
ΠΡΟΛΟΓΟΣ
Η μετάφραση της εργασίας αυτής του Λουίτζι Φάμπρι (Luigi Fabbri) έγινε από την έκδοση των Cienfuegos Press και Soil of Liberty από την Αγγλία και τις ΗΠΑ αντίστοιχα. Η κοινή αυτή έκδοση είχε τον τίτλο «The poverty of statism» («Η φτώχεια του κρατισμού») και περιείχε ένα διάλογο αναρχισμού-μαρξισμού. Τα κείμενα που περιλαμβάνονταν στην έκδοση αυτή ήταν τρία: 1) το κείμενο του Νικολάι Μπουχάριν «Αναρχία και Επιστημονικός Κομμουνισμός» από την μαρξιστική πλευρά και τα κείμενα του Λουίτζι Φάμπρι «Αναρχία και “Επιστημονικός” Κομμουνισμός» -το οποίο και παρουσιάζεται εδώ– και τα κείμενα του Ρούντολφ Ρόκερ «Αναρχισμός και Σοβιετισμός» και «Μαρξ και Αναρχισμός» από την αναρχοκομμουνιστική και αναρχοσυνδικαλιστική πλευρά αντίστοιχα.
Την έκδοση αυτή είχε προλογίσει ο Άλμπερτ Μέλτζερ (Albert Meltzer), Άγγλος αναρχοσυνδικαλιστής, από τις σημαντικότερες φυσιογνωμίες του βρετανικού αναρχικού κινήματος στον 20ό αιώνα.
Το όλο κείμενο είχε αρχικά δημοσιευθεί στην ιστοσελίδα μας τον Αύγουστο του 2013, σηματοδοτώντας την πρώτη ελληνική του μετάφραση και στοχεύοντας ξεκάθαρα στην προπαγάνδιση και ανάπτυξη του ρεύματος που ο Λουίτζι Φάμπρι εκπροσωπούσε στο διεθνές αναρχικό κίνημα. Η μετάφραση αυτή είχε γίνει από την (τότε) Ελευθεριακή Πρωτοβουλία Πειραιά και εμάς (Ούτε Θεός-Ούτε Αφέντης) και υπήρχαν σχέδια να εκδοθεί ως μπροσούρα (κάτι που για διάφορους λόγους δεν έγινε).
Στην παρούσα (νέα) δημοσίευση έχει συμπεριληφθεί εκ νέου το Κεφάλαιο 4 «Αναρχία και Κομμουνισμός» σε πρόσφατη μετάφραση Αργύρη Αργυριάδη.
Λίγα βιογραφικά για τον Λουίτζι Φάμπρι: Γεννήθηκε στις 23 Οκτωβρίου 1877. Ήταν και παραμένει ελάχιστα γνωστός έξω από τους ιταλικούς αναρχικούς κύκλους. Παρ’ όλα αυτά, υπήρξε ένας από τους πιο εξέχοντες αναρχικούς θεωρητικούς, ακολουθώντας και προπαγανδίζοντας το αναρχοκομμουνιστικό ρεύμα, στο οποίο, επίσης, περιλαμβάνονται και οι Λουίτζι Γκαλεάνι, Καμίλο Μπερνέρι και Πιέτρο Γκόρι, ανάμεσα σε άλλους. Έγινε αναρχικός σε ηλικία 17 ετών και μετά από δύο χρόνια συνάντησε τον Ερρίκο Μαλατέστα, με τον οποίο επιδόθηκαν σε διάφορες επαναστατικές δραστηριότητες. Ήταν συνεκδότης της ιταλικής αναρχικής επιθεώρησης «Il Pensiero» (Η Σκέψη), αλλά συνεισέφερε και σε άλλες αναρχικές εκδόσεις, όπως την «Lotta Umana» (Ανθρώπινη Πάλη ή Αγώνας του Ανθρώπου) και την τότε καθημερινή «Umanita Nova» (Νέα Ανθρωπότητα), η οποία συνεχίζει σήμερα την κυκλοφορία της ως όργανο της Ιταλικής Αναρχικής Ομοσπονδίας (FAI) - και της οποίας ο Ερρίκο Μαλατέστα ήταν εκδότης για χρόνια. Έγραψε, επίσης, διάφορα έργα, από τα οποία τα γνωστότερα είναι: «Μαλατέστα, η ζωή και η σκέψη του», «Δικτατορία και Επανάσταση», «Μαρξισμός και Αναρχισμός» και «Αστικές επιδράσεις στον Αναρχισμό» (που μεταφράστηκε στα ελληνικά από την Ομάδα Αναρχοκομμουνιστών-Κοινοτιστών Νέας Σμύρνης και κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις «Ελεύθερος Τύπος», τη δεκαετία του 1990). Το 1926 κατάφερε να διαφύγει από την φασιστική τρομοκρατία, καταφεύγοντας πρώτα στο Βέλγιο και στην Γαλλία και μετά, αφ’ ότου απελάθηκε από εκεί, στην Ουρουγουάη όπου συνέχισε τον αγώνα και την αναρχική προπαγάνδα και πέθανε το 1935.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 1
Η ΑΣΤΙΚΗ ΦΡΑΣΕΟΛΟΓΙΑ ΤΟΥ «ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΟΥ» ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΜΟΥ
Πριν λίγο καιρό, μέσω της εκδοτικής εταιρείας του Κομμουνιστικού Κόμματος της Ιταλίας, εκδόθηκε ένα μικρό δωδεκασέλιδο φυλλάδιο απ’ αυτόν τον «έξοχο θεωρητικό» (όπως συστηνόταν στους αναγνώστες του σοσιαλιστικού και κομμουνιστικού Τύπου), τον Μπουχάριν. Έδωσε σ’ αυτό τον πομπώδη τίτλο «Αναρχία και Επιστημονικός Κομμουνισμός». Επιτρέψτε μας, όμως, να ρίξουμε μια ματιά για να δούμε πόση τελικά «επιστήμη» περιέχει.
Ο Μπουχάριν δεν μας εκθέτει καμία αληθινή ιδέα για τον αναρχισμό, κανένα από τα σημεία του αναρχικού κομμουνιστικού προγράμματος όπως αυτά έχουν στην πραγματικότητα, ούτε μπαίνει στον κόπο να ενημερωθεί για την αναρχική σκέψη, παίρνοντας υπόψη του την αναρχική ιστορική και θεωρητική βιβλιογραφία. Το μόνο που κάνει είναι να παπαγαλίζει πολύ καλά ορισμένα χιλιοειπωμένα κλισέ, μιλώντας χωρίς να προσέχει, πιστεύοντας αυτά που αυτός άκουσε να λέγονται και αφήνοντας την φαντασία του να καλπάζει όσον αφορά εκείνες τις όψεις του αναρχισμού τις οποίες τουλάχιστον αυτός γνωρίζει. Είναι αδύνατον ν’ ανακαλύψεις μια τέτοια αποτυχία ώστε να καταλάβεις τη θεωρία και την τακτική της αναρχίας, μετά από ολόκληρη την αναξιόπιστη κοινότοπη εργασία του μεγαλοαστισμού, τριάντα ή σαράντα χρόνια πριν.
Όταν κάθε τι έχει ειπωθεί και έχει γίνει, η μπροσούρα αυτή αποτελεί μάλλον ένα συνηθισμένο και ασήμαντο κείμενο. Αλλά διανεμήθηκε στην Ιταλία μέσα από τα γραφεία ενός κόμματος του οποίου τα περισσότερα μέλη είναι προλετάριοι, παρουσιαζόμενο στους εργάτες ως μια απόρριψη του αναρχισμού. Οι Ιταλοί εκδότες βλέπουν το φυλλάδιο του Μπουχάριν ως ένα έργο ΑΞΙΟΘΑΥΜΑΣΤΗΣ ΣΑΦΗΝΕΙΑΣ ΠΟΥ ΑΠΟΔΙΔΕΙ ΣΤΗΝ ΑΝΑΡΧΙΚΗ ΘΕΩΡΙΑ ΤΗΝ ΟΡΙΣΤΙΚΗ ΑΞΙΑ ΤΗΣ ΑΝΤΙΦΑΤΙΚΟΤΗΤΑΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΠΑΡΑΔΟΞΟΛΟΓΙΑΣ. Έτσι, αξίζει τον κόπο να δείξει κανείς ότι τίποτε δεν μπορεί να είναι πιο παράλογο, αντιφατικό ή γελοίο, από την «επιστήμη» της άγνοιας με την οποία αυτός (σ.τ.μ.: ο Μπουχάριν) προσπαθεί να δυσφημήσει την ιδέα του αναρχισμού).
Από την άλλη πλευρά, το φυλλάδιο του Μπουχάριν μας έδωσε μια ακόμη ευκαιρία να κάνουμε προπαγάνδα των ιδεών μας μεταξύ των εργατών, οι οποίοι αποτελούν τον ειδικό μας χώρο καθώς και την πρωταρχική μας ενασχόληση. Και, βέβαια, δεν προσπαθούμε να μεταπείσουμε το συγγραφέα προσωπικά ή τους εκδότες για το φυλλάδιό του, γιατί έτσι θα χάναμε τον χρόνο μας. (1)
Εάν πρέπει ν’ αναλύσουμε προσεκτικά την κενότητα και την άγνοια που κυριαρχεί μεταξύ αυτών που αυτοαποκαλούνται «επιστημονικοί», που είναι πάντα οι πιο αδαείς που νιώθουν την ανάγκη να επιδείξουν τις ακαδημαϊκές περγαμηνές τους -καλόπιστα ή μη-, λέμε ότι η φρασεολογία που χρησιμοποιούν είναι αρκετή.
Η ορολογία τους είναι σαν μια πομπώδης επίδειξη με την οποία καταβάλουν τους ανθρώπους που τους περιβάλλουν, παίρνοντας και τις ανάλογες πόζες, περιφερόμενοι μέσα στο πλήθος μ’ έναν αλαζονικό τρόπο, λέγοντας: «Σταθείτε στην άκρη κι αφήστε μας να περάσουμε και αλίμονο σ’ όποιον δεν βγάλει το καπέλο του στην εξοχότητά μας». Και με την απέραντη αλαζονεία τους, αντικρίζουν τους απλούς θνητούς καθώς τους μιλούν και δεν ξέρουν ότι αυτά με τα οποία απευθύνονται σ’ αυτούς δεν είναι μόνον μάταια αλλά και πολύ προσβλητικά - όπως θα περίμενε κανείς να μιλήσει ένας αμόρφωτος χωριάτης.
Ακούστε, για παράδειγμα, την πομπώδη ορολογία με την οποία ο Μπουχάριν απευθύνεται στους αναρχικούς, ρίχνοντάς μας κατάμουτρα το ότι είναι δεκτικός να μιλήσει για θεωρίες με τις οποίες είναι άσχετος: «Επίτηδες αποφύγαμε να επιχειρηματολογήσουμε εναντίον των αναρχικών σαν να ήταν παραβάτες, εγκληματίες, τρομοκράτες κ.λπ.».
Αυτή είναι η γραμμή των Ιησουϊτών, οι οποίοι διδάσκουν πώς να προσβάλλει κανείς κάποιον, ενώ προσποιείται ότι δεν επιδιώκει κάτι τέτοιο... Αλλά λέγοντας αυτό, ο Μπουχάριν συμπεραίνει απλώς, στη συνέχεια, ότι οι αναρχικές ομάδες γεννούν «αυτούς που απαλλοτριώνουν μόνο και μόνο για την τσέπη τους» -τους κλέφτες εάν αρέσει σε κάποιον- και ότι «οι αναρχικοί προσελκύουν τους εγκληματίες».
Τι θράσος! Με όλο το μίσος τους προς τα επαναστατικά πνεύματα, προς όλους εκείνους οι οποίοι έχουν πάρα πολύ αγαπήσει την ελευθερία και υποκλίνονται στις ιδιοτροπίες τους ή υποτάσσονται στις καταχρήσεις τους, είτε στο εργατικό κίνημα σήμερα είτε στην επανάσταση αύριο, δεν διστάζουν να χρησιμοποιούν την κατασυκοφάντηση, τις λιβελογραφικές δραστηριότητες της επίσημης γραφειοκρατίας και του αστικού Τύπου ως το μοντέλο της επίθεσής τους εναντίον των αναρχικών. Είναι σαν να διαβάζει κάποιος αστυνομικούς λιβέλους! Και μπορούν όλα αυτά τα σκουπίδια, αυτά τα χειρότερα κλισέ ωμής κατασυκοφάντησης, να περιληφθούν κάτω από τον τίτλο «επιστήμη»;
Πώς μπορεί να διεξάγει κανείς μια συζήτηση σαν κι αυτή; Η αναρχική οργάνωση δεν επιβάλλεται από κάποιες απαιτήσεις κάποιων ανώτερων όντων. Και, φυσιολογικά, οι άνθρωποι που την απαρτίζουν έχουν τις αδυναμίες που έχουν όλοι οι θνητοί και, συνεπώς, όπως κάθε κόμμα, έτσι και η αναρχική οργάνωση έχει τα ελαττώματά της, το επαχθές φορτίο της. Και πάντα θα υπάρχουν άνθρωποι που ψάχνουν να επικαλύψουν τις αποκρουστικές, αντικοινωνικές τάσεις τους με τα χρώματά της. Αλλά όχι περισσότερο απ’ ό,τι γίνεται στα άλλα κόμματα. Ακριβώς το αντίθετο! Στην πραγματικότητα, οι χειρότερες μορφές εγκληματικότητας, η πρόκληση εγωισμού και φιλοδοξίας, το πνεύμα του συμφέροντος και της απληστίας αποφεύγουν τον αναρχισμό, για τον απλό λόγο ότι σ' αυτόν υπάρχει λίγο ή μάλλον δεν υπάρχει τίποτε για να κερδίσουν αυτές οι τάσεις αλλά έχουν να χάσουν τα πάντα.
Πάρτε το από μας, εσείς οι «επιστημονικοί» κομμουνιστές, ότι θα μπορούσαμε να απαντήσουμε άνετα σε τέτοια είδη επιθέσεων, εάν δεν πιστεύαμε ότι θα εξευτελιζόμασταν και ότι δεν θα υπήρχε κανένας λόγος να κινηθούμε κατ’ αυτό τον τρόπο. Δεν θα μπορούσε, πάντως, να βρει κάποιος ανάμεσα στους αναρχικούς «αυτούς που...», όπως το θέτει ο Μπουχάριν, «.…εκμεταλλεύονται την επανάσταση για το δικό τους κέρδος», είτε στη Ρωσία είτε έξω απ’ αυτή.
Όπως εκφράστηκε από τον Μπουχάριν, η αναρχία είναι, μάλλον, «ένα προϊόν της αποσύνθεσης της καπιταλιστικής κοινωνίας», κάτι σαν ΜΟΛΥΝΣΗ, που διαπερνά μέσα από τα ΚΑΤΑΚΑΘΙΑ της κοινωνίας, μέσω των ΜΕΜΟΝΩΜΕΝΩΝ ΜΕΛΩΝ οποιασδήποτε τάξης, που ζουν, όμως, για τον εαυτό τους, ΠΟΥ ΔΕΝ ΕΡΓΑΖΟΝΤΑΙ, ΠΟΥ ΕΙΝΑΙ ΟΡΓΑΝΙΚΑ ΑΝΙΚΑΝΟΙ ΝΑ ΔΗΜΙΟΥΡΓΗΣΟΥΝ έναν κόσμο ή νέες αξίες: προλετάριοι, νέοι αστοί, ξεπεσμένοι διανοούμενοι, στερημένοι αγρότες και πάει λέγοντας.
Αυτό που ο Μπουχάριν δέχεται ως «αναρχία» δεν θα μπορούσε να είναι μια ιδεολογία του προλεταριάτου, αλλά μάλλον ΕΝΑ ΠΡΟΪΟΝ ΙΔΕΟΛΟΓΙΚΗΣ ΔΙΑΛΥΣΗΣ της εργατικής τάξης, Η ΙΔΕΟΛΟΓΙΑ ΜΙΑΣ ΟΡΔΗΣ ΖΗΤΙΑΝΩΝ. Αλλού (2) το αποκαλεί «ο Σοσιαλισμός του Όχλου», ενός άπρακτου περιπλανώμενου προλεταριάτου. Σε άλλο κεφάλαιο του αντι-αναρχικού του φυλλαδίου, ο Μπουχάριν προσθέτει τον «ρακένδυτο όχλο».
