
Βιογραφία γραμμένη από τον Vicente Ruiz (hijo)*
Αν θυμάμαι σωστά, ήταν τον Απρίλιο του 1966 όταν ο πατέρας μου με ενημέρωσε ότι είχε λάβει ένα γράμμα από κάποιον Antonio Jiménez Cubillo, ο οποίος ζούσε στο Σίδνεϊ. Επρόκειτο για τον νεαρό στον οποίο είχε αναφερθεί και ο Jack Grancharoff, επίσης κάτοικος Σίδνεϊ, τον οποίο γνωρίσαμε όταν συμμετείχαμε σε μια συνάντηση Ιταλών Αναρχικών στη Μελβούρνη τον Φεβρουάριο του ίδιου έτους.
Έτσι ξεκίνησαν οι επαφές με τις ομάδες Ισπανών αναρχικών στις δύο πόλεις. Λαμβάναμε τουλάχιστον ένα γράμμα την εβδομάδα από τον Antonio και, όταν ιδρύθηκε το «Ισπανικό Δημοκρατικό Κέντρο» (Centro Democrático Español) και άρχισε η έκδοση του περιοδικού «Ο Δημοκράτης» (El Demócrata), η αλληλογραφία αυξήθηκε και κάθε μήνα φτάναμε να λαμβάνουμε το μικρό πακέτο με τα περιοδικά για διανομή.
Γνώρισα προσωπικά τον Antonio τον Σεπτέμβριο του 1968, όταν χρειάστηκε να παραστώ σε ένα συνέδριο που πραγματοποιήθηκε στο Σίδνεϊ. Αυτή η συνάντηση αποτέλεσε την αρχή μιας φιλίας και μιας προπαγανδιστικής συνεργασίας που διήρκεσε μέχρι τον θάνατό του.
Vicente Ruiz (hijo) 19 Ιουλίου 2025
Γιος ενός δημοκρατικού ρεπουμπλικάνου που φυλακίστηκε κατά τη διάρκεια του φρανκισμού, ο Antonio Jiménez Cubillo –Tony, όπως τον αποκαλούσαν οι Αυστραλοί σύντροφοι– γεννήθηκε στη Μαδρίτη στις 13 Ιουνίου 1935. Άρχισε να εργάζεται σε ηλικία 12 ετών, αρχικά στον ξενοδοχειακό κλάδο και στη συνέχεια σε μηχανουργείο επισκευάζοντας φορτηγά.
Αφού ολοκλήρωσε τη στρατιωτική του θητεία στο ισπανικό Μαρόκο, μετανάστευσε στην Αυστραλία τον Ιούνιο του 1960, διασχίζοντας δύο ανατολικές Pολιτείες όπου εργάστηκε σε διάφορες δουλειές. Στο Κουίνσλαντ εργάστηκε ως κόφτης ζαχαροκάλαμου και ως μεταλλωρύχος. Λίγο αργότερα αποφάσισε να μετακινηθεί στην Pολιτεία της Νέας Νότιας Ουαλίας, βρίσκοντας εργασία σε ένα χυτήριο στην πόλη Wollongong, θέση την οποία κράτησε μόνο για λίγους μήνες. Σε αυτή την πόλη πληροφορήθηκε ότι αναζητούσαν εργάτες για το έργο «Snowy Mountains»¹ και αποφάσισε να μεταβεί, στα τέλη του 1960, στο τότε μικρό χωριό Cooma, όπου εργάστηκε στο συγκεκριμένο έργο μέχρι τις αρχές του 1966.
Κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου γνώρισε αρκετούς παλaιούς Ισπανούς αναρχικούς αγωνιστές που είχαν έρθει από τη Γαλλία τη δεκαετία του ’50. Μέσα από τις συνεχείς νυχτερινές συζητήσεις με αυτούς τους ανθρώπους, και ιδιαίτερα με τον José Cuevas, ο οποίος του έδινε τακτικά την εφημερίδα και το περιοδικό «Tierra y Libertad» (Γη και Ελευθερία) (από το Μεξικό), ο Αντόνιο δήλωσε αναρχικός το 1961, ξεκινώντας μια πορεία ζωής αφιερωμένη στον αγώνα ενάντια σε κάθε μορφή αδικίας.
Όταν είχε αρκετές συνεχόμενες ημέρες άδειας, τις αξιοποιούσε για να τις περάσει στο Σίδνεϊ, ερχόμενος σε επαφή με άλλους Ισπανούς μετανάστες και δημιουργώντας δεσμούς με την Sydney Anarchist Group². Ανέπτυξε φιλία με αρκετούς από αυτούς τους αγωνιστές –τον Alex Boneff, τον George Christoff και τον Jack Grancharoff, 0 τελευταίος εκ των οποίων ήταν ο εκδότης του αναρχικού περιοδικού «Red and Black». Σε αυτό το υπόγειο ήρθε επίσης σε επαφή με διάφορες πανεπιστημιακές αναρχικές ομάδες και με τον αξέχαστο Colin Pollard³.
Σε μία από αυτές τις πολυάριθμες επισκέψεις γνώρισε τη νεαρή Vicki, με την οποία δημιούργησε οικογένεια, εγκαθιστάμενος στο Σίδνεϊ στις αρχές του 1966. Από αυτή τη σχέση απέκτησαν δύο γιους, τον Glen και τον Alan.
