Πέντε Κύματα (2/2)

 


Μια συνοπτική παγκόσμια ιστορία της επαναστατικής αναρχικής κομμουνιστικής μαζικής οργανωτικής θεωρίας και πρακτικής

Του Michael Schmidt

Τρίτο Κύμα - Η «επαναστατική χούντα» πιέζει για μια φρέσκια επανάσταση

Η συντηρητική αντεπανάσταση της δεκαετίας του '20 είχε ως αποτέλεσμα μια μέγιστη πρόκληση για τον αναρχισμό από τον μαύρο και κόκκινο φασισμό ο οποίος επί δεκαετίες είχε στόχο τη συντριβή της αυτόνομης, στρατευμένης εργατικής τάξης. Ο μπολσεβικισμός δεν ήταν από πολλές απόψεις λιγότερο δόλιος από το φασισμό, μέσω της οικοδόμησης ενός παρόμοιου στυλ ολοκληρωτισμού, χρωματίζοντάς τον όμως με κόκκινο χρώμα και προβάλλοντας ως απελευθερωτής της εργατικής τάξης.

Αποπροσανατολισμένος από την επιτυχή προπαγάνδα του μπολσεβίκικου προτύπου και βυθισμένος στη σιωπή στα διάφορα Γκούλαγκ, ο αναρχισμός έχασε έδαφος σε όλο τον κόσμο, παρά τη διατήρηση των προπυργίων του στη Λατινική Αμερική και την Άπω Ανατολή, ενώ βοήθησε, ακόμη, στη συγκρότηση των πρώτων κομμουνιστικών κομμάτων – τα οποία αρχικά σε χώρες όπως Βραζιλία, Κίνα, Γαλλία, Πορτογαλία και Νότια Αφρική είχαν καταφανώς ελευθεριακό προσανατολισμό.

Αλλά δεν ήταν μόνο η καταστολή: το δεύτερο κύμα ξέσπασε, επίσης, ενάντια στο ρεφορμισμό, ενάντια στο νέο «ζαχαρωμένο χάπι» του κράτους προνοίας που εξουδετέρωσε τη μαχητικότητα των εργατών σε τόσο διαφορετικές χώρες όπως η Ουρουγουάη και οι ΗΠΑ. Ενώ αρκετές αναρχικές και συνδικαλιστικές οργανώσεις αναγκάστηκαν να περάσουν στην παρανομία ή να καταστραφούν μέσα στο μακροχρόνιο αυτό σκοτάδι, σημαντικοί αγώνες κατά του φασισμού και του ιμπεριαλισμού ξέσπασαν σε χώρες όπως η Βουλγαρία και η Κορέα.

Επίσης, εν μέσω αυτής της αναταραχής αυτή είχαμε την εμφάνιση εντυπωσιακών παραδειγμάτων εργατικής αυτοδιαχείρισης υπό αναρχική επιρροή, όπως την Κομμούνα της Σαγκάης το 1927. Ακόμα μεγαλύτερης σημασίας ήταν οι εξελίξεις του 1928 όταν ιδρύθηκαν δύο τεράστιες ηπειρωτικές αναρχικές οργανώσεις: η Αναρχική Ομοσπονδία Ανατολικής Ασίας (EAAF), με οργανώσεις-μέλη στην Κίνα, την Ιαπωνία, την Κορέα, τη Φορμόζα (Ταϊβάν), την Κορέα, το Βιετνάμ και την Ινδία και ο Αμερικανικός Ηπειρωτικός Σύνδεσμος Εργαζομένων (ACAT), με οργανώσεις-μέλη σε 10 λατινοαμερικανικές χώρες. Η συνεχής αυτή αναρχική αντίσταση οδήγησε στην εμφάνιση και άνοδο ενός τρίτου κύματος, με κυριότερο γεγονός την Επανάσταση στη Μαντζουρία το 1929-1931, η μεγάλη απομόνωση της οποίας περιόρισε τον αντίκτυπό της στην κινέζικη, ιαπωνική και, ιδιαίτερα, στην κορεατική αντίσταση. Η Επανάσταση στη Μαντζουρία ήταν κάτι το ασυνήθιστο δεδομένου ότι ενορχηστρώθηκε αρχικά από «τα πάνω» - δηλαδή από την Κορεάτικη Αναρχική Κομμουνιστική Ομοσπονδία Μαντζουρίας (KACF-M) και την Κορεάτικη Αναρχική Ομοσπονδία Μαντζουρίας (KAF-M) που συντονίστηκαν με τον αναρχικό στρατηγό του Κορεάτικου Στρατού Ανεξαρτησίας Kim Jwa-Jin. Αλλά κέρδισε γρήγορα την υποστήριξη της βάσης επειδή βασίστηκε στον εργάτη και στην κοινοτική αυτο-οργάνωση. Κατέδειξε ότι η βελτίωση της θέσης της εργατικής τάξης μέσω της οικονομικής αυτονομίας και της εκπαίδευσης θα μπορούσε να συνδυαστεί με ένα σύστημα λήψης των αποφάσεων από τα κάτω προς τα πάνω καθώς και ενός μαχητικού αμυντικού προγράμματος.

Εντούτοις, ήταν η έκρηξη του ταξικού πολέμου στην Ισπανία και η εξέλιξή του σε πλήρη επανάσταση όταν ο φασιστικός αποικιακός στρατός οργάνωσε πραξικόπημα το 1936, που απέσπασε την προσοχή όλου του κόσμου. Καθώς ήταν ουσιαστικά το θέταρο της διαμάχης μεταξύ κάθε γνωστής έως τότε πολιτικής τάσης από τον αναρχισμό μέχρι το φασισμό, η Ισπανική Επανάσταση ήταν, από πολλές απόψεις, η πιο συναρπαστική του 20ού αιώνα.

Αλλά οι συμβιβασμοί των ρεφορμιστών του αναρχικού κινήματος, η εξωτερική παρέμβαση από πλευράς των φασιστικών ιμπεριαλιστικών δυνάμεων, οι προδοσίες των σταλινικών και ο εξαιρετικά μεγάλος κατακερματισμός του δημοκρατικού στρατοπέδου έκαναν την Ισπανία να εκλαμβάνεται, λανθασμένα, ως το κύκνειο άσμα του αναρχισμού, ένα άσμα που έσβησε σύντομα στη σφαγή του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου.

Αλλά ακόμα, οι κάτω από εργατική διεύθυνση αγροί και τα εργοστάσια της Ισπανίας παρείχαν τις καλύτερα πειστικές μεθόδους για μια επιτυχή λειτουργία μιας κοινωνίας ισότητας σε μεγάλη κλίμακα, ένα μάθημα που η ανθρωπότητα δεν θα ξεχάσει εύκολα. Δυστυχώς, η Ισπανία (μαζί με τις προηγούμενες εμπειρίες των αναρχικών της Τσεχοσλοβακίας και της Κίνας και, αργότερα της Κορέας) φυσικά κατέδειξε σαφώς ότι ο διεθνιστικός αναρχισμός και τα συμφέροντα της παγκόσμιας εργατικής τάξης είναι συνολικά αντίθετα από αυτά της όποιας εθνικιστικής κυβέρνησης, ακόμα και αν αυτή αποκαλείται «επαναστατική».

Αν και η ήττα της επανάστασης ήταν ένα μεγάλο χτύπημα για την (εργατική) τάξη, το τρίτο κύμα δεν εξαφανίστηκε μέχρι το τέλος του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, φτάνοντας στο αποκορύφωμά του με τα αναρχικά ένοπλα κινήματα αντίστασης σε χώρες όπως Γαλλία, Κίνα, Κορέα, Πολωνία, Ιταλία, Ελλάδα, Βουλγαρία, Ουγγαρία και, φυσικά, στη φρανκική Ισπανία, μια αντίσταση που είχε τις επιδράσεις της στα αντιαποικιοκρατικά κινήματα που επρόκειτο να ακολουθήσουν. Και όχι μόνο αυτό, αλλά κατά τη διάρκεια της αμέσως μεταπολεμικής περιόδου πολυάριθμες αναρχικές ομοσπονδίες συγκροτήθηκαν καθώς οι αναρχικοί έκαναν ξανά την πολιτική τους παρουσία.