Πιστέψτε με, αγαπητοί μου αναγνώστες, δεν αποτελεί υπερβολή. Όλα όσα επανέλαβα μέχρι τώρα είναι λέξη προς λέξη παραπομπές, περιορισμένες ή συμπυκνωμένες λόγω της έλλειψης χώρου: είναι αρκετά, φυσικά, για να δώσω μια ιδέα του τι διαβλέπει ο Μπουχάριν, το οποίο δεν είναι τίποτε λιγότερο από την ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ ΒΑΣΗ ΤΗΣ ΑΝΑΡΧΙΑΣ.
Ωστόσο, οι εργάτες που μας διαβάζουν γνωρίζουν πολύ λίγα για τον αναρχισμό -ακόμη και αυτοί που μας συμπαθούν ελάχιστα- γνωρίζουν, όμως, αρκετά ώστε να βγάλουν τα δικά τους συμπεράσματα γι’ αυτές τις υπερβολικές απλοποιήσεις. Η Ρωσία δεν είναι το μόνο μέρος όπου υπάρχουν αναρχικοί κι έτσι οι Ιταλοί εργάτες δεν χρειάζεται να δουν λάθη ή δεν πιστεύουν σε παραμύθια με δράκους και μάγισσες. Οι Ιταλοί προλετάριοι, ανάμεσα στους οποίους οι αναρχικοί είναι παντού οι πολυπληθέστεροι, βρίσκονται σε θέση να μας απαντήσουν ότι δεν υπάρχει καμιά αλήθεια στις φαντασιώσεις του Μπουχάριν.
Ο αναρχισμός, ενώ δεν ισχυρίζεται ότι αποτελεί «η θεωρία του προλεταριάτου» -ισχυρίζεται, μάλλον, ότι είναι μια ανθρώπινη διδασκαλία- είναι, ωστόσο, μια εν τοις πράγμασι διδασκαλία, του οποίου οι οπαδοί είναι σχεδόν αποκλειστικά προλετάριοι: οι αστοί, οι μικροαστοί, οι αποκαλούμενοι διανοούμενοι ή επαγγελματίες κ.ά., είναι πολύ λίγοι και δεν ασκούν καμία κυρίαρχη επιρροή. Υπάρχουν απείρως πολύ περισσότεροι απ’ αυτούς που ασκούν μια κυρίαρχη επιρροή σε όλα τα άλλα κόμματα, τα οποία, χωρίς αμφιβολία, αυτοαποκαλούνται προλεταριακά κόμματα, χωρίς να εξαιρούμε και το «κομμουνιστικό» κόμμα. Και κατά γενικό κανόνα, οι αναρχικοί προλετάριοι δεν είναι, πράγματι, ένας ειδικά ανώτερος ή κατώτερος παράγοντας. Δουλεύουν όπως δουλεύουν και άλλοι εργάτες, ανήκουν σε όλα τα επαγγέλματα, μπορεί να τους βρει κανείς στη μικρή αλλά και στην μεγάλη βιομηχανία, στα εργοστάσια, στις βιοτεχνίες, αλλά και στα χωράφια. Ανήκουν στις ίδιες εργατικές οργανώσεις όπως και άλλοι και πάει λέγοντας.
Κατά φυσιολογικό τρόπο, υπάρχουν αναρχικοί και μεταξύ των χαμηλότερων ομάδων του προλεταριάτου, μέσα στις οποίες ο Μπουχάριν, με αρκετή συγκατάβαση, εντάσσει τον ΡΑΚΕΝΔΥΤΟ ΟΧΛΟ - αλλά αυτό σε καμία περίπτωση δεν αποτελεί ένα αποκλειστικά αναρχικό φαινόμενο. Αλλά εάν αυτό ήταν το ζήτημα, εάν πράγματι όλοι οι ζητιάνοι, όλοι αυτοί που ζουν μέσα στα κουρέλια, ολόκληρη η τάξη που υποφέρει κάτω από τον καπιταλιστικό ζυγό, έπρεπε να έρθουν στη θέση μας, δεν θα μας δυσαρεστούσε καθόλου και θα τους καλωσορίζαμε με ανοιχτές αγκάλες, με καμία άδικη περιφρόνηση ή με καμία εσφαλμένη προκατάληψη. Αλλά -για να διαψεύσουμε τον φανταστικό κατάλογο του Μπουχάριν- είναι γεγονός ότι η αναρχία έχει τους οπαδούς της μεταξύ αυτών των ομάδων, με την ίδια αναλογία όπως και στις άλλες, όπως κάνουν και τα άλλα κόμματα, συμπεριλαμβανομένου και του κομμουνιστικού κόμματος.
Και ποιο είναι το αποτέλεσμα της ψεύτικης επιστημονικής ορολογίας που χρησιμοποιεί στην επίθεσή του στον αναρχισμό;
Τίποτε, εκτός από την ας πούμε ασυνείδητη αποκάλυψη ενός σχεδίου στο μυαλό του (σ.τ.μ.: του Μπουχάριν) να θέσει το προλεταριάτο υπό την προστασία του και να του επισείσει σοβαρά τους κινδύνους από το ρίσκο που θα έπαιρνε εάν είχε την ατυχία να εμπιστευτεί (το προλεταριάτο) το μέλλον του σ’ αυτούς τους δογματικούς πρωταθλητές ενός δικτατορικού κομμουνισμού.
Απλώς, ποιος είναι αυτός που μιλάει τόσο περιφρονητικά για τον «ρακένδυτο όχλο», «την ορδή των ζητιάνων», «τα κατακάθια» και πάει λέγοντας;
Κανένας άλλος, εκτός απ’ αυτούς τους μικροαστούς, είτε παλιούς είτε νέους, οι οποίοι προέρχονται και απ’ τους αστούς και απ’ το προλεταριάτο, που κυβερνούν σήμερα τις οργανώσεις, τα κόμματα και τον εργατικό Τύπο, κάθε είδους αρχηγούς που εκπροσωπούν την άρχουσα τάξη του μέλλοντος, μια ακόμη ΜΕΙΟΝΟΤΗΤΑ η οποία, κάτω από τη μια ή την άλλη αμφίεση, θα εκμεταλλευτεί και θα καταπιέσει τις ΠΛΑΤΙΕΣ ΜΑΖΕΣ και η οποία περιβάλλεται από τις πλέον τυχερές ομάδες των προλεταρίων πολιτών – αυτές στη μεγάλη βιομηχανία - εις βάρος και προς αποκλεισμό όλων των υπολοίπων.
Ο Μπουχάριν παραδέχεται αδιάκριτα στο μικρό φυλλάδιό του, ότι η Επανάσταση και ο κομμουνισμός είναι ένα είδος μονοπωλίου που ασκείται αποκλειστικά από εκείνον τον τομέα του προλεταριάτου ΠΟΥ ΕΧΕΙ ΠΡΟΣΚΟΛΛΗΘΕΊ ΣΤΗ ΜΕΓΑΛΗΣ ΚΛΙΜΑΚΑΣ ΠΑΡΑΓΩΓΗ. «Όλα τα άλλα στρώματα των φτωχών τάξεων», συνεχίζει να λέει, «μπορούν να γίνουν επαναστατικοί φορείς όποτε προστατεύουν τα νώτα του προλεταριάτου». Τώρα που αυτές οι «φτωχές τάξεις» βρίσκονται έξω από την μεγάλη βιομηχανία, δεν είναι προλετάριοι; Εάν είναι, τότε η προφητεία του Μπουχάριν ότι η μειονότητα των βιομηχανικών εργατών μπορεί να γίνει ένας εκμεταλλευτής και κυβερνήτης των πλατιών μαζών των φτωχών θα έβγαινε αληθινή. Ακόμη και εάν αυτό δεν το αναλύσουμε με σαφήνεια, μπορεί κανείς να διακρίνει από τη φρασεολογία αυτή ότι αυτοί οι μελλοντικοί κυβερνήτες -στη Ρωσία σήμερα ήδη κατέχουν θέσεις ελέγχου- χρησιμοποιούν τις άτυχες ΦΤΩΧΕΣ ΤΑΞΕΙΣ στις οποίες αναθέτουν την παθητική αποστολή να παραταχθούν από τη μειονότητα που θέλει να έρθει στην εξουσία. Επαναλαμβάνω ότι αυτή η περιφρονητική αλαζονική γλώσσα αποκαλύπτει ένα σκεπτικό: ένα σκεπτικό που είναι ίδιο των αφεντικών, των κυβερνώντων, στις συναλλαγές με τους δουλοπάροικούς τους. Είναι η ίδια γλώσσα που χρησιμοποιείται ανάμεσά μας από τους καριερίστες της αστικής τάξης και, πάνω από όλα, τη νέα αστική τάξη, κατά του προλεταριάτου ως συνόλου - όροι όπως «ζητιάνος, κουρελιάρης, κατακάθια, δημιουργική ανικανότητα, δεν εργάζονται» κλπ.
Αφήστε τους Ιταλούς εργάτες να διαβάσουν το φυλλάδιο του Μπουχάριν: για ν’ αποδείξουμε την αξία των επιχειρημάτων μας δεν χρειάζεται να επινοήσουμε κάποια συνωμοσία σιωπής σχετικά μ’ αυτά που λένε και γράφουν οι αντίπαλοί μας, ούτε χρειάζεται να υποβιβάσουμε ή να διαστρεβλώσουμε το σκεπτικό τους. Αντίθετα, έχουμε κάθε συμφέρον να είναι ικανοί οι προλετάριοι να συγκρίνουν και να αντιπαραβάλουν το σκεπτικό μας με αντίθετες ιδέες. Αλλά εάν διαβάσουν τα κείμενα των λίγων σελίδων του Μπουχάριν, δεν μπορούμε να πούμε ποια θα είναι η αντίδρασή τους όταν θα διαπιστώσουν την εξωφρενική αστική ορολογία που χρησιμοποιήθηκε επί του παρόντος για να προσβάλλει όλους τους εργάτες και επαναστάτες στην Ιταλία - συμπεριλαμβανομένων και των κομμουνιστών - που κατευθύνονταν κατά των αναρχικών.
Με όλα αυτά, δεν υπάρχει άλλος από τον Μπουχάριν που έχει το θάρρος να πει ότι οι ΑΝΑΡΧΙΚΟΙ ΣΥΝΕΡΓΑΖΟΝΤΑΙ ΜΕ ΤΗΝ ΑΣΤΙΚΗ ΤΑΞΗ ΚΑΙ ΤΑ ΣΥΝΕΤΑΙΡΙΚΑ Σ’ ΑΥΤΗΝ ΚΟΜΜΑΤΑ ΕΝΑΝΤΙΑ ΣΤΗΝ ΕΞΟΥΣΙΑ ΤΟΥ ΠΡΟΛΕΤΑΡΙΑΤΟΥ.
Αρκετά φυσιολογικά, ο Μπουχάριν φροντίζει να στηρίξει αυτόν τον ισχυρισμό -που αποτελεί μια απλή και φτωχή δυσφήμηση- με επιχειρήματα και γεγονότα! Αλλά τα γεγονότα αυτά είναι ολόκληρη η πενηντάχρονη ιστορία του αναρχισμού, ο ηρωισμός τόσων πολλών Ρώσων που σκοτώθηκαν από το 1917 και μετά στο μέτωπο, με το όπλο στο χέρι, προς υπεράσπιση της επανάστασης στην πατρίδα τους και όλα αυτά απλώς αποδεικνύουν το εντελώς αντίθετο.
Οι αναρχικοί πολεμούν ενάντια σε κάθε εξουσία, κάθε δικτατορία, ακόμη και εάν αυτή φορά τα χρώματα του προλεταριάτου. Αλλά δεν χρειάζεται να ενωθούν ή να συνεργαστούν με τους αστούς για να το πράξουν αυτό, στη Ρωσία ή οπουδήποτε αλλού. Οι αναρχικοί μπορούν να περηφανεύονται για το γεγονός ότι η οργάνωσή τους είναι παντού -ακόμα και με το κόστος ότι ίσως είναι σχεδόν πάντα μόνοι τους όταν δρουν μ’ αυτόν τον τρόπο- πάντα, από τότε που εμφανίστηκαν, ήταν αδυσώπητα και αμείλικτα αντίθετοι σε κάθε μορφή κρατικής ή ταξικής συνεργασίας και ποτέ δεν αμφιταλαντευόντουσαν όσον αφορά την έχθρα τους για την αστική τάξη.
Αλλά δεν πιάσαμε το μολύβι απλώς και μόνο για να συζητήσουμε και να απορρίψουμε την κενή, δυσφημιστική και εξωφρενική χροιά της φράσης αυτής. Στο φυλλάδιο του Μπουχάριν, υπάρχει επίσης και μια προσπάθεια να συζητηθούν ορισμένες ιδέες του αναρχισμού ή ιδέες που του αποδίδονται. Και είναι απ’ αυτή την πλευρά (την, πάντως, θλιβερή) στην οποία θα αφιερώσουμε αυτό το μικρό κομμάτι της πολεμικής και της προπαγάνδας μας - έχοντας λιγότερη σχέση με τον Μπουχάριν και περισσότερη με τα επιχειρήματα που διάφοροι υπαινίσσονται εδώ και εκεί, κρατώντας τη συζήτηση όσο γίνεται πιο απρόσωπη και μη δίνοντας σημασία στους ερεθιστικούς και αντεπαναστατικούς όρους με τους οποίους ο αντίπαλός μας φιλοδοξεί να εξαντλήσει τα ελάχιστα επιχειρήματα που είναι ικανός να παραθέσει.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 2
ΤΟ ΚΡΑΤΟΣ ΚΑΙ Ο ΣΥΓΚΕΝΤΡΩΤΙΣΜΟΣ ΤΗΣ ΠΑΡΑΓΩΓΗΣ
Για κάποιο διάστημα τώρα, οι κομμουνιστές συγγραφείς -και ειδικά μεταξύ αυτών και ο Μπουχάριν- θέλησαν να κατηγορήσουν τους αναρχικούς για κάποιο συγκεκριμένο λάθος, το οποίο οι αναρχικοί πάντα αρνούνταν και που μέχρι πρόσφατα μπορούμε να το προσάψουμε στα πρόθυρα των σοσιαλδημοκρατών της B’ Διεθνούς, στην αναγωγή δηλαδή όλου του προβλήματος μεταξύ του μαρξισμού και του αναρχισμού ως ζητήματος του ΤΕΛΙΚΟΥ ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΟΥ, δηλαδή της κατάργησης ή όχι του κράτους στην σοσιαλιστική κοινωνία του μέλλοντος. Κάποτε, οι δημοκράτες σοσιαλιστές οι οποίοι τότε, όπως και οι κομμουνιστές το κάνουν σήμερα, αποκαλούνταν «επιστημονικοί», επιβεβαιώνοντας την ανάγκη ύπαρξης του κράτους στο σοσιαλιστικό καθεστώς και πιστεύοντάς το, ήθελαν να περνιούνται για μαρξιστές. Μέχρι πολύ πρόσφατα, οι αναρχικοί συγγραφείς ήταν, πάνω-κάτω, οι μόνοι που εξέθεταν αυτό το ζήτημα ως διαστρέβλωση του μαρξισμού. Τώρα, από την άλλη πλευρά, γίνεται προσπάθεια να τους καταστήσουμε (τους αναρχικούς) υπεύθυνους γι' αυτήν την διαστρέβλωση.
Στο διεθνές, σοσιαλιστικό συνέδριο των εργατών στο Λονδίνο το 1896 -για το οποίο πολλοί πίστευαν ότι είχε συγκληθεί για ν’ αποκλειστούν οι αναρχικοί (οι οποίοι, τότε, είχαν απομείνει οι μόνοι που χρησιμοποιούσαν τον τίτλο κομμουνιστές) από τα διεθνή συνέδρια, λόγω του ότι δεν είχαν αποδεχτεί την κατάκτηση της εξουσίας ως μέσο ούτε και ως σκοπό- δεν ήταν άλλος από τον Ερρίκο Μαλατέστα ο οποίος ανέφερε ότι στην πραγματικότητα οι αναρχικοί και οι σοσιαλιστές είχαν έναν κοινό στόχο από την κατάργηση του κράτους και ότι στο συγκεκριμένο ζήτημα οι μαρξιστές υποστήριζαν τις θεωρίες του ίδιου του Μαρξ.
Κάποιο διάστημα πριν, στα κείμενα των αναρχικών, μέσω της πολύ καλής αναρχιστικής ερμηνείας του Καρλ Μαρξ, το 1872 -κάτι που είχε μνημονεύσει και ο Μπακούνιν- ο σοσιαλισμός είχε τεθεί ως ένα από τα κεντρικά σημεία μιας από τις βιαιότερες πολεμικές του Μαρξ ως εξής:
«Αυτό που όλοι οι σοσιαλιστές καταλαβαίνουν για την αναρχία είναι το παρακάτω: μόλις ο σκοπός του προλεταριακού κινήματος, η κατάργηση των τάξεων, επιτευχθεί, η εξουσία του κράτους - η οποία εξυπηρετεί στο να διατηρεί τη μεγάλη πλειοψηφία των παραγωγών κάτω από τον ζυγό μιας μικρής εκμεταλλευτικής μειονότητας, εξαφανίζεται - και οι λειτουργίες της κυβέρνησης μεταμορφώνονται σε απλές διοικητικές λειτουργίες» (3).
