logo2


Η Julia Lafora, δασκάλα της Triana, νωρίς το πρωί, δεν είχε καν χρόνο να ντυθεί, βγάζοντας το νυχτικό της παρουσία των φαλαγγιτών που την φρουρούσαν, για να φορέσει ένα μαύρο φόρεμα σε ένδειξη πένθος για την εκτέλεση του συζύγου της δύο ημέρες πριν. Στο όχημα στο οποίο την έσπρωξαν, ήταν δύο ακόμη γυναίκες που έκλαιγαν και οι δύο, με το πρόσωπό τους γεμάτο αίματα από τις γροθιές των ανακριτών.

Το αυτοκίνητο κατευθύνθηκε αμέσως προς τα νοτιοανατολικά του νησιού, μπαίνοντας σε έναν χωματόδρομο προς την παραλία Melenara στο Telde, όπου υπήρχαν αρκετά μέλη της εθνοφρουράς και του στρατού ξηράς, μερικά γνωστά πρόσωπα της ολιγαρχίας του νησιού, ένας καπνοεπιχειρηματίας, ο γιος του έπαρχου, ένας γαιοκτήμονας αγγλικής καταγωγής και ο ιδιοκτήτης ενός εργοστασίου τομάτας.

Οι φρουροί έβγαλαν τις γυναίκες με τη βίαια από το αυτοκίνητο. Την Julia την έβγαλαν τελευταία. Οι άλλες δύο κοπέλες ήταν η Josefa Rodriguez από τη γειτονιά της La Isleta, 25 ετών, καπνεργάτρια και συνδικαλίστρια της CNT, και η Dolores Zapata, 22 ετών, από τη Μαδρίτη, εργαζόμενη στην Ομοσπονδία Εργαζομένων και ασχολούμενη με καταγγελίες κατά επιχειρηματιών για κατάχρηση και εκμετάλλευση της εργασίας.

Ήδη δίπλα στην πλατεία πριν από την παραλία, οι άντρες, μερικοί από τυς οποίους κρατούσαν λωρίδες στα χέρια τους, άρχισαν να τις προσβάλλουν, βρίζοντάς τις “πόρνες”, "αηδιαστικές”, “τορτίγιες” και “σκύλες"... Η Julia  το μόνο που σκεφτόταν ήταν η δολοφονία του συζύγου της. Το μυαλό της δεν μπορούσε να αφομοιώσει αυτή τη φοβερή στιγμή, ήταν δοσμένη στη μνήμη των καλών καιρών, στη συνεργασία με τον “γιατρό των φτωχών” που αγάπησε τόσο πολύ, “τον νεαρό πτυχιούχο από τη Μαδρίτη, ο οποίος είχε αφιερώσει μεγάλο μέρος της καριέρας του για να δέχεται στο ταπεινό του ιατρείο άτομα που είχαν ανάγκη, χωρίς να τους χρεώνει καν”. “Ίσως αυτός ήταν ο λόγος για τη θανατική του ποινή“ σκέφτηκε, μην μπορώντας να καταλάβει γιατί τόση βία, γιατί τόσο μίσος ενάντια στις γυναίκες, ενάντια σε ό,τι αντιπροσώπευαν όντας μορφωμένες γυναίκες, αφοσιωμένες, λατρευτές, αντιφασίστριες, υπερασπιστές των λαϊκών δικαιωμάτων.

Τότε ένας εθνοφρουρός με καλυμμένο το ένα μάτι πλησίασε τις γυναίκες και έσχισε τα φορέματά τους στο ύψος του στήθους. Έμειναν έτσι ημίγυμνες ανάμεσα στις κραυγές 40 περίπου μεθυσμένων και ξαναμμένων ανδρών. Ο φαλαγγίτης Juan José Samsó, άρχισε να τις κουρεύει με ένα ψαλίδι. Οι τρίχες τους έπεφταν στο έδαφος εν μέσω της γενικής κοροϊδίας όλης της φασιστικής ομάδας. “Oll Follatelas Cabrera!", φώναξε ένας από τους νεότερους της ομάδας. Τότε ένας από τους πιο γηραιούς φαλαγγίτες, ο Froilán Cabrera, εμφανίστηκε αμίλητος, χτυπώντας την Dolores με το άκρο του τουφεκιού του. Η κοπέλα καθώς έπεσε έπεσε ημιλιπόθυμη στο έδαφος, παρέσυρε τη φούστα της Josefa, προκαλώντας τις κοροϊδίες της ομήγυρης.