 

Στη Γαλλία, η FAF ανασυγκροτήθηκε το 1944 και μετονομάστηκε σε Επαναστατική Αναρχική Κομμουνιστική Ένωση (UACR). Στην Ιταλία ιδρύθηκε το 1944 η Ομοσπονδία Ιταλών Αναρχικών Κομμουνιστών (FdCAI) καθώς και η Ιταλική Αναρχική Ομοσπονδία (FAI), στην οποία απορροφήθηκε αργότερα η FdCAI. Τον επόμενο χρόνο 1945, ιδρύθηκε η Αναρχική Ομοσπονδία Μεγάλης Βρετανίας (AFB) καθώς και η Ιαπωνική Αναρχική Ομοσπονδία (JAF).

Η κατάρρευση της Ισπανίας είχε ως αποτέλεσμα, επίσης, τη δημιουργία μια αναρχικής μετανάστευσης σε διάφορα μέρη του κόσμου, από τις χώρες της βόρειας Αφρικής μέχρι τη Χιλή. Ο μεγαλύτερος αντίκτυπος της μετανάστευσης αυτής σημειώθηκε στην Κούβα, όπου το κίνημα παρουσίασε τεράστια ανάπτυξη, κυριαρχώντας και στα «επίσημα» και στα παράνομα εργατικά συνδικάτα από τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο και έπειτα καθώς και στο Μεξικό και τη Βενεζουέλα όπου η παρουσία εξόριστων αναρχικών ήταν τόσο μεγάλη που διαμορφώθηκαν δύο σημαντικές αναρχοσυνδικαλιστικές οργανώσεις, η Γενική Αντιπροσωπεία της CNT (CNT-DG) και η Περιφερειακή Ομοσπονδία Εργατών Βενεζουέλας (FORV).

Άλλες αναρχοσυνδικαλιστικές οργανώσεις που εμφανίστηκαν την περίοδο αυτή ήσαν: η παράνομη Διεθνής Επαναστατική Συνδικαλιστική Ομοσπονδία (FISR) στη Γαλλία το 1943, ακολουθούμενη το 1945 από την ανασυγκροτημένη CGT-SR γνωστή ως Εθνική Συνομοσπονδία Εργασίας (CNT), η Συνδικαλιστική Ομοσπονδία Εργατών (SWF) της Μεγάλης Βρετανίας, η Ομοσπονδία Ελεύθερων Εργατικών Ενώσεων (FFLU), η Διάσκεψη Εργατικών Συνδικάτων (CLU) της Ιαπωνίας το 1946 και η Ομοσπονδία Ελευθεριακών Σοσιαλιστών (FFS) της Γερμανίας το 1947.

Κατόπιν, συγκροτήθηκε μια αναρχική τάση στη Γενική Ομοσπονδία Ιταλών Εργατών (CGIL) καθώς και η «καθαρά συνδικαλιστική» Ανεξάρτητη Ένωση Συνδικάτων (OVB) που ιδρύθηκε στις Κάτω Χώρες το 1948. Ένα άλλο ισχυρό προπύργιο του αναρχοσυνδικαλισμού που εμφανίστηκε στην πρώτη μεταπολεμική περίοδο - και που συνήθως αγνοείται - ήταν στην Κίνα όπου το κίνημα διέθετε δεκάδες χιλιάδες μέλη στις πόλεις, παρά την όλη σύγκρουση μεταξύ εθνικιστών και κομμουνιστών.

Στην Κορέα επίσης, η ήττα της Ιαπωνίας οδήγησε σε μια γρήγορη αναδιοργάνωση των αναρχικών δυνάμεων με την Ανατολική Αναρχική Ομοσπονδία (EAF), την Κορεάτικη Ομοσπονδία Νεολαίας Νότιας Κίνας (KYFSC), την Κορεάτικη Αναρχική Ομοσπονδία στην Κίνα (KAF-C) και πολλές άλλες οργανώσεις που συγκρότησαν την τεράστια Ομοσπονδία Ελεύθερων Οικοδόμων της Κοινωνίας (FFSB). Εδώ αναδείχθηκε επιπλέον και μια ισχυρή ελευθεριακή μεταρρυθμιστική τάση με την είσοδο μερικών βασικών μελών της Κορεάτικης Αναρχο-Κομμουνιστικής Ομοσπονδίας (KACF) και της Κορεάτικης Επαναστατικής Ομοσπονδίας (KRF) στην πεντακομματική αριστερή κορεάτικη προσωρινή κυβέρνηση από το 1940 έως περίπου το 1946.

Το ίδιο ερώτημα που τέθηκε στη δεκαετία του 1920 με την «Πλατφόρμα» για το πώς πρέπει να οργανωθούμε με ένα ελεύθερο, αλλά αποτελεσματικό, τρόπο, τέθηκε και κατά τη διάρκεια της Ισπανικής Επανάστασης, στο αποκορύφωμα δηλαδή του τρίτου κύματος. Βλέποντας πώς οι κομμουνιστές και οι μεταρρυθμιστές μέσα στα συνδικάτα ξεπουλούσαν την Επανάσταση, συγκροτήθηκε μια μαχητική ομάδα αναρχικών το 1937 με στόχο να διατηρήσει την επαναστατική γραμμή (κατεύθυνση).

Η ομάδα αυτή ήταν οι «Φίλοι του Ντουρρούτι» που ονομάστηκαν έτσι προς τιμήν του λαμπρού Ισπανού αναρχικού εργάτη των σιδηροδρόμων και αντάρτη Μπουεναβεντούρα Ντουρρούτι, που σκοτώθηκε το 1936υπερασπίζοντας την Μαδρίτη ενάντια στις φασιστικές δυνάμεις. Η ομάδα ιδρύθηκε από τη βάση των μαχητικών μελών της CNT, τους «σκληροπυρηνικούς» και αδιάλλακτους αναρχικούς πολιτοφύλακες, ειδικότερα τους μαχητές της διάσημης «Φάλαγγας Ντουρρούτι», οι οποίοι αντιτάχθηκαν στις σταλινικές και κρατικές διαταγές να μετατραπεί η πολιτοφυλακή σε κανονικό αυταρχικό στρατό με τους ταξικούς του διαχωρισμούς και ένα καθεστώς τιμωριών.

Το 1938, όταν η ενθαρρυμένη από τους σταλινικούς αντεπανάσταση βρισκόταν σε πλήρη ανάπτυξη στα μετόπισθεν του επαναστατικού μετώπου, η ομάδα αυτή δημοσίευσε το ντοκουμέντο «Προς μια φρέσκια επανάσταση», ένα στρατηγικό ντοκουμέντο που ασκούσε κριτική στη μεταρρυθμιστική τάση της CNT η οποία οδήγησε στη συνεργασία των αναρχικών με τους αστούς, τις εθνικιστικές, συντηρητικές και σταλινικές δυνάμεις, για το σχηματισμό της δημοκρατικής κυβέρνησης. Το ντοκουμέντο αυτό καλούσε για τη δημιουργία μιας «επαναστατικής χούντας» (σ.τ.μ.: χούντα στα ισπανικά σημαίνει συμβούλιο ή σοβιέτ) για να διατηρήσει τον επαναστατικό χαρακτήρα του πολέμου με τη βοήθεια της αναρχικής πολιτοφυλακής καθώς και για να περάσει η οικονομία εξ ολοκλήρου στα χέρια των συνδικάτων.

