Από http://eagainst.com/articles/radical-history/
Πρώτη δημοσίευση περιοδικό 'Ευτοπία"


Πρόκειται για διάλεξη που έδωσε ο James Horrox το 2009 με τίτλο “Radical Histories/Alternative Futures: Anarchism, Zionism and the Kibbutz”. Ο Horrox διδάσκει πολιτική και φιλοσοφία στο πανεπιστήμιο του Μάντσεστερ και είναι συγγραφέας του βιβλίου Living Revolution: Anarchism in the Kibbutz Movement. Είναι συνεκδότης του λονδρέζικου αναρχικού περιοδικού Freedom. Πολλές φορές αναφέρεται η σχέση των κιμπούτς με το αντιεξουσιαστικό όραμα. Το ιδιαίτερο ενδιαφέρον του κειμένου αυτού βρίσκεται στην καταγραφή των αναρχικών επιρροών στη σύσταση και λειτουργία των κιμπούτς. Κείμενα σχετικά με τα κιμπούτς έχουν δημοσιευτεί και σε προηγούμενα τεύχη του περιοδικού: στο 3ο τεύχος δημοσιεύτηκε μια συνέντευξη που παραχώρησε ο Νόαμ Τσόμσκυ στην Ευτοπία (σσ. 4-6) και στο 8ο τεύχος η ομιλία του Yaacov Oved “Ο αναρχισμός στο κίνημα των Kibbutz” (σσ. 14-22), ομιλία στην οποία παραπέμπει συχνά ο Horrox.
Ο σύγχρονος διάλογος για το ισραηλινό-παλαιστινιακό ζήτημα συχνά υπονομεύεται από μία επίμονη τάση ανάγνωσης του παρελθόντος μέσα από, όπως τις ονομάζει και ο άγγλος ακαδημαϊκός W. H. Greenleaf, «μοντέρνες προκαταλήψεις»- εννοώντας την ηθικοποίηση των γεγονότων με μία οπτική που ερμηνεύει και αξιολογεί το παρελθόν μόνο μέσα από το πρίσμα των σημερινών πραγματικοτήτων. Η μυωπική, ωστόσο διεισδυτική, εφαρμογή της αντι-αποικιακής πείρας και γνώσης της αριστεράς και η ιδεολογικά κατευθυνόμενη διαστρέβλωση από την, μετά το 1948, εποχή της σιωνιστικής εγκαθίδρυσης κράτους, έχουν αναδρομικά αλλοιώσει την πολύπλοκη και πολυδιάστατη ιστορία των αρχικών κοινοτήτων κιμπούτς, αντιμετωπίζοντάς τα ως μία απλή και μονοδιάστατη εξέλιξη προς την κρατικοποίηση. Επικεντρώνοντας, σχεδόν αποκλειστικά, στη μετέπειτα κεντρική τους σχέση με το κράτος του Ισραήλ, αποτρέπεται η ανάπτυξη μιας ολιστικής κατανόησης των πρώτων εκφάνσεών τους και άρα αποκλείεται γι’ αυτά και μια δίκαιη θέση στο πάνθεον των ριζοσπαστικών εγχειρημάτων. Παρόλο που δε μας εκπλήσσει αυτή η παραδρομή από την οπτική του σύγχρονου αναρχισμού, ιδιαίτερα σε ένα πλαίσιο γενικότερης έλλειψης ορθολογικού διαλόγου για ο,τιδήποτε σχετίζεται με το ισραηλινό-παλαιστινιακό ζήτημα, δεν μπορεί να παραβλεφθεί ότι, όχι μόνο αγνοεί ένα εφαρμόσιμο και δυνητικά παραδειγματικό μοντέλο συμμετοχικής οικονομίας και πολιτικής, αλλά εξαλείφει επιτυχώς μία ολόκληρη ιστορία, στην οποία οι ελευθεριακές ιδεολογίες έπαιζαν για κάποιο καιρό ένα σημαντικό ρόλο.
Για τη ριζοσπαστική ευρωπαϊκή νεολαία που ίδρυσε τα πρώτα κιμπούτς κατά τη διάρκεια του δεύτερου και τρίτου μεταναστευτικού κύματος (Aliyah[1]), ο σιωνισμός δεν ήταν απλά το τέλος της εξορίας και η επαναδημιουργία του Μεγάλου Ισραήλ (Eretz Israel). Ήταν η δημιουργία από την αρχή μιας ολοκληρωτικά νέου τύπου κοινωνίας σε ένα καινούριο μέρος. Οι πρωτοπόροι των κιμπούτς, μη βρίσκοντας κρατικές δομές, πέρα από τα καταρρέοντα αποικιακά τεχνάσματα των οθωμανών Τούρκων, και αργότερα της βρετανικής κυριαρχίας, αναγνώρισαν στον καινούριο τους τόπο ένα πρωτόγνωρο κενό εξουσίας. Επιδιώκοντας να αποτρέψουν την ανάδυση του καπιταλισμού, με τη δημιουργία πρωτότυπων χώρων αυτόνομης παραγωγής, είδαν στη δημιουργία των κιμπούτς κολλεκτίβων έναν τρόπο μετάφρασης του ουτοπικού ιδανικού μιας «συνεργατικής κοινότητας χωρίς εκμεταλλευτές ή εκμεταλλευόμενους»[2] σε ένα μόνιμο κοινωνικό σύστημα ικανό να ηγηθεί της κάλυψης του προαναφερθέντος κενού. Μακρυά από αυτό που η Έμα Γκόλντμαν ονόμασε «το όνειρο των καπιταλιστών εβραίων… για έναν εβραϊκό κρατικό μηχανισμό που θα προστατεύει τα προνόμια των λίγων ενάντια σε αυτά των πολλών»[3], ο στόχος τους ήταν να χτίσουν μία ακρατική κοινωνία βασισμένη στην αυτοδιοίκηση, την ισότητα και τη συνεργασία με το γηγενή πληθυσμό σε τοπικό επίπεδο. Οι ιδέες του Κροπότκιν, του Τολστόι, του Προυντόν και του Λαντάουερ[4] ήταν γνωστές και κατανοητές στον εργατικό σιωνιστικό κοινωνικό περίγυρο των αρχών του 20ου αιώνα και το περιεχόμενό τους επηρέασε πολλούς εξέχοντες ιδεολόγους, όπως επίσης και κινήματα. Επιπλέον, το κίνημα των κιμπούτς πριν το 1948 κατάφερε εύλογανα υλοποιήσει αυτές τις ιδέες σε μεγαλύτερο βαθμό από οποιοδήποτε άλλο ουτοπικό πείραμα, χτίζοντας με επιτυχία μία ολόκληρη εθνική υποδομή στη βάση της συνεργατικής δουλειάς (cooperative labour) που ήταν οργανωμένη μέσω μιας ομοσπονδοποιημένης συμμαχίας κομμούνων (communes) ουσιαστικά ολόιδιων με αυτές που οραματίζονταν οι αναρχικοί θεωρητικοί του 19ου αιώνα. Μέσα σε αυτές τις κοινότητες η περιουσία ήταν κοινή, το μισθολογικό σύστημα είχε εγκαταλειφθεί, η παραγωγή και η κατανάλωση οργανωνόταν συλλογικά με άμεση δημοκρατία, με την αυτοδιαχείριση και την κυκλική εργασία να διασφαλίζουν τη διατήρηση ενός αντι-ιεραρχικού οικονομικού πολιτισμού. Η κατανομή των αγαθών και των πόρων γινόταν ανάλογα με τις ανάγκες και όλα τα μέλη επωφελούνταν (ή υπέφεραν) από τη συσσώρευση του συνολικού προϊόντος της υπερεργασίας. Δίχως εξαναγκαστικούς μηχανισμούς, η πολιτική εξουσία ανήκε στη γενική συνέλευση των μελών των κιμπούτς (την Asefa), στην οποία όλα τα ζητήματα που σχετίζονταν με τη ζωή στην κοινότητα συζητούνταν σε ανοιχτές συναντήσεις και οι αποφάσεις λαμβάνονταν με ομοφωνία (στα πρώτα, οικεία kvutzot[5]) και αργότερα με πλειοψηφία. Με λίγα λόγια, το κίνημα των κιμπούτς όσο υπήρχε πριν την εγκαθίδρυση του κράτους του Ισραήλ λειτουργούσε πάνω κάτω ως ένα βιώσιμο μοντέλο συμμετοχικής οικονομίας και πολιτικής, καθιστώντας το, όπως παρατήρησε και ένας ανταποκριτής της λονδρέζικης αναρχικής εφημερίδας Freedom τo 1962, «ένα από τα καλύτερα παραδείγματα δημοκρατίας που υπάρχει και σίγουρα το πιο κοντινό στην εφαρμογή του αναρχισμού. Οποιαδήποτε προσφιλής στον αναρχισμό θεωρία… [είναι] τμήμα του καθημερινού προτύπου επιβίωσης. Εδώ στο μικρόκοσμο μπορούν να ιδωθούν οι αρχές αυτού που μπορεί να συμβεί σε μία αυθεντικά ελεύθερη κοινωνία»[6].
