logo2

Ο Philip Josephs

Ο Philip Josephs, ένας Εβραίος ράφτης γεννημένος στη Λετονία, έφτασε στη Νέα Ζηλανδία μέσω της Σκωτίας, και ως αναρχικός - πήρε μέρος σε μια διαδήλωση στο Wellington το Μάη του 1906 εν μέσω μιας γενικότερης αναταραχής. «Αυτή η διαδήλωση», είπε ο ίδιος ο Josephs, «στέλνει τους αδελφικούς χαιρετισμούς στους συντρόφους μας που παίρνουν μέρος στον παγκόσμιο ταξικό πόλεμο. Δεσμευόμαστε να εργαστούμε για την κατάργηση του καπιταλιστικού συστήματος και την αντικατάστασή του στη Νέα Ζηλανδία με μια συνεταιριστική κοινοπολιτεία, με βάση τη συλλογική ιδιοκτησία της γης και των μέσων παραγωγής και διανομής». [1] Η κίνηση αυτή καθώς και η συμμετοχή του Josephs στο γενικότερο ριζοσπαστικό κίνημα της πρωτεύουσας της Νέας Ζηλανδίας, θέτει επί τάπητος τις βασικές έννοιες του αναρχισμού και διεθνισμού, της μαζικής συλλογικής δράσης και του ελεύθερου κομμουνισμού.

Ωστόσο, εάν οι αναγνώστες φτάσουν σε μια κατανόηση του αναρχισμού ορμώμενοι   από τις εφημερίδες της εποχής, ή από τα γραφόμενα για το εργατικό κίνημα της Νέας Ζηλανδίας από ορισμένους ιστορικούς, θα εξαχθεί ένα πολύ διαφορετικό συμπέρασμα. Σε πολλές από αυτές τις περιπτώσεις, ο αναρχισμός χρησιμοποιείται υστερικά από τον Τύπο για να καταγγελθεί ή να καταδικαστεί από τους ηγέτες του εργατικού κινήματος, ώστε να δείξουν την πλάνη των θέσεων των αντιπάλων τους και από τους ιστορικούς του εργατικού κινήματος για να συμβολίσουν τις παραπλανητικές ιδέες ή πράξεις εξτρεμισμού - ζωγραφίζοντας έτσι μια εφιαλτική εικόνα της αναρχικής δράσης στο στυλ του έργου του Chesterton «The Man Who Was Thursday» («Ο Άνθρωπος που ήταν Πέμπτη»). [2]

Ωστόσο, όπως δείχνει ο Vadim Damier στο έργο του «Anarchosyndicalism in the 20th Century» («Αναρχοσυνδικαλισμός στον 20ό αιώνα») ο αναρχισμός ήταν ένα παγκόσμιο κίνημα της εργατικής τάξης «που εξαπλώθηκε σε χώρες τόσο διαφορετικές όσο η Ισπανία και η Ρωσία, η Γαλλία και η Ιαπωνία, η Αργεντινή και η Σουηδία, η Ιταλία και η Κίνα, η Πορτογαλία και η Γερμανία» και «μπόρεσε να προσελκύσει εκατοντάδες χιλιάδες, ίσως και εκατομμύρια, μισθωτούς». Οι αναρχικοί «όχι μόνο συμμετείχαν ενεργά στις σημαντικότερες κοινωνικές αναταραχές και συγκρούσεις του εικοστού αιώνα, αφήνοντας συχνά το δικό τους ανεξίτηλο στίγμα σε αυτά τα γεγονότα, αλλά και σε πολλές χώρες αποτέλεσαν το κέντρο μιας ειδικής, ασυναγώνιστης, εργατικής κουλτούρας με τις δικές της αξίες, κανόνες, έθιμα και σύμβολα». [3] Ενάντια σε αυτήν την πραγματικότητα του αναρχισμού ως σοσιαλιστικού κινήματος, η εστίαση στις πιο αμφιλεγόμενες αποκλίσεις του επιβεβαιώνει το στερεότυπο του αναρχικού τρομοκράτη, ντυμένου στα μαύρα και κρατώντας μια βόμβα - ενός τρελού, επικίνδυνου και κάποιου που είναι ενάντια στον ίδιο τον πολιτισμό. «Η χώρα του Θεού» (στμ. όπως αποκαλείτο η Νέα Ζηλανδία) δεν είναι ασφαλής από τις παραπλανητικές ιδέες του ατόμου εκείνου που πιστεύει στη βόμβα σε αντίθεση με την παράθεση επιχειρημάτων, γράφτηκε σε άρθρο στο «Marlborough Express» το 1907. [4]