Διακήρυξε ακόμα ότι έπρεπε να διαλυθεί η δημοκρατική αστική κυβέρνηση και να αντικατασταθεί από την ένοπλη οργανωμένη επαναστατική εργατική τάξη. Τα άλλα αιτήματα του ντοκουμέντου αυτού ήταν: η κατάληψη από τους εργάτες όλων των όπλων και των οικονομικών αποθεμάτων, η συνολική κοινωνικοποίηση της οικονομίας και της διανομής τροφίμων, η εξίσωση όλων των μισθών, η αλληλεγγύη μεταξύ της εργατικής τάξης, καμία συνεργασία με τις οποιεσδήποτε αστικές ομάδες και καμία υπογραφή ειρήνης με τις ξένες αστικές δυνάμεις.

Όπως και η μαχνοβίτικη «Πλατφόρμα», έτσι και το μανιφέστο των «Φίλων του Ντουρρούτι» κατηγορήθηκε επίσης ως αυταρχικό και ως εισαγωγή της λογικής της πρωτοπορίας, αυτή τη φορά λόγω της παρανόησης, συνήθως, από τους αγγλόφωνους της σημασίας της φράσης «επαναστατική χούντα». Αλλά η χούντα σύμφωνα με τους «Φίλους του Ντουρρούτι», δεν είχε τη σημασία της στρατιωτικής κλίκας, έτσι όπως υποδηλώνει ο όρος αυτός στα αγγλικά. Δεν επρόκειτο για μια «αναρχική δικτατορία», αντικαθιστώντας την αστική κυβέρνηση με μια αναρχική. Ο στόχος της ομάδας ήταν όχι μόνο ο συντονισμός των πολεμικών επιχειρήσεων, αλλά και να εξασφαλισθεί το ότι ο πόλεμος δεν θα ανέβαλε ή δεν θα αποσυναρμολογούσε τα κέρδη της Επανάστασης. Το υπόλοιπο της επανάστασης επρόκειτο να αφεθεί στα χέρια των πολιτών και των εργατών.

Τέταρτο Κύμα - Η «εξαφανισμένη εμπροσθοφυλακή» προβάλλει τον ελευθεριακό κομμουνισμό

Το αναρχικό κίνημα βρέθηκε ευρέως στη χαμηλότερη άμπωτή του στη δεκαετία του 1950, τη στιγμή που ο καπιταλισμός βρισκόταν στο μεταπολεμικό του αποκορύφωμα και ο Ψυχρός Πόλεμος μεταξύ των καπιταλιστικών συστημάτων των ΗΠΑ και της ΕΣΣΔ ήταν στο απόγειό του. Σε μεγάλο βαθμό αυτό είναι αληθινό: το 1955, στα 50 χρόνια της ύπαρξής της, η IWW βρισκόταν στο πιο αδύνατο σημείο της και ο φασισμός ήταν ακόμα υπό άνοδο στο μεγαλύτερο μέρος της Λατινικής Αμερικής, της Μεσογείου και της Άπω Ανατολής, με την Κίνα να έχει χαθεί κατά ένα μεγάλο μέρος στο μαοϊκό ολοκληρωτισμό το 1949 και την Κορέα χωρισμένη μόνιμα ανάμεσα σε κόκκινα και μπλε ολοκληρωτικά στρατόπεδα μέχρι το 1953, κλείνοντας την πόρτα και στον επαναστατικό αναρχικό και στις ελευθεριακές μεταρρυθμιστικές επιλογές.

Αλλά η άποψη αυτή αγνοεί το βασικό ρόλο που διαδραματίστηκε από τους αναρχικούς στο Δεύτερο Μέτωπο Escambray, την Eπαναστατική Διεύθυνση (DR) και την παράνομη Γενική Συνομοσπονδία Εργασίας (CGT) στην ανάφλεξη και τον αγώνα της Κουβανικής Επανάστασης το 1952-1959. Δεδομένου ότι η Κουβανική Επανάσταση παραμένει μέχρι και σήμερα η λυδία λίθος των διαφορετικών τάσεων που προέκυψαν από τη Νέα Αριστερά, δεν μπορεί να δοθεί υπερβολική έμφαση στην κεντρικότητα του αναρχισμού στην επανάσταση αυτή και στο δόλιο αντεπαναστατικό ρόλο που διαδραμάτισαν οι Καστριστές (σ.τ.μ.: μέλη και οπαδοί του κόμματος του Φιντέλ Κάστρο).

Επίσης, η άποψη ότι η σουηδική SAC (Κεντρική Οργάνωση Σουηδών Εργατών) ήταν ο μόνη μεγάλης κλίμακας αναρχοσυνδικαλιστική οργάνωση μέχρι την αποχώρησή της από την IWA το 1959, αγνοεί το γεγονός ότι το Εθνικό Κίνημα Ενότητας Εργατών (MUNT ) της Χιλής ανασήκωσε τα μανίκια του και βοήθησε στη συγκρότηση του Κέντρο Χιλιανών Εργατών (CUT ) το 1953. Κατά απίστευτο τρόπο, η CUT βρέθηκε πολύ κοντά στην ανάληψη της εξουσίας στην Χιλή στην επανάσταση του 1956 κάνοντας προκαταρκτική εργασία για δεκαετίες μελλοντικής αναρχικής δραστηριότητας στη Χιλή, πριν οι ρεφορμιστές σταλινικοί και σοσιαλδημοκράτες τερματίσουν πρόωρα την επαναστατική γενική απεργία που είχε κηρυχθεί τότε.

 

Η άποψη ότι κατά την περίοδο αυτή η αναρχική οργάνωση έφτασε σε ένα τέλος, αγνοεί, ακόμα, την ογκώδη απεργία της Ομοσπονδίας Εργατών Ναυπηγών (FTB) στην Αργεντινή το 1956, που καθοδηγήθηκε ολοκληρωτικά από τους αναρχικούς και που ήταν η μεγαλύτερη απεργία της χώρας στον 20ό αιώνα, καθώς επίσης και τη συνδικαλιστική αντίσταση από περίπου 100.000 εργαζομένους στις αποβάθρες, τα ορυχεία και τις εγκαταστάσεις πάγου της Νέας Ζηλανδίας/Aotearoa το 1951 που κράτησε πέντε μήνες. Συμφωνούμε βέβαια σε γενικές γραμμές, ότι η περίοδος αυτή ότι ήταν περίοδος χειμερίας νάρκης, κατά την οποία ένα μεγάλο μέρος του συνδικαλισμού ήταν «αυθόρμητο» και αποκομμένο από τις αναρχικές του ρίζες.

Η κατάσταση αυτή άρχισε να αλλάζει με εξελίξεις όπως η ίδρυση της αρκετά σημαντικής Ουρουγουανής Αναρχικής Ομοσπονδίας (FAU ) το 1956, μια οργάνωση η οποία έθεσε τις βάσεις της μη σεχταριστικής αντίστασης στη Λατινική Αμερική τα επόμενα χρόνια. Και παρά το ότι δρούσαν κάτω από τις πιο δύσκολες συνθήκες, αναρχικά αντάρτικα άρχισαν να παρενοχλούν τις αρχές στη μαοϊκή Κίνα, τη χρουστσοφική Ουκρανία και τη φρανκική Ισπανία, ενώ υπήρξαν αναρχοκομμουνιστικές αντιστασιακές οργανώσεις στην κατειλημμένη Κορέα: όπως η Αυτόνομη Ένωση Εργατών (AWL) και το Αυτόνομο Κίνημα των Χωριών (AVM), δημιουργήματα και οι δύο του FFSB.