Ριζοσπαστική Ιστορία
Η γενιά των νέων εβραίων που έφερε στη ζωή το κίνημα των κιμπούτς στις αρχές του 20ου αιώνα είχε υποστεί την επιρροή σχεδόν κάθε κοινωνικής και πολιτικής ιδεολογίας. Ο φιλελευθερισμός, ο λαϊκισμός, ο τολστοϊσμός, όλες οι παραλλαγές κοινωνικής δημοκρατίας των μπολσεβίκων και μενσεβίκων, καθώς και κάθε τάση του αναρχισμού, από τον μηδενισμό ως τον κομμουναλισμό (communalism) του Κροπότκιν, αγωνίζονταν για το ποια θα υπερισχύσει ανάμεσα στους ρώσους διανοούμενους της Παλαιστίνης[7]. Το πιο σημαντικό μέσο διάχυσης των αναρχικών ιδεών που επηρέασαν τον αυτοπροσδιορισμό των αρχικών υποστηρικτών του κινήματος των κιμπούτς ήταν η φιγούρα του, γεννημένου στην Ουκρανία, συγγραφέα και ιδεολόγου Aaron David Gordon, το πνευματικό κύρος του οποίου ήταν τέτοιο που η μνήμη του θα υπερείχε στο κίνημα των κιμπούτς, αλλά και στον εργατικό σιωνισμό συνολικά, για τις δεκαετίες που ακολούθησαν. Επηρεασμένος από τον καββαλιστικό και χασσιδιστικό μυστικισμό[8], τον αντικομφορμιστικό νιτσεϊκό υπαρξισμό και τον τολστοϊκό αγροτικό αναρχισμό, ο Γκόρντον πίστευε ότι τα ανθρώπινα όντα βρίσκονται στη βέλτιστη δυνατή κατάσταση όταν απορρίπτουν τα μηχανικά τεχνάσματα του μοντέρνου πολιτισμού και ζουν σε οργανική σχέση με τους άλλους ανθρώπους και τη φύση. Ο σιωνισμός του Γκόρντον ήταν πιστά πασιφιστικός και αντιμιλιταριστικός, και (σημαντικό όταν εξετάζεται η μετέπειτα κεντρικότητά του στην ισραηλινή εθνική αφήγηση) η ιδέα ενός εβραϊκού κράτους δεν αναφέρεται ποτέ σε όλο το εύρος της δουλειάς του. Όντας σκληρά αντιτιθέμενος στις καπιταλιστικές μορφές της εργατικής εκμετάλλευσης, ο Γκόρντον απέρριψε τον «σοσιαλισμό»- με τον οποίο εννοούσε πάντα τον μαρξισμό- και την έμφασή του στην ταξική πάλη ως το κλειδί για να υπερνικηθεί ο καπιταλισμός. Έβλεπε τον μαρξισμό ως συνέχεια της κυρίαρχης μηχανιστικής αντίληψης του ανθρώπινου όντος και της κοινωνίας, ως την έκφραση μιας αποξενωτικής σκέψης παρά μιας απάντησης σ’ αυτή, και υποστήριζε ότι, εφόσον η τάξη ήταν από μόνη της μία τεχνητή οργάνωση των ανθρώπινων όντων, ένα οικοδόμημα της βιομηχανικής κοινωνίας, δε γινόταν να αναμένεται από το προλεταριάτο να αποτελέσει παράγοντα για τον ανθρώπινο μετασχηματισμό. Επιπλέον, η μαρξιστική έμφαση σε αλλαγές στην οικονομική οργάνωση έμοιαζε στον Γκόρντον προνομιούχα στη δομή, εις βάρος του περιεχομένου: πίστευε ότι η κοινωνία δε θα άλλαζε αν το άτομο δεν άλλαζε, και άρα μέσω της αυτοβελτίωσης του καθενός και όλων των ατόμων θα μπορούσε η ανθρωπότητα (και σε αυτό το πλαίσιο η εβραϊκή διασπορά) να κατορθώσει μια ανανέωση.
Ο πασιφισμός, ο κοινοτισμός και η εναντίωσή του στο κράτος έκαναν πολλούς να βλέπουν τον Γκόρντον ως έναν από τους πρώτους αναρχικούς ιδεολόγους του κινήματος των κιμπούτς. Η αντιεξουσιαστική και αντιμαρξιστική κριτική στην καπιταλιστική νεωτερικότητα που εισήγαγε στο κίνημα θεωρείται πολλές φορές πρόδρομος ειδικά της σύγχρονης οικοαναρχικής σχολής, ενσωματώνοντας σημαντικά στοιχεία πρωτογονισμού, βιοπεριοχικής δημοκρατίας, πασιφισμού, αναχωρητισμού (secession), ιδεολογικής (intentional) κοινότητας κ.ο.κ.[9] Ο ίδιος ο Γκόρντον ήταν γενικά απρόθυμος να βάζει ταμπέλες στη φιλοσοφία του, αλλά ο εμπλουτισμός της θεωρίας του με στοιχεία ρομαντισμού, λαϊκού (volkisch[10]) εθνικισμού, αντικαπιταλισμού, κοσμικού πνευματισμού και μυστικιστικής έμφασης στη γη ως πηγή δημιουργικότητας, φέρουν σημαντικές συνάφειες με συγκεκριμένα ευρωπαϊκά αναρχικά ρεύματα της εποχής του, μία επικάλυψη που συναντάμε ιδιαίτερα αναφορικά με τις ιδέες του γερμανού συγγραφέα Γκούσταβ Λαντάουερ (Gustav Landauer). Ενώ το κοσμικό, πνευματικό περιεχόμενο της σκέψης του Γκόρντον στεκόταν αντίθετο στις κύριες αξίες του υλιστικού μαρξιστικού σοσιαλισμού, ενσωμάτωσε όπως και ο Λαντάουερ, την κοσμική πνευματοκρατία (secular spiritualism) του Σπινόζα και του Τολστόι με τον Νίτσε και τους ρομαντικούς λαϊκούς (volkisch) φιλόσοφους σε μία πασιφιστική, αντικρατική και πιστά αντιεξουσιαστική θέση. Ο ασυνήθιστος βαθμός στον οποίο τα κύρια στοιχεία αυτής της οπτικής ταυτίζονται με τον αναρχοσοσιαλισμό του Λαντάουερ τονίστηκε μάλιστα από τον ίδιο τον Γκόρντον όταν το 1920 επέστρεψε στην Παλαιστίνη από ένα συνέδριο της Hapoel Hatzair[11], που διεξάγονταν στην Πράγα, υποστηρίζοντας ότι βρήκε τις ιδέες του στα γραπτά του Λαντάουερ[12].