Παρ’ ότι αρκετά υπερβολικό, το άρθρο στο «Express» περιείχε μία αλήθεια. Στη χώρα του Θεού -ο «παράδεισος του εργάτη» που ήταν η Νέα Ζηλανδία στα πρώτα χρόνια του εικοστού αιώνα- υπήρχαν αναρχικοί. Το να περιγράψουμε το μικρό αριθμό των αναρχικών αυτών ως ένα συνεκτικά οργανωμένο κίνημα θα ήταν μια άλλη υπερβολή, παρ’ όλα αυτά, αυτοί που προσυπέγραψαν τον αναρχισμό στη Νέα Ζηλανδία ήταν ένα αξιόλογο μέρος του εργατικού κινήματος, προωθώντας συγκεκριμένες ιδέες και αποκτώντας επιρροή. Ομοίως, η αναρχική προπαγάνδα και η κυκλοφορία της ριζοσπαστικής βιβλιογραφίας και έντυπης προπαγάνδας, συνέβαλαν σημαντικά στην ανάπτυξη μιας αντικουλτούρας της εργατικής τάξης στη Νέα Ζηλανδία.

Το πιο σημαντικό έργο μέχρι σήμερα σχετικά με τον αναρχισμό στη Νέα Ζηλανδία στη νεαρή του ηλικία, είναι ένα φυλλάδιο 32 σελίδων, με τον τίτλο «Troublemakers’ Anarchism and Syndicalism: The Early Years of the Libertarian Movement in Aotearoa/New Zealand» («Ο Αναρχισμός των Ταραχοποιών και ο Συνδικαλισμός: τα Πρώτα Χρόνια του Ελευθεριακού Κινήματος στην Aotearoa/Νέα Ζηλανδία») γραμμένο από τον Frank Prebble. Με βάση τα αποσπάσματα πρωτογενών και δευτερογενών πηγών, η έρευνα του Prebble ήταν πρωτοπόρα στο ότι οδήγησε στο πρώτο συγκεκριμένο έργο για τον αναρχισμό - φέρνοντας στην επιφάνεια ένα συγκεκριμένο σκέλος της ελευθεριακής πρακτικής στη Νέα Ζηλανδία που έχει παραβλεφθεί εδώ και πολύ καιρό. Ωστόσο, όπως σημειώνει ο Prebble στην εισαγωγή, «αυτό το φυλλάδιο δεν είναι πλήρες, πολλές από τις πληροφορίες πoυ παραθέτει είναι αρκετά αποσπασματικές και χρειάζεται πολύ περισσότερη δουλειά».

Ο οικουμενικός χαρακτήρας του αναρχισμού στην περίοδο μεταξύ της εμφάνισης του οργανωμένου εργατικού κινήματος στα τέλη της δεκαετίας του 1860 και των χρόνων του Μεσοπολέμου, μπορεί να φανεί στη μετανάστευση και τη δραστηριότητα του Philip Josephs (1876-1946). Η συνεχής δραστηριότητά του, είτε ως δημόσιος ομιλητής είτε μέσω της αλληλογραφίας, καθώς και η συμμετοχή του στην καθημερινή ταξική πάλη που διαπερνούσε τη χώρα, καθιστά τον Josephs έναν από τους σημαντικότερους και πρωτοπόρους αναρχικούς της Νέας Ζηλανδίας.