Ο αναρχισμός και η εργατική τάξη συνολικά - με την οποία ο αναρχισμός πάντα διατηρεί άρρηκτους δεσμούς – βρίσκονταν ακόμα σε χαμηλά επίπεδα, αλλά το κίνημα άρχισε να αναζωογονείται σε παγκόσμια κλίμακα με το ταρακούνημα του 1968, με το οποίο ξέσπασε ένα κύμα αντίστασης της εργατικής τάξης στις διάφορες μορφές καπιταλισμού, από τη Γαλλία στη Σενεγάλη, από το Μεξικό στην Τσεχοσλοβακία, από τη Γερμανία στην Ιαπωνία και από το Πακιστάν στις ΗΠΑ. Με το ταρακούνημα αυτό, το κίνημα επικέντρωσε τα πυρά του ενάντια στη νεοφιλελεύθερη στροφή του κεφαλαίου που άρχισε στις Δυτικές χώρες μέσω της κοινωνικής πρόνοιας καθώς και ενάντια στις άσχημες συνθήκες διαβίωσης της εργατικής τάξης στο σοβιετικό μπλοκ, έχοντας ως αποτέλεσμα ένα τέταρτο κύμα αναρχικής οργάνωσης και αναρχικού αντάρτικου, πρωτίστως στο νότιο τμήμα της Λατινικής Αμερικής, αλλά και στη Μέση Ανατολή, ένα νέο χώρο αναρχικής δραστηριότητας.

Σημαντικές αντάρτικες αναρχικές οργανώσεις της περιόδου αυτής στον παγκόσμιο Νότο ήταν οι Λαϊκές Ταξιαρχίες (BP) της Χιλής, η Eπαναστατική Λαϊκή Οργάνωση-33 της FAU (OPR-33) της Ουρουγουάης, η Ελευθεριακή Αντίσταση (RL) της Αργεντινής, η άγνωστη παλαιστινιακή ομάδα ανταρτών που εκπαίδευσε μερικούς αντάρτες της RL, η Ομάδα Απελευθέρωσης Εργατών Shagila του Ιράκ και «Η Κραυγή του Λαού» (CHK) του Ιράν. Οι δύο τελευταίες οργανώσεις είναι σημαντικές δεδομένου ότι ανέπτυξαν μια αναρχοκομμουνιστική θεωρία και δράση ουσιαστικά σε καθεστώς συνολικής απομόνωσης από το υπόλοιπο αναρχικό κίνημα, δίνοντας ένδειξη της καθολικής ισχύος της αναρχικής πρακτικής και συμμετέχοντας στην Ιρανική Επανάσταση του 1978-1979, η πιο πρόσφατη επανάσταση στην οποία αναρχικοί διαδραμάτισαν έναν κάποιο ρόλο.

Στον παγκόσμιο Βορρά, οι οργανώσεις ανταρτών αναρχικών περιελάμβαναν την Οργισμένη Ταξιαρχία (Angry Brigade) στη Μεγάλη Βρετανία, το Ένοπλο Αντι-Ιαπωνικό Μέτωπο Ανατολικής Ασίας (EAAAF) στην Ιαπωνία, την «Άμεση Δράση» στη Γαλλία, την «Άμεση Δράση» στον Καναδά, τα Αυτόνομα Αντικαπιταλιστικά Κομάντος (CAA) στη Χώρα των Βάσκων, το Ιβηρικό Απελευθερωτικό Κίνημα-Αυτόνομες Ομάδες Μάχης (MIL-GAC), την Ομάδα «1η Μάη» (GPM) και τις Ομάδες Διεθνούς Επαναστατικής Δράσης (GARI) στη Δυτική Ευρώπη.

Κατά τη διάρκεια αυτού του κύματος, ο αναρχισμός και οι ελευθεριακές τάσεις της αυτονομίας που εμφανίστηκαν στη Δυτική Ευρώπη στη δεκαετία του 1970, έπαιξαν συνήθως το ρόλο του «δεύτερου βιολιού» του μαοϊσμού και τροτσκισμού, με αρκετούς αναρχικούς να επηρεάζονται από τα επαναστατικά δόγματα των Γκεβάρα, Μάο, Μαριγκέλα και Νέγκρι παρά από αυτά των Σαμπατέ, Μεχόζο, Κρίστι και Μπονάννο, αλλά η περίοδος αυτή δεν ήταν αποκλειστικά μια περίοδος ένοπλου αγώνα.

Άλλες σημαντικές εξελίξεις κατά τη διάρκεια του τέταρτου κύματος ήταν η ίδρυση της «συνθετικής» Διεθνούς των Αναρχικών Ομοσπονδιών (IAF) το 1968, η ανασυγκρότηση του Αναρχικού Μαύρου Σταυρού (ABC) τον ίδιο χρόνο, η εμφάνιση αναρχικών οργανώσεων σε όλο τον κόσμο καθώς και η αναβίωση του επαναστατικού συνδικαλισμού μέσω της ίδρυσης οργανώσεων όπως το Αυθεντικό Εργατικό Μέτωπο (FAT) του Μεξικού και της Βιομηχανικής Ένωσης Εργατών Θαλάσσιας Συγκοινωνίας (MTWIU) στη Σουηδία. Ένα από τα βασικά μέσα για την αναβίωση του αναρχισμού ήταν η κατάρρευση των φασιστικών καθεστώτων στην Πορτογαλία το 1974 και κατόπιν στην Ισπανία το 1975, όπου επανιδρύθηκε η CNT με 200.000 μέλη.

Σ την περίοδο αυτή, ο πραγματικός προάγγελος των όσων έμελλαν να έρθουν ήταν η επανεμφάνιση του αναρχισμού και του επαναστατικού συνδικαλισμού μέσα στις σταλινικές και μαοϊκές αυτοκρατορίες: το Κίνημα των Επαναστατών Κομμουνάρων (MRC), η Κομμουνιστική Ένωση Αναρχικών (CLA) και η Ελεύθερη Γενική Εργατική Ένωση (SMOT), που ιδρύθηκαν το 1979 στην ΕΣΣΔ, η Πολωνική Αναρχική Ομοσπονδία (PAF) και ο Τσεχοσλοβάκικος Αναρχικός Σύνδεσμος (EAS), που ιδρύθηκαν στη δεκαετία του '80.

Αξιοσημείωτη ήταν, επίσης, η ισχυρή, αρχικά συνδικαλιστική, με 10 εκατομμύρια μέλη «Αλληλεγγύη» (Solidarnosc) στην Πολωνία, το Ουδετερόφιλο Δικαστήριο (ή Βήμα) (NT) στο Βιετνάμ και η Ομοσπονδία Επαρχιακού Προλεταριάτου (Shengwulian) που ιδρύθηκε το 1968 στην Κίνα (όπου μια παράνομη Αναρχική Ομοσπονδία λεγόταν ότι ανέπτυξε δραστηριότητες στη δεκαετία του 1970, χωρίς να υπάρχουν διαθέσιμα σχετικά στοιχεία). Άλλες παράνομες (ή υπόγειες) οργανώσεις ιδρύθηκαν στη Λατινική Αμερική και την Κορέα και μερικές από αυτές, ειδικότερα στη Χιλή, προχώρησαν σε αντάρτικο πόλης.

Οι ιδέες της «Πλατφόρμας» που εκφράστηκαν ξανά στην ουσία τους από την ομάδα «Οι Φίλοι του Ντουρρούτι», διατήρησαν την αναρχική αδιαλλαξία, ειδικά όταν το κίνημα βρέθηκε σε περίοδο κρίσης. Μετά από την ήττα της Ισπανικής Επανάστασης το 1939, πολλοί αναρχικοί αγωνιστές απογοητεύθηκαν και ένας νεκρικός αντεπαναστατικός φιλελευθερισμός εστιάζοντας στην «προσωπική απελευθέρωση» παρά στην ταξική πάλη εισήλθε στο κίνημα.

Έτσι το 1953, λίγο μετά την Κουβανική Επανάσταση που την είχαν αρχίσει οι αναρχικοί, ο Γάλλος αναρχικός αγωνιστής George Fontenis έγραψε το «Μανιφέστο του ελευθεριακού κομμουνισμού» για να αποτελέσει το πρόγραμμα της Ελευθεριακής Κομμουνιστικής Ομοσπονδίας (FCL). Η FCL είχε διασπαστεί από την FAF (Γαλλόφωνη Αναρχική Ομοσπονδία) τον προηγούμενο χρόνο, παίρνοντας την πλειοψηφία των μελών της FAF, σε έναν ακόμα κύκλο των ιστορικών εντάσεων στο γαλλικό μη συνδικαλιστικό αναρχικό κίνημα μεταξύ «πλατφορμιστών» και «συνθετιστών».