Εργάστηκε σε διάφορες δουλειές μέχρι που προσλήφθηκε στο έργο επέκτασης του διεθνούς αεροδρομίου του Σίδνεϊ, όπου παρέμεινε για επτά χρόνια. Μετά την ολοκλήρωση του έργου, εργάστηκε στο λιμάνι. Πάντα αρνιόταν να γίνει έμμισθος συνδικαλιστικός εκπρόσωπος του συνδικάτου AWU (Australian Workers Union), ενός ρεφορμιστικού συνδικάτου. Παρ’ όλα αυτά, υπήρξε ένας ιδιαίτερα ενεργός εργάτης και, κατά τη διάρκεια πολλών σημαντικών απεργιών για τη βελτίωση των συνθηκών εργασίας και συγκρούσεων με τη διοίκηση των έργων, αποδεχόταν να εκπροσωπεί τους συναδέλφους του, υπερασπιζόμενος σταθερά αναρχοσυνδικαλιστικές θέσεις.
Η προσωπικότητά του τού επέτρεψε να αναπτύξει φιλίες με διάφορες ομάδες Ισπανών Ρεπουμπλικάνων εξόριστων που έφτασαν στην Αυστραλία αφού πέρασαν από τη Γαλλία, καθώς και με αμέτρητες οικογένειες επίσης Ισπανών που μετανάστευσαν αναζητώντας οικονομική βελτίωση και ελευθερία έκφρασης.
Στις αρχές του 1966, αρκετές από αυτές τις ισπανικές εξόριστες ομάδες στο Σίδνεϊ πρότειναν τη δημιουργία του El Centro Democrático Español στην πόλη. Το εγχείρημα αυτό κατέστη δυνατό μέσω μιας πολύ εύθραυστης συμμαχίας ανάμεσα σε Ρεπουμπλικάνους, Σοσιαλιστές-Ουγκετίστες και Σενετίστες-Φαϊστές. Πρόκειται για ένα ιδιαίτερα λεπτό έργο, το οποίο ανέλαβε ο Antonio Jiménez Cubillo. Μετά από αρκετές συναντήσεις, επετεύχθη συμφωνία τον Αύγουστο του 1966 και το Κέντρο ιδρύθηκε επίσημα στο Σίδνεϊ, ενώ το 1968 δημιουργήθηκε υποπαράρτημα στη Μελβούρνη.
Θα ήθελα να αφιερώσω μερικές παραγράφους για να αποδώσω την άξια αναγνώριση στο εκπαιδευτικό και προπαγανδιστικό έργο που επιτέλεσε αυτή η ομάδα Ισπανών στην άλλη άκρη του κόσμου. Είναι γνωστό ότι σήμερα πολλοί πανεπιστημιακοί, κοινωνιολογικές ερευνητικές ομάδες, πολιτικά κόμματα και ακόμη και ορισμένα συνδικάτα ενδιαφέρονται να μελετήσουν το πολιτιστικό έργο που ανέπτυξαν οι Ισπανοί οι οποίοι αναγκάστηκαν να φύγουν στο εξωτερικό από το 1939 έως την εγκαθίδρυση της μοναρχίας στην Ισπανία μετά τον θάνατο του δικτάτορα Φράνκο.
Οι περισσότερες από αυτές τις έρευνες βασίζονται στις δραστηριότητες που αναπτύχθηκαν στις χώρες με τη μεγαλύτερη συγκέντρωση πολιτικών εξόριστων και οικονομικών μεταναστών — και δικαίως. Πρωτίστως, αυτές οι χώρες ήταν η Γαλλία, η Ελβετία, η Γερμανία, η Αγγλία, το Βέλγιο, η Ολλανδία, η Σουηδία, οι Ηνωμένες Πολιτείες, το Μεξικό, η Αργεντινή, η Βενεζουέλα και όλες οι υπόλοιπες χώρες της Νότιας Αμερικής όπου ο ισπανικός λαός μπόρεσε να βρει καταφύγιο και οικονομική ανακούφιση.
Σε όλες αυτές τις χώρες αναπτύχθηκε ένα κύμα εκδόσεων και πολιτιστικών κέντρων που διατηρούσαν ζωντανή μια παράδοση κοινωνικής διαπαιδαγώγησης — και φυσικά με προσωπικές θυσίες των ίδιων των ανθρώπων. Αυτά τα κέντρα δεν ήταν η «Casa de España» ούτε λέσχες ψυχαγωγίας χρηματοδοτούμενες από την ισπανική κυβέρνηση μέσω της κάθε Πρεσβείας ή του εκάστοτε Προξένου.
Αυτές οι οργανώσεις, πολιτιστικά κέντρα ή συλλογικότητες ανθρώπων, αντιτάσσονταν στη στερεοτυπική ισπανική εικόνα του παλαμάκιου (palmoteo), των ταυρομαχιών και του ποδοσφαίρου — την εικόνα που οι ισπανικές αρχές ήθελαν να προβάλλουν για να προσελκύσουν ξένο τουρισμό στην Ιβηρική Χερσόνησο, την ώρα που ο λαός πέθαινε από την πείνα και δεν είχε άλλη επιλογή από το να μεταναστεύσει.
Αυτή η πολιτιστική και λογοτεχνική έκρηξη σημειώθηκε επίσης στην Αυστραλία, μέσω του Ισπανικού Δημοκρατικού Κέντρου του Σίδνεϊ.