Δεν βρίσκουμε σωστή την ιδέα αυτή ότι η αναρχία είναι αποδεκτή, διότι δεν πιστεύουμε ότι το κράτος θα πεθάνει φυσιολογικά ή αναπόφευκτα ως αποτέλεσμα της κατάργησης των τάξεων. Το κράτος είναι κάτι παραπάνω από ό,τι το αποτέλεσμα του ταξικού διαχωρισμού, είναι, την ίδια στιγμή, ο δημιουργός των προνομίων απ’ όπου γεννιούνται νέες ταξικές διαιρέσεις. Ο Μαρξ εσφαλμένα πίστευε ότι μόλις καταργηθούν οι τάξεις, το κράτος θα πεθάνει φυσιολογικά λόγω «έλλειψης τροφής». Το κράτος δεν θα πεθάνει, εκτός εάν καταστραφεί εσκεμμένα, όπως και ο καπιταλισμός δεν θα πάψει να υπάρχει, εκτός εάν τον «σκοτώσουν» μέσω της απαλλοτρίωσης. Εάν ένα κράτος παραμείνει αμετάβλητο, τότε θα δημιουργήσει μια νέα άρχουσα τάξη για τον εαυτό του, εάν, δηλαδή, επιλέξει να μην συμμαχήσει με την παλιά κατάσταση. Συνοπτικά, οι ταξικές διαιρέσεις θα επιμείνουν να υπάρχουν και οι τάξεις, τελικά, ποτέ δεν θα καταργηθούν, όσο ζει το κράτος.
Αλλά εδώ δεν μπαίνει το ζήτημα του να δει κανείς τι μπορεί να είναι αλήθεια σε όσα πίστευε ο Μαρξ όσον αφορά το τέλος του κράτους. Είναι γεγονός ότι ο μαρξισμός συμφωνεί με τον αναρχισμό στην πρόβλεψη ότι ο κομμουνισμός ισοδυναμεί με το θάνατο του κράτους: μόνο που, σύμφωνα με τον μαρξισμό, το κράτος πρέπει να πεθάνει φυσιολογικά, ενώ ο αναρχισμός πιστεύει ότι το κράτος πρέπει να πεθάνει βίαια.
Και, ας το ξαναπούμε, οι αναρχικοί το κατέδειξαν αυτό - στην πολεμική τους με τους σοσιαλδημοκράτες, αμέτρητες φορές από το 1880 μέχρι σήμερα.
Οι εξουσιαστές κομμουνιστές, ενώ ήταν ορθώς κριτικοί στην ιδέα των σοσιαλδημοκρατών (την οποία, χωρίς αμφιβολία, την αποδίδουν, εσφαλμένα, στους αναρχικούς), ότι η βασική διαφορά μεταξύ του σοσιαλισμού και του αναρχισμού βρίσκεται στον τελικό στόχο του περιορισμού του κράτους, από την άλλη κάνουν με τη σειρά τους ένα λάθος που είναι παρόμοιο και ίσως βαρύτερο.
Αυτοί - και εκ μέρους τους και ο Μπουχάριν - πιστεύουν ότι η «πραγματική διαφορά» μεταξύ των αναρχικών και των κρατιστών κομμουνιστών είναι η εξής: ότι, ενώ «η ιδανική λύση των κομμουνιστών... είναι η συγκεντρωτική παραγωγή που οργανώνεται μεθοδικά σε μεγάλες μονάδες», ΤΟ ΙΔΑΝΙΚΟ ΤΩΝ ΑΝΑΡΧΙΚΩΝ ΣΥΝΙΣΤΑΤΑΙ ΣΤΗΝ ΚΑΘΙΕΡΩΣΗ ΜΙΚΡΩΝ ΚΟΙΝΟΤΗΤΩΝ, ΟΙ ΟΠΟΙΕΣ ΜΕ ΤΗΝ ΔΟΜΗ ΤΟΥΣ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΚΑΤΑΛΛΗΛΕΣ ΝΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΤΟΥΝ ΚΑΜΙΑ ΜΕΓΑΛΗ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΗ, ΑΛΛΑ... ΣΥΝΔΕΟΝΤΑΙ ΜΕΣΩ ΕΝΟΣ ΔΙΚΤΥΟΥ ΕΛΕΥΘΕΡΩΝ ΣΥΜΒΑΣΕΩΝ (4).
Θα ήταν ενδιαφέρον να μάθουμε σε ποιο βιβλίο, φυλλάδιο ή πρόγραμμα των αναρχικών, τίθεται αυτό ως «ιδανικό» ή ακόμη ως ένας σκληρός και γρήγορος κανόνας!
Θα χρειαζόταν κάποιος να μάθει, για παράδειγμα, ποιες είναι οι δομικές ανεπάρκειες που αποκλείουν μια μικρή κοινότητα από το να διαχειριστεί μια μεγάλη μονάδα και πώς οι ελεύθερες συμβάσεις ή οι ελεύθερες συναλλαγές κλπ. είναι απαραίτητα εμπόδια σε αυτό. Έτσι, οι κρατιστές κομμουνιστές φαντάζονται ότι οι ΑΝΑΡΧΙΚΟΙ ΥΠΟΣΤΗΡΙΖΟΥΝ ΤΗΝ ΜΙΚΡΗΣ ΚΛΙΜΑΚΑΣ ΑΠΟΚΕΝΤΡΩΜΕΝΗ ΠΑΡΑΓΩΓΗ. Γιατί μικρής κλίμακας;
Η πεποίθησή τους μάλλον είναι ότι η αποκέντρωση των λειτουργιών παντού και πάντα σημαίνει πτώση παραγωγής και ότι η παραγωγή μεγάλης κλίμακας και η ύπαρξη τεράστιων οργανώσεων παραγωγών είναι απίθανες, εκτός εάν διοικούνται κεντρικά από ένα μεμονωμένο κεντρικό γραφείο, σύμφωνα με ένα μεμονωμένο σχέδιο διαχείρισης. Να ποιο είναι το παιδαριώδες!
Οι μαρξιστές κομμουνιστές, ειδικά οι Ρώσοι, πλανώνται από τη μακρινή αυταπάτη της μεγάλης βιομηχανίας στη Δύση ή στην Αμερική, και κάνουν λάθος σχετικά με το σύστημα παραγωγής που είναι μόνο ένα τυπικά καπιταλιστικό μέσον κερδοσκοπίας, ένα μέσο άσκησης πίεσης. Και δεν εκτιμούν ότι αυτό το είδος συγκεντροποίησης, εκτός από το ότι ικανοποιεί τις πραγματικές ανάγκες της παραγωγής είναι, αντιθέτως, ακριβώς αυτό που την περιορίζει, την εμποδίζει και της βάζει φρένο, προς το συμφέρον του καπιταλισμού.
Όποτε οι δικτατορικοί κομμουνιστές μιλούν για «αναγκαιότητα της παραγωγής» δεν κάνουν καμιά διάκριση μεταξύ αυτών των αναγκαιοτήτων από τις οποίες εξαρτάται η προμήθεια μιας μεγαλύτερης ποσότητας και μιας υψηλότερης ποιότητας προϊόντων - και αυτό είναι που μας ενδιαφέρει από όλες τις σοσιαλιστικές και κομμουνιστικές απόψεις - και των αναγκαιοτήτων που ενυπάρχουν στο αστικό καθεστώς, την αναγκαιότητα των καπιταλιστών να αποσπάσουν μεγαλύτερο κέρδος, ακόμη και εάν χρειαζόταν να μειώσουν την παραγωγή. Εάν ο καπιταλισμός τείνει στη συγκεντροποίηση των λειτουργιών του, δεν το κάνει για χάρη της παραγωγής αλλά για τη συσσώρευση περισσότερου πλούτου -κάτι που οδηγεί από κοινού τους καπιταλιστές να αφήνουν τεράστια κομμάτια γης ακαλλιέργητα ή να περιορίζουν συγκεκριμένα είδη παραγωγής· ακόμη και να προχωρούν στην καταστροφή τελειωμένων προϊόντων. Όλες αυτές οι κατά μέρος θεωρήσεις δεν αποτελούν το κύριο ζήτημα τριβής ανάμεσα στους εξουσιαστές κομμουνιστές και τους αναρχικούς κομμουνιστές.
Όταν αναφέρονται στην υλική και τεχνική μέθοδο της παραγωγής, οι αναρχικοί δεν έχουν προδικάσει λύσεις ή απόλυτες προδιαγραφές και υποκλίνονται μπροστά σ’ αυτό που η εμπειρία και οι συνθήκες σε μια ελεύθερη κοινωνία συστήνουν και προδιαγράφουν. Αυτό που μετράει είναι ότι όποιο και να είναι το είδος παραγωγής που έχει υιοθετηθεί, θα έπρεπε να υιοθετηθεί από την ελεύθερη επιλογή των ίδιων των παραγωγών και να μην επιβληθεί ενδεχομένως ως εκμετάλλευση της εργασίας του άλλου. Δεδομένων όλων των προαναφερθέντων, το ερώτημα πώς πρέπει να οργανωθεί η παραγωγή έρχεται δεύτερο. Οι αναρχικοί δεν αποκλείουν εκ των προτέρων καμία πρακτική λύση και, παρομοίως, παραδέχονται ότι μπορεί να υπάρξει ταυτόχρονα ένας αριθμός διαφορετικών λύσεων, αφού επιχειρήσουν να θέσουν σ’ εφαρμογή αυτές που πρότειναν οι ίδιοι οι εργάτες, από τη που γνωρίζουν την επαρκή βάση για μια ολοένα μεγαλύτερη και καλύτερη παραγωγή.
Οι αναρχικοί αντιτίθενται με ζήλο στο απολυταρχικό, συγκεντρωτικό πνεύμα των κυβερνώντων κομμάτων και της κρατικής πολιτικής σκέψης, η οποία είναι από τη φύση της συγκεντρωτική. Έτσι, φαντάζονται την μελλοντική κοινωνική ζωή στη βάση του φεντεραλισμού, από το άτομο στο Δήμο, στην κοινότητα, στην περιφέρεια, στο έθνος, σε διεθνές επίπεδο, στη βάση της αλληλεγγύης και της ελεύθερης συμφωνίας. Και είναι φυσικό αυτό το ιδανικό να αντανακλάται και στην οργάνωση της παραγωγής, προτιμώντας όσο γίνεται μια αποκεντρωμένη οργάνωση παραγωγής. Αλλά αυτό δεν παίρνει τη μορφή μιας απόλυτης αρχής που πρέπει να εφαρμοστεί παντού και σε κάθε περίπτωση. Μια τέτοια γραμμή ελεύθερης σκέψης, από την άλλη πλευρά, θα εκτόπιζε τη δυνατότητα επιβολής μιας τέτοιας μονόπλευρης λύσης.
Για να είμαστε σίγουροι, οι αναρχικοί απορρίπτουν την ουτοπική ιδέα των μαρξιστών για παραγωγή οργανωμένη μ’ έναν συγκεντρωτικό τρόπο (σύμφωνα με τα προδικασμένα, μονόπλευρα κριτήρια διακανονίζονται από ένα κεντρικό γραφείο του οποίου η κρίση είναι αλάνθαστη). Αλλά το γεγονός ότι δεν αποδέχονται αυτήν την παράλογη μαρξιστική λύση δεν σημαίνει και ότι πηγαίνουν στην αντίθετη όχθη, στην μονόπλευρη αντίληψη «των μικρών κοινοτήτων που δεσμεύονται μόνον σε παραγωγές μικρής κλίμακας», που αποδόθηκε σ' αυτούς από την πένα του «επιστημονικού» κομμουνισμού. Ακριβώς το αντίθετο: από το 1890 και μετά, ο Κροπότκιν έλαβε ως σημείο εκκίνησης «...την παρούσα κατάσταση των βιομηχανιών, όπου τα πάντα είναι συνυφασμένα και εξαρτώνται αμοιβαία, όπου κάθε πλευρά της παραγωγής χρησιμοποιεί τις άλλες πλευρές». Και υπέδειξε μερικούς από τους πλατύτερους εθνικούς και διεθνείς οργανισμούς παραγωγής, διανομής, δημοσίων υπηρεσιών και πολιτισμού ως παραδείγματα (δεόντως τροποποιημένα) πιθανών αναρχικών κομμουνιστικών οργανώσεων.
Οι εξουσιαστές κομμουνιστές, σεχταριστές και δογματικοί καθώς είναι, δεν μπορούν να δουν ότι άλλοι δεν είναι σαν αυτούς κι έτσι μας χρεώνουν με τα δικά τους ελαττώματα.
Η πεποίθησή μας, με γενικούς όρους, ακόμη και εάν έχει να κάνει με οικονομικά ζητήματα -ακόμη και όταν η εχθρότητά μας εστιάζεται κυρίως κατά των πολιτικών της εκδηλώσεων- είναι ότι ο συγκεντρωτισμός αποτελεί το λιγότερο χρήσιμο τρόπο για να δρομολογούνται τα πράγματα - ο λιγότερο κατάλληλος για τις πρακτικές απαιτήσεις της κοινωνικής ζωής. Αλλά αυτό με κανέναν τρόπο δεν μας εμποδίζει από το να παραδεχτούμε ότι μπορούν να υπάρξουν μερικά τμήματα παραγωγής, συγκεκριμένες δημόσιες υπηρεσίες, μερικά γραφεία διοίκησης ή συναλλαγής κλπ., όπου επίσης χρειάζεται μια κάποια συγκεντροποίηση των λειτουργιών. Στην περίπτωση αυτή κανείς δεν υποστηρίξει το αντίθετο. Αυτό που έχει σημασία για τους αναρχικούς είναι ότι δεν πρέπει να υπάρχει συγκεντροποίηση της εξουσίας και αξίζει επισημάνουμε εδώ ότι δεν θα υπάρξει καμία επιβολή σε κανέναν με τη βία, με το πρόσχημα ότι ικανοποιεί μια πρακτική ανάγκη, καμίας μεθόδου που έχει τη στήριξη μόνον των ολίγων. Ένας κίνδυνος που θα εξαφανιστεί εάν όλες οι κυβερνητικές εξουσίας και κάθε αστυνομικό σώμα, που ενδεχομένως επιβληθούν με τη βία και μέσω της μονοπωλιακής οπλισμένης βίας τους.
Σε αυτό το νεομαρξιστικό λάθος της υποχρεωτικής και απόλυτης συγκεντροποίησης, δεν αντιτάσσουμε την αποκέντρωση κάθε τι με τη βία, γιατί κάτι τέτοιο θα σήμαινε ότι περνάμε στην άλλη άκρη. Προτιμούμε την αποκεντρωμένη διοίκηση. Αλλά, τελικά, σε πρακτικά και τεχνικά προβλήματα, διαφέρουμε στην ελεύθερη εμπειρία, υπό το φως της οποίας, ανάλογα με τις συνθήκες και περιστάσεις που θα επικρατούν, κάτω από το ένα σύστημα ούτε κάτω από το άλλο μπορεί να αναδυθεί η κυριαρχία ή η εκμετάλλευση του ενός ανθρώπου από τον άλλον.
Δεν υπάρχει λόγος να συγχέουμε τον πολιτικό συγκεντρωτισμό με την κρατική εξουσία στα χέρια των λίγων με τη συγκεντροποίηση της παραγωγής. Και μάλιστα τόσο πολύ που σήμερα η παραγωγή δεν έχει συγκεντροποιηθεί στην κυβέρνηση, αλλά είναι μάλλον ανεξάρτητη απ’ αυτήν και έχει αποκεντρωθεί μεταξύ των διαφόρων ιδιοκτητών, βιομηχάνων, εταιρειών, περιορισμένων εταιρειών, διεθνών εταιρειών κ.λπ.