Πριν από την άφιξη του Josephs στη Νέα Ζηλανδία, η «ευρεία αναρχική παράδοση» -έτσι όπως ορίστηκε από τους Schmidt και van der Walt ως μια επαναστατική μορφή ελευθεριακού σοσιαλισμού κατά της κοινωνικής και οικονομικής ιεραρχίας (συγκεκριμένα του καπιταλισμού και του κράτους), υπέρ του διεθνούς ταξικού αγώνα και για την επανάσταση από τα κάτω με στόχο τη δημιουργία μιας σοσιαλιστικής, χωρίς πατρίδα, κοινωνικής τάξης [6]- δεν είχε καμία οργανωμένη παρουσία. Υπήρχαν αναρχικοί και διάφορες αντιεξουσιαστικές τάσεις στη Νέα Ζηλανδία πριν τον Josephs, ωστόσο ήταν η δραστηριότητα του δεύτερου στο Σοσιαλιστικό Κόμμα Νέας Ζηλανδίας και, αργότερα, η συγκρότηση μιας από τις πρώτες αναρχικές συλλογικότητες της Νέας Ζηλανδίας, της The Freedom Group (Ομάδα Ελευθερία) ,μέσω των οποίων εμφανίστηκε ένα επίπεδο οργανωμένου αναρχισμού που προηγουμένως έλειπε στο ευρύτερο εργατικό κίνημα.

Ένα άλλο, κρίσιμο σημείο είναι το θέμα της νομιμότητας: ο αναρχισμός ήταν ζωτικό μέρος του εργατικού κινήματος της Νέας Ζηλανδίας και της αντικουλτούρας της εργατικής τάξης - είτε άμεσα, κυρίως μέσω της δραστηριότητας του Philip Josephs και άλλων αναρχικών, είτε έμμεσα, λόγω της διάδοσης της αναρχικής βιβλιογραφίας και των ιδεών. Αν και συχνά λείπει από τις ιστορίες για το εργατικό κίνημα της Νέας Ζηλανδίας, ο αναρχισμός ήταν «πολύ πιο επιδραστικός από ό,τι είχαν συνειδητοποιήσει οι περισσότεροι». [7]

Ο αναρχικός κομμουνισμός του Josephs αντικατοπτρίζει την απόρριψη του βίαιου ατομικισμού (προπαγάνδα με την πράξη) και την επιστροφή στη συλλογική δράση εκ μέρους της πλειοψηφίας των αναρχικών στα τέλη της δεκαετίας του 1890. Η ακούραστη από μέρους του διανομή της αναρχικής βιβλιογραφίας, οι πολυάριθμες δημόσιες ομιλίες του και το ραφείο-αναρχικό βιβλιοπωλείο του, βοήθησαν στη δημιουργία μιας ριζοσπαστικής αντικουλτούρας στη Νέα Ζηλανδία. Η υποστήριξη του συνδικαλιστικού ταξικού αγώνα και της γενικής απεργίας και η δράση του Josephs στα τοπικά τμήματα των Βιομηχανικών Εργατών του Κόσμου (Industrial Workers of the World - IWW), σηματοδοτεί τη σχέση του αναρχισμού με τον επαναστατικό συνδικαλισμό. Πράγματι, αν κάποιος ενστερνιστεί την άποψη των Schmidt-van der Walt θεωρώντας τον συνδικαλισμό παράμετρο και στρατηγική της ευρείας αναρχικής παράδοσης, τότε η δράση της πρώτης Εργατικής Ομοσπονδίας της Νέας Ζηλανδίας του 1908-1913 μπορεί να ερμηνευτεί υπό ένα εντελώς διαφορετικό πνεύμα. [8]

Τέλος, οι αναρχικοί της Νέας Ζηλανδίας, και ιδιαίτερα ο Josephs, είχαν τις ρίζες τους στο διεθνές αναρχικό κίνημα. Η γέννηση του Josephs στη Λετονία, η ριζοσπαστικοποίησή του στη Γλασκώβη της Σκωτίας πριν φτάσει στη Νέα Ζηλανδία ήταν καθοριστικοί παράγοντες. Επίσης, η διάχυση της διεθνούς αναρχικής βιογραφίας και του τύπου και η προσωπική του δικτύωση με υπερπόντιους επαναστάτες και ομάδες όπως η Freedom (στη Μεγάλη Βρετανία) και η Mother Earth (στις ΗΠΑ), απεικονίζει το βαθμό διάδοσης και ανταλλαγής πληροφοριών ζωτικής σημασίας για τα άτυπα, διηπειρωτικά αναρχικά δίκτυα της εποχής. Αυτή η διαδικασία απέκτησε μια αμφίδρομη χροιά. Οι δραστηριότητες του Josephs, η χρεοκοπία της κρατικής-σοσιαλιστικής νομοθεσίας και τα άρθρα για τις απεργίες στη Νέα Ζηλανδία εμφανίστηκαν στις σελίδες διαφόρων αναρχικών περιοδικών στο εξωτερικό, δίνοντας βάρος στην ιδέα ότι:

