
Σε παλαιότερα κείμενα έχω αναλύσει τι σημαίνει «ανταγωνιστικό κίνημα» τις διαφορές του με τον Αναρχισμό ως ανατρεπτικό κίνημα καθώς έχω επεξηγήσει την ουσία των αναρχικών θέσεων ως του πραγματικού σοσιαλισμού των από τα κάτω. Σε αυτό το κείμενο επανέρχομαι εξετάζοντας την γενεαλογία του Αναρχισμού ως σοσιαλιστικό κίνημα των από τα κάτω και την συνάφειά του με κινήσεις που προβάλουν την «ανταγωνιστικότητά» τους προς τον καπιταλισμό. Υπερασπίζομαι την διαχρονικότητα του Αναρχισμού ως ανατρεπτικό κίνημα το οποίο δεν θέλει να διαχειρισθεί ούτε να εξομαλύνει την εξουσία αλλά να την καταργήσει.
Ζούμε σήμερα σε μια εποχή στην οποία ο σοσιαλισμός έχει χάσει σε μεγάλο βαθμό το νόημά του, και τουλάχιστον στην κυρίαρχη πολιτική συνείδηση, μεγάλο μέρος της σημασίας του. Ακόμη και για όσους δεν έχουν πειστεί από τον θρίαμβο του καπιταλισμού και το «τέλος της ιστορίας», το νόημα του σοσιαλισμού συσκοτίζεται από μια ατελείωτη ποικιλία κομμάτων, κινημάτων και κρατών που ισχυρίζονται ότι είναι σοσιαλιστικά. Η πληθώρα σοσιαλδημοκρατικών, λενινιστικών, σταλινικών και μαοϊκών κυβερνήσεων τον τελευταίο αιώνα, οι οποίες δεν έχουν καταφέρει να υλοποιήσουν τους δηλωμένους «σοσιαλιστικούς» στόχους τους, έχει καταφέρει σοβαρό πλήγμα στην ακεραιότητα της ίδιας της έννοιας του σοσιαλισμού και ευθύνεται σε μεγάλο βαθμό για τη σημερινή περιθωριοποίηση της επαναστατικής πολιτικής.
Μια απάντηση σε αυτή την κατάσταση ήταν η διατύπωση μιας πολιτικής του «σοσιαλισμού των από τα κάτω» για να παρασχεθεί μια επαναστατική εναλλακτική λύση στα ηθικά εγκλήματα και τις πολιτικές αποτυχίες τόσο του αυταρχικού μαρξισμού όσο και της σοσιαλδημοκρατίας. Ο Αναρχισμός αποτελεί ιστορικά τον κατεξοχήν σοσιαλισμό των από τα κάτω ως την αυτο-απελευθέρωση της εργατικής τάξης. Αυτή η αντίληψη του σοσιαλισμού που υποστηρίζεται από τους Αναρχικούς, έρχεται σε άμεση αντίθεση με την κληρονομιά των αυταρχικών «σοσιαλισμών των από τα πάνω», της ρεφορμιστικής σοσιαλδημοκρατίας, του σταλινισμού και του μαοϊσμού.
Στο πλαίσιο της πρόσφατης εμφάνισης σημαντικών παγκόσμιων αντικαπιταλιστικών και αντιιμπεριαλιστικών κινημάτων, πολλές οργανώσεις στην άκρα αριστερά –και όχι μόνο– επανεξετάζουν τις αναλύσεις τους για μια ποικιλία πολιτικών ζητημάτων με τρόπο που να συμμερίζεται την προσέγγιση εντός ενός πολύμορφου ανταγωνιστικού κινήματος. Εκτός από μια συνολική αναζωπύρωση σε μεγάλο μέρος αυτού που γενικά και αόριστα προσδιορίζεται ως «κόσμος του αγώνα» υπάρχει η έκκληση για συμμετοχή σε διαδικασίες ανασύνταξης με άλλους αριστερούς ή ιβρυδικούς αναρχικούς σχηματισμούς που να επικεντρώνονται σε σύγχρονα σημεία ενότητας και όχι σε ιστορικές διαφωνίες (sic).