Ο ίδιος ο Λαντάουερ θα γινόταν σταδιακά βασική αναφορά στον ιδεολογικό αυτοπροσδιορισμό των κιμπούτς της δεκαετίας 1920 και ‘30. Το κύμα των επαναστατικών αγώνων που σάρωνε την Ευρώπη ως επακόλουθο του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου και που είδε μία γενιά που είχε στερηθεί ταπολιτικά της δικαιώματα να στρέφεται σε ριζοσπαστικές αριστερές ιδέες, οδήγησε σε μεγαλύτερη πολιτικοποίηση, σε σύγκριση με τους προγόνους τους, τους πρωτοπόρους των κιμπούτς του τρίτου μεταναστευτικού κύματος (1919-1923) οι οποίοι έφταναν στην Παλαιστίνη. Πολλοί που συνέβαλαν στην εδραίωση και επέκταση του κινήματος των κιμπούτς κατά τη δεκαετία του ‘20 το έκαναν με τη μνήμη των διαφόρων ευρωπαϊκών επαναστάσεων που ήταν ακόμα φρέσκες στο μυαλό τους. Κάποιοι από αυτούς είχαν αναμειχθεί άμεσα στις εξεγέρσεις και οι περισσότεροι φέραν μαζί τους λεπτομερείς ιδέες για το καινούριο είδος κοινωνίας που ήθελαν να δημιουργήσουν στην Παλαιστίνη. Ανάμεσα σε αυτή τη γενιά υπήρχε ένα σοβαρό και διάχυτο ενδιαφέρον για τις αναρχικές ιδέες. Εκθέσεις και άρθρα από ευρωπαίους αναρχικούς αναδημοσιεύονταν σε πολλές εφημερίδες και περιοδικά της εποχής και η δουλειά του Κροπότκιν συγκεκριμένα διαβαζόταν πολύ. Ο ίδιος ο Κροπότκιν είχε καταγράψει αντισημιτιστικές τάσεις και ταυτίστηκε ιδιαίτερα με τους εβραίους εργάτες το διάστημα που πέρασε στην Αγγλία και τις ΗΠΑ, συναντώντας και αλληλογραφώντας με πολλούς από αυτούς που έπαιξαν καθοριστικό ρόλο στην κατάστρωση σχεδίων για τους συνεργατικούς οικισμούς, με χαρακτηριστικό παράδειγμα τον Φραντζ Οπενχάιμερ[13], συνεργάτη του Τίοντορ Χερζλ[14] και αρχιτέκτονα της πρώτης moshav κοινότητας στη Μεράβια. Το 1923 η Αλληλοβοήθεια του Κροπότκιν έγινε ένα από τα πρώτα βιβλία που μεταφράστηκαν στα εβραϊκά και διανεμήθηκαν στην Παλαιστίνη, μετά τη Μεγάλη Γαλλική Επανάσταση.
Ο Γκούσταβ Λαντάουερ ήταν, παρόλα αυτά, αυτός που κυριάρχησε στη λογοτεχνία του ριζοσπαστικού πυρήνα του σοσιαλιστικού σιωνισμού στις αρχές της δεκαετίας του ‘20. Οι ιδέες του Λαντάουερ ήρθαν στην προσοχή των αριστερών σιωνιστικών κύκλων της Ευρώπης από τον κοντινό του φίλο Μάρτιν Μπούμπερ (Martin Buber)[15] στη διάρκεια των δύο πρώτων δεκαετιών του 19ου αιώνα. Ο Μπούμπερ είχε παρατηρήσει πως ο αρχικός τρόπος ζωής των kvutzot πραγμάτωνε πολλές από τις ιδέες που ο Λαντάουερ είχε προσπαθήσει να εισάγει στο ευρωπαϊκό αναρχικό κίνημα, ενώ ο ίδιος ο Λαντάουερ είχε αρχίσει να ενδιαφέρεται ιδιαίτερα για την πρόοδό τους για τους ίδιους λόγους. Από το 1913 περίπου, έδινε διαλέξεις στα ευρωπαϊκά εβραϊκά νεανικά κινήματα των οποίων τα μέλη θα μετανάστευαν στην Παλαιστίνη με το τρίτο μεταναστευτικό κύμα. Το Μάρτιο 1919 προσκλήθηκε από το σοσιαλιστή σιωνιστή ηγέτη Nachum Goldman να παρουσιάσει το άρθρο του σχετικά με την ανάπτυξη του κινήματος των κιμπούτς σε ένα συνέδριο που συγκλήθηκε στο Μόναχο από τις γερμανικές σοσιαλιστικές σιωνιστικές οργανώσεις για να συζητήσουν τη σχέση τους με τους κοινοτικούς οικισμούς στην Παλαιστίνη. Η ομοιότητα ανάμεσα στα δύο[16] ερμηνεύθηκε ως «μια ένδειξη της σοβαρότητας με την οποία ο «ουτοπισμός» του Λαντάουερ ως πρόγραμμα και προσχέδιο υιοθετήθηκε από αυτούς τους εβραϊκούς κύκλους της εποχής που προσπαθούσαν να χτίσουν στη σύγχρονη Παλαιστίνη μία εθελούσια (voluntaristic),συνεργατική«ελεύθερη» κοινωνία»[17] [η έμφαση δική μου]. Η βιογράφος του Λαντάουερ, Ruth Link-Salinger, σημειώνει ότι «όταν…κάποιος διαβάζει προσεκτικά -και μάλιστα ανάμεσα στις γραμμές της επιστολής- την επιστολή που προσκαλεί τον Λαντάουερ, μπορεί να κατανοήσει ότι η πραγματική «ουτοπία», την οποία αυτοί οι διανοούμενοι ονειρευόντουσαν, συνάδει με τις κοινωνικές κατασκευές με τις οποίες το όνομα του Λαντάουερ είχε συσχετιστεί τόσο στη Γερμανία, όσο και στο εξωτερικό, ως αποτέλεσμα των γραπτών του και των πολιτικών δραστηριοτήτων του»[18].
Η Link-Salinger προχωράει τόσο πολύ τη σκέψη της που ισχυρίζεται ότι οι ιδέες που είχε ο Λαντάουερ μέχρι τότε αποτέλεσαν μάλιστα «το «προσχέδιο» με τις περισσότερες προτάσεις για την ουτοπία μετά το Freiland του Hertzka του 19ου αιώνα»[19]. Όταν το 1920 ο Μπούμπερ αναφέρθηκε στον Λαντάουερ ως «ο μυστικός πνευματικός ηγέτης» και «ο ονομαζόμενος ηγέτης του νέου ιουδαϊσμού», εξηγεί ακριβώς γιατί η φιλοσοφία του γερμανού αναρχικού είχε τόση απεύθυνση:
«Η ιδέα του Λαντάουερ ήταν και δική μας ιδέα. Αυτό αποτελεί αναγνώριση του γεγονότος ότι το κύριο θέμα δεν είναι η αλλαγή της τάξης και των θεσμών, αλλά η επανάσταση στη ζωή του Ανθρώπου και στις σχέσεις ανάμεσα στον Άνθρωπο και το σύντροφό του… και σε αναλογία με αυτή την ιδέα, ο Λαντάουερέπρεπε να συμμετέχει στο χτίσιμο μιας νέας γης και μιας νέας κοινωνίας ως οδηγός και ως μέντορας»[20].
Πρέπει να συγκρατήσουμε στη μνήμη ότι ο στόχος του κινήματος των κιμπούτς ήταν η δημιουργία μιας νέας κοινωνίας και ενός νέου είδους ανθρώπινου όντος, με το τελευταίο να φαίνεται ως απαραίτητη προϋπόθεση (sine qua non) του πρώτου. Ήταν γεγονός ότι οι ιδέες του Λαντάουερ άσκησαν μεγάλη επιρροή στις νεανικές ομάδες των εβραίων του τρίτου μεταναστευτικού κύματος. Βλέποντας το καπιταλιστικό κράτος ως «μια κατάσταση, μία συγκεκριμένη σχέση ανάμεσα στα ανθρώπινα όντα»[21], όπως ο Γκόρντον και ο Τολστόι, η κοινωνική σκέψη του Λαντάουερ επικέντρωνε στην ιδέα ότι προϋπόθεση για την αλλαγή της κοινωνικής τάξης πραγμάτων είναι μια διαδικασία ολοκληρωτικής πνευματικής ανανέωσης και όχι απλώς η ριζοσπαστική ανατροπή των θεσμών του καπιταλισμού και του κράτους. Ακολουθώντας την ίδια αριστερή, λαϊκή (volkisch) παράδοση του ευρωπαϊκού ρομαντισμού όπως ο Γκόρντον, ο Λαντάουερ αντιλήφθηκε την ανανέωση του Geist (πνεύματος), την αποκατάσταση της οργανικής ενότητας του έθνους και την αναζωογόνηση της κοινότητας ως απαραίτητη προϋπόθεση για μια μελλοντική κοινωνία, στην οποία το συγκεντρωτικό κράτος αντικαθίσταται από συμμαχίες και ενδοσυμμαχίες μικρών, στενών ιδεολογικών κοινοτήτων (intimate intentional communities), ζωντανών «κυττάρων οργανιστικής και άμεσης κοινότητας όλων όσων συμμετέχουν σε άμεσες και ζωτικές σχέσεις»[22]. Ο Λαντάουερ και ο Μπούμπερ συνδέθηκαν με την πίστη ότι αυτή η ουτοπία πρέπει να πραγματοποιηθεί εδώ και στο τώρα, με τα μεμονωμένα άτομα να ενώνονται σε κοινότητες, σε «μια πραγματική οργανική δομή» η οποία μέσα στο χρόνο «καταστρέφει το Κράτος με το να το εκτοπίζει»[23].