Στα μέσα του 1967 άρχισε να εκδίδεται ένα μηνιαίο δελτίο με τίτλο «El Demócrata», με τιράζ 1.000 αντιτύπων, τα οποία διανέμονταν δωρεάν σε ολόκληρη την αυστραλιανή ήπειρο και το οποίο έγινε γνωστό και σε πολλές άλλες χώρες όπου υπήρχε ισπανική μετανάστευση. Η προετοιμασία των μητρών γινόταν με γραφομηχανές που διέθεταν οι οικογένειες της Enriqueta Rodríguez, του Juan García και του Antonio Jiménez και στη συνέχεια τυπωνόταν με μια μικρή μηχανή Gestetner που είχε ο Antonio. Πρόκειται για μια έκδοση στην οποία ο Antonio συνέβαλλε συνεχώς με άρθρα και ποιήματα. Αναπαράγουμε ένα από τα άρθρα του με τίτλο «Αυτό που βλέπεις μόνο στην Ισπανία», το οποίο μας επιτρέπει να εκτιμήσουμε την κοινωνική και ιδεολογική του συνείδηση:
Ιδίως αν λάβουμε υπόψη ότι η χώρα μας εξακολουθεί να βρίσκεται υπό ένα ολοκληρωτικό κράτος, όπου όλα τα δικαιώματα του συνεταιρίζεσθαι, της έκφρασης και της συνάθροισης έχουν πλήρως ανασταλεί. Αν σκεφτεί κανείς ότι η Ισπανία έχει υποστεί —και εξακολουθεί να υφίσταται— τις πιο τρομερές μορφές καταστολής. Ότι οι ισπανικές εργατικές μάζες έχουν στερηθεί, εδώ και τριάντα τρία χρόνια, όλα τα μέσα που είχε κατακτήσει η εργατική τάξη για να διεκδικεί τα δικαιώματά της και να αντιστέκεται στην αρπακτικότητα του καπιταλισμού.
Μόνο στην Ισπανία βλέπει κανείς επανειλημμένα το παράδειγμα απεργιών αλληλεγγύης προς απολυμένους ή φυλακισμένους εργάτες… Πόσες απεργίες αυτού του είδους έχουμε δει στη Γαλλία, στην Αγγλία, σε άλλες χώρες, όπου το δικαίωμα στην απεργία είναι νομικά κατοχυρωμένο και όπου μεγάλες εργατικές οργανώσεις δρουν ελεύθερα και ευημερούν;
Διότι σε όλες αυτές τις χώρες εκείνο που λείπει είναι ένα αλληλέγγυο και συνειδητοποιημένο προλεταριάτο, για το οποίο η αυθαιρεσία που διαπράττεται εναντίον ενός συναδέλφου είναι αυθαιρεσία εναντίον του συνόλου των εργαζομένων της ίδιας επιχείρησης. Έχουν σαφή αντίληψη του τι σημαίνει να αφήνονται να ευδοκιμούν οι απολύσεις και τα αντίποινα, και η υπεράσπιση των γενικών συμφερόντων μεταφράζεται αμέσως στην υπεράσπιση των συμφερόντων του πρώτου που πέφτει θύμα της αστυνομικής καταστολής ή των εργοδοτικών αντιποίνων.
Η πλειονότητα των απεργιών στην Αστούριας, στη Χώρα των Βάσκων, στην Καταλονία, από το 1951 έως σήμερα, είχε αυτήν ακριβώς την αφετηρία. Δεν υπάρχει ανάγκη να «πολιτικοποιούνται» οι απεργίες: οι καλύτερες, εκείνες που κρατήθηκαν με τον πιο ηρωικό τρόπο, ήταν οι αυθόρμητες, αυτές που γεννήθηκαν από τη συλλογική αντίδραση απέναντι στις αυθαιρεσίες των οποίων υπήρξαν θύματα ορισμένα άτομα.
Αυτό σημαίνει ότι, μέσω όσμωσης, η εργατική συνείδηση, ακόμη και χωρίς εργατικές οργανώσεις, παράγει τις ίδιες ηθικές αντιδράσεις όπως άλλοτε, όταν οι οργανώσεις έδιναν κοινή δράση στο προλεταριάτο. Σήμερα, αυτή η δράση συχνά διασκορπίζεται· δεν μπορεί να διοχετευθεί σε μεγάλες απεργιακές κινητοποιήσεις γενικού και εθνικού χαρακτήρα. Την ημέρα που αυτή η διοχέτευση θα καταστεί δυνατή, ο φρανκισμός θα καταρρεύσει σαν χάρτινος πύργος στο παραμικρό φύσημα επαναστατικού αέρα.
Το καθεστώς το γνωρίζει. Γι’ αυτό και αντιστέκεται στο να επιτρέψει τη δράση των εργατικών οργανώσεων. Γι’ αυτό επιμένει να εμποδίζει την αναβίωση οποιουδήποτε συνδικαλισμού που δεν είναι ο επίσημος, φασιστικός, κορπορατιστικός συνδικαλισμός, στην υπηρεσία του Κράτους και υπό τον έλεγχό του.