Το ερώτημα που πρέπει να διερευνηθεί είναι αν η έκκληση αυτή για ενότητα παρέχει μια πρακτική και θεωρητική βάση για την υπέρβαση των αυταρχικών εκδοχών του «σοσιαλισμού» ή αν είναι απλώς μια άλλη σοσιαλιστική «ιδεολογία» που καλύπτει θεμελιώδεις πολιτικές διαφορές και, ως εκ τούτου, συσκοτίζει τον αγώνα κατά της εκμετάλλευσης και της κυριαρχίας. Κατά πόσον ένα τέτοιο πολιτικό μέτωπο μπορεί να ενώσει τις ριζοσπαστικές αντικαπιταλιστικές δυνάμεις γίνεται ακόμη πιο επιτακτικό όταν εξετάζεται σε ιστορικό πλαίσιο, επειδή η έμφαση στην αποκλειστική δράση «των από τα κάτω» ανήκει εδώ και καιρό στο οπλοστάσιο του Αναρχισμού που κινητοποιήθηκε ενάντια στον μαρξιστικό και όχι μόνο «αυταρχισμό». Η μάχη λοιπόν για το ερώτημα κατά πόσον ο σοσιαλισμός μπορεί να προέλθει «μόνο από τα κάτω» ή πρέπει να προέλθει «από τα κάτω και επίσης από τα πάνω» συνεχίζεται για πολύ περισσότερο χρόνο από ό,τι γνωρίζουν πολλοί από τους σύγχρονους συμμετέχοντες σε αυτή τη συζήτηση.
Αυτό που ενώνει τις πολλές διαφορετικές μορφές του Σοσιαλισμού των από τα πάνω (μαρξιστές, λενινιστές, σταλινικούς, κοκ) είναι η αντίληψη ότι ο σοσιαλισμός (ή ένα λογικό αντίγραφο αυτού) πρέπει να παραδοθεί στις ευγνώμονες μάζες με τη μία ή την άλλη μορφή, από μια άρχουσα ελίτ η οποία στην πραγματικότητα δεν υπόκειται στον έλεγχό τους.
Στον αντίποδα, η καρδιά του Σοσιαλισμού των από τα κάτω είναι η άποψή του ότι ο σοσιαλισμός μπορεί να πραγματοποιηθεί μόνο μέσω της αυτοχειραφέτησης των ενεργών μαζών σε κίνηση, που αναζητούν την ελευθερία με τα ίδια τους τα χέρια, κινητοποιημένες «από τα κάτω» σε έναν αγώνα για να αναλάβουν τον έλεγχο της δικής τους μοίρας, ως δρώντες (όχι απλώς υποκείμενα) στη σκηνή της ιστορίας. Κάτι που εκφράζει απόλυτα ο Αναρχισμός.
Η διαχρονικότητα της κριτικής του Αναρχισμού αποτελεί προϊόν της αντίφασης εντός των ορθόδοξων μαρξιστικών ισχυρισμών για την ενσάρκωση του σοσιαλισμού των από τα κάτω το γεγονός ότι από όλες τις επαναστατικές κριτικές του κεφαλαίου και του κράτους, ο αναρχισμός φαίνεται να είναι η μόνη θεωρητική προοπτική που έχει υποστηρίξει με τη μεγαλύτερη συνέπεια μια πολιτική «από τα κάτω».
Ο μαρξισμός και ο αναρχισμός αν και έχουν κοινή προέλευση δεν ανήκουν στην ίδια οικογένεια όσον αφορά τα μέσα αλλά ούτε και τους σκοπούς. Αν και ο αναρχισμός και ο μαρξισμός, στην αρχή, έπιναν από την ίδια προλεταριακή πηγή και υπό την πίεση της νεογέννητης εργατικής τάξης, όρισαν στον εαυτό τους τον ίδιο τελικό στόχο, δηλαδή την ανατροπή του καπιταλιστικού συστήματος και την ανάθεση του πλούτου της κοινωνίας, των μέσων παραγωγής, στους ίδιους τους εργάτες, διαφέρουν ως προς τα μέσα επίτευξης.