Ως αποτέλεσμα των πολιτικών δραστηριοτήτων του Λαντάουερ στην Ευρώπη, και ιδιαίτερα της εγγύτητάς του με τον Μπούμπερ, οι αρχικές ομάδες των εβραϊκών νεανικών κινημάτων Hashomer Hatzair, η Blau-Weiß, η Jung-Jüdischer Wanderbund, η Brith Olim, η Werkleute και η Habonim- οι οποίες συνέβαλλαν όλες τους σημαντικά στα κιμπούτς τις δεκαετίες του ‘20 και ‘30- ήρθαν κοντά στον αναρχισμό του[24]. Ίσως η πιο σημαντική ομάδα από όλες ήταν η Hashomer Hatzair (ο Νέος Φύλακας), που αποτελούσε το νεανικό κίνημα στο προσκήνιο της διαδικασίας δημιουργίας των κιμπούτς κατά το τρίτο μεταναστευτικό κύμα. Από όλες τις ομάδες που έφταναν στην Παλαιστίνη στις αρχές του ‘20 η Hashomer Hatzair ήταν που διάβαζε τον Λαντάουερ με περισσότερη επιμέλεια. Ο Gershom Scholem θυμάται ότι «το βιβλίο του Λαντάουερ Έκκληση για Σοσιαλισμό, άφησε μια βαθειά εντύπωση όχι μόνο σε μένα, αλλά σε έναν, όχι μικρό, αριθμό νέων σιωνιστών» και πως «η κοινωνική και ηθική αντίληψη αναρχικών, όπως ο Τολστόι και ο Λαντάουερ, ήταν ανεκτίμητης σημασίας στο χτίσιμο της νέας ζωής στο Μεγάλο Ισραήλ»[25]. Ο Manes Sperber, μέλος της Hashomer Hatzair κατά τις αρχές του ‘20, ομοίως θυμάται πώς η Οκτωβριανή Επανάσταση «έθρεψε το ενδιαφέρον μας για τους κοινωνικούς επαναστάτες… και για την αναρχοκομμουνιστική θεωρία του Κροπότκιν… πολύ περισσότερο από τον μαρξισμό»[26]. Η Hashomer Hatzair, γράφει ο Sperber, «δεν ήθελε να εξασκήσει εξουσία μέσα στο Κράτος, αλλά να κάνει το Κράτος και την εξουσία περιττά»[27] [η έμφαση δική μου]. Οι πρώτες ομάδες της Hashomer Hatzair οραματίζονταν την αναγεννημένηπατρίδα ως «μια κοινωνία διαμορφωμένη με το πνεύμα των αναρχικών ιδανικών που διαδίδονταν τότε στην Ευρώπη»[28], και η προσδοκία τους ήταν να δημιουργήσουν «ένα κράτος που δε θα ήταν κράτος, αλλά μια μεγάλη συνομοσπονδία κομμούνων»[29]. Το 1920 μία από τις σημαντικές αρχικές φιγούρες του κινήματος, ο Meir Yaari, έκανε σαφές το προηγούμενο με το να προσπαθεί κατηγορηματικά να διαχωρίσει το κίνημα των κιμπούτς από τον σοσιαλισμό που εφαρμοζόταν οπουδήποτε αλλού στον κόσμο:
«Αυτή τη στιγμή ζούμε δύο μεγάλες προσπάθειες στην ανθρώπινη αναγέννηση. Η μία στην Ρωσία, όπου επιθυμούν να αλλάξουν την ανθρώπινη ύπαρξη μέσω του κράτους, της μηχανής, της κοινωνικής θέσης, του τρόμου και της οργάνωσης, και η άλλη εδώ, σε αυτήν τη χώρα, όπου η προσπάθεια είναι ποιοτική, μικρή και δύσκολη. Είναι το μονοπάτι για τη φυσική συνεργασία μικρών ανθρώπινων ενοτήτων προς μία νέα κοινότητα… Εκεί στην Ρωσία όλα προσδιορίζονται μέσα από κανονικότητες. Εδώ μας οδηγεί η αληθινή ζωή και η ελευθερία. Εκεί ένα κράτος, εδώ μια κοινότητα».
Κάπου αλλού ο Yaari θυμάται πως η Hashomer Hatzair έφτασε στην Παλαιστίνη με τη φιλοδοξία να συστήσει «μια αναρχική κοινότητα» στην περιοχή: «Οι κοινότητές μας δεν ανέχονται την κυβέρνηση. Δημιουργούν έναν αναρχικό ιστό μέσω της ελεύθερης ένωσής τους»[30]. Μετά από μερικές δεκαετίες ο Yaari επανέλαβε τη δήλωσή του ότι «ο δρόμος της Hashomer Hatzair προς τα κιμπούτς ήταν αναρχικός»[31], και θυμάται πώς κατά τη δεκαετία του ‘20 «ήμασταν αυτό που είναι γνωστό ως “αναρχικοί”. Πιστεύαμε στην ίδρυση μιας νέας κοινωνίας στο Μεγάλο Ισραήλ, ζούσαμε σε μία εποχή μεγάλων ελπίδων και ονείρων… πιστεύαμε στο πρωτότυπο μιας μελλοντικής κοινωνίας, στην οποία οι ζωές των ατόμων θα ήταν ελεύθερες από τον καταναγκασμό, όντας αυτόνομες»[32].
Σε αυτό το κοινωνικό περιβάλλον, το μοντέλο των κιμπούτς φαινόταν ως ένα πρακτικό μέσο για την εμπόδιση της ανάδυσης των κρατικών δομών και ταυτόχρονα για την ίδρυση μιας ακρατικής κοινοπολιτείας στην περιοχή. Πολλοί εμιγκρέδες πίστευαν ότι η απουσία κρατικών δομών θα άφηνε χώρο για την αλληλογονιμοποιημένη ανάπτυξη και τον αυτοπροσδιορισμό των εβραίων και αράβων της περιοχής. Κατά το δεύτερο μεταναστευτικό κύμα ο Γκόρντον είχε τονίσει τη σημασία της σύμπραξης και της «συνεργατικής ζωής και εργασίας που προορίζεται για το καλό και των δύο λαών». Ο Μπούμπερ, ομοίως, απέρριψε δημόσια την ιδέα κατάτμησης της γης σε κράτη, πιέζοντας αντιθέτως για την ελεύθερη συμφωνία μεταξύ των δύο ανεξάρτητων εθνών, ενωμένα στην από κοινού ανάπτυξη της μοιρασμένης πατρίδας τους. Η κοινή εργασία, η συνεργασία σε τοπικό επίπεδο, η καλλιέργεια ζωντανών ανθρώπινων σχέσεων, η ενδυνάμωση των πολιτιστικών δεσμών και η εμβάθυνση της αλληλοκατανόησης ανάμεσα στους δύο λαούς θα μπορούσε, πίστευε ο Μπούμπερ, να κάνει το κίνημα των κιμπούτς να αναδυθεί ως πρωτοπόρος πυρήνας μιας άμεσα δημοκρατικής, πλουραλιστικής κοινωνίας, ούτε αποκλειστικά εβραϊκής, ούτε αποκλειστικά αραβικής. Ως τρόπο ενθάρρυνσης της ενδυνάμωσης και της οικοδόμησης σχέσεων πρόσωπο-με-πρόσωπο με άτομα σε μικρές ομάδες, τα αρχικά μέλη της Hashomer Hatzair πίεσαν προς την ίδρυση αραβικών νεανικών κινημάτων, ένας από τους στόχους των οποίων ήταν να ενθαρρύνουν τη σύσταση αραβικών συνεργατικών που θα βασίζονταν στο μοντέλο των κιμπούτς. Ομοίως, πολλοί από τους πρωτοπόρους των κιμπούτς έφτασαν πιστεύοντας στα κοινά συμφέροντα εβραίων και αράβων εργατών στην ταξική πάλη και τάσσονταν υπέρ μορφών κοινού αγώνα, για παράδειγμα μέσω του μηχανισμού ενός αραβοεβραϊκού συνδικαλιστικού οργάνου (Irgun Meshutaf). Κατά τη δεκαετία του ‘20 η Hashomer Hatzair άσκησε πολιτική πίεση στη Histadrut (εβραικό συνδικαλιστικό κίνημα) «ώστε να προχωρήσει… στη δημιουργία μιας διεθνούς οργάνωσης εβραίων και αράβων εργατών, που θα βασίζεται στην αλληλοκατανόηση για τις ιδιαίτερες εθνικές ανάγκες κάθε εθνικής οντότητας», επιχειρηματολογώντας ότι «μόνο μία διεθνής εργατική οργάνωση θα πραγματοποιήσει την κοινωνική επανάσταση στη χώρα»[33]. Σε ένα γράμμα που δημοσιεύτηκε στην αναρχική εφημερίδα του Λονδίνου Freedom το 1940, ένας βρετανός πιλότος εγκατεστημένος στην Παλαιστίνη σχολίασε ότι:
«Κανένα από τα κιμπούτς που επισκέφτηκα, ή κάποιο μέλος από αυτά που συνομίλησα… δεν ήθελε να οικοδομήσει μια Παλαιστίνη αποκλειστικά για τους εβραίους. «Έχουμε υποφέρει πάρα πολλά για να επιθυμούμε να αποκλείσουμε οποιονδήποτε από αυτή τη γη, όπως εμείς κυνηγηθήκαμε από τις χώρες που γεννηθήκαμε» μου είπε ένας από αυτούς. Η βασική ιδέα τους είναι να δουν όλους τους ανθρώπους [sic] να ζουν ο ένας με τον άλλον με τις ίδιες σχέσεις ισότητας και ελευθερίας που επικρατούν στα κιμπούτς»[34].
