
Τον Νοέμβριο του 1992, η Πολιτεία της Βικτώριας βρισκόταν σε σοκ. Ένας νέος πρωθυπουργός, ο Jeff Kennett, μόλις είχε εκλεγεί και εξαπέλυε μια σαρωτική επίθεση. Εκατοντάδες σχολεία έκλειναν, νοσοκομεία έβαζαν λουκέτο, δεκάδες χιλιάδες εργαζόμενοι στον δημόσιο τομέα απολύονταν και οι συλλογικές συμβάσεις που προστάτευαν τα δικαιώματα των εργαζομένων απλώς καταργούνταν.
Και τότε συνέβη κάτι απίστευτο. Προκηρύχθηκε μια 24ωρη γενική απεργία σε όλη την Πολιτεία και οι εργαζόμενοι ανταποκρίθηκαν με πρωτοφανή οργή. Σχεδόν ένα εκατομμύριο άνθρωποι εγκατέλειψαν τη δουλειά τους. Τα πάντα —από εργοστάσια και αποκομιδή απορριμμάτων μέχρι αεροδρόμια και γραφεία— παρέλυσαν. Δεκάδες χιλιάδες βγήκαν στους δρόμους ακόμη και σε μικρά περιφερειακά κέντρα. 150.000 διαδήλωσαν στη Μελβούρνη. Με θέα το κοινοβούλιο της Πολιτείας, που φυλασσόταν από σειρές αστυνομικών, ένας δημοσιογράφος της «Age» άκουσε έναν απεργό να σχολιάζει: «Θα μπορούσαμε να το πάρουμε μέσα σε δέκα λεπτά, αν το θέλαμε».
Κυβερνήσεις και εργοδότες σε ολόκληρη τη χώρα έμειναν άναυδοι. Η μάχη είχε ξεκινήσει και φαινόταν πως οι εργαζόμενοι είχαν πραγματικές πιθανότητες να νικήσουν.
Και μετά τελείωσε. Οι ηγέτες του Victorian Trades Hall και των μεγάλων συνδικάτων, τρομαγμένοι από το φάσμα ενός ολοκληρωτικού ταξικού πολέμου που είχαν εξαπολύσει, ανέστειλαν τις απεργίες και πρότειναν στην κυβέρνηση μια «χριστουγεννιάτικη ανακωχή». Οι κυλιόμενες στάσεις εργασίας σε διάφορους κλάδους σταδιακά σταμάτησαν. Όταν οργανώθηκε μια ακόμη γενική απεργία σε επίπεδο Πολιτείας, σχεδόν πέντε μήνες αργότερα, η δυναμική είχε χαθεί και σχεδόν όλες οι πολιτικές του Kennett εφαρμόστηκαν.
Τι είχε συμβεί; Γιατί η ηγεσία των συνδικάτων της Βικτώριας, φαινομενικά στο απόγειο της δύναμής της, σταμάτησε τον αγώνα και άφησε τους εργαζόμενους στο έλεος των εξελίξεων; Και πιο συγκεκριμένα, γιατί οι συνδικαλιστικοί ηγέτες φαίνεται να το κάνουν αυτό ξανά και ξανά;
Κατανοώντας τα συνδικάτα
Για να φτάσουμε στην ουσία, πρέπει να κατανοήσουμε ότι οι συνδικαλιστές ηγέτες αποτελούν ένα ιδιαίτερο κοινωνικό στρώμα. Στην Αυστραλία, οι γραμματείς των συνδικάτων κερδίζουν περίπου 250.000 έως 500.000 δολάρια τον χρόνο, κάτι που τους κατατάσσει στους υψηλότερα αμειβόμενους στη χώρα. Διοικούν οργανισμούς με ετήσια έσοδα εκατοντάδων εκατομμυρίων δολαρίων και εκατοντάδες υπαλλήλους. Διαθέτουν σημαντική πολιτική επιρροή, διαπραγματεύονται με μερικές από τις μεγαλύτερες εταιρείες της Αυστραλίας και πολλοί συνεχίζουν σε προσοδοφόρες καριέρες στην πολιτική ή στον εταιρικό κόσμο.
Με άλλα λόγια, οι αμειβόμενοι συνδικαλιστές ηγέτες έχουν κάθε λόγο να διατηρήσουν το συνδικάτο ως θεσμό και τη θέση τους μέσα σε αυτό.
Αυτό απαιτεί μια δύσκολη ισορροπία. Για να έχουν έσοδα και να αναγκάζουν εργοδότες και κυβερνήσεις να διαπραγματεύονται μαζί τους, τα συνδικάτα χρειάζονται μέλη. Έτσι, οι συνδικαλιστικοί αξιωματούχοι πρέπει να ηγούνται εκστρατειών για καλύτερους μισθούς και συνθήκες εργασίας, να εγγράφουν μέλη, να αναδεικνύουν ακτιβιστές και εκπροσώπους στους χώρους δουλειάς και να φέρνουν αποτελέσματα για τους εργαζόμενους. Διαφορετικά, δεν έχουν μέλη, δεν έχουν έσοδα και δεν έχουν τρόπο να επιβάλουν στους εργοδότες να διαπραγματευτούν.