Παρά τις έντονες διαφωνίες τους σε ζητήματα κράτους και συγκεντρωτισμού, ο Μαρξ και ο Μπακούνιν: Και οι δύο πίστευαν στην πρωτοκαθεδρία της οικονομικής «βάσης» έναντι της πολιτικής «εποικοδομής». Και οι δύο ήταν σοσιαλιστές και κολεκτιβιστές, αντίθετοι στον αστικό ατομικισμό. Και οι δύο ήταν σε έντονη αντίθεση με τη θρησκεία. Και οι δύο έτρεφαν σεβασμό για τις φυσικές επιστήμες.
Εκεί που διαφωνούσαν ήταν ακριβώς σε αυτό που θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως οι αρχές του σοσιαλισμού των από τα κάτω. Ενώ και οι δύο πίστευαν στην αυτοοργάνωση της εργατικής τάξης, η μεταξύ τους διαμάχη αφορούσε ακριβώς το πώς αυτό υποτίθεται ότι θα οδηγούσε στη χειραφέτηση της εργατικής τάξης. Όπως υποστήριξε ο Μπακούνιν:
«Ο Μαρξ είναι ένας αυταρχικός και συγκεντρωτικός κομμουνιστής. Θέλει αυτό που θέλουμε κι εμείς, τον πλήρη θρίαμβο της οικονομικής και κοινωνικής ισότητας, αλλά τον θέλει από το Κράτος και μέσω της κρατικής εξουσίας, μέσω της δικτατορίας μιας πολύ ισχυρής, και ας πούμε, δεσποτικής προσωρινής κυβέρνησης, δηλαδή μέσω της άρνησης της ελευθερίας. Το οικονομικό του ιδανικό είναι το κράτος ως μοναδικός ιδιοκτήτης της γης και κάθε είδους κεφαλαίου, καλλιεργώντας τη γη υπό τη διαχείριση κρατικών μηχανικών και ελέγχοντας όλες τις βιομηχανικές και εμπορικές ενώσεις με κρατικό κεφάλαιο. Αντίθετα εμείς θέλουμε τον ίδιο θρίαμβο κοινωνικής και οικονομικής ισότητας, αλλά μόνο διαμέσου της κατάργησης του Κράτους και όλων όσων περνούν με το όνομα του νόμου (που, κατά την άποψή μας, είναι η μόνιμη άρνηση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων). Θέλουμε η ανοικοδόμηση της κοινωνίας και η ενοποίηση της ανθρωπότητας να επιτευχθεί, όχι από πάνω προς τα κάτω από οποιαδήποτε εξουσία, ούτε από σοσιαλιστές αξιωματούχους, μηχανικούς και άλλους διαπιστευμένους ανθρώπους της γνώσης - αλλά από κάτω προς τα πάνω, από την ελεύθερη ομοσπονδία κάθε είδους εργατικών ενώσεων που απελευθερώνονται από τον ζυγό του κράτους».
Κατά τη γνώμη μου η αποφυγή του ερωτήματος περί ύπαρξης πρωτοπορίας και για το αν ο «λενινισμός» ήταν μια μορφή σοσιαλισμού από τα πάνω αντιστοιχίζεται με την απροθυμία απάντησης για πολλά από τα πιο σημαντικά ερωτήματα που αντιμετωπίζουν τα επαναστατικά κινήματα: τη φύση και τις δυνατότητες της εργατικής τάξης ως δύναμης για επαναστατική αλλαγή, τον ρόλο της επαναστατικής οργάνωσης στη διαδικασία αυτής της αλλαγής και, τέλος, τη φύση και τον ρόλο του κράτους στην επαναστατική διαδικασία. Κάτι που οι υποστηρικτές του «ανταγωνιστικού κινήματος» ή του «κόσμου του αγώνα» υποκρύπτουν συστηματικά, ώστε να μπορέσουν να χωρέσουν στο «μαζί» ετερόκλητες δυνάμεις συχνά με αντικρουόμενους σκοπούς και μέσα.