Σύμφωνα με τους αναρχικούς, η ουσία του κράτους δεν είναι (όπως φαντάζονται οι εξουσιαστές κομμουνιστές) ο μηχανιστικός συγκεντρωτισμός της παραγωγής - που είναι και διαφορετικό ζήτημα, για το οποίο μιλήσαμε ανωτέρω - αλλά, μάλλον, ο συγκεντρωτισμός της εξουσίας Ή ΝΑ ΤΟ ΘΕΣΟΥΜΕ ΔΙΑΦΟΡΕΤΙΚΑ Η ΠΙΕΣΤΙΚΗ ΑΡΧΗ της οποίας το κράτος απολαμβάνει το μονοπώλιο, μέσω αυτής της οργάνωσης βίας που είναι γνωστή ως «κυβέρνηση». Στον ιεραρχικό δεσποτισμό, στο δικαστικό, στον αστυνομικό και στο στρατιωτικό δεσποτισμό που επιβάλλουν τους νόμους τους στον καθένα, η οργάνωση αυτή υπερασπίζεται τα προνόμια της ιδιοκτήτριας τάξης και δημιουργεί άλλες δικές της. Αλλά, χωρίς αμφιβολία, εάν προσθέταμε τον οικονομικό συγκεντρωτισμό της παραγωγής στον συγκεντρωτισμό που οδηγεί σε μια περισσότερο ή λιγότερο δικτατορική κυβέρνηση όλων των αστυνομικών και στρατιωτικών εξουσιών - δηλαδή εάν το κράτος ήταν ταυτόχρονα αστυνομικός και αφεντικό και εάν ο τόπος εργασίας ήταν κάτι σαν ένα στρατόπεδο - τότε η πίεση του κράτους θα ήταν ανυπόφορη - και οι αναρχικοί θα πολλαπλασίαζαν τους λόγους της εχθρότητας τους απέναντί της.
Κατά αξιοθρήνητο τρόπο, αυτό είναι το φανερό τέλος του δρόμου στον οποίο περπάτησαν οι εξουσιαστές κομμουνιστές.
Τι θέλουν στην πραγματικότητα να πετύχουν οι κομμουνιστές; Τι ξεκίνησαν να χτίζουν στη Ρωσία; Την πιο συγκεντρωτική, καταπιεστική και βίαιη δικτατορία, κρατική και στρατιωτική. Και, επιπλέον, εμπιστεύονται ή σκοπεύουν να εμπιστευτούν, συγχρόνως, τη διαχείριση των κοινωνικών πόρων και την παραγωγή σ’ αυτό το δικτατορικό κράτος, το οποίο διαλύει κάθε δυσανάλογη κρατική αρχή, μεταμορφώνοντάς την επιπλέον ΣΤΗΝ ΑΠΟΛΥΤΗ ΖΗΜΙΑ ΤΗΣ ΠΑΡΑΓΩΓΗΣ, οδηγώντας στην καθιέρωση μιας νέας προνομιούχας τάξης ή κάστας στη θέση της προηγούμενης. Πάνω απ’ όλα τα’ άλλα ΠΡΟΣ ΖΗΜΙΑ ΤΗΣ ΠΑΡΑΓΩΓΗΣ, αξίζει να τονίσει κανείς. Και το ρωσικό παράδειγμα έδειξε ότι δεν κάναμε λάθος. Το ότι η Ρωσία βρίσκεται στο λιμό σήμερα αυτό οφείλεται στον κακόφημο αποκλεισμό του Δυτικού καπιταλισμού και την ασυνήθιστη ξηρασία. Αλλά το ΑΠΟΔΙΟΡΓΑΝΩΤΙΚΟ αποτέλεσμα της δικτατορικής γραφειοκρατίας, η πολιτική και στρατιωτική συγκεντροποίησηη, συνέβαλαν σημαντικά σ’ αυτό.
Οι εξουσιαστές κομμουνιστές αξιώνουν μας λένε ότι εύχονται και αυτοί την κατάργηση του κράτους. Γνωρίζουμε αυτήν την αξίωση από τον καιρό των Μαρξ και Ένγκελς. Αλλά η πεποίθηση ή η πρόθεση δεν αρκούν από μόνες τους. Πρέπει να ενεργήσει κανείς με συνέπεια από την αρχή. Αντίθετα, οι δικτατορικοί κομμουνιστές, εξαιτίας του τρόπου με τον οποίο λειτουργεί το κίνημά τους και την κατεύθυνση που αυτοί θα ήθελαν να επιβάλλουν στην επανάσταση, παίρνουν ακριβώς τον αντίθετο δρόμο απ’ αυτόν που οδηγεί στην κατάργηση του κράτους και στον κομμουνισμό.
Κατευθύνονται ολόισια προς το «δυνατό και κυρίαρχο κράτος» της σοσιαλδημοκρατικής μνήμης, προς μια πιο διαιτητική άρχουσα τάξη, κάτω από την οποία το προλεταριάτο του αύριο θα βρεθεί αναγκασμένο να κάνει μια νέα επανάσταση. Ας αφήσουμε αυτούς τους κομμουνιστές οι οποίοι επιδιώκουν σοβαρά να κάνει ο κομμουνισμός αυτό το μοιραίο λάθος που υπονομεύει τα αληθινά θεμέλια όλου του κτίσματος των απολυταρχικών κομμουνιστικών κομμάτων, αντί του να σπαταλούν το χρόνο τους με το να σκέφτονται τα φανταστικά λάθη των αναρχικών - αυτοί που έχουν κάθε δικαίωμα να απαντούν στις κριτικές των προσκυνητών αυτών του κομμουνισμού: ΓΙΑΤΡΕ, ΘΕΡΑΠΕΥΣΕ ΤΟΝ ΕΑΥΤΟ ΣΟΥ!
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 3
Η «ΠΡΟΣΩΡΙΝΗ» ΔΙΚΤΑΤΟΡΙΑ ΚΑΙ ΤΟ ΚΡΑΤΟΣ
Το αληθινά ουσιώδες όσον αφορά το ζήτημα αυτό -ξεχωρίζοντας τους εξουσιαστές από τους ελευθεριακούς κομμουνιστές- είναι μόνο το ποια μορφή πρέπει να πάρει η επανάσταση. Οι μεν λένε κρατική, οι δε λένε αναρχική.
Είναι κάτι παραπάνω από σίγουρο ότι ανάμεσα στο καπιταλιστικό και το σοσιαλιστικό καθεστώς θα υπάρξει μια ενδιάμεση περίοδος αγώνα, κατά τη διάρκεια του οποίου οι προλετάριοι επαναστάτες εργάτες πρέπει να εργαστούν για να ξεριζώσουν τα υπολείμματα της αστικής κοινωνίας και είναι εντελώς σίγουρο και πάλι ότι αυτοί πρέπει να παίξουν έναν καθοδηγητικό ρόλο σ’ αυτήν την πάλη, βασιζόμενοι στην δυναμική της οργάνωσής τους. Από την άλλη πλευρά, οι επαναστάτες και το προλεταριάτο γενικώς θα χρειαστούν μια οργάνωση η οποία να ικανοποιεί τις απαιτήσεις αυτής της πάλης, αλλά επίσης και τις απαιτήσεις της παραγωγής και της κοινωνικής ζωής, την οποία δεν μπορούν να αναβάλουν.
Αλλά εάν το αντικείμενο αυτού του αγώνα και αυτής της οργάνωσης είναι να απελευθερώσει το προλεταριάτο από την εκμετάλλευση και την κυριαρχία του κράτους, τότε ο ρόλος του καθοδηγητή, του δασκάλου ή του ηγέτη δεν μπορεί να ανατεθεί σε ένα νέο κράτος, το οποίο θα οδηγούσε την επανάσταση σε μια ολοκληρωτικά αντίθετη κατεύθυνση.
Το λάθος των εξουσιαστών κομμουνιστών στο ζήτημα αυτό είναι η πίστη τους στο ότι ο αγώνας και η οργάνωση είναι αδύνατη χωρίς την υπακοή σε μια κυβέρνηση και γι’ αυτό αντιμετωπίζουν εμάς τους αναρχικούς - από την άποψη ότι είμαστε εχθρικοί σε κάθε μορφή κυβέρνησης, ακόμα και σε μια μεταβατική τέτοια - ως εχθρούς κάθε οργάνωσης και κάθε συντονισμένου αγώνα. Εμείς, από την άλλη πλευρά, επιμένουμε ότι, όχι μόνο οι επαναστατικοί αγώνες και η επαναστατική κυβέρνηση είναι δυνατοί έξω και ενάντια σε κάθε κυβερνητική παρέμβαση αλλά ότι, πράγματι, είναι ο μόνος αποτελεσματικός τρόπος για να παλέψουμε και να οργανωθούμε και γι’ αυτό πρέπει κάθε ένας να συμμετέχει δραστήρια και συλλογικά, αντί να εμπιστεύεται παθητικά την εξουσία των μεγάλων ηγετών.
Κάθε κυβερνητικό σώμα αποτελεί εμπόδιο στην πραγματική οργάνωση των μαζών, την πλειοψηφία. Οπουδήποτε υπάρχει μια κυβέρνηση, τότε οι μόνοι αληθινά οργανωμένοι άνθρωποι είναι η μειοψηφία που συνθέτει την κυβέρνηση. Και παρά τις όποιες αντιρρήσεις, εάν οι μάζες οργανώνονται το κάνουν εναντίον της, έξω από αυτή, ή τουλάχιστον ανεξάρτητα από αυτή. Καθώς αποστεώνεται σε μια κυβέρνηση, η επανάσταση ως τέτοια αποτυγχάνει, επειδή αφήνει στην κυβέρνηση το μονοπώλιο της οργάνωσης και των μέσων του αγώνα. Το αποτέλεσμα είναι ότι μια νέα κυβέρνηση - καταστέλλοντας την επανάσταση και δρώντας για μια μικρή ή μεγάλη περίοδο ως η «προσωρινή» εξουσία - θέτει τις γραφειοκρατικές, στρατιωτικές και οικονομικές βάσεις για μια νέα και μόνιμη κρατική οργάνωση, γύρω από την οποία ένα συμπαγές δίκτυο συμφερόντων και προνομίων θα μπορούσε, φυσιολογικά, να υφανθεί. Γι’ αυτό, εάν σε λίγο διάστημα δεν καταργηθεί το κράτος, ένα άλλο κράτος δυνατότερο και ενεργητικότερο θα αναπτυχθεί το οποίο θα είναι ο διάδοχός του και που θα μπορούσε να εξασκήσει τις κατάλληλες λειτουργίες σε αυτό - αυτό που ο Μαρξ αναγνώρισε ως τέτοιο - «κρατώντας την μεγάλη πλειοψηφία των παραγωγών κάτω από τον ζυγό μιας αριθμητικά μικρής εκμεταλλεύτριας μειοψηφίας».
Αυτό είναι το μάθημα που η ιστορία όλων των επαναστάσεων μας διδάσκει, από τις αρχαιότερες έως τις περισσότερο πρόσφατες και επιβεβαιώθηκε -πριν εμείς δούμε το φως της ζωής, κάποιος θα μπορούσε να πει- από την καθημερινή ανάπτυξη της Ρωσικής επανάστασης.
Δεν πρέπει να χρονοτριβούμε περισσότερο πάνω στο ζήτημα αυτό της «προσωρινής» φύσης της δικτατορικής κυβέρνησης. Η σκληρότερη και πιο βίαιη αμφίεση του εξουσιασμού είναι ίσως προσωρινή, αλλά είναι ακριβώς κατά την διάρκεια αυτού του βίαιου σταδίου της απορρόφησης και του εξαναγκασμού που θα τεθούν οι βάσεις για μια αυριανή μόνιμη κυβέρνηση ή κράτος. Από την άλλη πλευρά, ακόμα και οι κομμουνιστές είναι εξαιρετικά δύσπιστοι όσον αφορά την «προσωρινότητα» της δικτατορίας. Λίγο καιρό πριν, ο Ράντεκ και ο Μπορντίγκα μας είπαν ότι ίσως διαρκέσει όσο μια γενιά (που είναι αρκετό διάστημα). Τώρα, ο Μπουχάριν, στην μπροσούρα αυτή (σ.τ.μ.: «Anarchy and Scientific Communism» - «Αναρχία και Επιστημονικός Κομμουνισμός»), μας προειδοποιεί ότι η δικτατορία θα διαρκέσει μέχρι που οι εργάτες θα έχουν καταγάγει μια ολοκληρωτική νίκη και μια τέτοια νίκη είναι δυνατή «μόνο όταν το προλεταριάτο έχει ελευθερώσει ολόκληρο τον κόσμο από την καπιταλιστική δημαγωγία και έχει ολοκληρωτικά πνίξει την μπουρζουαζία (5).
Εάν αυτό ήταν αλήθεια, τότε αυτό σημαίνει ότι, με το να ληστεύεται πρώτα ο ρωσικός λαός και κάθε άλλος λαός μετά από αυτόν για μια ελπίδα απελευθέρωσης και με το να παραπέμπεται η ημέρα της απελευθέρωσης στις ελληνικές καλένδες, κατανοούμε πολύ καλά ότι για να επεκταθεί και ριζοσπαστικοποιηθεί μια επανάσταση -πριν καταφέρει να είναι ολοκληρωτικά νικηφόρα και παγκόσμια- θα πρέπει να παρέλθουν όχι μία, αλλά αρκετές γενιές.
Ευτυχώς, μια τέτοια αντεπαναστατική απαισιοδοξία είναι αρκετά λανθασμένη. Πολύ περισσότερο, είναι ένα λάθος της γνήσιας ρεφορμιστικής παράδοσης, με το οποίο έγινε μια προσπάθεια στην Ιταλία το 1919-1920 να παρεμποδιστεί κάθε επαναστατική οργάνωση ως «καταδικασμένη στην αποτυχία, εκτός εάν η επανάσταση ξεσπάσει ταυτόχρονα σε κάθε χώρα». Στην πραγματικότητα, η επανάσταση είναι εξίσου πιθανή σε σχετικά περιορισμένες περιοχές. Ναι μεν ο περιορισμός χώρου συνεπάγεται και τον περιορισμό έντασης, αλλά η εργατική τάξη θα πρέπει να κερδίσει κάποια χειραφέτηση και ελευθερία, με τις προσπάθειές της, εκτός εάν κάνει το λάθος να αποδυναμωθεί από μόνη της - εννοείται, δηλαδή, να στηριχτεί πάνω στην καλοσύνη κάποιων κυβερνητικών αντί να στηριχτεί στις δυνάμεις της, στις δικές της πηγές, στις δικές της αυτόνομες οργανώσεις.
Η κυβέρνηση και ακόμα περισσότερο η δικτατορία, είναι βλαβερή για την επανάσταση, όχι μόνο για τον βαθμό της βίας της αλλά και επειδή αυτή η βία είναι εξουσιαστική, καταπιεστική, επιθετική και στρατιωτικοποιημένη και όχι απελευθερωτική και επειδή δεν χρησιμοποιείται μόνο για να αντιταχτεί στη βία.
Η βία είναι επαναστατική οποτεδήποτε χρησιμοποιείται για να μας απελευθερώσει από τη βίαιη καταστολή αυτών που μας εκμεταλλεύονται και κυριαρχούν σε βάρος μας και σχεδόν ευθύς αμέσως οργανώνεται, με την σειρά της, πάνω στα ερείπια της παλιάς εξουσίας και, όπως και η κυβερνητική βία και η δικτατορική βία, γίνεται αντεπαναστατική. «Αλλά», μας λένε, «είναι απαραίτητο να δούμε ΕΝΑΝΤΙΑ ΣΕ ΠΟΙΑ κυβέρνηση χρησιμοποιείται η βία». Ασφαλώς, αρχίζει με το να χρησιμοποιείται ενάντια στην παλιά εξουσία, να τορπιλίσει τα σχέδια όλων εκείνων οι οποίοι επιζητούν εκδίκηση, ενάντια σε εξωτερικές δυνάμεις οι οποίες επιτίθενται στον χώρο της με στόχο να στραγγαλίσουν την επανάσταση ή να εκμεταλλευτούν το προσωρινό χάος για να ικανοποιήσουν τις ιμπεριαλιστικές τους φιλοδοξίες. Αλλά καθώς η νέα εξουσία τείνει να σταθεροποιήσει την θέση της, οι παλιοί εχθροί αναδιοργανώνονται, κάτι που τους επιτρέπει να κερδίσουν κάποιο έδαφος, επιζητώντας επαφές και σχέσεις με εξωτερικές δυνάμεις και καλώντας τους στρατηγούς και τους βιομηχάνους του παλιού καθεστώτος να δουλέψουν χέρι-χέρι με αυτήν κι έτσι, συχνότερα και συστηματικότερα, η σιδηρά αυτή πυγμή της δικτατορίας στρέφεται ενάντια στο προλεταριάτο στο όνομα του οποίου συγκροτήθηκε και εξελίσσεται αυτή η δικτατορία!
Παρομοίως, οι δραστηριότητες της παρούσας Ρωσικής κυβέρνησης μας έχουν δείξει ότι με πραγματικούς όρους (και δεν θα μπορούσε να ήταν διαφορετικά) η «δικτατορία του προλεταριάτου» σημαίνει αστυνόμευση και πολιτική και οικονομική δικτατορία πάνω στις πλατιές μάζες του προλεταριάτου των πόλεων και της επαρχίας από ελάχιστους αρχηγούς του πολιτικού κόμματος.