Αλλά η προέλευση της FCL δεν ήταν και τόσο τίμια, γιατί η «πλατφορμιστική» τάση που υπήρχε μέσα στη FAF από το 1950 δρούσε ως μυστική ομάδα με το όνομα «Σκέψη-Μάχη-Οργάνωση» (OPB) και με γραμματέα τον Fontenis. Η ύπαρξη της OPB έγινε γνωστή μόνο μετά από τη διάσπαση (αποχώρηση) της FCL από την FAF. Αυτή η ανεξήγητη μυστικότητα και πρωτοπορία, που είχε ως σκοπό, προφανώς, να προσελκύσει την αριστερή πτέρυγα του Γαλλικού Κομμουνιστικού Κόμματος (PCF) αμαύρωσε τον όλο διάλογο σχετικά την «Πλατφόρμα».

Όπως με άλλα πλατφορμιστικής υφής μανιφέστα, το «Μανιφέστο του ελευθεριακού κομμουνισμού» δημιούργησε αρκετές εντάσεις, επιτιθέμενο κυρίως στον αναρχισμό της «σύνθεσης» στον οποίο – είναι αλήθεια – υπεισερχόταν ένας έντονος ακραίος ατομικισμός και γενικά επικρατούσε μια πολτοποίηση των ελευθεριακών ιδεών. Το Μανιφέστο απέρριπτε, επίσης, τις συνηθισμένες κομμουνιστικές θεωρίες της δικτατορίας του προλεταριάτου (δηλαδή τη δικτατορία του ενός κόμματος) και της θεωρίας των δύο σταδίων της επανάστασης (μέσα από τα οποία η επανάσταση αναβάλλεται για πάντα). Επιβεβαίωσε τον αναρχισμό ως επαναστατική θεωρία και πρακτική και κάλεσε για τη δημιουργία μιας πειθαρχημένης «εμπροσθοφυλακής» η οποία θα ωθήσει την επανάσταση προς τα εμπρός. Αλλά με τη λέξη εμπροσθοφυλακή, ο Fontenis εννοούσε όχι τους μαρξιστικού τύπου αυτοδιορισμένους ηγέτες του λαού -τακτική η οποία, όπως είπε, οδηγεί «σε μια απαισιόδοξη αξιολόγηση του ρόλου των μαζών, σε μια αριστοκρατική περιφρόνηση της πολιτική τους δυνατότητας, στην κρυμμένη κατεύθυνση της επαναστατικής δραστηριότητας, και έτσι στην ήττα».

Αντί αυτού, η «εμπροσθοφυλακή» του «Μανιφέστου» του ήταν μια επαναστατική οργάνωση επιφορτισμένη με «την ανάπτυξη της άμεσης πολιτικής ευθύνης των μαζών που πρέπει να στοχεύσει στην αύξηση της μαζικής δυνατότητας να αυτο-οργανωθούν». Η ομάδα αυτή των ενεργών αγωνιστών είχε ως τελικό της στόχο «να εξαφανιστεί η ίδια μέσα στις μάζες όταν αυτές φθάσουν στο υψηλότερο επίπεδο συνείδησής τους, στην επίτευξη της επανάστασης». Θα λειτουργούσε μέσα στις συγκροτημένες μαζικές οργανώσεις όπως τα συνδικάτα, τις ομάδες μόρφωσης, τους αλληλοβοηθητικούς συνδέσμους και άλλες, διαδίδοντας ενεργά τις ιδέες της. Οι βασικές αρχές της θα ήταν η ιδεολογική και τακτική ενότητα, η συλλογική δράση και πειθαρχία και η ομοσπονδιακή και όχι η συγκεντρωτική δομή.

Στην Ιταλία στη δεκαετία του 1950, οι «οργανωτικοί» αναρχικοί ίδρυσαν τις Αναρχικές Ομάδες Προλεταριακής Δράσης (GAAP) στο εσωτερικό της Ιταλικής Αναρχικής Ομοσπονδίας (FAI) που ήταν οργάνωση «σύνθεσης» και εκδιώχθηκαν αργότερα. Οι GAAP δεν επέζησαν για πολύ, αλλά ομοσπονδιοποιήθηκαν με την OPB του Fontenis, δημιουργώντας τη βραχύβια Ελευθεριακή Κομμουνιστική Διεθνή (ICL). Παρά την εξαφάνιση μιας συγκεκριμένης «πλατφορμιστικής» τάσης στην Ιταλία, μερικοί παλαίμαχοι των GAAP, έχοντας τη μνήμη της πρακτικής τους δημιούργησαν τη σπονδυλική στήλη της σημερινής Ομοσπονδίας Κομμουνιστών Αναρχικών (FdCA) που ιδρύθηκε το 1985.

Ωστόσο, ο Fontenis παραμένει αμφιλεγόμενη φυσιογνωμία στη Γαλλία επειδή αργότερα έκανε μια αποφασιστική στροφή γινόμενος ελευθεροτέκτονας (μασόνος), η FCL συμμετείχε με ευθύνη του στις γαλλικές νομοθετικές εκλογές του 1956 (η οργάνωση κατέρρευσε ένα ή δύο χρόνια μετά), ενώ στρατολόγησε στη FCL τον πασίγνωστο διαφωνούντα σταλινικό Andre Marty. Όπως και με τον Αρσίνοφ προηγουμένως, αυτή η αντιστροφή του αναρχοκομμουνισμού θεωρήθηκε απερίφραστα από πολλούς αναρχικούς της «σύνθεσης» ως το λογικό αποτέλεσμα της πλατφορμιστικής τάσης. Παρ’ όλα αυτά, η ύστερη αυτή παρέκκλιση της FCL δεν ακυρώνει τις αρχικές της θέσεις ή το «Μανιφέστο» της.

Εντούτοις, ο πλατφορμισμός παρέμεινε μειονότητα μέσα στο παγκόσμιο αναρχικό κίνημα, ιδιαίτερα στη Γαλλία όπου είχε την πιο μακροχρόνια ιστορία. Αλλά οι ιδέες του αναβίωσαν το 1968, με την ίδρυση της Οργάνωσης Επαναστατών Αναρχικών (ORA) που αποχώρισε από την FAF το 1970 και η οποία αυτοαποκαλείτο «περιφερειακή ομοσπονδία ή ομοσπονδία συνδικαλιστικών ομάδων και όχι συνάθροιση ατόμων».

Η ORA στο «Οργανωτικό Συμβόλαιο» της του 1970, διακήρυσσε ότι «ο αναρχισμός αποκηρύσσει κάθε αυταρχισμό: αυτόν του καθαρού ατομικισμού με την αποκήρυξη εκ μέρους του της κοινωνίας και αυτόν του καθαρού κομμουνισμού που επιδιώκει να αγνοήσει (παρακάμψει) το άτομο. Ο αναρχισμός δεν είναι μια σύνθεση των ανταγωνιστικών αρχών, αλλά μια αντιπαράθεση των συγκεκριμένων, ζωντανών πραγματικοτήτων, η σύγκλιση των οποίων πρέπει να επιδιωχθεί σε μια ισορροπία τόσο ελαστική όσο και η ζωή η ίδια».

Ενώ συμφωνούσε με τις πλατφορμιστικές αρχές της ιδεολογικής και τακτικής ενότητας, της συλλογικής ευθύνης, της λήψης αποφάσεων από τη βάση και του ελευθεριακού ομοσπονδιακού συστήματος, το «Οργανωτικό Συμβόλαιο» διακήρυττε ότι η ORA «δεν έχει καμία αξίωση σε μια άκαμπτη ιδεολογική ενότητα που παράγει δογματισμό (ή, όπως την ονόμασε «δυσκίνητη ομοιομορφία»). Από την άλλη πλευρά, αρνείται, επίσης, να είναι απλώς και μόνο μια ετερόκλητη συλλογή διαφορετικών τάσεων, οι προστριβές των οποίων μεταξύ τους θα οδηγούσαν αναπόφευκτα σε στασιμότητα».

