logo2

 

 

«Θέλουμε να καταστρέψουμε όλα εκείνα τα γελοία μνημεία των «υπέρ πατρίδος πεσόντων» που μας κοιτούν αφ’ υψηλού σε κάθε χωριό και στη θέση τους να εγείρουμε μνημεία για τους λιποτάκτες. Τα μνημεία αυτά θα αντιπροσωπεύουν και όσους πέθαναν στον πόλεμο, γιατί καθένας τους πέθανε αναθεματίζοντας τον πόλεμο και φθονώντας την ευτυχία του λιποτάκτη. Η αντίσταση γεννιέται από τη λιποταξία».

 

Αντιφασίστας αγωνιστής, Βενετία, 1943

 

 Παρατίθεται στο βιβλίο των Hard / Negri «Αυτοκρατορία και Αντίσταση»

 

 

 

 

 

Οι εθνικιστικοί ανταγωνισμοί που εκδηλώθηκαν στα Βαλκάνια μετά το 1908 κατέληξαν στη σύρραξη των βαλκανικών πολέμων. Οι εθνικοί στρατοί της Ελλάδας, της Βουλγαρίας, της Σερβίας και του Μαυροβούνιου δημιούργησαν τη συμμαχία των  χριστιανικών κρατών (1912)  και κήρυξαν τον πόλεμο κατά των Τούρκων,  («απελευθέρωση των υπόδουλων αδελφών») με σκοπό την εκδίωξή τους και την απόκτηση των εδαφών. 

 

Την προσέγγιση αυτή διευκόλυνε και ο ανταγωνισμός των μεγάλων δυνάμεων (Γερμανία, Αυστρία, Ιταλία και  Αγγλία, Γαλλία, Ρωσία) που  επεδίωκαν την οικονομική και πολιτική τους κυριαρχία στην περιοχή της νοτιοανατολικής Ευρώπης.

 

 «Τα βαλκάνια κατά του τυράννου», ήταν ο πρώτος βαλκανικός  πόλεμος (30/9/1912 - 30/5/1913) όπου οι Τούρκοι  ηττήθηκαν παντού. Οι στρατοί της Βουλγαρίας και της Σερβίας απελευθέρωσαν Σκόπια, Μοναστήρι, Αδριανούπολη, ενώ ο ελληνικός στρατός Θεσσαλονίκη, Ιωάννινα και  νησιά του Αιγαίου (Χίος, Σάμος, Μυτιλήνη).

 

Η «Έκθεση της Διεθνούς Επιτροπής πάνω στις Αιτίες και τη Διεξαγωγή των Βαλκανικών Πολέμων» (1) που εκδόθηκε το 1914 από το αμερικανικό ίδρυμα (Cornegie Endowment for International Peace) αναφέρει τις θηριωδίες που διαπράχθηκαν  στη διάρκεια των πολεμικών επιχειρήσεων. Συγκεκριμένα η έκθεση Κάρνεγκι αναφέρει για τον πρώτο βαλκανικό πόλεμο τουλάχιστον 195 περιστατικά δολοφονιών, πολλές λεηλασίες και βιασμούς από Έλληνες αντάρτες που είχαν προωθηθεί στην περιοχή του Παγγαίου, δραστηριότητα που επιβεβαιώνεται από τις δημοσιευμένες αναμνήσεις ντόπιων Ελλήνων. (2)

 

Τα πρωτεία βαρβαρότητας όμως σε αυτόν τον πόλεμο ανήκουν  κυρίως στο βουλγαρικό στρατό (ανταρτομάδες, κομιτατζήδες) ο οποίος επιδόθηκε στις συστηματικές πυρπολήσεις μουσουλμανικών χωριών  (Κιλκίς, Δράμα, Ανατολική Θράκη), στις  μαζικές εκτελέσεις μουσουλμάνων πολιτών (Σέρρες, Καβάλα, Αλεξανδρούπολη, Λαγκαδάς, Σιδηρόκαστρο και  Κομοτηνή) καθώς και στο βίαιο «εκχριστιανισμό» των σλαβόφωνων Πομάκων της Ροδόπης.