Αν η ουσία του μαρξισμού προκύπτει από το γεγονός ότι «η εργατική τάξη έπρεπε να χειραφετηθεί μέσω της δικής της συλλογικής δράσης» και να «ανατρέψει το παλιό κράτος και να δημιουργήσει ένα νέο, πλήρως δημοκρατικό κράτος για τον εαυτό της». Η «αναθεώρηση» και την αφομοίωση της μαρξιστικής επαναστατικής και αυτοαπελευθερωτικής θεωρίας από τη σοσιαλδημοκρατία ο Λενινισμός επανέρχεται από το παράθυρο ως ο πραγματικός εκπρόσωπος «των από τα κάτω» σύμφωνα με την πρακτική των Μαρξ και Ένγκελς.
Το αφήγημα αυτό υποστηρίζει ότι μετά την εξέγερση υπό την ηγεσία των Μπολσεβίκων τον Οκτώβριο του 1917, είχε σχηματιστεί στη Ρωσία το έμβρυο μιας πραγματικά σοσιαλιστικής κοινωνίας. Λόγω της σχετικής οπισθοδρόμησης της ρωσικής οικονομικής ανάπτυξης, της αποτυχίας της επανάστασης να εξαπλωθεί στις προηγμένες καπιταλιστικές κοινωνίες και των επιπτώσεων της ιμπεριαλιστικής παρέμβασης και του αιματηρού εμφυλίου πολέμου που ακολούθησε, «η «εργατική» δημοκρατία με την ουσιαστική έννοια του όρου είχε εξαφανιστεί» μέχρι το 1921. Αυτό πολύ βολικά το αποδίδουν στην εξατομίκευση και την εξαφάνιση της ίδιας της εργατικής τάξης κάτω από τα αδιάκοπα χτυπήματα της αντεπανάστασης και όχι σε ενέργειες που έλαβε η ίδια η ηγεσία των Μπολσεβίκων. Ξεπλένωντας έτσι την έννοια των ειδικών της πρωτοπορίας που από την φύσης της ως εμπροσθοφυλακή έρχεται σε αντίθεση με την ουσία της αυτοργάνωσης των από τα κάτω χωρίς την διαμεσολάβηση κανενός.
Η διαμάχη για το πώς η αταξική κοινωνία πρέπει να οικοδομηθεί «από πάνω» ή «από κάτω» δεν μπορεί να συζητηθεί αφηρημένα. Διότι αυτό που διακυβεύεται είναι ολόκληρη η έννοια του σοσιαλισμού: η εργατική χειραφέτηση ή η εξουσία του κόμματος που ενεργεί «για λογαριασμό» της εργατικής τάξης».
Το 1873, ο Ένγκελς έγραψε: «Οι Μπακουνιστές επί το έργον. Μια περιγραφή της Ισπανικής Εξέγερσης το καλοκαίρι του 1873», ένα κατηγορητήριο για αυτό που θεωρούσε ως την αναρχική αποτυχία να ηγηθούν μιας επιτυχημένης επανάστασης στην Ισπανία, όπου η Διεθνής κυριαρχούνταν σε μεγάλο βαθμό από τους οπαδούς του Μπακούνιν. Αυτό που έχει ενδιαφέρον είναι ότι ο Ένγκελς βασίζει την κριτική του στους αναρχικούς στην άρνησή τους να υποστηρίξουν την εφαρμογή του «σοσιαλισμού από τα πάνω» μέσω επαναστατικών οργανώσεων και του κράτους. Όπως το έθεσε: «οι Μπακουνιστές επιπλέον κήρυτταν εδώ και χρόνια ότι κάθε επαναστατική δράση από πάνω ήταν επιβλαβής και ότι όλα έπρεπε να οργανώνονται και να διεξάγονται από κάτω προς τα πάνω».