Με μια προσθήκη στο «Οργανωτικό Συμβόλαιο» διακηρύχθηκε ότι η ORA «πρόκειται να είναι η κατευθυντήρια δύναμη πίσω από τα μαζικά κινήματα ενάντια στα αυταρχικά συστήματα». Φαίνεται ότι εν μέρει το πέτυχε αυτό καθώς η ORA ενέπνευσε τη δημιουργία πλατφορμιστικών οργανώσεων με το ίδιο όνομα στη Δανία το 1973, τη Μεγάλη Βρετανία στα μέσα της δεκαετίας του '70 (έχει διαλυθεί από καιρό) και στην Ιταλία το 1976. Η τελευταία μετονομάστηκε το 1985 σε FdCA που υπάρχει και σήμερα. Η γαλλική ORA έγινε η σημερινή γαλλοβελγική Ελευθεριακή Κομμουνιστική Οργάνωση (OCL) και η Ελευθεριακή Εναλλαγή (Alternative Libertaire). Η μακροζωία των FdCA και ORA/OCL/AL αποτελεί απόδειξη ότι ο πλατφορμισμός δεν είναι ένα συγκαλυπτόμενο ενδιάμεσο στάδιο προς το σταλινισμό.

Πέμπτο κύμα - Η αναρχοκομμουνιστική «κατευθυντήρια δύναμη» αγωνίζεται για μια ελευθεριακή εναλλαγή

Το τέταρτο κύμα των αναρχικών εξεγέρσεων συντρίφθηκε από τη νεοφασιστική καταστολή στη Λατινική Αμερική στα μέσα της δεκαετίας του '70, μέσω των αμερικανοχρηματοδοτούμενων «ομάδων θανάτου» (‘η «ταγμάτων θανάτου») στη δεκαετία του 1980 καθώς και των ακροδεξιών καθεστώτων της Δυτικής Ευρώπης και της Βόρειας Αμερικής της ίδιας περιόδου, αλλά ο επαναστατικός συνδικαλισμός καθώς και η πολιτική αναρχική οργάνωση ανασυγκροτήθηκαν σε σταθερή βάση. Και έτσι, σύντομα ένα πέμπτο κύμα, αρκετά ευρύτερο από ό,τι το τέταρτο, εξελίχθηκε την περίοδο 1989-1991 με τη δραματική κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης και την απελευθέρωση των ανατολικοευρωπαϊκών αποικιών-δορυφόρων της, ακόμα και της σταλινικής Αλβανίας και της τιτοϊκής Γιουγκοσλαβίας.

Αμέσως, το υπόγειο (παράνομο) αναρχικό κίνημα των χωρών αυτών ανήλθε στην επιφάνεια και ξεχύθηκε σαν τη θάλασσα, με τη Συνομοσπονδία Αναρχοσυνδικαλιστών (KAS) και τη Συνομοσπονδία Επαναστατών Αναρχοσυνδικαλιστών (KRAS) που ιδρύθηκαν στη Ρωσία το 1989, την Πολωνική Αναρχική Ομοσπονδία (PAF), που ιδρύθηκε στη δεκαετία του 1980 και τον Τσεχοσλοβάκικο Αναρχικό Σύνδεσμο (EAS), που ιδρύθηκε το 1989 και ήταν οι οργανώσεις αυτές που άνοιξαν το δρόμο.

Η εκρηκτική εμφάνιση των νέων αυτών αναρχικών οργανώσεων στην πρώην σοβιετική αυτοκρατορία είναι αξιοπρόσεκτη: από τις χώρες της Βαλτικής μέχρι τα βαλκανικά κράτη και από τη Λευκορωσία μέχρι το Καζακστάν, δεν υπήρξε ούτε μια περιοχή της πρώην ΕΣΣΔ και των δορυφόρων της όπου να μην υπάρχει συγκροτημένο αναρχικό και συνδικαλιστικό κίνημα. Ξεχωριστή είναι η αναγέννηση οργανώσεων όπως η Επαναστατική Συνομοσπονδία Αναρχοσυνδικαλιστών «Νέστορ Μάχνο» (RKAS-NM) σε πρώην προπύργια των αναρχικών όπως η Ουκρανία, αλλά και η εμφάνιση των «μαχνοβίτικων» ομάδων σε χώρες όπως η Ελλάδα και η Τουρκία.

Πιθανώς, η μεγαλύτερη αναρχοκομμουνιστική οργάνωση στον κόσμο σήμερα (εκτός από τις αναρχοσυνδικαλιστικές ομοσπονδίες), είναι η Αυτόνομη Δράση (AD), με ομάδες-μέλη σε 20 πόλεις της Ρωσίας, αλλά και τμήματα σε άλλες χώρες όπως Αρμενία, Λευκορωσία, Καζακστάν και Ουκρανία. Επίσης, το γεγονός της πρόσφατης ανάπτυξης παράνομων αναρχοσυνδικαλιστικών οργανώσεων σε «κομμουνιστικές» χώρες που εισέρχονται με ταχείς ρυθμούς σε ένα καθεστώς φιλελεύθερου καπιταλισμού, όπως η Κούβα, καταδεικνύει ότι θα πρέπει ίσως να αναμένουμε στα επόμενα χρόνια μια περαιτέρω αναρχική οργανωτική ανάπτυξη, δεδομένου ότι ο ολοκληρωτισμός χάνει έδαφος στην Κίνα, το Βιετνάμ και τη Βόρεια Κορέα (αν και στις χώρες αυτές δεν γνωρίζουμε κάποιο συγκεκριμένο υπόγειο αναρχικό κίνημα).

Στη Λατινική Αμερική, η κατάρρευση των φασιστικών δικτατοριών στην Αργεντινή, τη Βραζιλία, τη Βολιβία, τη Χιλή και την Ουρουγουάη την περίοδο 1983-1990 και η εμφάνιση των νέων μαχητικών κοινωνικών κινημάτων, καθώς το κεφάλαιο εισέρχεται σε μια δραματική νεο-κορπορατιστική κρίση, έχουν συνεισφέρει στην αναγέννηση του αναρχισμού: η οργάνωση «Επαναστάτης–Ελευθεριακός Κομμουνισμός» (Auca-SL) και η Ελευθεριακή Σοσιαλιστική Οργάνωση (OSL) στη Αργεντινή, η Αναρχική Ομοσπονδία Gaucha (FAG), η Αναρχική Ομοσπονδία Cabocla (FACA) και η Αναρχική Ομοσπονδία Ρίο ντε Τζανέϊρο (FARJ) στη Βραζιλία, η οργάνωση «Οι Γυναίκες Δημιουργούν (MC) και η Ελευθεριακή Νεολαία (JL) στη Βολιβία και το Κογκρέσο Αναρχοκομμουνιστικής Ενοποίησης (CUAC) στη Χιλή, το οποίο μετονομάστηκε αργότερα σε Ελευθεριακή Κομμουνιστική Οργάνωση (OLC).

Η πρωταρχική οργάνωση που βοήθησε αρκετά στην νέα αυτή οργανωτική ανάπτυξη ήταν η ανασυγκροτημένη το 1985 Αναρχική Ομοσπονδία Ουρουγουάης (FAU), η οποία αποκήρυξε τον προηγούμενο φιλο-καστρισμό της και αγκάλιασε την «Πλατφόρμα». Το αποτέλεσμα του κυρίου ρόλου της FAU στην αναγέννηση των αναρχοκομμουνιστικών ιδεών στο νότιο κώνο της Λατινικής Αμερικής είναι ότι οι περισσότερες από τις σημαντικότερες νέες οργανώσεις της περιοχής - FAG, FACA, FARJ, Ελευθεριακός Αγώνας (LL), OLC και άλλες όπως η Ελευθεριακή Σοσιαλιστική Οργάνωση (OSL) της Αργεντινής - είναι «πλατφορμιστικές» οργανώσεις ή, όπως ονομάζονται με λατινοαμερικανικούς όρους, especifista (ειδικές) αναρχικές οργανώσεις.