 

Εξίσου απάνθρωπη ήταν η συμπεριφορά του σερβικού στρατού στους μουσουλμάνους Αλβανούς της Παλαιάς Σερβίας και της βόρειας Μακεδονίας, καθώς και του ελληνικού στρατού (κάψιμο χωριών, μαζικές εκτελέσεις, βιασμοί και λεηλασίες) σε βάρος μουσουλμανικών πληθυσμών στη Βόρειο Ήπειρο (Κορυτσά), τη Δυτική Μακεδονία και την Ήπειρο (Γιαννιτσά, Σέρβια, Κοζάνη (Καϊλάρια, σημερινή Πτολεμαΐδα), Γρεβενά,  Σιάτιστα, Καστοριά, Θεσπρωτία και Πρέβεζα). (3)

 

Την τραγωδία του πρώτου βαλκανικού πολέμου συμπληρώνουν τα καραβάνια προσφύγων (χιλιάδες νεκροί απ’ την πείνα, τις αρρώστιες, το κρύο), οι κακοποιήσεις αμάχων, οι επιτάξεις σπιτιών, οι λεηλασίες τροφίμων, οι καταστροφές δημοσίων κτιρίων, σπιτιών, χωραφιών κλπ.

 

Το πρόβλημα διανομής της Μακεδονίας και της Θράκης οδήγησε σε νέο πόλεμο ανάμεσα στους συμμάχους (β’ βαλκανικός 16/6 -18/7/1913) και έληξε με την ολοκληρωτική νίκη των Ελλήνων και των Σέρβων σε βάρος των Βουλγάρων. Ο ελληνικός στρατός κατέλαβε ολόκληρη την Αν. Μακεδονία, τη Δ. Θράκη και έφτασε μέχρι την Αλεξανδρούπολη.

 

Κύριο χαρακτηριστικό αυτού του πολέμου (δεύτερο βαλκανικό σφαγείο) υπήρξε η εφαρμογή της συστηματικής εθνοκάθαρσης από «ξένα στοιχεία», που επέβαλαν οι εθνικισμοί στις διαφιλονικούμενες περιοχές. Η εκδίωξη με όπλο τον τρόμο, των «ύποπτων», των μη ομόφυλων πληθυσμών.

 

Και πρώτα - πρώτα ο ελληνικός στρατός με τη θριαμβευτική του νίκη και την ολοσχερή πυρπόληση της πόλης του Κιλκίς. «Πανικός και φυγή 60.000 Βουλγάρων προς την Δοϊράνην, εγκαταλειψάντων τα πάντα εκτός των ποδών τους». (4)

 

Η επιτροπή Κάρνεγκι αναφέρει  δολοφονίες Βουλγάρων στη μάχη του Κικλίς, ενώ «καταγράφει 149  χωριά σλαβόφωνα εξαρχικά ή μεικτού προσανατολισμού» που πυρπολήθηκαν από τον ελληνικό στρατό. Τα περισσότερα απ’ αυτά κάηκαν αφού προηγουμένως είχαν εγκαταλειφθεί από τους κατοίκους τους, που ακολούθησαν το βουλγαρικό στρατό στην υποχώρησή του. Η ίδια έκθεση κάνει λόγο για δύο περιπτώσεις «μαζικών φόνων κι ομαδικών βιασμών σε βάρος σλαβόφωνων προσφύγων», στη Γευγελή και στις Μουριές του Κιλκίς από τα ελληνικά στρατεύματα. (5)

 

Σε αυτή την άγρια επιβαλλόμενη από τα κράτη εθνική εκκαθάριση δεν πήρε μέρος μόνο ο ελληνικός στρατός αλλά και ο βουλγαρικός, ο οποίος υποχωρώντας επιδόθηκε σε «λεηλασίες και σποραδικές δολοφονίες, αλλά και σε συστηματική καταστροφή των ελληνόφωνων αστικών κέντρων της περιοχής», όπως στη Νιγρίτα, στα γειτονικά της χωριά (Μπέροβο, Δημητρίτσι, Μέριανη, Χούμκος), στο Σιδηρόκαστρο, στο Δοξάτο Δράμας, στις Σέρρες και στην Καβάλα. (6)