Αλλά υπάρχει και η άλλη πλευρά. Οι συνδικαλιστικοί αξιωματούχοι χρειάζονται επίσης τους εργοδότες να εκμεταλλεύονται τους εργαζόμενους. Διαφορετικά, δεν έχουν αγώνα να ηγηθούν ούτε πιθανά μέλη να εγγράψουν. Χρειάζονται κερδοφόρες και επιτυχημένες επιχειρήσεις και χρειάζονται τον καπιταλισμό. Όταν συνδικαλιστές ηγέτες όπως η Sharon Burrows λένε πράγματα όπως «η ιδέα ότι τα συνδικάτα θα ήθελαν με κάποιο τρόπο να υπονομεύσουν τις επιχειρήσεις είναι ειλικρινά παράλογη», δεν είναι επειδή έχουν παραπλανηθεί από δεξιά ιδεολογία. Είναι επειδή λένε την αλήθεια.
Οι συνδικαλιστές ηγέτες δεν μπορούν, ωστόσο, να παραδοθούν ολοκληρωτικά και να προδώσουν πλήρως τους εργαζόμενους. Αν τα μέλη τους είναι δυσαρεστημένα ή απειλούν να αποχωρήσουν από το συνδικάτο, ή αν οι εργοδότες αρνούνται να διαπραγματευτούν μαζί τους, είναι πιο πιθανό να οργανώσουν απεργίες και εργατικές κινητοποιήσεις απλώς για να διατηρήσουν τη θέση τους. Πρέπει να αγωνίζονται. Αλλά θα αγωνίζονται πάντα μέσα σε στενά όρια. Θα σταματούν πάντα πριν απειλήσουν πραγματικά τα αφεντικά ή τη σχέση τους μαζί τους, και θα σταματούν πάντα πριν απειλήσουν πραγματικά τον καπιταλισμό. Οι συνδικαλιστικές ηγεσίες εξαρτώνται τελικά από την εκμετάλλευσή μας ως εργαζομένων και απλώς θέλουν να διαπραγματευτούν τους όρους αυτής της εκμετάλλευσης.
Το καθήκον των εργαζομένων
Το τι σημαίνει αυτό για εμάς είναι σαφές. Πρέπει να ενταχθούμε στα συνδικάτα. Παρέχουν ένα μέτρο νομικής προστασίας και εξακολουθούν να είναι αυτό στο οποίο στρέφονται οι εργαζόμενοι για να οργανωθούν. Και πρέπει να στηρίζουμε τους συνδικαλιστικούς αξιωματούχους όποτε ενεργούν προς όφελός μας, γιατί δεν μπορούν ποτέ να αγνοήσουν πλήρως τη βάση τους.
Αλλά πρέπει να είμαστε έτοιμοι να δράσουμε ανεξάρτητα αν προσπαθήσουν να μας περιορίσουν και να εκτονώσουν την κατάσταση. Πρέπει να έχουμε την αυτοπεποίθηση ότι εμείς είμαστε οι μόνοι που μπορούμε να οργανώσουμε τους χώρους δουλειάς μας και να γνωρίζουμε ποια είναι τα συμφέροντά μας. Πρέπει να αναλάβουμε το έργο της οργάνωσης των συναδέλφων μας, να χτίσουμε και να λειτουργούμε τις δικές μας μαζικές συνελεύσεις και να αναπτύξουμε δομές δημοκρατίας της βάσης των εργαζομένων που δεν μπορούν να υπονομευθούν απ’ έξω. Υπάρχουν τεράστια νομικά και οργανωτικά πλεονεκτήματα στο να οργανωνόμαστε μέσα στα συνδικάτα, αλλά υπάρχουν και πολύ πραγματικά όρια. Πρέπει να τα κατανοούμε ξεκάθαρα και να είμαστε έτοιμοι να τα αντιμετωπίσουμε.
Ξανά και ξανά, οι εργαζόμενοι έχουν δείξει ότι μπορούν να το κάνουν — από μικρότερης κλίμακας παραδείγματα όπως οι εργαζόμενοι σε κοινοτικά νομικά κέντρα της Μελβούρνης που οργάνωσαν τη δική τους απεργία για την Παλαιστίνη το 2025, μέχρι τη γενική απεργία σε όλη την Αυστραλία το 1969, όταν εκατομμύρια εργαζόμενοι αψήφησαν τη συνδικαλιστική γραφειοκρατία. Οι συνδικαλιστές ηγέτες μπορούν να μας πάνε μέχρι ένα σημείο, αλλά οι μόνοι που μπορούν να μας οδηγήσουν μέχρι τέλους, σε έναν κόσμο χωρίς εκμετάλλευση, είναι οι ίδιοι οι εργαζόμενοι.
*Το κείμενο δημοσιεύτηκε στο “Picket Line” εκφραστικό όργανο της Anarchist Communist Federation (ACF) στην Αυστραλία. Σχετικός σύνδεσμος: https://ancomfed.org/2026/04/why-union-leaders-sell-us-out/ Μετάφραση: Ούτε Θεός Ούτε Αφέντης.