Η Μεξικάνικη Εξέγερση του 1994 έδωσε μια πρόσθετη ώθηση και βοήθησε στην ίδρυση οργανώσεων όπως το Ιθαγενές Λαϊκό Συμβούλιο Oaxaca «Ρικάρντο Φλόρες Μαγόν» (CIPO-RFM) καθώς και η Μαγονιστική Ζαπατιστική Συμμαχία (AMZ) που αποχώρησε από την πρώτη οργάνωση.

Στην Αφρική, οι συνθήκες της νεοαποικιοκρατίας οδήγησαν στη συγκρότηση διαφόρων αναρχικών οργανώσεων, όπως του Αναρχικού Κόμματος για τις Ατομικές Ελευθερίες στη Δημοκρατία (PALIR) στη Σενεγάλη το 1981, του ισχυρού τμήματος της IWW (Βιομηχανικοί Εργάτες του Κόσμου) με περίπου 3000 μέλη, ιδιαίτερα μεταξύ των εργατών αδαμαντωρυχείων, στη Σιέρα Λεόνε στα τέλη της δεκαετίας του 1980 με αρχές της δεκαετίας του 1990, της Ομάδας Αναρχικών Εργατών και Σπουδαστών (ASWG) στη Ζάμπια το 1998 και της Κολεκτίβας Wiyathi μέσα στην Αντικαπιταλιστική Σύγκλιση Κένυας (ACCK) στις αρχές του 2000. Με τις τελευταίες φάσεις αντίστασης στο μιλιταρισμό και το απαρτχάιντ, σημειώθηκε μια ανάδυση του αναρχισμού ιδιαίτερα εκεί όπου η αναρχική παράδοση ήταν αδύνατη: η Ένωση Συνειδητοποίησης (AL) της Νιγηρίας, το Κίνημα Αντίστασης Αναρχικών (ARM) και η Αναρχική Ομοσπονδία Ντάρμπαν (DAF) στη Νότια Αφρική. Ενδυναμωμένο από τη λεγόμενη «Μάχη του Σιάτλ» καθώς και τη δημόσια αποστροφή στους ιμπεριαλιστικούς πολέμους των ΗΠΑ στο Αφγανιστάν και το Ιράκ, το οργανωμένο αναρχικό κίνημα στη Βόρεια Αμερική – το οποίο έχει αρκετά μολυνθεί από τον ατομικισμό, τον πρωτογονισμό και άλλες ιδεολογίες που αντιστρατεύονται την ταξική πάλη – σημείωσε νέα αξιοσημείωτη ώθηση κυρίως με την ίδρυση της Βορειοανατολικής Ομοσπονδίας Αναρχοκομμουνιστών (NEFAC) των ΗΠΑ και Καναδά το 2000, η ίδρυση της οποίας είχε ως αποτέλεσμα τη δημιουργία παρόμοιων περιφερειακών οργανώσεων στην αμερικανική ήπειρο.

Έτσι, εν μέσω της νεοφιλελεύθερης κρίσης δημιουργήθηκαν αναρχικές οργανώσεις σε περιοχές του κόσμου, οι οποίες, είτε δεν είχαν κανένα ιστορικό προηγούμενο είτε οι όποιες παραδόσεις ήταν μακρινές ή είχαν εκλείψει, χώρες όπως ο Λίβανος, η Σιέρα Λεόνε, η Κόστα Ρίκα, η Κένυα, το Ελ Σαλβαδόρ και η Ζάμπια. Επίσης, ένα πέμπτο κύμα συνδικαλισμού αναδύθηκε παρά τις φραξιονιστικές διαμάχες που κόστισαν στην IWA τα τμήματά της στην Ιαπωνία και Κολομβία και τη διάσπαση των τμημάτων της στη Γαλλία (γαλλική CNT) και την Ιταλία (USI).

Και αυτό είναι πασιφανές, όχι μόνο στις παλιές αναρχοσυνδικαλιστικές οργανώσεις της Δυτικής Ευρώπης όπως η Γενική Συνομοσπονδία Εργασίας (CGT) της Ισπανίας - η οποία με 60.000 μέλη και είναι σήμερα η μεγαλύτερη στον κόσμο (και η τρίτη μεγαλύτερη συνδικαλιστική ομοσπονδία στην Ισπανία) - αλλά και η Συνομοσπονδία Εργασίας Σιβηρίας (SKT) με 6.000 μέλη, η ισχυρή RKAS-NM της Ουκρανίας με 2000 μέλη και η Εθνική Συνομοσπονδία Εργασίας - Vignoles (CNT-Vignoles) της Γαλλίας, η οποία λέει ότι έχει 1.000 ταμειακά τακτοποιημένα μέλη και άλλους 4.000 υποστηρικτές, από τους οποίους όλοι προσδιορίζονται συγκεκριμένα ως αναρχικοί.

Η Σουηδική Κεντρική Εργατική Οργάνωση (SAC) έχει αυτήν την περίοδο 9.000 μέλη χίλια λιγότερα από όσα είχε στο τέλος της δεκαετίας του 1990, αφότου σταμάτησαν να έχουν την ιδιότητα μέλους εργαζόμενοι που είχαν αποσυρθεί από τις εργασίες τους. Επιπλέον, υπάρχει η τάση «συνδικαλιστικής βάσης» μέσα στις COBAS (Επιτροπές Βάσης) της Ιταλίας, οι εναλλακτικές συνδικαλιστικές ενώσεις «Αλληλεγγύη-Ενότητα-Δημοκρατία (SUD) στη Γαλλία, την Ελβετία (επίσης SUD) και το Μεξικό (το ισχυρό FAT με 50.000 μέλη) καθώς και μια σειρά νέων συνδικαλιστικών οργανώσεων βάσης στη Δημοκρατία του Κογκό, στη Μαλαισία, την Μπουρκίνα Φάσο και το Μπαγκλαντές.

Οι νέες και οι παλαιές συνδικαλιστικές ενώσεις συνεργάζονται σε ευρωπαϊκή κλίμακα σε διάφορους τομείς (όπως σιδηρόδρομοι, επικοινωνίες, εκπαίδευση κ.λπ.) σε όλο το μήκος και πλάτος του νεοφιλελεύθερου «φρουρίου-Ευρώπη» μέσω της Ευρωπαϊκής Ομοσπονδίας Εναλλακτικού Συνδικαλισμού (FESAL) που είναι ένα δίκτυο των συνδικαλιστικών «ενώσεων» βάσης. Αυτό το αρκετά επεκτατικό (σε σχέση με τα προηγούμενα) πέμπτο κύμα έχει ήδη αντιμετωπίσει πολυάριθμες διασπάσεις, αλλά αυτό είναι ένα σημάδι της ταχείας αύξησης και ανάπτυξης μιας πληθώρας διαφορετικών ελευθεριακών κομμουνιστικών προσεγγίσεων στις προκλήσεις που μπαίνουν μπροστά στην εργατική τάξη από τον καπιταλισμό-«τούρμπο» της νέας χιλιετίας.

Τέλος, το τρέχον κύμα αναπτύσσεται, επίσης, σε μια περίοδο έντονης διεθνούς οργάνωσης με το σχηματισμό δύο νέων δικτύων: της Διεθνούς Ελευθεριακής Αλληλεγγύης (ILS) που ιδρύθηκε το 2001 (σ.τ.μ.: στην ILS συμμετέχει η πλειοψηφία των αναρχοκομμουνιστικών ομοσπονδιών μαζί με την ισπανική CGT, τη γαλλική CNT-Vignoles και τη σουηδική SAC) και της Εξεγερτικής Αντιεξουσιαστικής Διεθνούς (IAI), που ιδρύθηκε το 2000, αντιπροσωπεύοντας την πλειοψηφία των μαζικών και μειονοτικών εξεγερτικών παραδόσεων αντίστοιχα.