 

Η παράδοση της πόλης της Καβάλας  στις βουλγαρικές δυνάμεις έγινε χωρίς αντίσταση από τον Τούρκο διοικητή στις 27 Οκτωβρίου 1912. Η σκληρή και απάνθρωπη συμπεριφορά των στρατευμάτων κατοχής προς τις πληθυσμιακές ομάδες των Τούρκων, των Εβραίων και των Ελλήνων διαπιστώνεται από  τα τηλεγραφήματα και τις επιστολές των χριστιανών και των μουσουλμάνων κατοίκων της, τη συγκεκριμένη περίοδο. Χαρακτηριστικά μια επιστολή από το μουφτή Καβάλας αναφέρει ότι «κατά διαστήματα είχαν εκτεθεί 170 ακρωτηριασμένα και καμένα πτώματα μουσουλμάνων». (7)

 

 Η νικηφόρα προέλαση του ελληνικού στρατού με τις μάχες στο Κιλκίς, στο Λαχανά, στη Δοϊράνη, η κυριαρχία του ελληνικού στόλου στο Αιγαίο και η είσοδος της Ρουμανίας στον πόλεμο υποχρέωσαν τους Βουλγάρους σε ήττα  και υποχώρηση. Κατά την αποχώρησή τους από την πόλη «έκαιγαν, κατέστρεφαν σαν λαίλαπα και λεηλατούσαν, απήγαγαν και έσφαζαν κατοίκους». (8) Φεύγοντας συνέλαβαν 29 Έλληνες προκρίτους και τον αρχιερατικό επίτροπο  και τους έσυραν ως ομήρους στη Βουλγαρία.

 

 Οι βαλκανικοί πόλεμοι, όπως αναφέρουν οι Παλαιοί Πολεμιστές στο πρώτο πανελλήνιο συνέδριό τους (1924), (9) «ήταν η πρώτη πληγή που ανοίχτηκε στο κορμί του δυστυχισμένου μας λαού. Από τότε αρχίζει μια δεκάχρονη περίοδος γεμάτη από πολεμικές περιπέτειες». Μέχρι να ξεσπάσει στην Ευρώπη «ο μεγάλος  πόλεμος του 1914-1918, οι ξένες επιρροές των δυνάμεων της Δύσεως(Αγγλία, Γαλλία) και της Μεσευρώπης (Γερμανία, Αυστρία). . .  μεταχειρίστηκαν όλα τα μέσα (επίσημες επιρροές, εκβιασμούς, προπαγάνδες, πουλημένα όργανα, εξαγορά εφημερίδων) για να μας σύρουν στον πόλεμο, σύμφωνα με το δικό τους συμφέρον».

 

Δεν πέρασαν ούτε δύο χρόνια και ο Βενιζέλος «πρότεινε επίσημα και αδιάντροπα να παραδώσουμε τη χώρα εκείνη (Καβάλα) μαζί με τους αδελφούς που χύσαμε αίμα για να τους «απελευθερώσουμε» να τους παραδώσουμε στη Βουλγαρία, στον «εχθρό τον προαιώνιο», όπως μας τον έλεγαν πριν». Δηλαδή, «οι απελευθερωθέντες δούλοι αδελφοί της Ανατολικής Μακεδονίας σαν ένα σακί ζάχαρη παζαρεύτηκαν από τον Βενιζέλο στην αγγλική αγορά κι από το Γούναρη στη γερμανική». (10)

 

Η είδηση για την παραχώρηση της Καβάλας στη Βουλγαρία ανάγκασε Έλληνες, Τούρκους και Ισραηλίτες της πόλης να συγκεντρωθούν σε «πάνδημο συλλαλητήριο» διαμαρτυρίας (23/7/1915). Επίσης περισσότεροι από 10000 κάτοικοι, συγκεντρώθηκαν στην Ελευθερούπολη διαδηλώνοντας κατά της απόφασης των συμμάχων. (11)

 

 Τον Αύγουστο του 1916 τα βουλγαρικά στρατεύματα κατέλαβαν αμαχητί την πόλη. Από τους 12000 Έλληνες, οι 4000 κατάφεραν να διαφύγουν στη Θεσσαλονίκη και στη Θάσο. Ο βουλγαρικός στρατός κατοχής εγκατέστησε φρουρές και απαγόρευσε την έξοδο από την πόλη. Υπήρξε έλλειψη τροφίμων  και ο χειμώνας του 1916 - 1917 ήταν τραγικός. Περίπου 2000 πέθαναν από την πείνα.  