Ακόμη και η ίδια η εργοδοσία, στο σημείο που έχουν φτάσει τα πράγματα, θα προτιμούσε να έχει απέναντί της ένα υπεύθυνο συνδικάτο για διάλογο. Σήμερα γνωρίζει ότι απέναντί της δεν έχει παρά μόνο το κατασκεύασμα των επίσημων συνδικάτων, που δεν εκπροσωπούν κανέναν άλλον πέρα από την κυβέρνηση, και την πραγματικότητα των απεργιακών κινημάτων, τα οποία ξεσπούν από τη μυστηριώδη βούληση εργατών που έχουν μυστηριωδώς συντονιστεί για τόσο σημαντικές διαμαρτυρίες, όπως για παράδειγμα η απεργία του παραρτήματος της Citroën στη Γαλικία ή όπως ήταν οι συγκρούσεις στη SEAT στην Καταλονία πριν από μερικούς μήνες.
Αυτό που βλέπεις μόνο στην Ισπανία: εργάτες χωρίς οργάνωση και χωρίς συνθήματα —διότι οι κομμουνιστές δεν είναι παρά καιροσκόποι που, μέσω της κατασκευής των Εργατικών Επιτροπών (Comisiones Obreras), εκμεταλλεύονται την έκρηξη δυσαρέσκειας των εργαζομένων— κηρύσσουν απεργίες τέτοιου μεγέθους, που περιλαμβάνουν συνολικά ΔΕΚΑΕΞΙ ΧΙΛΙΑΔΕΣ ΠΑΡΑΓΩΓΟΥΣ, αλληλέγγυους με τους απολυμένους της Citroën Hispania στο Vigo. Αυτό είναι κάτι που μπορεί να συμβεί μόνο στην Ισπανία. Το εργοστάσιο Vulcano, τα ναυπηγεία Hijos de Barreras, οι Ναυπηγικές Κατασκευές Santo Domingo και οι εργαζόμενοι στην εταιρεία Refrey, όλα στο Vigo, κήρυξαν απεργία αλληλεγγύης προς τους εργάτες της Citroën —τρεις χιλιάδες εργάτες— που βγήκαν στον δρόμο για να αντιταχθούν στην απόλυση πέντε συναδέλφων τους.
Πρέπει να είναι πολύ ζωντανό, πολύ ισχυρό, το αίσθημα ταξικής και ανθρώπινης αλληλεγγύης, ώστε 16.000 εργάτες, μαζί με τις 16.000 αντίστοιχες οικογένειές τους, να επωμίζονται τις συνέπειες τέτοιων «άγριων» απεργιών και μάλιστα υπό μια δικτατορία. Γνωρίζουν ότι θα ασκηθούν και άλλα αντίποινα, ότι όσοι θεωρηθούν επικεφαλής των διαμαρτυριών θα φυλακιστούν και θα απολυθούν. Ότι όλα αυτά θα έχουν προσωπικές συνέπειες για όσους διαδηλώνουν. Κι όμως, το κάνουν. Ας πάρουν παράδειγμα από αυτό οι εργάτες άλλων χωρών, οι οποίοι, χωρίς να διατρέχουν τόσο μεγάλο κίνδυνο και χωρίς να πληρώνουν τόσο ακριβά παρόμοιες ενέργειες, εγκαταλείπουν τους εργάτες που υφίστανται καταστολή ή απολύονται (λόγω «μείωσης προσωπικού») σε τόσες και τόσες βιομηχανίες.
Όχι! Το αδάμαστο πνεύμα, η θέληση για αγώνα των Ισπανών εργατών δεν μπόρεσαν να τα καταστρέψουν τριάντα τρία χρόνια φασισμού. Ζουν μέσα τους ενστικτωδώς. Αποτελούν μέρος του χαρακτήρα, του αίματος, των ίδιων των ιδιοσυγκρασιακών αντιδράσεων των ανθρώπων.
Γι’ αυτό σήμερα η Ισπανία είναι μια πυριτιδαποθήκη, που μπορεί να εκραγεί την πιο απρόσμενη μέρα. Νέες γενιές έχουν μπει στον αγώνα, κληρονόμοι της επαναστατικής παράδοσης και των καλύτερων ενστίκτων αλληλεγγύης και συλλογικής άμυνας που υπάρχουν στην Ισπανία από το σκοτάδι του Μεσαίωνα έως τη λαμπρή αυγή της Επανάστασης του Ιουλίου.
Αυτό είναι το απρόβλεπτο στοιχείο, το οποίο όφειλαν να έχουν υπολογίσει όλοι οι Ισπανοί κυβερνήτες και το οποίο δεν υπολόγισε ο φρανκισμός, πιστεύοντας ότι δολοφονώντας μισό εκατομμύριο «κόκκινους», ο επαναστατικός σπόρος δεν θα ξαναβλάσταινε ποτέ στην ισπανική γη.
Κι όμως, βρίσκεται στο αυλάκι! Βλασταίνει, ποτισμένος με ποτάμια αίματος, με χείμαρρους δακρύων! Η Ισπανία, η δική μας αθάνατη Ισπανία, εκείνη που προηγήθηκε του κόσμου το 1936, εκείνη που είναι και θα είναι ορόσημο στην ιστορία, ανοιχτός δρόμος, χιλιόχρονη διαδρομή, ένδοξο παρελθόν, ταραγμένο παρόν, ανοιχτό μέλλον, χθες, σήμερα και αύριο, είναι ζωντανή και δηλώνει: Παρούσα! μέσα από την αυθόρμητη δράση χιλιάδων παιδιών της, από Βορρά σε Νότο, από Ανατολή σε Δύση.
Αφιερώνω αυτό το έργο, με τη μεγαλύτερη αισιοδοξία μου, στην πρόσφατη συγκέντρωση του Ισπανικού Δημοκρατικού Κέντρου στο Σίδνεϊ.
