοινωνίας βασισμένης στις αρχές του ελευθεριακού κομμουνισμού. Μετά τη συντριβή της εξέγερσης και της κομμούνας, οι αναρχικοί ίδρυσαν σχετικές εφημερίδες στη Βουλγαρία, όπως ήταν η Free Society, η Acracia, η Probuda ή Rabotnicheska Misl. Εμφανίστηκαν, επίσης διάφορες αναρχικές ομάδες, ενώ το 1914 μια ομάδα από το Ρούσε έθεσε τα θεμέλια για ένα αναρχοσυνδικαλιστικό κίνημα. Μετά τα προβλήματα που προκάλεσε ο Α’ Παγκόσμιος Πόλεμος, ο βουλγαρικός αναρχισμός επανεμφανίστηκε ανανεωμένος με την ίδρυση της Ομοσπονδίας Αναρχικών Κομμουνιστών Βουλγαρίας (FAKB), το 1919, σε ένα συνέδριο στο οποίο συμμετείχαν 150 αντιπρόσωποι.

“Στο καυτό έτος 1919, στο αποκορύφωμα της παγκόσμιας εργατικής εξέγερσης κατά του καπιταλισμού, οι Βούλγαροι αναρχοσυνδικαλιστές (οι πρώτες ομάδες είχαν ιδρυθεί το 1910) και ο πυρήνας της παλιάς Μακεδονικής-Βουλγαρικής Αναρχικής Ομοσπονδίας (ένας πυρήνας της οποίας είχε ιδρυθεί το 1909) ζήτησαν την αναδιοργάνωση του κινήματος. Η Ομοσπονδία Αναρχικών Κομμουνιστών Βουλγαρίας (FAKB) ιδρύθηκε σε ένα συνέδριο που άνοιξε ο αναρχικός αντάρτης Μιχαήλ Γκερτζίκοφ (1877-1947), ιδρυτής της Μακεδονικής Παράνομης Επαναστατικής Επιτροπής (MTRK) το 1898 και διοικητής του Κορυφαίου Σώματος Μάχης της κατά τη διάρκεια της Μακεδονικής Επανάστασης του 1903.”

Στη Βουλγαρία, η FAKB ηγήθηκε σχετικών εμπειριών που αφορούσαν τον συνδικαλισμό της πόλης και της υπαίθρου, τους συνεταιρισμούς, το αντάρτικο και την οργάνωση της νεολαίας. “Η FAKB αποτελούνταν από συνδικαλιστικά, αντάρτικα, επαγγελματικά και νεανικά τμήματα που διαφοροποιήθηκαν σε όλη τη βουλγαρική κοινωνία”. Βοήθησε επίσης στην ίδρυση και ενίσχυση οργανώσεων όπως ήταν η Βουλγαρική Ομοσπονδία Αναρχικών Φοιτητών (BONSF), μια αναρχική ομοσπονδία καλλιτεχνών, συγγραφέων, διανοουμένων, γιατρών και μηχανικών και η Ομοσπονδία Αναρχικής Νεολαίας (FAM), η οποία είχε παρουσία σε πόλεις, κωμοπόλεις και σε όλα τα μεγάλα σχολεία.