Η βία του κράτους καταλήγει πάντα με το να χρησιμοποιείται ΕΝΑΝΤΙΑ ΣΤΟ ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΟ ΤΗΣ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗΣ, την τεράστια πλειοψηφία των προλεταρίων δηλαδή. «Αλλά», διαμαρτύρονται, «οι ταξικές διαφορές δεν εξαφανίζονται από τον κόσμο με μια μονοκονδυλιά, η μπουρζουαζία ως τάξη δεν εξαφανίζεται μετά την απώλεια της πολιτικής εξουσίας της και ΤΟ ΠΡΟΛΕΤΑΡΙΑΤΟ ΠΑΝΤΑ ΜΕΝΕΙ ΠΡΟΛΕΤΑΡΙΑΤΟ ακόμα και μετά την νίκη του, μετά την διαδοχή από αυτό της κυρίαρχης τάξης» (6)
Το προλεταριάτο μένει πάντα προλεταριάτο; Ω! Τότε τι γίνεται με την επανάσταση; Αυτή είναι ακριβώς η ουσία του μπολσεβίκικου λάθους, ενός νέου επαναστατικού γιακωβινισμού, με το να συλλαμβάνει την επανάσταση εξωτερικά, ως μια περιορισμένη πολιτική πράξη, ως το απλό ξεγύμνωμα της μπουρζουαζίας από την κυβερνητική της εξουσία και την αντικατάστασή της με τους αρχηγούς του κομμουνιστικού κόμματος, ενώ ΤΟ ΠΡΟΛΕΤΑΡΙΑΤΟ ΠΑΡΑΜΕΝΕΙ ΠΡΟΛΕΤΑΡΙΑΤΟ, σαν να λέμε, δηλαδή, αποστερημένο από οτιδήποτε και έχοντας να πουλήσει την εργατική του δύναμη για έναν ημερήσιο ή μηνιάτικο μισθό για να εξοικονομήσει τα προς το ζην! Εάν συμβεί αυτό τότε θα είναι η αναμενόμενη αποτυχία της επανάστασης!
Φυσικά και οι ταξικές διαφορές δεν εξαφανίζονται με μια μονοκονδυλιά, είτε ο κονδυλοφόρος ανήκει στους θεωρητικούς είτε σε αυτούς οι οποίοι εκπονούν νόμους και διατάγματα. Μόνο η δράση, δηλαδή η άμεση (και όχι η διαμέσου κυβερνήσεων) απαλλοτρίωση από τους προλετάριους, η κατευθυνόμενη ενάντια στις προνομιούχες τάξεις, μπορεί να εξαφανίσει τις ταξικές διαφορές. Και αυτό είναι μια άμεση δυνατότητα, από την αρχή, από την στιγμή που η παλιά εξουσία έχει γκρεμιστεί και αυτή η δυνατότητα δεν πρέπει να δημιουργήσει μια νέα εξουσία. Εάν, πριν αρχίσει και εξελιχτεί η απαλλοτρίωση, το προλεταριάτο περιμένει μέχρι να σχηματιστεί και ισχυροποιηθεί μια νέα κυβέρνηση, τότε θα θέσει σε ρίσκο κάθε επιτυχία και θα παραμείνει προλεταριάτο για πάντα. Και όσο περισσότερο περιμένει πριν προχωρήσει στην απαλλοτρίωση τόσο δυσκολότερη θα είναι η προσπάθειά του αυτή. Εάν, δηλαδή, βασιστεί στην κυβέρνηση για να απαλλοτριώσει τον πλούτο της μπουρζουαζίας, θα καταλήξει προδομένο και χτυπημένο! Η νέα κυβέρνηση θα είναι ικανή να απαλλοτριώσει τον πλούτο της παλιάς κυρίαρχης τάξης, ολόκληρο ή μέρος του, αλλά μόνο για να δημιουργήσει μια νέα κυρίαρχη τάξη η οποία θα συνεχίσει να κρατά το μεγαλύτερο μέρος του προλεταριάτου σε καθυπόταξη.
Αυτό θα συμβεί εάν αυτοί που αποτελούν την κυβέρνηση και την γραφειοκρατία και η στρατιωτική και αστυνομική μειοψηφία που την στηρίζει, γίνουν οι πραγματικοί ιδιοκτήτες του πλούτου όταν η ιδιοκτησία του κάθε ένα γίνει αποκλειστικά κρατική. Κατά πρώτο λόγο, η αποτυχία της επανάστασης θα είναι καταφανέστατη. Κατά δεύτερο, παρά τις αυταπάτες που διατηρούν αρκετοί άνθρωποι, οι συνθήκες του προλεταριάτου θα είναι πάντα αυτές της καθυποταγμένης τάξης.
Ο καπιταλισμός δεν θα πάψει να υπάρχει, μετατρεπόμενος έτσι απλώς από ιδιωτικό σε «κρατικό καπιταλισμό». Σε μια τέτοια περίπτωση το κράτος θα έχει πετύχει, όχι την απαλλοτρίωση αλλά τον σφετερισμό. Τα πολλαπλά αφεντικά θα δώσουν την θέση τους στο ένα και μοναδικό αφεντικό, την κυβέρνηση, η οποία θα είναι περισσότερο εξουσιαστική επειδή θα έχει απεριόριστο πλούτο δικό της, καθώς και την ένοπλη δύναμη για να καθυποτάξει τους προλετάριους. Και το προλεταριάτο στα εργοστάσια και στους αγρούς, θα παραμένει ακόμα μισθωτός σκλάβος, δηλαδή εκμεταλλευόμενο και κατασταλμένο. Και αντιστρόφως, το κράτος -το οποίο δεν είναι μια αφηρημένη έννοια αλλά, μάλλον, ένας οργανισμός που δημιουργήθηκε από ανθρώπους- θα αποτελεί την οργανωμένη συγκέντρωση όλων των μελλοντικών κυρίαρχων και αφεντικών, οι οποίοι δεν θα έχουν πρόβλημα ώστε να βρουν κάποιες κυρώσεις μέσω μιας νέας νομιμότητας βασισμένης λίγο ώς πολύ στις εκλογές ή στο κοινοβούλιο.
«Αλλά», επιμένουν, «η απαλλοτρίωση δεν θα γίνει με την γνωστή μέθοδο, αλλά θα οργανωθεί προς όφελος όλων και είναι ανάγκη να γνωρίζουν όλοι για τα διαθέσιμα μέσα παραγωγής, τα, τα χωράφια και πάει λέγοντας. Η απαλλοτρίωση δεν μπορεί να γίνει από άτομα ή μεμονωμένες ομάδες που θα την χρησιμοποιήσουν για τα συμφέροντά τους, γινόμενοι οι νέοι προνομιούχοι ιδιοκτήτες. Και έτσι υπάρχει ανάγκη μιας ΠΡΟΛΕΤΑΡΙΑΚΗΣ ΕΞΟΥΣΙΑΣ για να το αντιμετωπίσει αυτό...».
Όλα αυτά είναι θαυμάσια, εκτός από... το τσίμπημα στην ουρά! Αυτοί οι άνθρωποι είναι πραγματικά περίεργοι, επιδιώκοντας (στην θεωρία) να επιτύχουν την κατάργηση του κράτους ενώ στην πράξη δεν μπορούν να διανοηθούν την πιο στοιχειώδη κοινωνική λειτουργία χωρίς κρατικούς απόηχους!
Ακόμα και οι αναρχικοί δεν μιλούν για απαλλοτρίωση με την έννοια μιας κάποιας «αυτοβοηθητικής» επιχείρησης, αφημένης στην γνώμη του κάθε ένα και με την απουσία κάποιας τάξης (7). Ακόμα κι εάν ήταν δυνατόν να προφητεύσουμε το αναπόφευκτο του ότι οι απαλλοτριώσεις, από την στιγμή που θα επικρατεί αταξία, θα μπορούσαν να πάρουν μια ατομικιστική χροιά - ας πούμε, στις απομονωμένες περιοχές ή σε συγκεκριμένες περιοχές της επαρχίας - οι αναρχικοί κομμουνιστές δεν έχουν σκοπό να υιοθετήσουν αυτό το είδος προσέγγισης. Σε μια τέτοια περίπτωση, όλοι οι επαναστάτες θα ενδιαφέρονταν στο να αποτρέψουν το ενδεχόμενο διαμάχης με σημαντικό τμήμα του πληθυσμού το οποίο αργότερα ίσως κερδηθεί ευκολότερα με την προπαγάνδα και το ζωντανό παράδειγμα της ανωτερότητας των αναρχικών κομμουνιστικών οργανώσεων. Αυτό που έχει σημασία, πάνω απ’ όλα, είναι ότι την επόμενη ημέρα μετά την επανάσταση κανείς δεν θα πρέπει να έχει την εξουσία ή την οικονομική άνεση ώστε να εκμεταλλεύεται την εργασία του άλλου.
Αλλά εμείς οι αναρχικοί είμαστε της γνώμης ότι πρέπει να αρχίσουμε τώρα να προετοιμάζουμε τις μάζες -κατά πνευματικό τρόπο μέσω της προπαγάνδας και κατά υλικό τρόπο μέσω της αναρχικής προλεταριακής οργάνωσης- για να θέσουμε σε κίνηση όλες τις λειτουργίες της πάλης και με την κοινωνική, συλλογική ζωή, κατά την διάρκεια και μετά την επανάσταση. Και μια από τις πρώτες κινήσεις αυτής της πάλης θα είναι και η απαλλοτρίωση. Για να κατευθύνουμε την απαλλοτρίωση μακριά από τις πρωτοβουλίες ατόμων ή μεμονωμένων ομάδων δεν υπάρχει στην πραγματικότητα ανάγκη αστυνομίας. Δεν υπάρχει στην πραγματικότητα ανάγκη να πηδάμε έξω από το... τηγάνι μέσα στην φωτιά του κρατικού ελέγχου: ΔΕΝ ΥΠΑΡΧΕΙ ΑΝΑΓΚΗ ΚΥΒΕΡΝΗΣΗΣ.
Ήδη από τόπο σε τόπο οπουδήποτε και στενά αλληλοσυνδεδεμένο, το προλεταριάτο διαθέτει έναν αριθμό δικών του ελεύθερων θεσμών, ανεξάρτητων από το κράτος, συσπειρώσεις και ενώσεις, εργατικές λέσχες και συνεργατικές, ομοσπονδίες, συνομοσπονδίες και άλλα. Κατά την διάρκεια της επανάστασης άλλα συλλογικά σώματα, περισσότερο εναρμονισμένα με τις ανάγκες των στιγμών, θα δημιουργηθούν. Επίσης, άλλα σώματα αστικών καταβολών, αλλά ριζοσπαστικοποιημένα, ίσως τεθούν υπό λειτουργία, αλλά δεν πρέπει να ενδιαφερόμαστε γι’ αυτά για τώρα, εκτός εάν πούμε ότι είναι κάτι σαν κονσόρτσιουμ, ανεξάρτητα σώματα και πάει λέγοντας. Η Ρωσία από μόνη της, κατά τις πρώτες στιγμές της επανάστασής της - οποτεδήποτε ο κόσμος έχει ελευθερία πρωτοβουλίας - μας έχει δείξει το παράδειγμα της δημιουργίας τέτοιων νέων σοσιαλιστικών και ελευθεριακών θεσμών με την μορφή των σοβιέτ και των εργοστασιακών επιτροπών της.
Οι αναρχικοί πάντα έχουν αντιμετωπίσει όλες αυτές τις μορφές ελεύθερης οργάνωσης του προλεταριάτου και της επανάστασης ως καλοδεχούμενες, σε πείσμα όλων αυτών οι οποίοι, κατά ανόητο τρόπο, περιγράφουν τους αναρχικούς σαν να αντιτίθενται στην μαζική οργάνωση και τους κατηγορούν ότι αποφεύγουν την συμμετοχή στην μαζική οργανωμένη δραστηριότητα ως «ζήτημα αρχής». Η αλήθεια είναι διαφορετική. Οι αναρχικοί δεν βλέπουν καμιά ασυμβατότητα μεταξύ της ευρύτερης συλλογικής δράσης των πλατιών μαζών και μιας περισσότερο κλειστής δράσης των δικών τους ελεύθερων ομάδων. Πέρα από αυτό, πασχίζουν, επίσης, να συνδέσουν το δεύτερο με το πρώτο έτσι που να μας δώσει μια όσο το περισσότερο κατάλληλη επαναστατική κατεύθυνση. Και εάν οι αναρχικοί συχνά συζητούν και ασκούν κριτική σ’ αυτές τις προλεταριακές οργανώσεις που καθοδηγούνται από τους αντιπάλους τους, δεν αγωνίζονται ενάντια στις οργανώσεις αυτές ως τέτοιες, αλλά μόνο ενάντια στην ρεφορμιστική, νομικίστικη, εξουσιαστική και συνεργάσιμη με τους θεσμούς κατεύθυνσή τους - αλλά αυτό είναι κάτι, μιας και το έφερε η κουβέντα, με το οποίο οι εξουσιαστές κομμουνιστές ασχολούνται παντού όπου δεν είναι αυτοί οι αρχηγοί των προλεταριακών οργανώσεων.
Μερικοί εξουσιαστές κομμουνιστές συγγραφείς -υιοθετώντας το παλιό σοσιαλδημοκρατικό παραμύθι ότι οι αναρχικοί θέλουν μόνο να καταστρέψουν και όχι να ανοικοδομήσουν και ότι γι’ αυτό είναι αντίπαλοι της μαζικής οργάνωσης- φτάνουν στο συμπέρασμα ότι με το να ενδιαφέρονται οι αναρχικοί για τα σοβιέτ στη Ρωσία είναι ασυνεπείς με τις ιδέες τους και ότι απλώς αυτό είναι μια τακτική ώστε να εκμεταλλευτούν τα σοβιέτ και να τα αποδιοργανώσουν.
Εάν αυτό δεν είναι μια καθαρή δυσφήμηση, είναι πέρα από κάθε αμφιβολία απόδειξη της ανικανότητας αυτών των τρελών σκυλιών του εξουσιασμού να καταλάβουν οτιδήποτε εκτός από την παντοδυναμία του κράτους. Σύμφωνα με τους εξουσιαστές του κομμουνισμού, το σοβιετικό καθεστώς δεν αποτελείται από ελεύθερα, αυτοκυβερνώμενα σοβιέτ τα οποία διαχειρίζονται κατευθείαν την παραγωγή, τις δημόσιες υπηρεσίες και πάει λέγοντας, αλλά μόνο από την κυβέρνηση, την αυτοχαρακτηριζόμενη σοβιετική κυβέρνηση, η οποία στην πραγματικότητα έχει παραμερίσει τα σοβιέτ, έχει καταργήσει κάθε ελευθερία δράσης και κάθε αυθορμητισμό στην δημιουργία τους και τα έχει υποβιβάσει σε παθητικά, μηχανικά τσιράκια, υπάκουα στην δικτατορική κεντρική κυβέρνηση. Μια κυβέρνηση η οποία, οποτεδήποτε κάθε σοβιέτ δείχνει σημάδια ανεξαρτησίας, το διαλύει χωρίς καμιά προειδοποίηση και σχηματίζει ένα άλλο τεχνητό σώμα του χεριού της.
Όλη αυτή η επιχείρηση περιγράφεται με την φράση «δίνοντας στις προλεταριακές οργανώσεις μια βάση ευρύτερης εξουσίας» και, ως αποτέλεσμά της, οι Ρώσοι αναρχικοί τουλάχιστον -οι οποίοι σωστά και κατά λογικό τρόπο, έχουν πάντα εναντιωθεί σ’ αυτόν τον πραγματικό στραγγαλισμό του αυθεντικού κινήματος των σοβιέτ που αναδύθηκε ελεύθερα από την επανάσταση (δηλαδή, υπερασπίζονται τα σοβιέτ ενάντια σε δικτάτορες όπως τα έχουν υπερασπιστεί και ενάντια στις αστικές επιθέσεις) έχουν μετατραπεί- εξαιτίας του θαύματος της μαρξιστικής διαλεκτικής - σε εχθρούς των σοβιέτ! Δοσμένων των αντιλήψεών τους αυτών, οι μαρξιστές δεν μπορούν να καταλάβουν ότι η επονομαζόμενη «σοβιετική εξουσία» τους είναι η εξάλειψη του προλεταριάτου, των λαϊκών συμβουλίων και ότι -αυτή είναι η περίπτωση- οι αντίπαλοι της επονομαζόμενης «σοβιετικής εξουσίας» μπορούν να είναι -υπό τον όρο, φυσικά, ότι αυτή η αντιπολίτευση έρχεται από τους κόλπους της επανάστασης, από το προλεταριακό στρατόπεδο- οι καλύτεροι φίλοι των προλεταριακών σοβιέτ.