 

Ο βομβαρδισμός της πόλης από αγγλικά πολεμικά κατά των ναυτικών γερμανικών δυνάμεων τον Απρίλιο του 1917 στοίχισε τη ζωή σε 200 περίπου κατοίκους στη συνοικία του Αγίου Γεωργίου. (12)

 

Τον Ιούνιο του 1917 οι κατοχικές δυνάμεις συνέλαβαν όλους τους άνδρες από 17 μέχρι 51 ετών και τους οδήγησαν ως ομήρους στα στρατόπεδα εργασίας στη βόρεια και νότια Βουλγαρία (Καρκαμπάτ και Κίτσοβο). Το καλοκαίρι του 1918 η Γερμανία ηττήθηκε και οι Βούλγαροι εγκατέλειψαν την πόλη.

 

Ακολούθησε η εκστρατεία του ελληνικού στρατού στην Ουκρανία (1919) και μετά η μικρασιατική καταστροφή, που το 1922 (Σεπτέμβριος) έφερε το τρίτο μεγάλο κύμα  προσφύγων στην περιοχή. Το πρώτο ήταν, οι ελληνοορθόδοξοι της Ανατολικής Θράκης (περιοχή Κεσσάνης) οι οποίοι διώχτηκαν από την κυβέρνηση της οθωμανικής αυτοκρατορίας, σε «ανταλλαγή» του διωγμού των μουσουλμάνων των νέων χωρών, μετά τους βαλκανικούς (1913-1914).  Το δεύτερο ήταν η έλευση των Μικρασιατών  το 1919, που έφυγαν από τη Μικρασία για να αποφύγουν τον πόλεμο ή  το τραγικό τέλος της μικρασιατικής εκστρατείας.

 

Η άφιξη των προσφύγων δημιούργησε τη νέα πολυάριθμη εργατική τάξη, που η εκμετάλλευσή της αποτέλεσε τη βάση για τη μετέπειτα οικονομική ανάπτυξη. Δέκα χρόνια μετά την «απελευθέρωση» της πόλης και η πολυεθνική Καβάλα θα «ελληνοποιηθεί» (αντικατάσταση τουρκικών ονομάτων με αρχαιοελληνικά, γκρέμισμα των οθωμανικών μνημείων) και θα ενσωματωθεί στον ελληνικό καπιταλισμό.

 

Οι εθνικιστικοί πόλεμοι, οι σφαγές, οι διωγμοί, οι εκτοπίσεις και οι ανταλλαγές των πληθυσμών που συνέβησαν στην οθωμανική αυτοκρατορία στα τέλη του 19ου και στις αρχές του 20ού αιώνα συνδέονται με τη γέννηση και την ανάπτυξη του καπιταλισμού στα Βαλκάνια. Με τη διαδικασία μετάβασης από τις φεουδαρχικές κοινωνίες στον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής.

 

Με την πρωταρχική συσσώρευση, που όπως αναφέρει ο Μαρξ «είναι γραμμένη στα χρονικά της ανθρωπότητας με γράμματα από αίμα και φωτιά». (13) Αυτό δηλαδή που συνέβη νωρίτερα στην Ευρώπη (15 - 18 ος αι.), με τον πόλεμο των χωρικών (1525), τις κομμουνιστικές εξεγέρσεις (Μίνστερ), τις περιφράξεις κοινών γαιών στην Αγγλία, την αποικιοκρατία, το δουλεμπόριο κλπ..