Στο πέμπτο συνέδριο της FAKB, το 1923, συμμετείχαν 104 αντιπρόσωποι και 350 παρατηρητές από 89 οργανώσεις, γεγονός που καταδεικνύει την ευρεία αναρχική επιρροή, πιθανώς την πλειοψηφία μεταξύ των εργατών της Γιάμπολ, του Κιουστεντίλ, του Ρόντομιρ, της πόλης Νόβα Ζαγόρα, του Κιλιφάρεβο και του Ντεμπελέτς, εκτός από την αυξανόμενη επιρροή στη Σόφια, τη Φιλιππούπολη, τη Ruse και άλλα κέντρα. Η ανάπτυξη της FAKB προσέλκυσε σοβαρές διώξεις από τη φασιστική δεξιά, η οποία μεταξύ 1923 και 1931 σκότωσε περισσότερους από 30.000 εργάτες. Σε αυτό το πλαίσιο, πολλοί αγωνιστές της FAKB δολοφονήθηκαν και άλλοι αναγκάστηκαν να εξοριστούν. Ακόμη κι έτσι, όσοι παρέμειναν σχημάτισαν πολεμικά αποσπάσματα γνωστά ως “τσετί” και συμμετείχαν σε μια μεγάλη προσπάθεια συντονισμού μιας εξέγερσης με το Βουλγαρικό Κομμουνιστικό Κόμμα (BKP) το 1923, ενώ συμμετείχαν, επίσης, σε ανταρτοπόλεμο, το 1925, μαζί με το BKP και τη Βουλγαρική Αγροτική Ένωση (BZS).

Μεταξύ του 1926 και του 1927, η FAKB υιοθέτησε τις προτάσεις της Οργανωτικής Πλατφόρμας της Γενικής Ένωσης Αναρχικών, ένα κείμενο που δημοσιεύτηκε το 1926 από την ομάδα των Ρώσων εξόριστων που εξέδιδαν την εφημερίδα Dielo Trudá (“Εργατική Υπόθεση”) , το οποίο τόνιζε την αναγκαιότητα μιας προγραμματικής και ομοιογενούς αναρχικής οργάνωσης, που θα βασιζόταν στην ιδεολογική ενότητα, την τακτική ενότητα (συλλογική μέθοδος δράσης), τη συλλογική υπευθυνότητα και τον ομοσπονδιακό χαρακτήρα. Το σχέδιο αυτό είχε σημαντικό αντίκτυπο στην ανάπτυξη της FAKB του 1945, της Πλατφόρμας της FAKB, την οποία θα εξετάσουμε αργότερα.

Το 1930, στη Βουλγαρία, οι αναρχικοί έδρασαν καταλυτικά στον σχηματισμό της Συνομοσπονδίας Vlassovden, μιας αγροτικής ένωσης που οργανώθηκε γύρω από τα εξής πολλαπλά αιτήματα: “μείωση της άμεσης και έμμεσης φορολογίας, διάλυση των αγροτικών καρτέλ, δωρεάν ιατρική περίθαλψη για τους αγρότες, ασφάλιση και συντάξεις για τους εργάτες γης και κοινοτική αυτονομία”. Ο λεγόμενος “συνδικαλισμός Vlassovden” εξαπλώθηκε ταχύτατα. Ένα χρόνο μετά τη δημιουργία του η Συνομοσπονδία είχε ήδη 130 παραρτήματα και ευθύνεται για μια “τεράστια άνοδο της αναρχικής οργάνωσης και των εκδόσεων, έτσι ώστε το αναρχικό κίνημα να μπορεί να υπολογίζεται ως η τρίτη μεγαλύτερη δύναμη στην αριστερά, μετά την BZS και στη συνέχεια το BKP “.

Κατά τη διάρκεια της Ισπανικής Επανάστασης (1936-1939), 30 Βούλγαροι αναρχικοί πολέμησαν ως εθελοντές στις αναρχικές πολιτοφυλακές.