Παρουσιάζουμε επίσης ένα από τα ποιήματά του, δημοσιευμένο στο οπισθόφυλλο ενός από τα τεύχη του «El Demócrata».
Το 1967 ήταν υπεύθυνος για την έκδοση στα αγγλικά του φυλλαδίου του Πιοτρ Κροπότκιν «Προς τη Νεολαία», ένα μικρό βιβλιαράκι που διανεμήθηκε σε ολόκληρη την ήπειρο και σε διάφορα πανεπιστήμια.
Στις αρχές του 1970 ο Antonio εξέδωσε στα αγγλικά το φυλλάδιο «Looking back after 20 years in Jail» (Κοιτάζοντας πίσω μετά από 20 χρόνια στη φυλακή), μια συλλογή βασισμένη σε φυλλάδιο που είχε εκδοθεί στην Αγγλία από την ομάδα της «Black Flag». Το κείμενο αποτύπωνε μια συνέντευξη με τον Miguel García, συγγραφέα του βιβλίου «Preso de Franco» (Φυλακισμένος του Φράνκο).
Με αφορμή τους εορτασμούς της Πρωτομαγιάς του 1970, το Ισπανικό Δημοκρατικό Κέντρο, με πρωτοβουλία των Antonio και Juan García, εξέδωσε στα αγγλικά το φυλλάδιο «Este hombre está en la cárcel por defender tu libertad» (Αυτός ο άνθρωπος βρίσκεται στη φυλακή επειδή υπερασπίστηκε την ελευθερία σου). Ένα βιβλιαράκι 14 σελίδων, το οποίο διανεμήθηκε σε όλες τις πρωτεύουσες της αυστραλιανής ηπείρου κατά τις διαδηλώσεις της Πρωτομαγιάς.
Στις 30 Δεκεμβρίου 1970, ως απάντηση στη Δίκη του Μπούργκος, οργανώθηκαν διάφορες διαδηλώσεις σε πόλεις της Αυστραλίας, με διανομή προκηρύξεων στους δρόμους του Σίδνεϊ, της Μελβούρνης και της Καμπέρας. Στο Σίδνεϊ περίπου 100 διαδηλωτές συγκεντρώθηκαν στο Ισπανικό Προξενείο· ο Antonio ήταν ένας από τους 20 διαδηλωτές στους οποίους επετράπη η είσοδος στα γραφεία του Προξένου για να καταθέσουν ψήφισμα καταδίκης της δίκης.
Κατά τη δεκαετία του 1970 υπήρξε επίσης συχνός συνεργάτης των αναρχικών περιοδικών που εκδίδονταν στη Μελβούρνη, Nosotros (1972–1975) και Acracia (1972–1992), με το τελευταίο να αποτελεί δίγλωσσο όργανο της Cruz Negra Anarquista (Αναρχικός Μαύρος Σταυρός) από το 1973 έως το 1975.
Κατά τα χρόνια αυτά υπήρξε ιδιαίτερα δραστήριος στις διαμαρτυρίες κατά του πολέμου στο Βιετνάμ, κατά της δικτατορίας στην Ελλάδα, κατά του Νοτιοαφρικανικού Απαρτχάιντ και κατά της πυρηνικής ενέργειας, συμμετέχοντας στην αξέχαστη αντιπυρηνική διαδήλωση του Σίδνεϊ το 1984. Και φυσικά η παρουσία του ήταν αδιαπραγμάτευτη σε όλες τις διαδηλώσεις για την Πρωτομαγιά.
Ήταν από τους πρωτεργάτες και συνέβαλε στην έκδοση του δελτίου Anarchy, το οποίο εκδιδόταν (στα αγγλικά) στο Σίδνεϊ (14 τεύχη, 1970–1972).
Το 1974 ο Antonio ήταν ο βασικός υποκινητής για την έκδοση του περιοδικού Militando, μιας αναρχικής έκδοσης στα ισπανικά που, παρότι είχε σύντομη ζωή (μόνο 2 τεύχη), αντιπροσώπευσε τη συνεργασία μεταξύ των διαφόρων ομάδων Ισπανών και Νοτιοαμερικανών αναρχικών που βρίσκονταν στο Σίδνεϊ και τη Μελβούρνη. Τα δύο τεύχη τυπώθηκαν στα εργαστήρια της αναρχικής τυπογραφικής συλλογικότητας Slash/Asterisk* στη Μελβούρνη.
Συνεργάτης ολόκληρου του ελευθεριακού Τύπου της ισπανικής εξορίας, ανέπτυξε και διατήρησε επίσης επαφές με Κουβανούς ελευθεριακούς στην εξορία και υπήρξε ο ανταποκριτής από την Αυστραλία του περιοδικού Guángara Libertaria, που εκδιδόταν στο Μαϊάμι της Φλόριντα, στις Ηνωμένες Πολιτείες. Διατηρούσε αλληλογραφία με αναρίθμητους εξόριστους συντρόφους, ανάμεσά τους τον Campio Carpio και τον σύντροφο Germinal Gracia Ibars, περισσότερο γνωστό με το ψευδώνυμο Víctor García· υπηρέτησε επίσης ως ανταποκριτής από την Αυστραλία του περιοδικού Ruta που εκδιδόταν στη Βενεζουέλα.
