
Στις 15 Ιουνίου 1913 πέντε μέλη των Βιομηχανικών Εργατών του Κόσμου (Industrial Workers of the World) και του Αυστραλιανού Σοσιαλιστικού Κόμματος (Australian Socialist Party) συνελήφθησαν στο Brisbane επειδή απηύθυναν ομιλίες σε πλήθος στη γωνία των οδών William και Queen. Και οι δύο οργανώσεις είχαν πρόσφατα ζητήσει άδεια για να πραγματοποιούν συγκεντρώσεις στο δρόμο τις Κυριακές, όταν οι περισσότεροι άνθρωποι της εργατικής τάξης είχαν ρεπό, αλλά αυτό απορρίφθηκε από τις αρχές, παρά το γεγονός ότι έδιναν δικαιώματα ομιλίας σε θρησκευτικούς ευαγγελιστές.
Έχοντας συντρίψει μια γενική απεργία τον προηγούμενο χρόνο, η τοπική κυβέρνηση του Κουίνσλαντ δεν έδειχνε μεγάλη ανοχή στους αντιφρονούντες και σε καθέναν από τους ριζοσπάστες επιβλήθηκε πρόστιμο 5 σελίνια ή 12 ώρες φυλάκιση για «εκτόνωση των απόψεών τους, αντίθετα με το νόμο και χωρίς άδεια».
Αυτό έδωσε το έναυσμα για μια μακρά εκστρατεία κατά τη διάρκεια της οποίας οι ταραξίες για την ελευθερία του λόγου υιοθέτησαν διάφορες τακτικές για να χλευάσουν και να αψηφήσουν το νόμο. Σε αυτές περιλαμβάνονταν η εκφώνηση ομιλιών ενώ περιφέρονταν στους δρόμους ακολουθούμενοι από πλήθος κόσμου και η διεξαγωγή δυνατών «συζητήσεων» στις βεράντες των ξενοδοχείων που ακούγονταν από εκατοντάδες άτομα.
Ορισμένοι ακτιβιστές αλυσοδέθηκαν σε στύλους δρόμων και βεραντών, ενώ άλλοι έδιναν διαλέξεις από ψηλά σε δέντρα ή μιλούσαν από περβάζια παραθύρων. Το πλήθος έφτανε σταθερά τις χιλιάδες, αλλά οι αρχές αρνήθηκαν να υποχωρήσουν, στέλνοντας στη φυλακή αρκετούς ομιλητές, ορισμένοι από τους οποίους στη συνέχεια έκαναν απεργία πείνας.
Μετά την πτώση της συντηρητικής τοπικής κυβέρνησης το 1915, οι συλλήψεις έλαβαν τέλος, ενώ οι «stump speakers» (ομιλητές του κούτσουρου) απέκτησαν έναν χώρο πίσω από το Κοινοβούλιο για τη χρήση τους.
*Πηγή: Commons Social Change Library https://commonslibrary.org