 

Με τους βαλκανικούς πολέμους οι πληθυσμοί αποκόπτονται από τα μέσα παραγωγής και αναπαραγωγής, εξαθλιώνονται και εξαναγκάζονται να μεταναστεύσουν στα αστικά κέντρα. Οι εκτοπισμένες, εξαθλιωμένες μάζες μετατρέπονται σε προλεταριάτο και με τη βία  του κράτους (νόμοι εναντίον της αλητείας) σπρώχνονται στα εργοστάσια (μισθωτοί εργάτες),  όπου η δουλειά γίνεται ολοένα και περισσότερη.  Η μη ανταγωνιστική φεουδαρχικού τύπου οθωμανική αυτοκρατορία μετασχηματίζεται σε σύγχρονα καπιταλιστικά κράτη - έθνη στα οποία το κεφάλαιο μπορεί να παράγει μεγαλύτερη αξία και υπεραξία.

 

Κράτος και το κεφάλαιο  δεν κατάφεραν όμως να εξουδετερώσουν τον επαναστατικό χαρακτήρα του προλεταριάτου που στη συνέχεια θα αποτελέσει την κινητήρια δύναμη των κατοπινών κοινωνικών και ταξικών εξεγέρσεων (εργατικό κίνημα, αγώνες φοιτητών, γυναικών κλπ.).  

 

 

 

 

 

Σημειώσεις

 

1.  Γιάννη Γιανουλόπουλου, «Η Ευγενής μας Τύφλωσις». Περιλαμβάνεται στο βιβλίο «Τα

 

   μυστικά του βούρκου», καλά κρυμμένα μυστικά του ελληνικού ιμπεριαλισμού στον 20όν

 

   αιώνα (α’ μέρος 1914 - 1922). Εκδόσεις, Αντισχολείο.

 

2. Τάσου Κωστόπουλου, Πόλεμος και Εθνοκάθαρση (η ξεχασμένη πλευρά μιας δεκαετούς

 

    εθνικής εξόρμησης 1912 - 1922). Περιλαμβάνεται στο βιβλίο «Τα μυστικά του βούρκου».

 

    Σχετικά με τις αναμνήσεις Ελλήνων στρατιωτών, υπάρχει το άρθρο του Πέτρου Πετράτου

 

    «Καβάλα, Μεσορόπη, Μουσθένη και οι κάτοικοί τους κατά τους Βαλκανικούς πολέμους.

 

      Από το ημερολόγιο ενός Κεφαλονίτη στρατιώτη».

 

3. Ότι και η σημείωση 2.

 

4. Η μάχη του Κιλκίς, από την ελληνική λαϊκή εικονογραφία, τόμος Β’

 

5. Ότι και η σημ. 3

 

6. Ότι και η σημ. 5

 

7. Εμπρός, 2/10/1913. Περιλαμβάνεται στο άρθρο της Χριστίνας Βαμβούρη - Δημάκη, Η

 

    πόλη της Καβάλας «μήλον της έριδος» στα νότια Βαλκάνια. Ο ρόλος του Τύπου στην

 

    ανάπλαση της περιοχής.

 

8. Από τα απομνημονεύματα του μητροπολίτου Μυρέων Αθανασίου «Βουλγαρικαί θηριωδίαι».

 

    Περιλαμβάνεται στο άρθρο της Χριστίνας Βαμβούρη- Δημάκη.

 

9. Πόλεμος κατά πολέμου, Αποφάσεις του πρώτου συνεδρίου Παλαιών Πολεμιστών και

 

    Θυμάτων στρατού. Εκδόσεις, Διεθνής Βιβλιοθήκη.

 

10. Ότι και η σημ. 9

 

11. Ότι και η σημ. 8.

 

12. Γιάννης Θ. Βύζικας, Χρονικό των εργατικών αγώνων. Δημοτικό Μουσείο Καβάλας.

 

13. Στον πρώτο τόμο του Κεφαλαίου στο 24 ο κεφάλαιο «μυστικό της πρωταρχικής

 

      Συσσώρευσης». Περιλαμβάνεται στο βιβλίο, Μπάσταρδη Μνήμη, Θεσσαλονίκη 1912

 

      2012 εκατό χρόνια, Ελλάδας, πατριαρχίας, καπιταλισμού είναι αρκετά.

*Αναδημοσίευση από το athens.indymedia