Ο Antonio υπήρξε ο εμπνευστής των εκδόσεων «Colección La Semilla», στο πλαίσιο των οποίων εκδόθηκαν τρία φυλλάδια: Το 1975 «Los anarquistas y la revolución Social» (Οι αναρχικοί και η Κοινωνική Επανάσταση), ένα ρεπορτάζ –που συντάχθηκε μέσω αλληλογραφίας στις αρχές της δεκαετίας του 1950– του συντρόφου Campio Carpio προς τον σύντροφο Salvador Torrent, ο οποίος διέμενε στην πόλη Innisfail της Αυστραλίας. Το ρεπορτάζ αυτό είχε δημοσιευθεί προηγουμένως στο τεύχος 11, Νοέμβριος 1951, του περιοδικού Cenit, που εκδιδόταν στην Τουλούζη της Γαλλίας. Η έκδοση αυτού του φυλλαδίου κατέστη δυνατή χάρη στη συνεργασία των ισπανόφωνων ομάδων Militando του Σίδνεϊ και Ravachol της Μελβούρνης και τυπώθηκε στα εργαστήρια της συλλογικότητας Ravachol Press στη Μελβούρνη. Το 1978 «“Interludio Ibérico» (Ιβηρικό Ιντερλούδιο), έργο των Campio Carpio, Silvia Mistral, Bartoli Molins και Fabraga, που αφηγείται εμπειρίες της εξόδου αππο την Ισπανία και των στρατοπέδων συγκέντρωσης που υπέστησαν οι Ισπανοί πρόσφυγες. Η έκδοση πραγματοποιήθηκε με τη σελιδοποίηση που έκανε ο Antonio και με την υποστήριξη της μικρής ομάδας Ισπανών αναρχικών στο Σίδνεϊ. (Αγνοώ ποιος τύπωσε το φυλλάδιο.) Το 1984 ο Antonio εξέδωσε το φυλλάδιο «El Arte reivindicativo de Castelao» (Η διεκδικητική τέχνη του Καστελάο), γραμμένο από τον Campio Carpio. Το φυλλάδιο περιλαμβάνει επίσης 14 σκίτσα του καλλιτέχνη Castelao, που απεικονίζουν τις φρικαλεότητες που διαπράχθηκαν στη Γαλικία από τις φασιστικές δυνάμεις. Όλη η τυπογραφική εργασία πραγματοποιήθηκε από τον Antonio και στη συνέχεια τυπώθηκε από το Monty Miller Press στο Σίδνεϊ.
Το 1976 υπήρξε ένας από τους ιδρυτές και εμψυχωτές της Αναρχικής Ομοσπονδίας Αυστραλίας, μέχρι τη διάλυσή της το 1978.
Ήταν από τους πρωτεργάτες του αναρχικού βιβλιοπωλείου Jura Books, το οποίο άνοιξε τον Αύγουστο του 1977 στη διεύθυνση 417 King Street, στο Newtown του Σίδνεϊ. Συμμετείχε στην προετοιμασία των ραφιών, στο βάψιμο του χώρου και στη διατήρηση της καθαριότητάς του, αφιερώνοντας πολλά Σαββατοκύριακα σε αυτές τις εργασίες, και από το 1982 συνεισέφερε αμέτρητες ώρες για να διασφαλίζει ότι οι πόρτες του βιβλιοπωλείου παρέμεναν ανοιχτές στο κοινό.
Καθ’ όλα αυτά τα χρόνια ο Antonio υπήρξε σημαντική μορφή του αυστραλιανού αναρχικού κινήματος, προωθώντας τις ιδέες του αναρχοσυνδικαλισμού, της Διεθνούς Ένωσης Εργατών και την ανάγκη δημιουργίας μιας αναρχοσυνδικαλιστικής οργάνωσης στην ήπειρο. Υπήρξε ένας από τους συμμετέχοντες στη διάσκεψη που πραγματοποιήθηκε στους χώρους του Jura Books, στις 27 Ιανουαρίου 1986, όταν επισημοποιήθηκε η αυστραλιανή Αναρχοσυνδικαλιστική Ομοσπονδία (Anarcho-Syndicalist Federation - ASF). Στο τέλος της συνάντησης, όλοι οι παρευρισκόμενοι θυμούνται τα λόγια του Antonio: «Περίμενα 25 χρόνια για να φτάσει αυτή η μέρα». Και φυσικά, με τη λήξη της διάσκεψης, ο Antonio εξελέγη σε μία από τις θέσεις της Διηπειρωτικής Γραμματείας της ASF.
Από την 1η έως την 4η Μαΐου 1986 συμμετείχε μαζί με τους Mariano Sussiac και Vicente Ruiz Gutiérrez στις εκδηλώσεις για την «Εκατονταετηρίδα του Αναρχισμού στην Αυστραλία», που πραγματοποιήθηκαν στη Μελβούρνη. Στις εκδηλώσεις αυτές συμμετείχε μεγάλος αριθμός τοπικών και διεθνών αναρχικών, μεταξύ των οποίων η Marianna Enckell από την Ελβετία, ο Miura Seiichi από την Ιαπωνία, ο Ha Ki Rak από την Κορέα, ο Phillipe Pellitier από τη Γαλλία και ο Diego Camacho από την Ισπανία (γνωστότερος με το ψευδώνυμο Abel Paz).