Η HaKibbutz HaArtzi, η ομοσπονδία των κιμπούτς που ιδρύθηκε από τη Hashomer Hatzair το 1927, σταδιακά έγινε η σπονδυλική στήλη του κινήματος των κιμπούτς, αλλά τα χρόνια πριν ιδρυθεί το κράτος, το μεγαλύτερο από τα κύματα των κιμπούτς ήταν το Kibbutz Hameuhad, που δημιουργήθηκε το 1924 από μέλη της Gedud HaAvoda (Εργατική Ταξιαρχία). Η Gedud, μια αναρχοσυνδικαλιστική εργατική δύναμη, αναπτύχθηκε μέσα από τις ιδέες του γεννημένου στην Ρωσία στρατιώτη Josef Trumpeldor. Η σχέση του Trumpeldor με το ρεβιζιονιστικό νεανικό κίνημα Beitar[35] που δημοσιεύτηκε μετά το θάνατό του (από τον φίλο του Ze’ev Jabotinsky) επισκίασε το γεγονός ότι στα νιάτα του ήταν μανιωδώς αντικαπιταλιστής και αντιεξουσιαστής. Γνωρίζοντας τις ιδέες του Κροπότκιν ως φοιτητής στο Πανεπιστήμιο της Αγίας Πετρούπολης, ο Trumpeldor παρακολουθούσε με ενδιαφέρον τις δραστηριότητες των τολστοϊκών κομμούνων κοντά στην πόλη του Piatigorsk στο βόρειο Καύκασο της Ρωσίας, και κατά τη δεκαετία του 1900 άρχισε να συνδέει τους τολστοϊκούς οικισμούς με τη δική του φιλοδοξία για την Aliya. Ήδη το 1908 είχε σχεδίασε ένα λεπτομερές πρόγραμμα για κοινοτικούς οικισμούς στην Παλαιστίνη. Σε μια σειρά επιστολών προς τους φίλους του στην Ρωσία και την Παλαιστίνη περιγράφει την ιδέα της ίδρυσης μιας κομμούνας, πρώτα στην Ρωσία και έπειτα στην Παλαιστίνη, αναφερόμενος επανειλημμένα στον Κροπότκιν και τον Τολστόι, και ενθαρρύνοντας τους φίλους του να αντλήσουν έμπνευση από αυτούς τους στοχαστές. Οι λίστες για ανάγνωση που επέδειξε ο Trumpeldor εκτείνονται σχεδόν σε κάθε τάση της σοσιαλιστικής σκέψης, από το λαϊκισμό ως τον αναρχισμό, δίνοντας έμφαση στο βιβλίο του Κροπότκιν Η κατάκτηση του ψωμιού ανάμεσα σε άλλα («γραμμένο σε απλή γλώσσα» όπως παρατήρησε ο Trumpeldor «κατάλληλο για οποιονδήποτε»[36]).
Ο Trumpeldor επηρέασε σε όλη τη διάρκεια του Yishuv[37], αλλά κυρίως στην ίδρυση της Gedud HaAvoda. Ο αρχικός στόχος της Gedud ήταν να δημιουργήσει «μία γενική κομμούνα εργατών», σε εθνικό επίπεδο, μια συνεχώς επεκτεινόμενη κομμούνα με κοινοτιστικό πλούτο: «Όπως ο Κροπότκιν», έγραψε ο Trumpeldor το 1908, «πιστεύω ότι μόνο μία πολύ μεγάλη, εδαφικά εκτεταμένη κομμούνα οδηγεί στην αναρχία»[38]. Οι ιδέες του Κροπότκιν επηρέασαν επίσης σε μεγάλο βαθμό τον Yitzhak Tabenkin, μία ακόμη σημαίνουσα φιγούρα των πρώτων χρόνων της Hameuhad. Παρόλο που ποτέ δεν αυτοαποκαλέστηκε αναρχικός, ο Tabenkin αντιτέθηκε στην ιδέα του εβραϊκού κράτους και υπερασπίστηκε μία «από τα κάτω» προσέγγιση του σοσιαλισμού, θεωρώντας τα πολιτικά σύνορα της Μέσης Ανατολής, που ακολούθησαν το διαμελισμό της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, ως ένα τέχνασμα που επιβλήθηκε από τον ευρωπαϊκό ιμπεριαλισμό. Παράλληλα, εισηγήθηκε ως όραμά του για τον εβραϊκό λαό την οργάνωση σε κομμούνες ως κομμάτι μιας «παγκόσμιας συμμαχίας κομμουνιστών»[39]. Πιστός στις αναρχοκομμουνιστικές ιδέες του, ο Tabenkin υποστήριζε ότι τα μέλη των κιμπούτς οφείλουν να οικειοποιηθούν τις αναρχικές ιδέες, αναγνωρίζοντας ότι οι μοναδικές συνθήκες του Yishuv πριν το 1948 πρόσφεραν μία ευκαιρία για τη δημιουργία μιας κοινωνίας δίχως την ανάγκη κυβέρνησης[40]. Το 1921 συμμετείχε στην ίδρυση ενός κιμπούτς, του Ein Harod, το παράδειγμα για την ομοσπονδία Hameuhad, η οποία σύμφωνα με τους ιδρυτές της, θεωρούσε τον Κροπότκιν ως «τον πιο κοντινό σε εμάς από οποιονδήποτε άλλο»[41] κατά τα πρώτα χρόνια της, αναγνωρίζοντας την ιδέα του ρώσου αναρχικού περί εθελουσίων μη-κυβερνητικών οργανώσεων ως «εξαιρετικά κατάλληλη για την πραγματικότητα που γεννήθηκε με το κίνημα των κιμπούτς»[42].
Δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι η ιδέα δημιουργίας ενός εβραϊκού έθνους-κράτους δεν ήταν τόσο διαδεδομένη στους σιωνιστικούς κύκλους μέχρι τη δεκαετία του ‘30. Ο σιωνισμός στο τέλος του 19ου και στις αρχές του 20ου αιώνα είχε κυρίως (όχι όμως και αποκλειστικά) αντι-κρατική χροιά, με τους υποστηρικτές του εβραϊκού κράτους περιορισμένους στο μικρό σύμπλεγμα γύρω από τον Χερζλ. Η επιρροή του αναρχισμού δεν περιορίστηκε στους εργάτες των κιμπούτς, αλλά είχε πολύ ευρύτερο αντίκτυπο στις ιδέες πολυάριθμων επιφανών ιδεολόγων σιωνιστών (όπως, αναφορικά, ο Φραντζ Οπενχάιμερ, ο Berl Katzenelson και ο Mark Yarblum) και σε εργατικές οργανώσεις (Hapoel Hatzair, Poalei Zion, Zeirei-Zion, He-Halutz, κ.α.). Από αυτές, η Hapoel Hatzair («Οι Νέοι Εργάτες») αποτελεί μία ενδιαφέρουσα περίπτωση. Η Hapoel Hatzair υπήρχε στην Παλαιστίνη από το 1904, και ακολουθώντας την κοινωνική φιλοσοφία του Γκόρντον προώθησε την ελευθεριακή εναλλακτική στους πιο ορθόδοξους μαρξιστές σιωνιστές του κινήματος Poalei Zion[43] κατά τη διάρκεια των πρώτων χρόνων της εγκατάστασής τους. Το πρόγραμμα της Hapoel Hatzair για την εβραϊκή αναγέννηση, που είχε τις ρίζες του στον πασιφισμό, την κοινότητα, την αυτοαπασχόλησηκαι τον αντικρατικό πνευματικό εθνικισμό, εμπεριείχε πολλά από τα κύρια στοιχεία του αναρχισμού του Λαντάουερ και η οργάνωση στο σύνολό της επηρεάστηκε βαθιά από τις ιδέες του. Το τεύχος της εφημερίδας της Hapoel Hatzair Die Arbeit τον Ιούνιο του 1920 είχε τίτλο Τετράδια του Λαντάουερ (Gustav Landauer Gedenkheft) και περιείχε επανεκδόσεις των γραπτών του Landauer που αφορούσαν στην εβραϊκή εμπειρία και την ανάγκη για κοινοτικούς οικισμούς. Την ίδια χρονιά, ο Αναρχικός Κομμουνισμός (Anarchist Communism) του Κροπότκιν εμφανίστηκε στην ανθολογία της οργάνωσης Maabarot 3 μαζί με ένα άρθρο για τον ίδιο, γραμμένο από έναν από τους βασικούς ιδεολόγους της οργάνωσης, τον Chaim Arlosoroff, χάρη στην επιρροή του οποίου η ομάδα παρέμεινε γενικά συνεπής όσον αφορά στο περιεχόμενό της και τις ιδέες του Λαντάουερ, του Γκόρντον και του ρώσικου λαϊκισμού κατά τη δεκαετία του ‘20.
Ο Arlosoroff γοητεύτηκε αρχικά από τις ιδέες του Κροπότκιν, όντας φοιτητής οικονομικών στο Πανεπιστήμιο του Βερολίνου, και μέσω του Μπούμπερ γνώρισε τον Γκόρντον και τον Λαντάουερ. Ως συντάκτης της εφημερίδας της Hapoel Hatzair Die Arbeit εξέδωσε άρθρα για τον Προυντόν και τον Κροπότκιν, αλλά και αποσπάσματα από κείμενά τους, μαζί με τα δικά του γραπτά. Το 1919, στο άρθρο του “Λαϊκός εβραϊκός σοσιαλισμός” («Der Jüdische Volkssozialismus») ο Arlosoroff υποστήριξε μία εθελούσια, αντιεξουσιαστική μορφή σοσιαλισμού που βασίζεται στην επιστροφή στη φύση, ως εναλλακτική της μοντέρνας γραφειοκρατικής κοινωνίας. Το άρθρο αυτό φέρει όλα τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα της επιρροής που είχε πάνω του ο Κροπότκιν και ο Λαντάουερ, με το κοινωνικό σύστημα που περιγράφει για την Παλαιστίνη να είναι αναγκαστικά «ένας σοσιαλισμός της ελευθερίας, ένας αντικρατιστικός σοσιαλισμός, ένας αναρχικός σοσιαλισμός- διαφορετικά η σοσιαλιστική ιδέα δε θα πετύχει ποτέ»[44]. Οι εβραίοι εργάτες στην Παλαιστίνη, υποστήριζε ο Arlosoroff, πρέπει να αυτοοργανωθούν σε «μεγάλες ομοσπονδίες ελεύθερων κομμουνιστικών συλλόγων»[45] ως βάση για έναν νέο τρόπο ζωής στον οποίο «η κρατική εξουσία παραγκωνίζεται από τις ελεύθερες σχέσεις μεταξύ των ανθρώπινων ομάδων»[46]. Σε αυτή την ελεύθερη συμμαχία των κοινοτήτων «οι κομμούνες θα ρυθμίζουν τα κοινά τους ζητήματα μέσω της συνεργασίας. Μέσα από αυτό, θα αναδυθεί μία μελλοντική κοινωνία στην οποία θα επικρατεί η αρμονική συνεργασία»[47]. Σε όλη τη διάρκεια της δεκαετίας του ‘20 ο Arlosoroff συνέχισε να παρουσιάζει τις αναρχικές ιδέες ως εναλλακτική στις υλιστικές, ταξικά προσανατολιζόμενες απόψεις του σοσιαλισμού που χαρακτήριζαν τη σοσιαλιστική σιωνιστική ρητορική αυτή τη δεκαετία. Μέχρι το 1926, οπότε και έβγαλε τον διάσημο πλέον λόγο του Η ταξική πάλη στην πραγματικότητα της γης του Ισραήλ (Class War in the Reality of the Land of Israel), ο Arlosoroff αντιτιθόταν στις προσπάθειες των σιωνιστών μαρξιστών να παρουσιάσουν την εβραϊκή κινητοποίηση στην Παλαιστίνη μέσα από ταξικές προσεγγίσεις του σοσιαλισμού, χρησιμοποιώντας το ίδιο λεξιλόγιο που χρησιμοποίησε στο άρθρο του για τον Κροπότκιν, όπου παρουσίαζε τον αναρχισμό ως εναλλακτική στις μαρξιστικές επιρροές.
Εναλλακτικό Μέλλον
Κατά τις δεκαετίες του ‘20 και ‘30 το όνειρο όσων συμμετείχαν στο αρχικό κίνημα των κιμπούτς για μια ακρατική κοινοπολιτεία ελεύθερων, αυτοκυβερνόμενων κοινοτήτων χειραγωγήθηκε και αφομοιώθηκε συστηματικά από τους θεσμούς που προσέβλεπαν στη δημιουργία κράτους, καθώς το αναδυόμενο κρατικό εργαλείο που καθοδηγείτο από τον νεοανερχόμενο καριερίστα πολιτικό David Ben-Gurion σφετερίστηκε το ουτοπικό γίγνεσθαι του κινήματος των κιμπούτς, διατηρώντας το μύθο αυτής της ουτοπίας για τη δική του νομιμοποίηση. Ενώ οι νέοι ιδεολόγοι του δεύτερου και τρίτου μεταναστευτικού κύματος έχτιζαν το kvutzot τους, οι θεσμοί του πολιτικού σιωνισμού κινούνταν στο παρασκήνιο αγοράζοντας γη και σφυρηλατώντας διπλωματικές σχέσεις με τη βρετανική κυβέρνηση. Το γεγονός αυτό έλαβε χώρα, μάλιστα, μετά το τέλος του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου με την εντολή σχηματισμού κυβέρνησης, όταν η πολιτική δύναμη στην Παλαιστίνη αναλήφθηκε από βρετανικές και σιωνιστικές οργανώσεις. Η επακόλουθη ανάδυση συμφερόντων μετά το διαχωρισμό του κόσμου σε δύο ανταγωνιστικά μπλόκα κατά τα μέσα του ’40 σήμαινε ότι το μέλλον της εβραϊκής κοινότητας στην Παλαιστίνη έγινε ζήτημα οικονομικών και στρατηγικών συμφερόντων, ζήτημα εγκατάστασης ενός μόνιμου πράκτορα της Δύσης σε μια περιοχή πλούσια σε φυσικούς πόρους. Η αλήθεια είναι ότι με όποιες φιλοδοξίες και αν έφτασαν οι ριζοσπάστες νέοι του δεύτερου και τρίτου μεταναστευτικού κύματος, ο σκοπός του σιωνιστικού κινήματος και των ουτοπικών σχεδίων που έφερε περιορίζονταν και συγκρούονταν πάντα με τους πολλαπλούς ιστούς εξουσίας που γεννιόνταν από την εξωτερική εμπλοκή ξένων υπερδυνάμεων. Ανεξαρτήτως της επιτυχίας των μελών του κινήματος των κιμπούτς στη δημιουργία και συνέχιση ενός νέου ριζοσπαστικού τρόπου ζωής μέσα στις κοινότητές τους, η δυναμική αυτών των κοινοτήτων ως πολιτική δύναμη σε εθνικό επίπεδο είχε από την αρχή δομικά παρεμποδιστεί από μία πραγματικότητα, η οποία τις καθιστούσε πιόνια των εξωτερικών πολιτικών των δυτικών κρατών. Μία πραγματικότητα που δε λήφθηκε υπόψη στις εξηγήσεις που έδωσαν οι αναρχικοί και σοσιαλιστές ιδεολόγοι σχετικά με τη λειτουργία των αγροτικών κοινοτήτων πάνω στην οποία βασίζονταν οι κάτοικοι των κομμούνων (communards).