«ο αναρχισμός δεν ήταν ένα δόγμα της Δυτικής Ευρώπης που διαχεόταν προς τα έξω, τέλεια διαμορφωμένο, σε μια παθητική “περιφέρεια”. Αντίθετα, το κίνημα εμφανίστηκε ταυτόχρονα και διεθνικά, δημιουργήθηκε από αλληλοσυνδεόμενους αγωνιστές σε πολλές ηπείρους - ένα πρότυπο διασύνδεσης, ανταλλαγής και κοινής χρήσης, που βασίζεται στον “άτυπο διεθνισμό”». [9]

Ο Josephs έπαιξε βασικό ρόλο στη δημιουργία μιας ξεχωριστής αναρχικής ταυτότητας και πολιτισμού (στη Νέα Ζηλανδία και το εξωτερικό), μια κουλτούρα που αναδύθηκε και αγκάλιασε ταυτόχρονα όλο τον κόσμο. Η δραστηριότητά του στη Νέα Ζηλανδία καταδεικνύει ότι οι αλληλένδετοι αγωνιστές που λειτουργούσαν σε μικρές τοπικές σκηνές, αλλά με το βλέμμα τους σε διεθνή γεγονότα και εξελίξεις, προωθούσαν το αναρχικό έργο σε παγκόσμια κλίμακα. Ως αποτέλεσμα, ο αγώνας του Josephs για κοινωνική αλλαγή συνέδεσε το έθνος του Νότιου Ειρηνικού με το παγκόσμιο κίνημα και διεύρυνε τον αναρχισμό στην ίδια τη Νέα Ζηλανδία. Η Freedom Group του 1913 είναι μια από τις πρώτες από πολλές αναρχικές συλλογικότητες που έπαιξαν ζωτικό ρόλο στην ιστορία της γενικότερης αριστεράς στη Νέα Ζηλανδία.

Σημειώσεις

1. Evening Post, 7 May 1906.
2. G.K. Chesterton, The Man Who Was Thursday, J.W. Arrowsmith Publishing: London, 1908.
3. Vadim Damier, Anarcho-Syndicalism in the 20th Century, Black Cart Press: Canada, 2009, p.3.
4. Marlborough Express, 1907.
5. Frank Prebble, “Troublemakers” Anarchism and Syndicalism: The Early Years of the Libertarian Movement in Aotearoa/New Zealand, Libertarian Press, 1995.
6. Michael Schmidt & Lucien van der Walt, Black Flame: The Revolutionary Class Politics of Anarchism and Syndicalism, AK Press, 2009, p. 71.
7. Eric Olssen, μήνυμα στον συγγραφέα, 20 Αυγούστου 2010.
8. Schmidt & van der Walt, Black Flame.
9. Steven Hirsch & Lucien van der Walt, ‘Rethinking Anarchism, Syndicalism, the Colonial and Postcolonial experience’ in Hirsch & van der Walt (eds.), Anarchism and Syndicalism in the Colonial and Postcolonial World, 1870-1940: The Praxis of National Liberation, Internationalism, and Social Revolution, Brill, 2011, p. Iiv.

*Το κείμενο αυτό βασίζεται στο βιβλίο του Νεοζηλανδού αναρχικού ιστορικού Jared Davidson «Sewing Freedom: Philip Josephs, Transnationalism & Early New Zealand Anarchism» «Υφαίνοντας την Ελευθερία: Philip Josephs, υπερδιεθνισμός και πρώιμος αναρχισμός στη Νέα Ζηλανδία», AK Press 2013 και δημοσιεύτηκε στο Labour History Project Newsletter #54. Μετάφραση: Ούτε Θεός-Ούτε Αφέντης”.