Οι γυναίκες έμειναν γονατιστές, αγκαλιασμένες στο έδαφος, γεμάτο πέτρες και άμμο, ταπεινωμένες, τρέμοντας από φόβο, προστατεύοντας η μία την άλλη με το σώμα της από τις λεκτικές επιθέσεις, τα φτυσίματα μερικών, κάποιες κλωτσιές και χτυπήματα αυτών των γνωστών προσώπων, αυτών των ανδρών που τους είχαν δει στους δρόμους, στις δουλειές τους, στους χορούς και στα πάρτι των χωριών, άνδρες την τέτοια φρικτή συμπεριφορά των οποίων δεν φαντάζονταν ποτέ. Μια απροκάλυπτη βία ενάντια σε γυναίκες που δεν είχαν διαπράξει κανένα έγκλημα, που απλώς υπερασπίζονταν την ελευθερία, τη δημοκρατία, έναν καλύτερο κόσμο για τους ανθρώπους των Καναρίων νήσων, για τους πιο μειονεκτούντες ανθρώπους που υπόκεινταν σε ένα απάνθρωπο καθεστώς δουλείας, στις ιδιοτροπίες του προγονικού κατεστημένου, που μαζί με την Καθολική Εκκλησία, επί εκατοντάδες χρόνια, υπέβαλαν τους ανθρώπους σε απερίγραπτες κακοποιήσεις και καταχρήσεις σε βάρος τους.

Μετά από αρκετές ώρες, μερικοί στρατιώτες με εντολή του διοικητή Morera, περικύκλωσαν τις γυναίκες που ήταν σχεδόν γυμνές. Βιάστηκταν από ολόκληρη σχεδόν την ομάδα των ανδρών. Κάποιοι ντόπιοι είχαν εκνευριστεί με όλο αυτό το σκάνδαλο που συνέβαινε εκεί, οπότε αποφασίστηκε ότι οι τρεις γυναίκες έπρεπε να φύγουν από εκεί.

Τις έβαλαν σε ένα από τα αυτοκίνητα εν μέσω της οργής του πλήθους των φασιστών, αρκετοί από τους οποίους ήταν μισομεθυσμένοι, και εν μέσω ενός απερίγραπτου χάους κατευθύνθηκαν προς το νότο με άγνωστο προορισμό. Οι τρεις γυναίκες δεν είχαν μιλήσει μεταξύ τους μέχρι εκείνη τη στιγμή. Η Julia έσπασε τη σιωπή, λέγοντας στην Josefa: “Μας βγάζουν από την μια κόλαση, αλλά μας οδηγούν σε μια άλλη. Μην τους πείτε τίποτα, μην αποκαλύψετε τα ονόματα ούτε τις διευθύνσεις των συντρόφων”.

Οι τρεις γυναίκες είχαν ένα μυστηριώδες τέλος, οι λεπτομέρειες του οποίου δεν είναι ακόμα γνωστές. Εξακολουθούν, όμως, να παραμένουν στη συλλογική μνήμη του αγώνα για δικαιοσύνη, τρυφερότητα και αξιοπρέπεια. Στην εξορία από τη Γαλλία, που καταλήφθηκε από τους Ναζί, ο Roberto Macías διηγήθηκε την ιστορία των “Τριών τριαντάφυλλων της θάλασσας”, σε μια μυστική συνάντηση αντιστασιακών σε κάποια ασφαλή σπίτια του Παρισιού. Ο Roberto Macías ήταν ο αδελφός της Dolores, που έφυγε από το Gran Canaria τον Αυγούστο του 1936 για την Αφρική με ένα αλιευτικό σκάφος και δεν θα μπορούσε ποτέ να ξεχάσει αυτά τα μέχρι σήμερα άγνωστα γεγονότα. Κάθε 19 Σεπτέμβρη το βράδυ, πριν πεθάνει, πήγαινε με τις κόρες του και τα εγγόνια του στην παραλία Melenara, όπου έμεναν σιωπηλοί ακούγοντας τα κύματα να σπάζουν, ρίχνοντας τρία κόκκινα λουλούδια στο νερό.

Ούτε ξεχνάμε ούτε συγχωρούμε. Θέλουμε δικαιοσύνη και αποκατάσταση!…

*Το αρχικό κειμενο στα Ισπανικ΄βρίσκεται εδώ: http://arancanarias.blogspot.com/2015/08/las-tres-rosas-del-salitre.html Επιμέλεια: Ούτε Θεός-Ούτε Αφέντης.