Μεταξύ 1941 και 1944, μια αναρχική αντάρτικη ομάδα πολέμησε τον φασισμό και συμμάχησε με το Πατριωτικό Μέτωπο στην οργάνωση της εξέγερσης του Σεπτεμβρίου 1944 κατά της ναζιστικής κατοχής. Εν τω μεταξύ, με τον Κόκκινο Στρατό να αντικαθιστά τους Γερμανούς ως δύναμη κατοχής, δημιουργήθηκε μια συμμαχία μεταξύ της δεξιάς και της αριστεράς, που που ονομάστηκε “συμμαχία κόκκινου-πορτοκαλί-καφέ”, η οποία κατέστειλε βάναυσα τους αναρχικούς. Οι εργάτες αναγκάστηκαν να ενταχθούν σε ένα ενιαίο συνδικάτο, συνδεδεμένο με το κράτος, σε μια πολιτική σαφώς εμπνευσμένη από τον Μουσολίνι, και το 1945, σε ένα συνέδριο της FAKB στη Σόφια, η κομμουνιστική πολιτοφυλακή συνέλαβε τους ενενήντα παρόντες αντιπροσώπους, γεγονός που δεν εμπόδισε την εφημερίδα της FAKB, Rabotnicheska Misl, να φτάσει σε κυκλοφορία τα 60.000 αντίτυπα ανά τεύχος εκείνο το έτος. Στα τέλη της δεκαετίας του 1940, “εκατοντάδες είχαν εκτελεστεί και περίπου 1.000 μέλη της FAKB είχαν σταλεί σε στρατόπεδα συγκέντρωσης, όπου τα βασανιστήρια, η κακομεταχείριση και η πείνα των βετεράνων (αλλά μη κομμουνιστών) αντιφασιστών […] ήταν σχεδόν ρουτίνα”. Έτσι τελείωσε η εμπειρία της FAKB, η οποία ξεκίνησε το 1919.

Κάνοντας έναν απολογισμό αυτής της οργανωτικής εμπειρίας, μπορούμε να συμπεράνουμε:
“Διάφοροι τύποι οργάνωσης της εργατικής τάξης ήταν απαραίτητοι και διαπλέκονταν μεταξύ τους χωρίς υποταγή: αναρχικές κομμουνιστικές πολιτικές οργανώσεις, εργατικά συνδικάτα, συνδικάτα εργατών γης, συνεταιρισμοί, πολιτιστικές οργανώσεις και οργανώσεις ειδικών συμφερόντων (π.χ. της νεολαίας ή των γυναικών)”.

Η πρακτική της FAKB κατά τη διάρκεια αυτών των δύο και πλέον δεκαετιών, καθώς και οι θεωρητικοί προβληματισμοί που συνέβησαν εκείνη την περίοδο, μαζί με την επιρροή της Πλατφόρμας της ομάδας-εφημερίδας Dielo Trudá αποτυπώθηκαν το 1945 σε ένα προγραμματικό έγγραφο, την Πλατφόρμα της Ομοσπονδίας Αναρχικών Κομμουνιστών Βουλγαρίας. Σύμφωνα με αυτό το έγγραφο, η FAKB οραματιζόταν, βασιζόμενη στον οργανωτικό δυισμό, μια αναρχική πολιτική οργάνωση και ένα μαζικό κίνημα στην πόλη και στην ύπαιθρο, αποτελούμενο από συνδικάτα και συνεταιρισμούς.

“Η αναρχική πολιτική οργάνωση φέρνει στις γραμμές της τους αναρχικούς γύρω από τις αναρχικές κομμουνιστικές πολιτικο-ιδεολογικές αρχές, οργανώνεται τοπικά και έχει τα ακόλουθα θεμελιώδη καθήκοντα: την ανάπτυξη, υλοποίηση και διάδοση των αναρχικών κομμουνιστικών ιδεών, τη μελέτη όλων των ζωτικών σημερινών ζητημάτων που επηρεάζουν την καθημερινή ζωή των εργαζόμενων μαζών και τα προβλήματα της κοινωνικής ανασυγκρότησης, τον πολύπλευρο αγώνα για την υπεράσπιση του κοινωνικού μας ιδεώδους και της υπόθεσης των εργαζομένων, τη συμμετοχή στη δημιουργία ομάδων εργαζομένων σε επίπεδο παραγωγής, επαγγέλματος, ανταλλαγής και κατανάλωσης, πολιτισμού και εκπαίδευσης και όλων των άλλων οργανώσεων που μπορούν να είναι χρήσιμες στην προετοιμασία της κοινωνικής ανασυγκρότησης, την ένοπλη συμμετοχή σε κάθε επαναστατική εξέγερση, την προετοιμασία και την οργάνωση αυτών των γεγονότων, τη χρήση κάθε μέσου που μπορεί να επιφέρει την κοινωνική επανάσταση.”