Έτσι οι αναρχικοί δεν έχουν στην πραγματικότητα καμιά προκατάληψη και δεν τρέφουν καμιά επιθετικότητα στις «μεθοδικές, οργανωμένες μορφές της μαζικής δράσης» -κάτι το οποίο, συνήθως, τους αποδίδεται μέσω κλισαρισμένων επιχειρημάτων, ως σεχταριστική προσέγγιση- αλλά, μάλλον, εναντιώνονται μόνο στην συγκεκριμένη εξουσιαστική και δεσποτική προσέγγιση από την πλευρά των κρατικών κομμουνιστών, μέσω της ελευθεριακής προσέγγισης, η οποία είναι περισσότερο ικανή ώστε να κινητοποιήσει τις ευρύτερες μάζες, δίνοντάς τους την πρωτοβουλία στην δράση και στην πάλη εκείνη η οποία είναι συντονισμένη, δείχνοντάς τους την απαλλοτρίωση ως το πρωταρχικό και άμεσο αντικείμενό τους.
Ίσως, η ελευθεριακής υφής αυτή κατεύθυνση, κατά παρόμοιο τρόπο, να μην οδηγήσει στην κατάργηση του κράτους -όχι επειδή αυτό είναι αδύνατο αλλά επειδή δεν υπάρχει ικανός αριθμός ανθρώπων που να το επιθυμεί, ή επειδή αυτοί που αισθάνονται την ανάγκη να είναι το κοπάδι του βοσκού και της γκλίτσας να είναι ακόμα ένα αριθμητικά υπολογίσιμο μέρος της ανθρωπότητας- αλλά σε μια τέτοια περίπτωση θα πρόσφερε στην επανάσταση μια σπουδαία υπηρεσία κατακτώντας όσο το δυνατόν περισσότερες ελευθερίες γίνεται, συνεισφέροντας στο γεγονός ότι μια ενδεχόμενη κυβέρνηση είναι αδύνατη, αποκεντρωμένη, όσο γίνεται μη δεσποτική κάτω από τις τις περιστάσεις, σαν να λέμε, δηλαδή, χρησιμοποιώντας την επανάσταση για τα συμφέροντα του προλεταριάτου και για όσο το δυνατόν μεγαλύτερη ευημερία και ελευθερία.
Κάποιος οδηγείται στην κατάργηση του καπιταλισμού, με την απαλλοτρίωση των καπιταλιστών για το όφελος όλων, χωρίς να δημιουργεί ένα ακόμα χειρότερο καπιταλισμό, τον κρατικό καπιταλισμό.
Κάθε πρόοδος προς την κατάργηση του κράτους επιτυγχάνεται με την πάλη, όσο μακρόχρονη κι αν είναι αυτή, της όσο το δυνατόν μεγαλύτερης υπονόμευσής του, αποστερώντας το όσο το δυνατόν περισσότερο από την εξουσία και το κύρος του, αδυνατώντας το και αποσπώντας από αυτό όσες κοινωνικές λειτουργίες είναι δυνατόν να αποσπαστούν καθώς οι εργαζόμενοι έχουν εφοδιαστεί για να εκπληρώσουν τα καθήκοντά τους με την δική τους επαναστατική ή ταξική τους οργάνωση και όχι, όπως οι εξουσιαστές κομμουνιστές ισχυρίζονται, με το να οικοδομήσουν στα συντρίμμια του αστικού κράτους ένα άλλο, ακόμα δυνατότερο, κράτος, με περισσότερους θεσμούς και πρόσθετη εξουσία.
Λέγοντας αυτό, είναι οι εξουσιαστές κομμουνιστές αυτοί οι οποίοι, χωρίς αμφιβολία, θέτουν εμπόδια στην οργάνωση και την μαζική δραστηριότητα και παίρνουν έναν διαμετρικά αντίθετο δρόμο από αυτόν που οδηγεί στον κομμουνισμό και στην κατάργηση του κράτους. Είναι αυτοί οι οποίοι είναι οι γελοίοι, όσο γελοίος είναι ο καθένας ο οποίος, θέλοντας να πάει ανατολικά παίρνει την κατεύθυνση της δύσης του ήλιου.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 4
ΑΝΑΡΧΙΑ ΚΑΙ ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΜΟΣ
Υπάρχει μια κακή συνήθεια στην οποία πρέπει να αντιδράσουμε. Είναι η συνήθεια που έχουν οι εξουσιαστικοί κομμουνιστές εδώ και αρκετό καιρό, να αντιπαραβάλλουν τον κομμουνισμό με την αναρχία, σαν οι δύο έννοιες να ήταν αναγκαστικά αντιφατικές. Η συνήθεια να χρησιμοποιούν αυτές τις δύο λέξεις κομμουνισμός και αναρχία σαν να ήταν αμοιβαία ασύμβατες και να είχαν αντίθετες σημασίες.
Στην Ιταλία, όπου για πάνω από σαράντα χρόνια αυτές οι λέξεις χρησιμοποιούνται μαζί για να σχηματίσουν έναν ενιαίο όρο στον οποίο η μία λέξη συμπληρώνει την άλλη, για να σχηματίσουν την πιο ακριβή περιγραφή του αναρχικού προγράμματος, αυτή η προσπάθεια να αγνοηθεί μια τόσο σημαντική ιστορική παράδοση και, επιπλέον, να ανατραπούν οι έννοιες των λέξεων, είναι παράλογη και μπορεί μόνο να δημιουργήσει σύγχυση στον τομέα των ιδεών και ατελείωτες παρεξηγήσεις στον τομέα της προπαγάνδας.
Δεν βλάπτει να θυμηθούμε ότι, παραδόξως, σε ένα συνέδριο των Ιταλικών Τμημάτων της πρώτης Διεθνούς των Εργατών, που συναντήθηκαν κρυφά κοντά στη Φλωρεντία το 1876, με πρόταση που υπέβαλε Errico Malatesta, επιβεβαιώθηκε ότι ο κομμουνισμός ήταν η οικονομική διευθέτηση που θα μπορούσε να καταστήσει δυνατή μια κοινωνία χωρίς κυβέρνηση και ότι η αναρχία (δηλαδή η απουσία κάθε κυβέρνησης), όντας η ελεύθερη και εθελοντική οργάνωση των κοινωνικών σχέσεων, ήταν ο καλύτερος τρόπος για να εφαρμοστεί ο κομμουνισμός. Το ένα είναι ουσιαστικά η εγγύηση για το άλλο και αντίστροφα. Εξ ου και η συγκεκριμένη διατύπωση του αναρχικού κομμουνισμού ως ιδανικού και ως κινήματος αγώνα.
Έχουμε αναφέρει αλλού πώς το 1877 η εφημερίδα «Arbeiter Zeitung» της Βέρνης δημοσίευσε το καταστατικό ενός «γερμανόφωνου αναρχικού κομμουνιστικού κόμματος» και πώς το 1880 το Συνέδριο της Διεθνιστικής Ομοσπονδίας της Jura στο Chauxde-Fonds έδωσε την έγκρισή του σε ένα υπόμνημα του Carlo Cafiero με θέμα «Αναρχία και Κομμουνισμός», με την ίδια έννοια όπως και πριν. Στην Ιταλία εκείνη την εποχή οι αναρχικοί ήταν πιο γνωστοί ως σοσιαλιστές, αλλά όταν ήθελαν να είναι συγκεκριμένοι, αυτοαποκαλούνταν, όπως κάνουν έκτοτε, ακόμη και μέχρι σήμερα, αναρχοκομμουνιστές .
Αργότερα, ο Πιέτρο Γκόρι συνήθιζε να λέει ότι ο σοσιαλισμός (κομμουνισμός) θα αποτελούσε την οικονομική βάση μιας κοινωνίας που θα μετασχηματιζόταν από μια επανάσταση όπως αυτή που οραματιζόμασταν, ενώ η αναρχία θα ήταν η πολιτική της κορύφωση.
Ως προδιαγραφές του αναρχικού προγράμματος, αυτές οι ιδέες έχουν, όπως έλεγαν, αποκτήσει δικαιώματα ιδιότητας του πολίτη στην πολιτική γλώσσα από την εποχή που η Πρώτη Διεθνής βρισκόταν σε επιθανάτιο σταυρό στην Ιταλία (1880-1882). Ως ορισμός ή διατύπωση του αναρχισμού, ο όρος αναρχικός κομμουνισμός ενσωματώθηκε στο πολιτικό τους λεξιλόγιο ακόμη και από άλλους σοσιαλιστές συγγραφείς, οι οποίοι, όταν επρόκειτο για το δικό τους πρόγραμμα για την οργάνωση της κοινωνίας από οικονομικής άποψης, δεν μιλούσαν για κομμουνισμό, αλλά μάλλον για κολεκτιβισμό, και στην πραγματικότητα αυτοαποκαλούνταν κολεκτιβιστές.
Αυτή ήταν η κατάσταση μέχρι το 1918. Δηλαδή μέχρι που οι Ρώσοι μπολσεβίκοι, για να διακριθούν από τους πατριώτες ή ρεφορμιστές σοσιαλδημοκράτες, αποφάσισαν να αλλάξουν το όνομά τους, αναβιώνοντας αυτό του «κομμουνιστή», το οποίο ταίριαζε στην ιστορική παράδοση του διάσημου Μανιφέστου των Μαρξ και Ένγκελς του 1847, και το οποίο μέχρι το 1880 χρησιμοποιούσαν οι Γερμανοί σοσιαλιστές με μια καθαρά εξουσιαστική, σοσιαλδημοκρατική έννοια. Σιγά σιγά, σχεδόν όλοι οι σοσιαλιστές που δήλωναν πίστη στην Τρίτη Διεθνή της Μόσχας κατέληξαν να αυτοαποκαλούνται κομμουνιστές , αγνοώντας τη διαστρέβλωση της σημασίας της λέξης, τη διαφορετική χρήση της λέξης σε διάστημα σαράντα ετών στη λαϊκή και προλεταριακή ορολογία, και τις αλλαγές στις στάσεις των κομμάτων μετά το 1880 - διαπράττοντας έτσι έναν πραγματικό αναχρονισμό.
Αλλά αυτοί είναι οι εξουσιαστικοί κομμουνιστές και όχι εμείς. Δεν θα υπήρχε καν λόγος να συζητήσουμε το θέμα αν είχαν μπει στον κόπο, όταν άλλαξαν αυτό που αυτοαποκαλούνταν, να καθορίσουν με σαφήνεια ποια αλλαγή ιδεών αντικατοπτριζόταν σε αυτή την αλλαγή ονόματος. Σίγουρα, οι σοσιαλιστές που τώρα γίνονται κομμουνιστές έχουν τροποποιήσει την πλατφόρμα τους σε σύγκριση με αυτήν που καθορίστηκε για την Ιταλία στο Συνέδριο του Εργατικού Κόμματος στη Γένοβα το 1892 και μέσω της Σοσιαλιστικής Διεθνούς στο Συνέδριο του Λονδίνου το 1896. Αλλά η αλλαγή στο πρόγραμμα περιστρέφεται εξ ολοκλήρου και αποκλειστικά γύρω από μεθόδους αγώνα (υιοθέτηση της βίας, απόρριψη του κοινοβουλευτισμού, δικτατορία αντί της δημοκρατίας, και ούτω καθεξής) και δεν αναφέρεται στο ιδανικό της κοινωνικής ανασυγκρότησης, το μόνο πράγμα στο οποίο μπορούν να αναφερθούν οι όροι κομμουνισμός και κολεκτιβισμός.
Όσον αφορά το πρόγραμμά τους για κοινωνική ανασυγκρότηση, για την οικονομική τάξη της μελλοντικής κοινωνίας, οι σοσιαλιστές-κομμουνιστές δεν έχουν αλλάξει καθόλου. Απλώς δεν έχουν ασχοληθεί. Στην πραγματικότητα, ο όρος κομμουνισμός καλύπτει το παλιό τους αυταρχικό, κολεκτιβιστικό πρόγραμμα που εξακολουθεί να υφίσταται - έχοντας στο παρασκήνιο, στο μακρινό παρελθόν, ένα όραμα εξαφάνισης του κράτους που παρουσιάζεται ενώπιον των μαζών σε επίσημες περιστάσεις για να αποσπάσει την προσοχή τους από μια νέα κυριαρχία, μια κυριαρχία στην οποία οι κομμουνιστές δικτάτορες θα ήθελαν να τις συνδέσουν στο όχι και τόσο μακρινό μέλλον.
Όλα αυτά αποτελούν πηγή παρανόησης και σύγχυσης μεταξύ των εργατών, στους οποίους λέγονται με λόγια ένα πράγμα που τους κάνει να πιστεύουν κάτι εντελώς διαφορετικό.
Από την αρχαιότητα, ο όρος κομμουνισμός δεν σήμαινε μια μέθοδο αγώνα, πόσο μάλλον μια ειδική μέθοδο συλλογισμού, αλλά ένα σύστημα για την πλήρη ριζική αναδιοργάνωση της κοινωνίας με βάση την κοινή ιδιοκτησία του πλούτου, την κοινή απόλαυση των καρπών της κοινής εργασίας από τα μέλη της ανθρώπινης κοινωνίας, χωρίς κανένα από αυτά να είναι σε θέση να οικειοποιηθεί κοινωνικό κεφάλαιο για το αποκλειστικό του όφελος, προς αποκλεισμό ή ζημία των άλλων. Είναι ένα ιδανικό της οικονομικής αναδιοργάνωσης της κοινωνίας, κοινό σε μια σειρά από σχολές σοσιαλισμού (συμπεριλαμβανομένης της αναρχίας). και οι μαρξιστές δεν ήταν σε καμία περίπτωση οι πρώτοι που διατύπωσαν αυτό το ιδανικό. Οι Μαρξ και Ένγκελς έγραψαν ένα πρόγραμμα για το Γερμανικό Κομμουνιστικό Κόμμα το 1847, είναι αλήθεια, καθορίζοντας τις θεωρητικές και τακτικές κατευθυντήριες γραμμές του. Αλλά το Κομμουνιστικό Κόμμα υπήρχε ήδη πριν από αυτό. Αντλούσαν την έννοια του κομμουνισμού από άλλους και σε καμία περίπτωση δεν ήταν οι δημιουργοί του.
Σε αυτό το υπέροχο θερμοκήπιο ιδεών, την Πρώτη Διεθνή, η έννοια του κομμουνισμού διευκρινιζόταν ολοένα και περισσότερο και απέκτησε την ιδιαίτερη σημασία της στην αντιπαράθεση με τον κολεκτιβισμό, ο οποίος γύρω στο 1880 ενσωματώθηκε, με κοινή συμφωνία, στο πολιτικό και κοινωνικό λεξιλόγιο τόσο των αναρχικών όσο και των σοσιαλιστών: από τον Καρλ Μαρξ μέχρι τον Κάρλο Καφιέρο και από τον Μπενουά Μαλόν μέχρι τον Νιόκι Βιάνι. Από τότε και στο εξής, η λέξη κομμουνισμός ερμηνευόταν πάντα ως ένα σύστημα παραγωγής και διανομής πλούτου σε μια σοσιαλιστική κοινωνία, οι πρακτικές κατευθυντήριες γραμμές του οποίου καθορίστηκαν στον τύπο: από τον καθένα ανάλογα με τους πόρους και τις ικανότητές του, στον καθένα ανάλογα με τις ανάγκες του. Ο κομμουνισμός των αναρχικών, χτισμένος στο πολιτικό έδαφος της άρνησης του κράτους, ήταν και είναι κατανοητός ότι έχει αυτή την έννοια, να σημαίνει ακριβώς ένα πρακτικό σύστημα σοσιαλιστικής ζωής μετά την επανάσταση, σύμφωνα τόσο με την προέλευση της λέξης όσο και με την ιστορική παράδοση.
Αντίθετα, αυτό που οι νεοκομμουνιστές εννοούν με τον όρο «κομμουνισμός» είναι απλώς ή ως επί το πλείστον ένα σύνολο μεθόδων πάλης και τα θεωρητικά κριτήρια που υποστηρίζουν στη συζήτηση και την προπαγάνδα. Κάποιοι μιλούν για βία ή κρατική τρομοκρατία που πρέπει να επιβληθεί από το σοσιαλιστικό καθεστώς. Άλλοι θέλουν η λέξη «κομμουνισμός» να υποδηλώνει το σύμπλεγμα θεωριών που είναι γνωστές ως μαρξισμός (ταξικός αγώνας, ιστορικός υλισμός, κατάληψη της εξουσίας, δικτατορία του προλεταριάτου κ.λπ.). Άλλοι πάλι απλώς και μόνο μια μέθοδο φιλοσοφικής συλλογιστικής, όπως η διαλεκτική προσέγγιση. Έτσι, κάποιοι -συνδυάζοντας λέξεις που δεν έχουν λογική σύνδεση μεταξύ τους- τον αποκαλούν κριτικό κομμουνισμό , ενώ άλλοι επιλέγουν τον επιστημονικό κομμουνισμό.