Στην επακόλουθη ενσωμάτωση της εμπειρίας του αρχικού κινήματος των κιμπούτς στην εθνική ισραηλίτικη αφήγηση, τα στοιχεία εκείνα της ιστορίας τους που συμφωνούν με τη δημιουργία του κράτους τονίζονται και σκιαγραφούνται ως πρότυπα πατριωτισμού και αφοσίωσης. Οι πτυχές των ουτοπικών καταγωγών του κινήματος των κιμπούτς που θα ήταν πολύ ανατρεπτικές για το νέο κράτος, δηλαδή ο αντιεξουσιαστικός τους χαρακτήρας, η εχθρότητά τους απέναντι στον καπιταλισμό, το κάλεσμά τους για διεθνισμό κτλ, αποκρύφτηκαν συστηματικά, εξαιρέθηκαν από τους ιστορικούς απολογισμούς και παραλείφθηκαν από το αναλυτικό εκπαιδευτικό πρόγραμμα του Ισαραήλ. Δεν αποτελεί έκπληξη, λοιπόν, ότι ο σύγχρονος μονοχρωματισμός που κυριαρχεί αναφορικά με τον σιωνισμό παραποίησε την ιστορική ετερογένεια του κινήματος. Με αυτό τον τρόπο, όμως, σημαντικά μαθήματα της ιστορίας βρίσκονται σε κίνδυνο να παραβλεφθούν. Η πιο βαθιά ανάγνωση αυτής της πολύπλοκης και πολυδιάστατης ιστορίας και η προσπάθεια να την κατανοήσουμε μέσα στο δικό της πλαίσιο μάς παρέχει εν δυνάμει πολύτιμα εργαλεία για μια καλύτερη κατανόηση των πραγματικοτήτων του παρόντος και για τη δημιουργία μιας πιο συνεκτικής οπτικής ενός μελλοντικού πολυεθνικού μετασιωνιστικού Ισραήλ/Παλαιστίνης.
James Horrox
Μετάφραση: Φανή Αραμπατζίδου

1 Σημαίνει «άνοδος», τα κύματα των εβραίων που μετανάστευσαν στη γη του Ισραήλ.
2 “Degania, the Mother of the Kibbutzim, is 90 Years Old”, Communa, (http://www.communa.org.il/dgania.htm, August 20th 2006).
3 Goldman, Emma, “To the Editor: Spain and the World”, αναδημοσιευμένο στο British Imperialism & The Palestine Crisis: Selections from the Anarchist Journal ‘Freedom’ 1938–1948 (London: Freedom Press, 1989), σ. 24.
4 Gustav Landauer (1870-1919): εξαιρετικά δραστήριος γερμανοεβραίος αναρχικός συγγραφέας που έπαιξε πολύ σημαντικό ρόλο στην ανάπτυξη της γερμανικής αναρχικής σκέψης. Εκτός από πολιτικά κείμενα, έγραφε μυθιστορήματα, κριτικές θεάτρου και μετέφρασε στα γερμανικά Κροπότκιν αλλά και Σαίξπηρ. Ήταν κατά της χρήσης βίας, ωστόσο ο ίδιος έπεσε πολλές φορές θύμα της κρατικής βίας, αφού φυλακίστηκε αρκετές φορές για τα γραπτά και τη δράση του και εκτελέστηκε στη φυλακή στις 2 Μαΐου του 1919. Στα ελληνικά κυκλοφορούν τα βιβλία του: Το μήνυμα του «Τιτανικού», Επιλεγμένα Δοκίμια, μτφρ. Γιάννης Καραπαπάς, Τροπή, Αγρίνιο, 2000 & Έκκληση για σοσιαλισμό, μτφρ. Γιάννης Καραπαπάς, Τροπή, Αγρίνιο, 2001 (Σ.τ.Μ.).
5 kvutzot, μία άλλη ονομασία για τα κιμπούτς, οι χρήστες της οποίας έδιναν με αυτόν τον τρόπο έμφαση στο μικρό μέγεθος της κοινότητας και την οικειότητα που υπήρχε ανάμεσα στα μέλη της (Σ.τ.Μ).
6 S.F., “Reflections on Utopia”, Freedom, March 24th, 1962, σ. 15.
7 Near, Henry. The Kibbutz Movement, A History Volume 1, Origins and Growth, 1909-1939 (Oxford: Oxford University Press, 1992), σ. 13.
8 Η καββάλα είναι μορφή ιουδαϊκού μυστικισμού που στηρίζεται σε παλιές γραμματολογικές και αριθμολογικές θεωρίες και στη λογοτεχνία των χεκχαλότ και αναπτύχθηκε τον 4ο αιώνα μ.Χ.. Ο χασσιδισμός ήταν μια μυστικιστική σύνθεση από την οποία προέκυψε ένα επαναστατικό κίνημα (18ος αιώνας) με αρχηγό τον θαυματοποιό Ισραήλ μπεν Ελιέζερ. Βλ. Eliade, Mircea & Couliano, Ioan P., Λεξικό των Θρησκειών, μτφρ. ΕυάγγελοςΓαζής, Χατζηνικολή, 1992, 18.7 & 18.9 (Σ.τ.Μ.).
9 Margulies, Hune E., “Dialogue and Urbanism: On Buber, Naess, Spinoza and the Question of Diversity,” The Martin Buber Homepage, (http://buber.de/material/urban, March 3rd, 2009).
10 Όρος που χρησιμοποιείται για να χαρακτηρίσει την πνευματική τάση που υποστήριζε την αναγέννηση του γερμανικού έθνους (Σ.τ.Μ.).
11 H Hapoel Hatzair (Ο Νέος Εργάτης) ήταν μία σιωνιστική ομάδα που έδρασε στην Παλαιστίνη από το 1905 έως το1930. Ιδρύθηκε από τον Γκόρντον, τον Yosef Ahronowitz και τον Yosef Sprinzakand με στόχο την ίδρυση νέων εβραϊκών αγροτικών κοινοτήτων (Σ.τ.Μ.).
12 Tyldesley, Michael, No Heavenly Delusion: A Comparative Study of Three Communal Movements, (Liverpool: Liverpool University Press, 2003), σ. 48.
13 Franz Oppenheimer (1864-1943): γερμανοεβραίος κοινωνιολόγος. Στα ελληνικά κυκλοφορεί το βιβλίο του Το Κράτος, μτφρ. Γιάννης Καραπαπάς, Τροπή, Αγρίνιο, 2002 (Σ.τ.Μ.).
14 Theodor Herzl (1860-1904): θεωρείται ο πατέρας του σύγχρονου πολιτικού σιωνισμού και έμμεσα της δημιουργίας του κράτους του Ισραήλ (Σ.τ.Μ.).
15 Martin Buber (1878-1965): αυστροεβραίος φιλόσοφος. Στα ελληνικά βλέπε: Μπούμπερ, Μάρτιν, Μονοπάτια στην ουτοπία, μτφρ. Βασίλης Τομανάς, Νησίδες, Θεσσαλονίκη, 2000 (Σ.τ.Μ.).