Οι αναρχικοί συμμετέχουν, επίσης, σε μαζικά κινήματα, ιδιαίτερα σε συνδικάτα και συνεταιρισμούς. Τα συνδικάτα πρέπει να οργανώνουν τη δύναμη των εργαζομένων ανά χώρο εργασίας ή κατηγορία εργασίας και πρέπει να βασίζονται στον φεντεραλισμό, την άμεση δράση και την ταξική αυτονομία και ανεξαρτησία. Τα βασικά τους καθήκοντα ορίζονται ως εξής:

“Η υπεράσπιση των άμεσων συμφερόντων της εργατικής τάξης, ο αγώνας για τη βελτίωση των συνθηκών εργασίας των εργαζομένων, η μελέτη των προβλημάτων της παραγωγής, ο έλεγχος της παραγωγής και η ιδεολογική, τεχνική και οργανωτική προετοιμασία μιας ριζοσπαστικής κοινωνικής ανασυγκρότησης, στην οποία θα πρέπει να εξασφαλίσουν τη συνέχιση της βιομηχανικής παραγωγής”.

Οι αγροτικοί συνεταιρισμοί συνδέουν τους ακτήμονες αγρότες και τους μικροϊδιοκτήτες που δεν εκμεταλλεύονται την εργασία άλλων και αναλαμβάνουν τα εξής καθήκοντα:

“Να υπερασπίζονται τα συμφέροντα των ακτημόνων αγροτών, των αγροτών με μικρή γη και των αγροτών με μικρά αγροτεμάχια, να οργανώνουν ομάδες γεωργικής παραγωγής, να μελετούν τα προβλήματα της γεωργικής παραγωγής, να προετοιμάζουν τη μελλοντική κοινωνική ανασυγκρότηση, στην οποία θα είναι οι πρωτοπόροι της αναδιοργάνωσης και της γεωργικής παραγωγής, με στόχο την εξασφάλιση της διαβίωσης ολόκληρου του πληθυσμού”.

Τελικά, η εμπειρία της FAKB, η οποία αντικατοπτρίζεται σε αυτό το προγραμματικό έγγραφο, δηλαδή την Πλατφόρμα της Ομοσπονδίας Αναρχικών Κομμουνιστών Βουλγαρίας, παρουσιάζει σχετικά ιστορικά στοιχεία για την κατανόηση του αναρχικού οργανωτικού δυϊσμού.

Συμπερασματικές σημειώσεις
Η σημασία της συζήτησης για τα οργανωτικά ζητήματα στο πλαίσιο του αναρχισμού είναι διττή. Από τη μία πλευρά, εξακολουθεί να είναι απαραίτητο να προσεγγίσουμε τον αναρχισμό με σοβαρότητα, αντιμετωπίζοντας τα επιχειρήματα που υποστηρίζουν οι αντίπαλοι και οι εχθροί του, με σκοπό να παρέχουμε μια πιο ουσιαστική γνώση αυτής της ιδεολογίας, της πολιτικής της και των κύριων συζητήσεών της. Από την άλλη πλευρά, η εμβάθυνση της συζήτησης για τον οργανωτικό δυισμό μπορεί να συμβάλει στη σύγχρονη συζήτηση για την οργάνωση των καταπιεσμένων τάξεων, παρέχοντας στοιχεία για προβληματισμό σε όσους ενδιαφέρονται για τα κινήματα αντίστασης και τον αγώνα κατά της κυριαρχίας γενικά και κατά του καπιταλισμού και του κράτους ειδικότερα.

*Πηγή: Institute For Anarchist Theory and History.

**Εμείς το πήραμε απο εδώ: https://www.alerta.gr/archives/26924