Όπως το βλέπουμε εμείς, όλοι κάνουν λάθος. Διότι οι ιδέες και οι τακτικές που αναφέρθηκαν παραπάνω μπορούν να μοιραστούν και να χρησιμοποιηθούν και από τους κομμουνιστές, και να καταστούν λίγο-πολύ συμβατές με τον κομμουνισμό, αλλά δεν είναι από μόνες τους κομμουνισμός - ούτε είναι αρκετές για να τον διαφοροποιήσουν, ενώ θα μπορούσαν κάλλιστα να καταστούν συμβατές με άλλα, αρκετά διαφορετικά συστήματα, ακόμη και με εκείνα που είναι αντίθετα στον κομμουνισμό. Αν θέλουμε να διασκεδάσουμε με παιχνίδια με λέξεις, θα μπορούσαμε να πούμε ότι υπάρχουν αρκετά στοιχεία στις διδασκαλίες των αυταρχικών κομμουνιστών, αλλά αυτό που απουσιάζει πιο εντυπωσιακά δεν είναι τίποτα άλλο από τον κομμουνισμό.
Ας γίνει ξεκάθαρο ότι με κανέναν τρόπο δεν αμφισβητούμε το δικαίωμα των εξουσιαστικών κομμουνιστών να υιοθετούν όποιον τίτλο θεωρούν κατάλληλο, ό,τι θέλουν, και να υιοθετούν ένα όνομα που ήταν αποκλειστική μας ιδιοκτησία για σχεδόν μισό αιώνα και από το οποίο δεν έχουμε καμία πρόθεση να εγκαταλείψουμε. Θα ήταν γελοίο να αμφισβητήσουμε αυτό το δικαίωμα. Αλλά κάθε φορά που οι νεοκομμουνιστές έρχονται να συζητήσουν για την αναρχία και να κάνουν συζητήσεις με αναρχικούς, υπάρχει ηθική υποχρέωση γι' αυτούς να μην προσποιούνται ότι δεν γνωρίζουν τίποτα για το παρελθόν, και έχουν το βασικό καθήκον να μην οικειοποιούνται αυτό το όνομα σε τέτοιο βαθμό που να το μονοπωλούν, σε τέτοιο βαθμό που να δημιουργείται μια τεχνητή και ψευδής ασυμβατότητα μεταξύ του όρου κομμουνισμός και του όρου αναρχία.
Κάθε φορά που κάνουν αυτά τα πράγματα, αποκαλύπτουν ότι στερούνται κάθε αίσθησης πολιτικής ειλικρίνειας.
Όλοι γνωρίζουν πώς το ιδανικό μας, εκφρασμένο με τη λέξη αναρχία, με την προγραμματική έννοια ενός σοσιαλισμού οργανωμένου με ελευθεριακό τρόπο, ήταν πάντα γνωστό ως αναρχικός κομμουνισμός. Σχεδόν όλη η αναρχική λογοτεχνία, από το τέλος της Πρώτης Διεθνούς, ανήκε στην κομμουνιστική σχολή του σοσιαλισμού. Μέχρι το ξέσπασμα της Ρωσικής Επανάστασης το 1917, οι δύο κύριες σχολές στις οποίες διαιρέθηκε ο σοσιαλισμός ήταν, αφενός, ο νομικιστικός, κρατιστικός κολλεκτιβισμός και, αφετέρου, ο αναρχικός, επαναστατικός κομμουνισμός. Πόσες πολεμικές δεν έχουμε κάνει, μεταξύ 1880 και 1918, με τους μαρξιστές σοσιαλιστές, τους σημερινούς νεοκομμουνιστές, για να υποστηρίξουμε το κομμουνιστικό ιδανικό σε αντίθεση με τον γερμανικό κολλεκτιβισμό τους σε στρατώνες!
Έτσι, η ιδανική τους άποψη για την επερχόμενη αναδιοργάνωση παρέμεινε η ίδια, και οι αυταρχικές της αποχρώσεις έχουν γίνει ακόμη πιο έντονες. Η μόνη διαφορά μεταξύ του κολεκτιβισμού που επικρίναμε στο παρελθόν και του σημερινού δικτατορικού κομμουνισμού είναι τακτική και μια μικρή θεωρητική διαφορά, και όχι το ζήτημα του άμεσου στόχου που πρέπει να επιτευχθεί. Είναι αλήθεια ότι αυτό συνδέεται με τον κρατικό κομμουνισμό των Γερμανών σοσιαλιστών πριν από το 1880 - το Volksstaat ή λαϊκό κράτος - εναντίον του οποίου ο Μπακούνιν άσκησε τόσο καυστική κριτική και ομοίως με τον κυβερνητικό σοσιαλισμό του Λουί Μπλαν, που κατεδαφίστηκε τόσο λαμπρά από τον Προυντόν. Αλλά η σύνδεση με την επαναστατική κρατικιστική προσέγγιση είναι μόνο στο δευτερεύον επίπεδο της πολιτικής, και όχι στο επίπεδο της ιδιαίτερης οικονομικής της άποψης - δηλαδή, της οργάνωσης της παραγωγής και της διανομής των προϊόντων - για την οποία ο Μαρξ και ο Μπλαν είχαν μια μάλλον ευρύτερη, πιο γενική άποψη από τους τελευταίους κληρονόμους τους.
Αντιθέτως, η διχοτομία δεν είναι μεταξύ αναρχίας και ενός λίγο-πολύ «επιστημονικού» κομμουνισμού, αλλά μάλλον μεταξύ του αυταρχικού ή κρατικού κομμουνισμού , που ορμάει ολοταχώς προς μια δεσποτική δικτατορία, και του αναρχικού ή αντικρατικού κομμουνισμού με το ελευθεριακό του όραμα για επανάσταση.
Αν κάποιος πρέπει να μιλήσει για αντίφαση όρων, αυτή δεν πρέπει να είναι μεταξύ του όρου κομμουνισμός και του όρου αναρχία, που είναι τόσο συμβατοί που το ένα δεν είναι δυνατό ελλείψει του άλλου, αλλά μάλλον μεταξύ κομμουνισμού και κράτους. Όπου υπάρχει κράτος ή κυβέρνηση, κανένας κομμουνισμός δεν είναι δυνατός. Τουλάχιστον, είναι τόσο δύσκολο να τα συμβιβάσεις, και τόσο απαιτητικό για τη θυσία κάθε ανθρώπινης ελευθερίας και αξιοπρέπειας, που μπορεί κανείς να υποθέσει ότι είναι αδύνατο όταν σήμερα το πνεύμα της εξέγερσης, της αυτονομίας και της πρωτοβουλίας είναι τόσο διαδεδομένο στις μάζες, που διψούν όχι μόνο για ψωμί αλλά και για ελευθερία.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 5
Η ΡΩΣΙΚΗ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ ΚΑΙ ΟΙ ΑΝΑΡΧΙΚΟΙ
Όταν έχουν εξαντλήσει τα επιχειρήματά τους ενάντια στον ακλόνητη συλλογισμό μας, οι χτυπημένοι από τα πάρθια βέλη εξουσιαστές κομμουνιστές μας κατηγορούν ως «εχθρούς της Ρωσικής Επανάστασης».
Από την θέση μας για την πάλη ενάντια στην δικτατορική αντίληψη περί επανάστασης -μια θέση που την μοιραζόμαστε με τους Ρώσους συντρόφους μας- έως την υποστήριξη των επιχειρημάτων μας, μνημονεύουμε τα ολέθρια αποτελέσματα της δικτατορικής κατεύθυνσης της επαναστατημένης Ρωσίας και κρατάμε άσβηστο το φως των σοβαρών λαθών της εκεί κυβέρνησης και με αυτή την λογική και μόνο μας κατηγορούν ότι αγωνιζόμαστε ενάντια στην Ρωσική Επανάσταση.
Αυτό είναι κάτι παραπάνω από αδικαιολόγητες κατηγορίες. Είναι ένα ψέμα και μια συκοφαντία. Εάν η υπόθεση της Ρωσικής Επανάστασης είναι η υπόθεση της ελευθερίας και της δικαιοσύνης με μια ΠΡΑΚΤΙΚΗ και όχι με κάποια αφηρημένη έννοια, εάν είναι, δηλαδή, η υπόθεση του προλεταριάτου και της χειραφέτησής του από κάθε πολιτική και οικονομική δουλεία, από κάθε κρατική ή ιδιωτική εκμετάλλευση και καταπίεση, εάν η Ρωσική Επανάσταση είναι η υπόθεση της κοινωνικής ισότητας, τότε δικαιολογημένα μπορούμε να επιμείνουμε ότι οι μόνοι τίμιοι σήμερα στην Ρωσική Επανάσταση, την επανάσταση που έγινε από την εργατική τάξη της Ρωσίας, είναι οι αναρχικοί.
Εκτιμούμε ότι, για ένα σημαντικό διάστημα της επανάστασης, ο καθένας -και ειδικά οι επαναστάτες- αυτό που έχει δικαίωμα να ελπίζει είναι αγκάθια και ελάχιστα τριαντάφυλλα. Ας μην τρέφουμε αυταπάτες γι’ αυτό. Αλλά η επανάσταση σταματά να είναι επανάσταση όταν δεν είναι και δεν σημαίνει καμιά βελτίωση, έστω και μικρή, για τις μάζες και αποτυγχάνει να εξασφαλίσει στους προλετάριους μια καλύτερη ζωή ή τουλάχιστον, εάν δεν μπορούν να το δουν ξεκάθαρα αυτό, από τη στιγμή που συγκεκριμένες προσωρινές δυσκολίες μπορούν να υπερνικηθούν, θα έρθει η ευημερία. Σταματά να είναι επανάσταση, εάν, με πρακτικούς όρους μιλώντας, περιορίζουν με οποιοδήποτε τρόπο την ελευθερία των άλλων - για όλους αυτούς που καταπιέζονταν από το παλιό καθεστώς.
Αυτές είναι οι απόψεις και τα αισθήματα που μας καθοδηγούν στην προπαγάνδα και την πολεμική μας. Με κανέναν τρόπο η προπαγάνδα και η πολεμική μας δεν εξαρτούνται από σεχταριστικό πνεύμα, πολύ λιγότερο από ένα πνεύμα ανταγωνισμού ή προσωπικών ενδιαφερόντων και δεν ασκούμε αυτήν την προπαγάνδα ως μια άσκηση κριτικής και δογματισμού. Αλλά είμαστε αντιλαμβανόμαστε περισσότερο την εκπλήρωση μιας διπλής υποχρέωσης άμεσης πολιτικής σπουδαιότητας.
Από την μια πλευρά, η μελέτη της Ρωσικής Επανάστασης, το να ρίξουμε φωτός στα λάθη που έγιναν από αυτούς που βρίσκονται στην κυβέρνηση και η κριτική για το μπολσεβίκικο σύστημα που κέρδισε, αποτελεί, όσον μας αφορά, μια υποχρέωση η οποία επιβάλλεται από την πολιτική αλληλεγγύη στους Ρώσους συντρόφους μας, οι οποίοι, επειδή συμμερίζονται τις σκέψεις μας και συμφωνούν με τις απόψεις μας - οι οποίες, πιστεύουμε, είναι οι σκέψεις και οι απόψεις οι περισσότερο συμβατές με τα ενδιαφέροντα της επανάστασης του προλεταριάτου - στερούνται κάθε ελευθερίας, συκοφαντημένοι, φυλακισμένοι, εξορισμένοι και, μερικοί από αυτούς, δολοφονημένοι από αυτήν την κυβέρνηση. Από την άλλη πλευρά, έχουμε την υποχρέωση να καταδείξουμε το μπολσεβίκικο λάθος, έτσι που εάν μια παρόμοια κρίση συμβεί στις δυτικές χώρες, το προλεταριάτο να μπορεί να φροντίσει ώστε να μην βαδίσει σε έναν δρόμο, να μην πάρει μια κατεύθυνση, η οποία ξέρουμε τώρα από πρώτο χέρι ότι θα σημάνει την αποτυχία της επανάστασης.
Εάν αυτό είναι ό,τι νομίζουμε, εάν είμαστε βαθιά πεπεισμένοι ότι αυτή είναι η περίπτωση - και οι αντίπαλοί μας δεν έχουν καμιά αμφιβολία γι’ αυτό και δεν υπάρχουν άλλα ενδιαφέροντα ή ισχυρά αισθήματα που θα μπορούσαν να αλλάξουν τις απόψεις μας για να μην αναλάβουμε μια τέτοια δραστηριότητα - τότε είναι υποχρέωσή μας, ως αναρχικοί και επαναστάτες, να σπάσουμε την σιωπή μας. Αλλά μήπως όλα αυτά σημαίνουν ότι είμαστε ενάντια στην Ρωσική Επανάσταση;
Η Ρωσική Επανάσταση είναι το πιο συνταρακτικό γεγονός του καιρού μας. Προερχόμενη και εξελισσόμενη ευκολότερα από ένα τεράστιο γεγονός, τον παγκόσμιο πόλεμο, η επανάσταση αυτή έχει ξεπεράσει τον πόλεμο σε σημασία και σπουδαιότητα. Έχει καταφέρει, είτε το καταφέρνει τώρα είτε στο μέλλον -ενάντια σε κάθε εμπόδιο, όπως ευχόμαστε ακόμα- να σπάσει τα δεσμά της μισθωτής σκλαβιάς που δένουν χειροπόδαρα την εργατική τάξη και πρέπει να επεκτείνει την πρόοδο που προήλθε από παλιότερες επαναστάσεις και να συμπεριλάβει στους στόχους της την οικονομική και κοινωνική ισότητα, την ελευθερία για όλους και στην θεωρία και στην πράξη, δηλαδή με την υλική πιθανότητα της επιτυχίας, τότε η Ρωσική Επανάσταση θα ξεπεράσει την ιστορική σπουδαιότητα και αυτής ακόμα της Γαλλικής Επανάστασης του 1789-93.
Εάν ο παγκόσμιος πόλεμος απέτυχε να εξαλείψει όλες τις ελπίδες εξέγερσης από πλευράς των καταπιεσμένων ανθρώπων του κόσμου, εάν, παρ’ όλα αυτά, οι άνθρωποι δεν γυρίζουν αιώνες πίσω στην ζωώδη ύπαρξη των προγόνων τους, αλλά προόδευσαν, αυτό το οφείλουμε, πέρα από κάθε αμφιβολία, στην Ρωσική Επανάσταση. Είναι η Ρωσική Επανάσταση αυτή που έχει ανυψώσει τις ηθικές και ιδεαλιστικές αξίες της ανθρωπότητας και η οποία μας έχει αναδείξει τις φιλοδοξίες μας και το πνεύμα συλλογικότητας όλων των ανθρώπων προς μια υψηλότερη ανθρωπινότητα.
Σ’ αυτή την λυπημένη αυγή του 1917, ενώ ολόκληρος ο κόσμος φαινόταν ότι βούλιαζε στον τρόμο, στον θάνατο, στο ψεύδος, στην εχθρότητα και στο πιο μαύρο σκοτάδι, η Ρωσική Επανάσταση ξαφνικά πλημμύρισε όλους εμάς που υποφέραμε από αυτήν την ατελείωτη τραγωδία με ένα φως αλήθειας και αδελφότητας και την ζεστασιά της ζωής και η αγάπη άρχισε να φτερουγίζει ξανά στις καψαλισμένες καρδιές των εργατών διεθνώς. Όσο διατηρείται αυτή η μνήμη, όλοι οι άνθρωποι της γης θα χρωστούν στον Ρωσικό λαό αυτή την προσπάθεια, με την οποία, όχι μόνο στην Ρωσία και στην Ευρώπη, αλλά και στις πιο απομακρυσμένες γωνιές του κόσμου όπου κατοικούν άνθρωποι, ανυψώθηκαν οι ελπίδες των καταπιεσμένων. Εμείς δεν αποκρύπτουμε απολύτως το κόστος του κατορθώματος αυτού του Ρωσικού λαού όσον αφορά την κούραση, τον ηρωισμό, την θυσία και το μαρτύριο.