16 Η αλληλογραφία αυτή μεταφρασμένη στα αγγλικά από τον ιστορικό και μέλος των κιμπούτς Avraham Yassour μπορεί να βρεθεί στο βιβλίο του James Horrox, ALivingRevolution: Anarchism in the Kibbutz Movement, (SanFrancisco: AKPress), June 2009.
17 Link-Salinger, Ruth, in Yassour, Avraham. ed., Gustav Landauer on Communal Settlement: Exchange of Letters, (Haifa: University of Haifa), σ. 21.
18 Link-Salinger in Yassour, Avraham. ed., Gustav Landauer on Communal Settlement, σσ. 21-22.
19 Link-Salinger, Ruth, Gustav Landauer: Philosopher of Utopia, (New York: Hackett, 1977), σ. 53.
20 Buber, Martin in Oved, Yaacov, “Anarchism in the Kibbutz Movement,” The Anarchist Communitarian Network, (http://www.anarchistcommunitarian.net/articles/kibbutz/kibbtrends.html, February 5th, 2003). [Έχει δημοσιευτεί η ελληνική μετάφραση του κειμένου ως “Ο αναρχισμός στο κίνημα των Kibbutz,” Ευτοπία 8, Δεκέμβριος 2001, σσ. 14-22. (Σ.τ.Μ.)].
21 Gustav Landauer, “Weak Statesmen, Weaker People” (1910), in Anarchism in Germany and Other Essays, the Barbary Coast Collective, (1994), σ. 1.
22 Landauer, Gustav in Wehr, Gerhard, Martin Buber. Leben, Werk, Wirkung. (Zürich: Diogenes, 1996), σ. 119.
23Buber, Martin, Paths in Utopia, (New York: Syracuse University Press 1996), σ. 48 (ελληνικά από εκδόσεις Νησίδες Σ.τ.Μ.).
24 See Tyldesley, No Heavenly Delusion.
25 Gershom Scholem in Oved, “Anarchism in the Kibbutz Movement”.
26 Manes Sperber in Löwy, Michael. Redemption and Utopia: Jewish Libertarian Thought in Central Europe, (London: The Athlone Press, 1992), σ. 165.
27 Manes Sperber in Löwy, Redemption and Utopia,σ. 165.
28 Yassour, “Introduction: Chapters in the History of the Kvutza and Kibbutz”, Yassour, Avraham. ed., The History of the Kibbutz a Selection of Sources – 1905-1929, σ. 22.
29 Yassour, “Chapters in the History of the Kvutza and Kibbutz”, σ. 21.
30 Yaari, Meir, στο Oved, “Anarchism in the Kibbutz Movement”.
31 ό.π.
32 ό.π.
33 “The Program of the National Kibbutz Movement of the Young Guard” in Avraham Yassour, ed., The History of the Kibbutz: A Selection of Sources, σ. 192.
34 Woodcock, George, The Basis of Communal Living, (London: Freedom Press, 1947), σ. 24.
35 Το κίνημα Betar ή αλλιώς Beitar είναι ένα νεανικό κίνημα που ιδρύθηκε το 1923 στη Ρίγα, της Λάτβια από τον Ze’ev Jabotinsky. Τα μέλη του Betar έπαιξαν πολύ σημαντικό ρόλο στη μάχη εναντίων των Βρετανών κατά τη διάρκεια της βρετανικής κυριαρχίας και στη δημιουργία του Ισραήλ. (Σ.τ.Μ.).
36Trumpeldor, Josef, “Letters and Program” in Avraham Yassour (ed.), The History of the Kibbutz – A Selection of Sources – 1905-1929, σ. 62.
37 Yishuv σημαίνει «οικισμός». Είναι ο όρος που χρησιμοποιείται στα εβραϊκά για να αναφερθεί στο σώμα των εβραίων κατοίκων της Γης της Επαγγελίας πριν από την εγκαθίδρυση του κράτους του Ισραήλ. Ο όρος άρχισε να χρησιμοποιούνταν τη δεκαετία του 1880, όταν υπήρχαν περίπου 25.000 εβραίοι που έμεναν στο Μεγάλο Ισραήλ, συνέχισε να χρησιμοποιείται μέχρι το 1948, οπότε και υπήρχαν περίπου 700.000 εβραίοι και συνεχίζει να χρησιμοποιείται μέχρι σήμερα εννοώντας τους κατοίκους της Γης της Επαγγελίας πριν τη δημιουργία του κράτους του Ισραήλ (Σ.τ.Μ.).
38 Trumpeldor, “Letters and Program”, σ. 59.
39 Gorenberg, Gershom. The Accidental Empire: Israel and the Birth of the Settlements, 1967-1977, (Holt Paperbacks, 2007), σσ. 15-16.
40 Oved, “Anarchism in the Kibbutz Movement”.
41 Yassour, Avraham. “Prince Kropotkin and the Kibbutz Movement”, Yassour, Avraham. ed., In aKibbutz Commune (A Collection of Papers), (Haifa: University of Haifa), σ. 31.
42 Yassour, Avraham. “Prince Kropotkin and the Kibbutz Movement”, σ. 31.
43 Poale Zion: κίνημα μαρξιστικών εβραϊκών εργατικών κύκλων που δρούσε σε διάφορες πόλεις της ρωσικής αυτοκρατορίας (Σ.τ.Μ.).
44 Arlosoroff, Chaim, in Avineri, Shlomo. Arlosoroff (London: Peter Halban Publishers, 1989), σ. 104.
45 Avineri. Arlosoroff, σ. 104.
46ό.π.
47ό.π.

Ο ήλιος της Αναρχίας ανέτειλε - εξώφυλλο βιβλίου

Ελευθεριακές εκδόσεις Κουρσάλ

 


Στο κτήριο της Ελληνικής κοινότητας της Μελβούρνης στις 18/07/2019

 

Στο SBS Greek στις 18/07/2019

Με τον Ελευθεριακό στο Αυτοδιαχειριζόμενο Στέκι Πέρασμα, 22/01/2018

 

Απόπειρες αναρχικής οργάνωσης στη δεκαετία του 1980 - εξώφυλλο βιβλίου

Ελευθεριακοί και ριζοσπάστες της διασποράς - εξώφυλλο βιβλίου

email

ιστορία αναρχικού κινήματος αναρχικό κίνημα κοινωνικοί αγώνες ιστορία εργατική τάξη επαναστατικό κίνημα Ισπανία, Ελλάδα Ρωσία κοινωνικά κινήματα αναρχική-θεωρία Γαλλία αναρχισμός αναρχοσυνδικαλισμός ζητήματα τέχνης αριστερά εργατικό κίνημα anarchism Ιταλία φεμινισμός κομμουνισμός Αυστραλία ΗΠΑ, Ρωσία, ελευθεριακή εκπαίδευση αντιφασισμός history κοινωνία επαναστατική θεωρία εθνικά ζητήματα αναρχοσυνδικαλιστές διεθνισμός λογοτεχνία μελλοντική κοινωνία ποίηση συνδικαλισμός radicalism αγροτικά κινήματα αναρχικός κομμουνισμός αστικός τύπος Πάτρα Greece πολιτειακό κριτική Μεξικό περιβάλλον καταστολή Βουλγαρία φεντεραλισμός ένοπλη δράση Διασπορά working class εξεγερμένοι διανοούμενοι γεωγραφία syndicalism εξεγέρσεις αγροτικές εξεγέρσεις communism Κούβα communist-party κινητοποιήσεις θέατρο σοσιαλισμός χρονογράφημα Γκόλντμαν βιβλίο Παρισινή Κομμούνα νεκρολογία Άγις Στίνας αναρχικοί Αίγυπτος Πρωτομαγιά σοσιαλιστές φοιτητικό κίνημα αγροτικό ζήτημα Italy Θεσσαλονίκη "\u0395\u03c0\u03af \u03c4\u03b1 \u03a0\u03c1\u03cc\u03c3\u03c9" ευημερία κοινοκτημοσύνη ατομικισμός utopianism Κροπότκιν ένωση τροτσκισμός θρησκεία ληστές Κύπρος μηδενισμός Αθήνα εκλογική δράση Egypt Πύργος Ηλείας ρουμανία Γαριβαλδινοί Ουκρανία προκηρύξεις πρώην οπλαρχηγοί αρχαίο-πνεύμα ρομαντισμός