Το 1905, αυτή η συζήτηση για την έννοια του «σοσιαλισμού από τα κάτω» μετακινήθηκε προς τα ανατολικά, και εν μέσω της επαναστατικής αναταραχής που σάρωνε τότε τη Ρωσία, ο Λένιν άσκησε πολεμική εναντίον των αντιπάλων του Πλεχάνοφ και Μαρτίνοφ σε ένα άρθρο με τίτλο «Μόνο από τα κάτω, ή από τα πάνω καθώς και από τα κάτω;» ακριβώς για τα ίδια ερωτήματα που είχαν αντιμετωπίσει οι επαναστάτες στην Ισπανία. Σε μια ειρωνική ανατροπή της ιστορίας, ο Πλεχάνοφ υποστήριζε τότε ότι «η συμμετοχή σε μια επαναστατική κυβέρνηση μαζί με εκπροσώπους της μικροαστικής τάξης θα ήταν προδοσία του προλεταριάτου», μια θέση που αργότερα αντέστρεψε κατά τη διάρκεια της επανάστασης του 1917. Με σημαντικές ρωγμές να εμφανίζονται στο οικοδόμημα του τσαρικού κράτους, η θέση του Πλεχάνοφ επικρίθηκε έντονα από τον Λένιν, ο οποίος πίστευε ότι η συμμετοχή των σοσιαλιστών σε μια κυβέρνηση συνασπισμού με προοδευτικά μέλη της αστικής τάξης ήταν απαραίτητη για να προωθηθεί η επανάσταση. Ο Λένιν υποστήριξε ότι το επιχείρημα του Πλεχάνοφ αντικατόπτριζε τις αναρχικές αρχές που καταδικάζονταν κατηγορηματικά από τον Ένγκελς.
Ο Λένιν στην συνέχεια προχώρησε στην αφήγηση των μαθημάτων της Ισπανίας του 1873 όπως αναλύθηκαν από τον Ένγκελς, αυτόν τον «αληθινό Ιακωβίνο της σοσιαλδημοκρατίας», ο οποίος «εκτίμησε τη σημασία της δράσης των από τα πάνω». Το άρθρο του Λένιν καταλήγει σε πέντε θέσεις:
«1) Ο περιορισμός, κατ' αρχήν, της επαναστατικής δράσης στην πίεση από τα κάτω και η αποκήρυξη της πίεσης επίσης από τα πάνω είναι αναρχισμός.
2) Αυτός που δεν καταλαβαίνει τα νέα καθήκοντα στην εποχή της επανάστασης, τα καθήκοντα της δράσης από τα πάνω, αυτός που δεν είναι σε θέση να καθορίσει τις συνθήκες και το πρόγραμμα για μια τέτοια δράση, δεν έχει καμία ιδέα για τα καθήκοντα του προλεταριάτου σε κάθε δημοκρατική επανάσταση.
3) Η αρχή ότι για τη Σοσιαλδημοκρατία η συμμετοχή σε μια προσωρινή επαναστατική κυβέρνηση με την αστική τάξη είναι απαράδεκτη, ότι κάθε τέτοια συμμετοχή αποτελεί προδοσία της εργατικής τάξης, είναι μια κατεξοχήν αρχή του αναρχισμού.
4) Κάθε «σοβαρή επαναστατική κατάσταση» θέτει το κόμμα του προλεταριάτου αντιμέτωπο με το καθήκον να δώσει στοχευμένη ηγεσία στην εξέγερση, να οργανώσει την επανάσταση, να συγκεντρώσει όλες τις επαναστατικές δυνάμεις, να εξαπολύσει με τόλμη μια στρατιωτική επίθεση και να κάνει την πιο ενεργητική χρήση της επαναστατικής κυβερνητικής εξουσίας.
5) Ο Μαρξ και ο Ένγκελς... θα αποκαλούσαν τη νέα δογματική θέση της Ίσκρα έναν στοχασμό του «οπισθίου» του προλεταριάτου, μια επανάληψη των αναρχικών λαθών».
Γίνεται λοιπόν αντιληπτό το αγεφύρωτο χάσμα μεταξύ αυτών των αντιλήψεων και πως μια συμμαχία ή κοινό μέτωπο μαζί τους θα οδηγούσε -όπως και έγινε- τους Αναρχικούς όχι μόνο σε αποτυχία αλλά και σε μια ευρύτερη τραγωδία για τον σκοπό τους.