Εμείς οι αναρχικοί δεν ακολουθούμε την πρόοδο της επανάστασης με διανοητικές επιφυλάξεις ή με σεχταριστικό πνεύμα. Ποτέ δεν μιλάμε με αυτό τον τρόπο, δημόσια ή μη και μέχρι τώρα. Και καθώς η επανάσταση προχωρά δεν μας ενδιαφέρει ποιο κόμμα θα κερδίσει την μεγαλύτερη φήμη. Και κανείς, ή πρακτικά κανείς, δεν μιλά για τους Ρώσους αναρχικούς. Γνωρίζαμε - και αργότερα τα νέα απέδειξαν ότι είχαμε δίκιο - ότι πρέπει να είμαστε στην πρώτη γραμμή της μάχης, άγνωστοι μεν, αλλά όχι λιγότερο σπουδαίοι παράγοντες της επανάστασης. Και για μας αυτό ήταν αρκετό.
Δεν έχουμε οπαδούς ούτε έχουμε καμιά ανάγκη να εκμεταλλευτούμε και να εξασφαλίσουμε προνόμια για το μέλλον και, γι’ αυτό το λόγο, η σιωπή μας όσον αφορά το έργο των συντρόφων μας δεν αποθάρρυνε την χαρά μας. Και, ανάμεσα στους μήνες Μάρτιο και Νοέμβριο, πριν οι μπολσεβίκοι καταλάβουν την εξουσία (και ακόμα μερικούς μήνες μετά από αυτό, μέχρι που η πικρή εμπειρία επιβεβαίωσε τα λεγόμενά μας και μας έδωσε μια ιδέα από πριν) οι μπολσεβίκοι φάνηκε να είναι οι ενεργητικότεροι εχθροί των παλιών καταπιεστών, της πολιτικής του πολέμου, ότι δεν είχαν δοσοληψίες με την μπουρζουαζία και ότι πάλευαν ενάντια στο δημοκρατικό ριζοσπαστισμό που έχει τις ρίζες του στον καπιταλισμό και, μαζί με αυτό, ενάντια στους σοσιαλ-πατριώτες, στους ρεφορμιστές, στους δεξιούς σοσιαλ-επαναστάτες και στους μενσεβίκους και, αργότερα, όταν μετά από μια μικρή διστακτικότητα συνεργάστηκαν να διασκορπίσουν στους ανέμους την διφορούμενη Συντακτική Συνέλευση, οι αναρχικοί, χωρίς καμία παράλογη αντιζηλία, τους συμπαραστάθηκαν.
Στάθηκαν στην πλευρά τους ιδεαλιστικά, πνευματικά, έξω από την Ρωσία και, περισσότερο πρακτικά, στην σφαίρα της προπαγάνδας και της πολιτικής δραστηριότητας ενάντια στις συκοφαντίες και τις διαβολές της μπουρζουαζίας. Και, ακόμα περισσότερο πρακτικά, στάθηκαν εκεί ακόμα (αν και είχαν αρχίσει να αντιτίθενται σε πολεμικό επίπεδο), ενάντια στις αστικές κυβερνήσεις όταν, τόσο όσο ήταν δυνατόν, έγινε μια προσπάθεια να αναληφθεί άμεση δράση για να καταπολεμηθεί το καθόλου φημισμένο μποϋκοτάζ σε βάρος της Ρωσίας και να σταματήσει η προμήθεια με πολεμικό υλικό στους εχθρούς της. Κάθε ώρα που τα ενδιαφέροντα της επανάστασης και του Ρωσικού λαού βρίσκονταν στην κορυφή, οι αναρχικοί έκαναν το καθήκον τους, ακόμα και αν ήξεραν ότι με πλάγιο τρόπο βοηθούσαν τους αντιπάλους τους.
Το ίδιο συνέβη, σε μεγαλύτερη κλίμακα και μια σπουδαιότερη κατανάλωση ενέργειας και περισσότερες θυσίες σε μια σκληρή ένοπλη πάλη, μέσα στην Ρωσία, όπου οι σύντροφοί μας πάλευαν για την επανάσταση και ενάντια στον τσαρισμό πριν από το 1917, με πεισματώδη αντίσταση στον πόλεμο και μετά με τα όπλα στα χέρια τον Μάρτιο, ενάντια στην αστική δημοκρατία και τον σοσιαλ-ρεφορμισμό του Ιουλίου και του Οκτωβρίου αργότερα, παλεύοντας, στο τέλος, σε όλα τα μέτωπα, δίνοντας την ζωή τους στην πάλη ενάντια στον Γιούντενιτς, τον Ντενίκιν και τον Βράνγκελ, ενάντια στους Γερμανούς στην Ρίγα, τους Άγγλους στο Άρχανγκελ, τους Γάλλους στην Οδησσό και τους Ιάπωνες στην Σιβηρία. Αρκετοί από αυτούς (και εδώ δεν υπάρχει χώρος για να δούμε αν έκαναν λάθος ή όχι) συνεργάστηκαν με τους μπολσεβίκους στην εσωτερική πολιτική ή στην στρατιωτική οργάνωση, όπου μπορούσαν, σε αντίθεση με την συνείδησή τους, αλλά για το συμφέρον της επανάστασης. Και εάν σήμερα οι Ρώσοι αναρχικοί είναι ανάμεσα στις δυνάμεις της αντιπολίτευσης στην Ρωσία και παλεύουν ενάντια στην μπολσεβίκικη πολιτική και κυβέρνηση, το κάνουν γιατί αναγκάζονται - αυτοί οι μικροί ήρωες - να το κάνουν για την επανάσταση που άρχισε τον Μάρτιο του 1917.
Η σημερινή κυβέρνηση αποτελεί την άρνηση της Ρωσικής Επανάστασης. Από την άλλη πλευρά, είναι διαμετρικά αντίθετο σ’ αυτήν το ότι υπάρχει μια κυβέρνηση. Όχι μόνο μαχόμαστε την Ρωσική κυβέρνηση, στο επίπεδο της πολεμικής, με επαναστατικά επιχειρήματα που δεν έχουν τίποτα κοινό με αυτά των εχθρών της επανάστασης, αλλά την υπερασπίζουμε, αποσαφηνίζοντάς την και ελευθερώνοντάς την από τους λεκέδες με τους οποίους την βλέπει ο κόσμος - λεκέδες που δεν προέρχονται από αυτή την ίδια, αλλά από το κυβερνητικό κόμμα, την νέα άρχουσα κάστα που αναπτύσσεται σαν παράσιτο στον κορμό της, ζημιώνοντας το μεγάλο μέρος του προλεταριάτου.
Αυτό με κανέναν τρόπο δεν μας αποτρέπει από το να κατανοήσουμε την μεγαλοπρέπεια της Ρωσικής Επανάστασης και να εκτιμήσουμε την ανανεωτική της υφή που αντιπροσωπεύει για την Ευρώπη. Στο μόνο πράγμα που αντιστεκόμαστε είναι το ότι ένα και μόνο κόμμα πρέπει να μονοπωλεί τα κέρδη και τα οφέλη ενός τόσο τεράστιου γεγονότος, το οποίο αυτοί σίγουρα δεν το δικαιούνται, αλλά κατ’ αναλογία που κάποιος μπορεί να περιμένει από τους αριθμούς και την οργάνωσή τους. Η Ρωσική Επανάσταση δεν ήταν το έργο ενός κόμματος - ήταν το έργο ενός ολόκληρου λαού και ο λαός αυτός είναι ο πραγματικός πρωταγωνιστής της πραγματικής Ρωσικής Επανάστασης. Το μεγαλείο της Επανάστασης δεν προέρχεται από την ψήφιση κυβερνητικών διατάξεων, νόμων και την δημιουργία στρατιωτικών σωμάτων, αλλά από τον σχηματισμό των εμβριθών αλλαγών σφυρηλατημένων στην ηθική και υλική ζωή του πληθυσμού.
Η αλλαγή αυτή είναι αναντίρρητη. Ο τσαρισμός στην Ρωσία πέθανε και μαζί με αυτόν και μια ολόκληρη ατέλειωτη σειρά τερατουργημάτων. Η παλιά τάξη των ευγενών και η αστική τάξη έχουν καταστραφεί και μαζί με αυτήν αρκετά πράγματα, από τις ρίζες τους, ιδιαίτερα ένα σωρό προκαταλήψεις, η εξάλειψη των οποίων φαινόταν κάποτε αδύνατη. Πρέπει η Ρωσία, όπως είναι τώρα η κατάσταση, να είναι αρκετά άτυχη ώστε να αντικρίσει την δημιουργία μιας νέας αστικής τάξης. Η κατεδάφιση των παλιών εκμηδενισμένων οδηγεί στην προσδοκία ότι ο νόμος της νέας εξουσίας θα ανατραπεί χωρίς δυσκολία. Η αυθεντική ελευθεριακή ιδέα πίσω από τα «Σοβιέτ» δεν κέρδισε τις καρδιές των Ρώσων, είναι μάταιη, ακόμα και εάν οι μπολσεβίκοι την έχουν ακρωτηριάσει και την έχουν μετατρέψει σε τροχό της γραφειοκρατίας της δικτατορίας. Μέσα σε αυτήν την ιδέα ενυπάρχει ο σπόρος της νέας επανάστασης, η οποία πρέπει να είναι η μόνη που δρα και αναπτύσσεται στο πνεύμα του αληθινού κομμουνισμού, του κομμουνισμού με ελευθερία.
Καμιά κυβέρνηση δεν μπορεί να διεκδικήσει την ηθική ανανέωση της Ρωσίας στην αφύπνιση της επανάστασης ούτε μπορεί να την καταστρέψει και αυτή η ανανέωση είναι η ουσία της λαϊκής επανάστασης μόνο, όχι ενός πολιτικού κόμματος. «Και, φυσικά, σε πείσμα των πάντων» (ένας σύντροφος, ο οποίος επέστρεψε μόλις από την Ρωσία, έγραψε σε μένα, μετά από κάποιες κριτικές για την κακοδιοίκηση των μπολσεβίκων), «η εντύπωση ότι η ζωή των Ρώσων μας κάνει να πιστεύουμε ότι όλα εδώ στην καπιταλιστική Ευρώπη φαίνονται μια άθλια, βλακώδης «αστική» απομίμηση, δεν υπάρχει καμιά κοινοτοπία. Δεν μπορεί κάποιος να ακούσει αυτά τα χυδαία τραγούδια από μεθυσμένους. Επικρατεί μια απωθητική ατμόσφαιρα τις Κυριακές και αυτά τα μέρη όπου ο κόσμος διασκεδάζει στις δυτικές χώρες δεν υπάρχουν. Εν μέσω θυσιών και ανείπωτης συμφοράς, ο κόσμος ζει μια καλύτερη, περισσότερο έντονη ηθική ζωή».
Με πραγματικούς όρους η Ρωσική Επανάσταση ζει στη ζωή των Ρώσων. Είναι η επανάσταση που αγαπάμε, που γιορτάζουμε με ενθουσιασμό και με μια καρδιά γεμάτη ελπίδα. Αλλά, καθώς ποτέ δεν κουραζόμαστε να το επαναλαμβάνουμε, η επανάσταση και ο Ρωσικός λαός δεν είναι η κυβέρνηση, που στα μάτια του επιπόλαιου κοινού, φαίνεται ότι τον αντιπροσωπεύει έξω. Ένας φίλος μου, επιστρέφοντας από την Ρωσία το 1920, με αρκετό ενθουσιασμό, όταν τον προειδοποίησα ότι τα σοβιέτ ήσαν ένα ταπεινωμένο είδος υποταγής και ότι οι κυβερνητικοί αντιπρόσωποι ακόμα μανούβραραν την εκλογή τους «φασιστικά», μου απάντησε, κατά κάποιο απερίσκεπτο τρόπο: «Αλλά εάν οι προλετάριοι στην πλειοψηφία τους ήσαν πραγματικά ικανοί να εκλέξουν σοβιέτ της επιλογής τους, η μπολσεβίκικη κυβέρνηση δεν θα έμενε στην εξουσία την επόμενη βδομάδα!».
Εάν είναι έτσι, τότε όταν ασκούμε κριτική - όχι σε άτομα ούτε σε μεμονωμένους ανθρώπους, τους οποίους έχουμε υπερασπιστεί ενάντια στις συκοφαντίες του Τύπου των καπιταλιστών - όταν εμείς, παρακινημένοι από το συνεχές μας ενδιαφέρον, όχι να υποπέσουμε σε μια λανθασμένη, υπερβάλλουσα μορφή κριτικής, κάνουμε επίθεση στο κυβερνών κόμμα στην Ρωσία και αυτοί από τους υποστηρικτές του που αγωνιούν να ακολουθήσουν τα βήματά του στην Ιταλία - επειδή βλέπουμε ότι οι μέθοδοί του είναι βλαβεροί στην επανάσταση και προωθούν μια πραγματική αντεπανάσταση - πώς μπορεί κάποιος να πει ότι «υιοθετούμε μια στάση ενάντια στην Ρωσική Επανάσταση»;
Το προλεταριάτο, το οποίο μας γνωρίζει και μας λαμβάνει υπόψη του, γνωρίζει ότι αυτό είναι ένας κακός, γελοίος ισχυρισμός, όσο κακός και γελοίος είναι ο τρόπος με τον οποίο οι αστοί κονδυλοφόροι προσπαθούν να στοιχειοθετήσουν προσβολές και κατηγορίες ενάντια σε ολόκληρο τον Ιταλικό λαό τις δικαίως δριμείες κριτικές - τις οποίες υποστηρίζουμε - ότι οι ξένοι επαναστάτες στρέφονται ενάντια στην κυβέρνηση και στην αστική τάξη της Ιταλίας.
ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
1. Πιστεύεται ότι ο Μπουχάριν αναφέρεται εδώ περισσότερο στον Ρωσικό αναρχισμό και στους Ρώσους αναρχικούς. Στην μπροσούρα του δεν κάνει διάκριση και μιλά σε παγκόσμιο επίπεδο. Από την άλλη πλευρά, οι Ρώσοι αναρχικοί έχουν τις ίδιες ιδέες και προγράμματα όπως οι αναρχικοί άλλων χωρών.
2. Βλέπε το «ABC of Communism» («Αλφαβητάρι του Κομμουνισμού») του Μπουχάριν, ιταλική έκδοση σελ. 85.
3. Βλέπε το «The Alliance of Socialist Democracy and the International Working Men’s Association τουΜαρξ» στο «Works of Marx, Engrels and Lasalle», έκδοση της Avanti (αγγλική μετάφραση από το Marx-Engels-Lenin, «Anarchism and Anarcho-Syndicalism», Μόσχα 1972).
4. Αυτές και άλλες δηλώσεις, οι οποίες τυπώθηκαν με την μορφή αποσπασμάτων, είναι πιστά αποσπάσματα από την μπροσούρα του Μπουχάριν. Από την άλλη πλευρά, τα ίδια πράγματα αναπαράχθηκαν στο «Αλφαβητάρι του Κομμουνισμού» και στο «Programme of the Communists», από το Avanti, 1920.
5. Στο «Αλφαβητάρι του Κομμουνισμού» των Μπουχάριν και Πεομπραζένσκυ πηγαίνουν μακρύτερα: «Δύο ή τρεις γενιές ανθρώπων θα μεγαλώσουν κάτω από τις νέες συνθήκες, πριν ψηφιστούν από ανάγκη νόμοι και τιμωρίες και για χρήση καταστολής από το εργατικό κράτος».
6. Επαναλαμβάνουμε ότι οι κομμουνιστικές αντιρρήσεις στον αναρχισμό, τις οποίες παραθέσαμε σε αποσπάσματα, προέρχονται ειλικρινά από τον Μπουχάριν.
7. Ο Μπουχάριν είναι, κατά παρόμοιο τρόπο, κριτικός προς την προκατακλυσμιαία ιδέα για την αναδιανομή (repartition) του πλούτου, ακόμα και εάν πρέπει να μοιραστεί ισόποσα. Έχει απόλυτο δίκιο, φυσικά, αλλά το να περιλαμβάνεις αυτό στην γενική κριτική εναντίον του αναρχισμού είναι καθαρός αναχρονισμός. Μπορεί κάποιος να βρει όλα αυτά που λέει ο Μπουχάριν σε κάθε φυλλάδιο προπαγάνδας ή εφημερίδες που οι αναρχικοί έχουν εκδώσει τα τελευταία σαράντα χρόνια.
8. Βλέπε Λουίτζι Φάμπρι «Dictatorship and Revolution» (στα Ιταλικά), σελ. 140.
9. Αντίθετα, το σύνθημα των κολεκτιβιστών ήταν «σε κάθε έναν τους καρπούς της εργασίας του» ή ακόμη και «σε κάθε έναν σύμφωνα με την εργασία του». Περιττό να πούμε ότι αυτά τα συνθήματα πρέπει να ερμηνεύονται κατά την ευρύτερη έννοιά τους, ως γενική κατευθυντήρια γραμμή, και σε καμία περίπτωση ως δόγμα, όπως όμως είχαν χρησιμοποιηθεί κάποτε.