Το 1987 ο Antonio πρότεινε την έκδοση στα αγγλικά του έργου του Frank Fernández «Cuba: los anarquistas y la libertad» (Κούβα: οι αναρχικοί και η ελευθερία), που είχε αρχικά εκδοθεί στα ισπανικά από το Guángara Libertaria. Η πρώτη αγγλική έκδοση τυπώθηκε από το Monty Miller Press στο Σίδνεϊ.
Ο Antonio Jiménez Cubillo πέθανε αιφνίδια στο Σίδνεϊ από καρδιακή προσβολή στις 14 Ιουλίου 1990.
Νεκρολογίες δημοσιευμένες στην εφημερίδα «Rebel Worker» (αναρχοσυνδικαλιστική έκδοση στο Σίδνεϊ – Αυστραλία)
Μεταφράσεις από τα αγγλικά στα ισπανικά: Vicente Ruiz (hijo)
Μερικές φορές αναρωτιέται κανείς: γιατί κυνηγάμε αυτό το όνειρο μιας ελεύθερης κοινωνίας; Ένας από τους λόγους σίγουρα είναι ότι, στον δρόμο, γνωρίζουμε ανθρώπους που, σαν μια πνοή φρέσκου αέρα, κάνουν τα πάντα να φαίνονται πως αξίζουν τον κόπο.
Ο Antonio Jiménez (Tony για όλους εμάς), που πέθανε αιφνίδια τον περασμένο μήνα στο Σίδνεϊ, ήταν ένας από αυτούς τους ανθρώπους. Πολύ αγαπημένος φίλος και σεβαστός σύντροφος, υπήρξε πηγή έμπνευσης για πολλούς από εμάς· στη λατρεμένη του Vicki και στους γιους του, Glen και Alan, στέλνουμε την αλληλεγγύη και την αγάπη μας, και παρότι ο Tony δεν θα ήθελε να κλαίμε, μοιραζόμαστε τη θλίψη μας. Θα μας λείψει πολύ.
Ο Tony ήταν τόσο μαχητής όσο και ονειροπόλος. Έφτασε στην Αυστραλία ως μετανάστης το 1960 αναζητώντας μια καλύτερη ζωή, όπως κάνουν πολλοί. Πήγε αρχικά στο Κουίνσλαντ για να κόψει ζαχαροκάλαμο και στη συνέχεια νοτιότερα, στο Wollongong και στο χυτήριο για μερικούς μήνες, πριν καταλήξει στο έργο των Snowy Mountains, όπου εργάστηκε μέχρι το 1966. Κατά την τελευταία αυτή περίοδο, Ισπανοί συνάδελφοί του τον μύησαν για πρώτη φορά στις ιδέες του αναρχισμού και έγινε ένθερμος υποστηρικτής της υπόθεσης. Ταξίδευε τακτικά στο Σίδνεϊ και τελικά εγκαταστάθηκε εκεί, παντρεύτηκε τη Vicki και συμμετείχε σε πλήθος εργατικών και κοινοτικών αγώνων. Για σχεδόν επτά χρόνια εργάστηκε στο Botany Bay στο έργο επέκτασης του αεροδρομίου και, ως συνδικαλιστικός αντιπρόσωπος της AWU, διαδραμάτισε σημαντικό ρόλο σε μια συνεχή σειρά συγκρούσεων με τη διεύθυνση του έργου.
Στα τέλη της δεκαετίας του 1960 και στις αρχές της δεκαετίας του 1970 συμμετείχε στο Ισπανικό Δημοκρατικό Κέντρο του Σίδνεϊ, το οποίο διεξήγαγε δυναμική εκστρατεία κατά της δικτατορίας του Φράνκο στην Ισπανία. Ταυτόχρονα στήριζε το αναπτυσσόμενο αντιπολεμικό κίνημα κατά του πολέμου στο Βιετνάμ, τον αγώνα κατά της ελληνικής χούντας και πολλούς άλλους κοινωνικούς αγώνες της εποχής. Ο Tony σπάνια έχανε την ευκαιρία να διαδώσει το μήνυμα, διανέμοντας μεγάλες ποσότητες εφημερίδων και φυλλαδίων, τυπώνοντας και συγκεντρώνοντας χρήματα από όπου μπορούσε και γράφοντας αδιάκοπα σε συντρόφους και εφημερίδες του εξωτερικού.
Το 1977 ενεπλάκη στο εγχείρημα ίδρυσης ενός αναρχικού βιβλιοπωλείου στο Σίδνεϊ και αποτέλεσε μέλος της συλλογικότητας Jura Books όταν ιδρύθηκε τον Σεπτέμβριο εκείνης της χρονιάς, δουλεύοντας σκληρά για την προετοιμασία του χώρου και αποτελώντας τη ραχοκοκαλιά των τακτικών εθελοντών του καταστήματος για τα επόμενα 13 χρόνια. Μέσα από κρίσεις και καλές στιγμές, ήταν πάντα εκεί για να δώσει ένα χέρι βοήθειας όταν χρειαζόταν περισσότερο. Αυτό που του οφείλουμε στο Jura δεν μπορεί να εκφραστεί με λόγια.