Όποιες και αν είναι οι ατέλειές του, η έννοια του Αναρχισμού ως «σοσιαλισμού των από τα κάτω» και η εστίασή του στην αντιεξουσία και την κινητοποίηση των πολιτών φαίνεται να αποτελεί ένα ευπρόσδεκτο αντίδοτο στους ουτοπικούς μεταρρυθμιστές, τους μεσσίες, τους συνωμότες και τους «φωτισμένους» δικτάτορες που έχουν αυτοπροσδιοριστεί ως σοσιαλιστές. Αυτή η άποψη των Αναρχικών φαίνεται να προσφέρει μια ευκαιρία στους απλούς ανθρώπους να αναδιαμορφώσουν τον κόσμο με δική τους πρωτοβουλία και προς το δικό τους συμφέρον. Διότι η αντιμετώπισης της πολυπλοκότητας του πραγματικού κόσμου της ταξικής πάλης στον σημερινό κόσμο είναι το ζητούμενο.
Σε γενικές γραμμές, είναι σχετικά εύκολο να διακρίνουμε τις πολιτικές διαδικασίες που συμβαίνουν από τα κάτω και οι οποίες προέρχονται από τις τάξεις των καταπιεσμένων και εκμεταλλευόμενων (απεργίες, διαμαρτυρίες, ταραχές ή εξεγέρσεις) από τις πολιτικές διαδικασίες που προέρχονται «από τα πάνω» (νέοι νόμοι που ψηφίζονται από το κοινοβούλιο, αποφάσεις των δικαστηρίων ή η εντολή μιας εκτελεστικής επιτροπής). Το πιο σημαντικό και καθοριστικό ερώτημα που πρέπει να επιλυθεί είναι το πώς ο αγώνας των από τα κάτω γίνεται κατανοητός ως εκτυλισσόμενος και πώς οι δομές και οι θεσμοί του γίνονται αντιληπτοί και αρθρώνονται.
Αυτή ακριβώς η διαμάχη είδαμε -«μόνο από κάτω» ή «από κάτω αλλά και από πάνω»- βλέπουμε να εκτυλίσσεται στις ιστορικές μάχες μεταξύ Μπακούνιν και Μαρξ, και αργότερα μεταξύ Λένιν και αναρχικών. Πέρα από την απάντηση σε αυτά τα κλασικά ερωτήματα, κάθε γνήσια μορφή σοσιαλιστικής πολιτικής απαιτεί απαντήσεις σχετικά με το πώς οι επαναστάτες προσεγγίζουν την καθημερινή τους οργάνωση, τις σχέσεις τους με τους συντρόφους τους, την πολιτική κουλτούρα των οργανώσεών τους και την προθυμία τους να αμφισβητηθούν οι δικές τους προκαταλήψεις από τις μεταβαλλόμενες πραγματικότητες της ταξικής πάλης. Η αντιμετώπιση αυτών των ερωτημάτων η οποία είναι ακριβής εστιάζει στο προφανές γεγονός ότι οι διαδικασίες της επανάστασης είναι μετασχηματιστικές και σε μεγάλο βαθμό ανεξέλεγκτες εκρήξεις αυτενέργειας από ευρείες μάζες ανθρώπων.
Μια προσέγγιση, που προβάλλεται συχνότερα από τους αναρχικούς, είναι να υπονοηθεί ότι οι απελευθερωτικές δράσεις και κινήματα μπορούν να λάβουν χώρα μόνο αυθόρμητα και χωρίς ηγεσία, μια πρόταση που έχει βάση όταν εξετάζουμε την συγκεκριμένη εμπειρία οποιουδήποτε κοινωνικού αγώνα. Υπάρχουν πάντα διαβαθμίσεις πολιτικής συνείδησης και άνθρωποι που, λόγω της δικής τους υλικής πραγματικότητας - ειδικά της εμπειρίας τους από διάφορες πτυχές προνομίων και μειονεκτημάτων - αναλαμβάνουν μια ατελείωτη ποικιλία θέσεων μέσα σε μια δεδομένη κατάσταση. Για παράδειγμα, όταν οι συνδικαλιστές προσπαθούν να κερδίσουν μια συνδικαλιστική εκστρατεία σε έναν χώρο εργασίας, δεν μοιράζουν απλώς συνδικαλιστικές κάρτες στους πρώτους εργαζόμενους που συναντούν ελπίζοντας για το καλύτερο. Αντίθετα, πριν κάνουν την κίνησή τους, προσπαθούν να καταλάβουν όσο το δυνατόν περισσότερα για τις συγκεκριμένες υλικές σχέσεις του εν λόγω χώρου εργασίας. Για να είναι επιτυχημένοι, οι συνδικαλιστές πρέπει να χαρτογραφήσουν με επιτυχία τις κοινωνικές και πολιτικές σχέσεις των εργαζομένων και να παρέμβουν στις υπάρχουσες σχέσεις. Αυτοί οι εργαζόμενοι συγκεντρώνονται ως επιτροπή, η οποία στη συνέχεια χρησιμοποιείται για να φέρει άλλους εργαζόμενους και να οργανώσει την συνδικαλιστική εκστρατεία σε κάθε τμήμα του χώρου εργασίας. Τελικά, η εκστρατεία πρέπει να συνδέεται με τις βαθιά έντονες προσδοκίες και παράπονα όσο το δυνατόν περισσότερων εργαζομένων σε έναν δεδομένο χώρο εργασίας. Είναι άλλο λοιπόν η πρωτοβουλία, άλλο η πρωτοπορία – ηγεσία.