Ο Tony ήταν ιδρυτικό μέλος της Αναρχοσυνδικαλιστικής Ομοσπονδίας στην Αυστραλία και παθιασμένος υπερασπιστής των ιδεών και των δράσεων του αναρχοσυνδικαλισμού. Η ισπανική CNT-AIT ήταν ένα από τα αγαπημένα του θέματα, για τα οποία μπορούσε να συζητά με τις ώρες. Του άρεσε πάντα μια καλή συζήτηση και, ακόμη κι αν δεν συμφωνούσες μαζί του, η πεποίθησή του ήταν κάτι που δεν μπορούσες να αγνοήσεις· και τελικά αυτό ήταν ένα από τα χαρακτηριστικά που σε έκαναν να τον αγαπάς. Είχε πολλά άλλα, αλλά ίσως το σημαντικότερο ήταν η ανεπανάληπτη ποιότητά του ως ανθρώπου. Η μνήμη του θα παραμείνει για πολύ καιρό. Αντίο παλιέ φίλε…
Jura Books Collective / Σίδνεϊ
Έτσι αγαπημένε φίλε μας άφησες
η ελευθερία στον καιρό μας
δεν θα τη δεις
ίσως κανείς από εμάς να μην τη δει
αλλά ακόμα μπορώ να σε δω
και ξέρω τι λες
ήσουν τόσο ακλόνητος στις πεποιθήσεις σου
δεν μπορείς να με εκπλήξεις τώρα
είσαι μέρος του νέου κόσμου
Antonio
του νέου κόσμου στις καρδιές μας
Ο Antonio Jiménez γεννήθηκε στις 13 Ιουνίου 1935 στη Μαδρίτη και έφτασε στην Αυστραλία τον Ιούνιο του 1960, όπου έζησε, αγάπησε, εργάστηκε και αγωνίστηκε. Η ύπαρξη ενός τμήματος της Διεθνούς Ένωσης Εργατών στην Αυστραλία οφείλεται περισσότερο στον Αντόνιο από ό,τι σε οποιοδήποτε άλλο άτομο. Για 25 χρόνια εργάστηκε γι’ αυτό, μίλησε γι’ αυτό, έχτισε γέφυρες ανάμεσα στην Αυστραλία και μακρινούς τόπους όπου άλλοι κρατούσαν επίσης ζωντανή τη φλόγα ότι η ελευθερία είναι δυνατή. Ήταν φυσικό λοιπόν ότι το 1986 συνέχισε αυτό το έργο ως Διεθνής Γραμματέας της νεοσύστατης Αναρχοσυνδικαλιστικής Ομοσπονδίας. Άλλοι είναι πιο ικανοί από εμένα να μιλήσουν για τον ρόλο του στη δημιουργία στέρεων βάσεων για τις αναρχικές ιδέες σε αυτό το μέρος του κόσμου.
Τον θυμάμαι επίσης στον κήπο, στην κουζίνα, στον δρόμο, στη βιβλιοθήκη, στο τρένο. Ένα άτομο με μεγάλο πάθος και όραμα, πάντα γενναιόδωρο και με τόσες ιστορίες από τόσους αγώνες: αναρχοσυνδικαλισμός στην πράξη – η αλληλεγγύη και η άμεση δράση φέρνουν τα αγαθά.
Για μένα, ο Αντόνιο ήταν ένας άνθρωπος που, αν ένιωθα καταβεβλημένη, ληστευμένη ή απογοητευμένη, μπορούσα να τον σκεφτώ και να νιώσω ξανά δυνατή. Ο θάνατός του δεν αλλάζει αυτό.
ΣΑΛΟΥΤ σύντροφε – μέχρι πάντα! (SALUD compañero - ¡hasta siempre!”
Susi Russell,,
27 Ιουλίου 1990
Σημειώσεις
-Το έργο Snowy Mountains αναφέρεται σε ένα υδροηλεκτρικό και αρδευτικό σύστημα που βρίσκεται στο εθνικό πάρκο Kosciusko, στα νοτιοανατολικά της πολιτείας της Νέας Νότιας Ουαλίας, κατασκευασμένο μεταξύ 1949 και 1974. Περιλάμβανε 16 κύρια φράγματα, επτά ηλεκτρικούς σταθμούς και 225 χιλιόμετρα σηράγγων, αγωγών και υδραγωγείων. Το έργο απασχόλησε περισσότερους από 100.000 εργάτες, κυρίως Ευρωπαίους μετανάστες. Η κατασκευή των σηράγγων ήταν ιδιαίτερα επικίνδυνη και δύσκολη, υπό σκληρές συνθήκες, με κρύο και βροχή, και κινδύνους όπως καταρρεύσεις και εκρήξεις, με αποτέλεσμα τον θάνατο 121 εργατών λόγω εργατικών ατυχημάτων.
-Η Αναρχική Ομάδα του Σίδνεϊ ιδρύθηκε το 1956 από ομάδα εξόριστων αγωνιστών της Βουλγαρικής CNT. Στις αρχές της δεκαετίας του 1960 ίδρυσε το περίφημο «Anarchist Cellar» (ναρχικό Κελάρι) στο υπόγειο ενός ραφείου στη γωνία των οδών Glenmore Road και Darlinghurst Road, στη συνοικία Paddington.
-Ο Colin Pollard υπήρξε ένας από τους βασικούς προωθητές της γλώσσας Εσπεράντο στο αυστραλιανό αναρχικό κίνημα. Κατά τη διαδήλωση της Πρωτομαγιάς του 1979 στη Βαρκελώνη, διένειμε μαζί με τον Miguel García το φυλλάδιο «Esperanto y la CNT» (Εσπεράντο και η CNT).
*Μετάφραση: Ούτε Θεός Ούτε Αφέντης.