Ενώ μπορεί να γίνει αποδεκτό ότι η επαναστατική συνείδηση, σε συνδυασμό με τα συστήματα καπιταλιστικής καταπίεσης και εκμετάλλευσης, αναπτύσσεται άνισα, δεν θα είναι αρκετό για τους ριζοσπάστες να αποδεχτούν απλώς την κατάσταση. Δεδομένου ότι η ιστορική ήττα της εργατικής τάξης μέσω της ανόδου του σταλινισμού, η συναίνεση μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο και η πιο πρόσφατη νεοφιλελεύθερη παγκόσμια επίθεση έχουν αναμφισβήτητα διαδραματίσει βασικό ρόλο στην αποσύνθεση της πολιτικής συνείδησης της εργατικής τάξης και ως εκ τούτου, στον περιορισμό των δυνατοτήτων για επαναστατικές αναρχικές παρεμβάσεις, είναι δίκαιο να πούμε ότι ένα σημαντικό μέρος του σημερινού θεωρητικού αδιεξόδου οφείλεται στην αποτυχία παραγωγικής σύνθεσης των ιδεών μας να αναστοχαστούμε το σήμερα που αλλάζει ραγδαία.
Αυτή η επικαιροποίηση μπορεί να παραχθεί μόνο μέσω της ανάλυσης των συγκεκριμένων διαδικασιών των μεγάλων επαναστατικών αναταραχών, διότι ορισμένα από τα χαρακτηριστικά και τις δυνατότητές της μπορούν να αποτυπωθούν μαθαίνοντας από παλιούς αγώνες και στοχαστές, δίνοντας παράλληλα ιδιαίτερη προσοχή στους συνεχιζόμενους και πάντα παρόντες ταξικούς αγώνες που υπάρχουν στον κόσμο γύρω μας. Αυτή η προσπάθεια δεν πρέπει να να θεωρείται ως μια αφηρημένη πνευματική άσκηση, αφού για να είναι χρήσιμο, οι γνώσεις από το παρελθόν πρέπει να εντοπίζονται στο πλαίσιο της διαμόρφωσης των συγκεκριμένων αγώνων του παρόντος. Αν και δεν υπάρχουν εύκολες απαντήσεις, καμία καθαρή εκδοχή οποιασδήποτε επαναστατικής θεωρίας που να μπορεί να εφαρμοστεί μηχανιστικά σε παρελθούσες ή τρέχουσες στιγμές, παρά μόνο μια «αδίστακτη κριτική για όλα όσα υπάρχουν» και μια προθυμία να μάθουμε από τα λάθη μας καθώς προχωράμε. Το μόνο σίγουρο είναι ότι στην προσπάθεια σύνθεσης του «μαζί» δεν μπορούν να χωρέσουν «μήλα με πορτοκάλια», δεν γίνεται να ξεχάσουμε τις διαφορές μας. Γι αυτό και η επίκληση περί «κόσμου του αγώνα» γενικά και αφηρημένα είναι κενού περιεχομένου αν δεν είναι και επιζήμια για τον χειραφετητικό σκοπό που πρέπει να διέπει τις προσπάθειες μας.
Αργύρης Αργυριάδης