Το 1991, μετά από την κατάρρευση του σοβιετικού κομμουνισμού, η γαλλική πλατφορμιστική Ελευθεριακή Εναλλαγή (Alternative Libertaire) δημοσίευσε το «Μανιφέστο για μια Ελευθεριακή Εναλλαγή», μέσω του οποίου ο στόχος της οργάνωσης ήταν, όχι μόνο να βοηθήσει στη διάχυση μιας αδιάλλακτης προοπτικής μέσα στο αναπτυσσόμενο αναρχικό κίνημα, αλλά και να δείξει στους άλλους επαναστάτες ότι υπήρχε διέξοδος από το αδιέξοδο στο οποίο είχε οδηγήσει την εργατική τάξη ο κρατικός «σοσιαλισμός». Ασχολήθηκε, επίσης, με την κατάσταση στην οποία βρέθηκε η σύγχρονη εργατική τάξη κάτω από το νεοφιλελευθερισμό: μαζική ανεργία, τυχαία (επισφαλής) εργασία, νεοαποικιοκρατία, κλείσιμο των κοινών αναγκών των ανθρώπων των ανθρώπων σε ένα γενετικό επίπεδο, άνοδος της νέας μεσαίας τάξης με τεχνικές γνώσεις (ειδικοί υπολογιστών κ.λπ.) κ.ο.κ.

Υπογράμμισε την ανάγκη για ένα επαναστατικό πρόγραμμα με βάση την εργατική τάξη με στόχο την αποσυναρμολόγηση του καπιταλισμού και κάθε καταπίεση ειδικά αυτήν ενάντια στις γυναίκες. Όπως και η «Πλατφόρμα», κάλεσε, επίσης, για εφαρμογή των «βασικών κανόνων» για να λειτουργεί αποτελεσματικά η αναρχική οργάνωση και να συντονίζει τις εξωτερικές της δραστηριότητες. Οι κανόνες αυτοί πρέπει να βασίζονται σε μια «κοινή ταυτότητα» και στρατηγικές που θα υιοθετούνται μέσω της ελεύθερης συζήτησης μεταξύ όλων των μελών.

Το 1997, η Αναρχική Κομμουνιστική Ομοσπονδία Μεγάλης Βρετανίας (ACF), η οποία αργότερα μετονομάστηκε σε Αναρχική Ομοσπονδία (AF) και η οποία συγκροτήθηκε ως αποτέλεσμα της απεργίας των ανθρακωρύχων το 1984-1985, δημοσίευσε το ντοκουμέντο «Πέρα από την αντίσταση: Ένα επαναστατικό μανιφέστο για τη χιλιετία». Αναθεωρημένο και βελτιωμένο το 2003, το μανιφέστο αυτό περιέγραψε τις κρίσεις του ιδιωτικού και κρατικού καπιταλισμού, την άνοδο του θρησκευτικού φονταμενταλισμού και του εθνικισμού. Δήλωσε θαρραλέα ότι «το παλαιό εργατικό κίνημα είναι νεκρό», ότι «τα παλαιά τάγματα της τάξης μας, οι ανθρακωρύχοι, οι λιμενεργάτες, οι μεταλλεργάτες» έχουν αποδυναμωθεί σοβαρά από την νέα συντεχνιοκρατία (κορπορατισμό) και ότι ως αποτέλεσμα αυτού το κέντρο του επαναστατικού αγώνα βρισκόταν τώρα «στο δημόσιο χώρο των πόλεων και της γενικότερης κοινωνίας παρά στον ιδιωτικό εργασιακό χώρο».

Το «Επαναστατικό Μανιφέστο» διακήρυξε ότι θα έπρεπε να αναπτυχθεί μέσα στην εργατική τάξη μια νέα μετα-σοβιετική συνοχή, η οποία χρειάζεται την οικοδόμηση ενός νέου μαζικού επαναστατικού κινήματος. Η αναρχική οργάνωση πρέπει: να εργαστεί μέσα στα λαϊκά κινήματα, να αναδείξει την ιστορία του εργατικού κινήματος, να προπαγανδίζει ασταμάτητα την επανάσταση, να αναλαμβάνει ανοιχτές μαχητικές πρωτοβουλίες, να υποστηρίζει την αυτο-οργάνωση των εργατικών αγώνων, να επιτίθεται άμεσα στο λενινισμό και άλλες ελιτίστικες «επαναστατικές» σέχτες, να εξασφαλίζει την ανεξαρτησία των εργατικών οργανώσεων και να βρίσκεται πάντα στην πρώτη γραμμή των αγώνων ενάντια στην καπιταλιστική καταστολή. Και πάλι, όπως και η «Πλατφόρμα», το «Επαναστατικό Μανιφέστο» συνηγορεί στην «ενοποιημένη λειτουργικότητα λήψης αποφάσεων» περιλαμβάνοντας όλα τα μέλη (της αναρχικής οργάνωσης).

Η οργάνωση πρέπει να βασιστεί σε μια ελευθεριακή δομή, σε ένα υψηλό βαθμό εσωτερικής εκπαίδευσης, στη συλλογική ευθύνη για τις ενέργειές της, ενώ πρέπει να έχει και ένα συλλογικό σχέδιο δράσης. Η οργάνωση πρέπει, επιπλεόν, να συνδεθεί με ένα δίκτυο εργατικών και κοινοτικών οργανώσεων, το οποίο σε μια δεδομένη και ώριμη στιγμή πρέπει να διαμορφώσει μια ενωμένη επαναστατική δύναμη. Οι εκπρόσωποί της πρέπει να εναλλάσσονται συχνά, αναπτύσσοντας τις ποικίλες δεξιότητες των μελών και μην επιτρέποντας την ανάπτυξη καμίας ηγεσίας.

Στο προηγούμενο ντοκουμέντο της ACF με τίτλο «Ο ρόλος της επαναστατικής οργάνωσης» δηλωνόταν ότι η οργάνωση απέρριπτε «τη λενινιστική αντίληψη που αναδύεται από τα διευθυντικά στρώματα και τη διανόηση που επιδιώκουν να οδηγήσουν τους εργαζόμενους σε μια νέα μορφή καταπίεσης: το εργατικό κράτος». Η αναρχοκομμουνιστική επαναστατική οργάνωση πρέπει να είναι: α) «μέρος της εργατικής τάξης» και β) «σε ιδεολογική ευθυγράμμιση με την εργατική τάξη συνολικά», αναγνωρίζοντας ότι «δεν είναι αλάθητη και ότι δεν διαθέτει πάντα όλες τις απαντήσεις. Μετασχηματίζεται όπως μετασχηματίζεται και η εργατική τάξη στην επαναστατική διαδικασία».

Η ACF κάλεσε για μια ταξική προσέγγιση μιας ποικίλης σειράς αντικαπιταλιστικών αγώνων σε ζητήματα φύλου, αντιρατσισμού, περιβάλλοντος, πολιτισμού και αγώνων των ανέργων, καλώντας για τη δημιουργία ενός «ελευθεριακού μετώπου» όλων αυτών των κινημάτων μέσα στα οποία ο στόχος της επαναστατικής αναρχικής οργάνωσης ήταν, όπως και της ORA, «να δράσει ως η κατευθυντήρια δύναμη», όχι με τη λενινιστή έννοια της κυριαρχίας πάνω σε ένα τέτοιου μετώπου, αλλά δρώντας ως ο καταλύτης για μια ριζοσπαστική μαζική αυτο-οργάνωσης.

Σε περιοχές του κόσμου όπως η Βόρεια Αμερική, όπου οι ατομιστικής υφής σχηματισμοί των ομάδων συγγένειας και η μη μεγάλης κλίμακας αναρχική οργάνωση ήταν η κυρίαρχη μορφή έξω από τα συνδικάτα, η κυριαρχία της αντιοργανωτικής προσέγγισης φαίνεται ότι οδήγησε στην κατάρρευση των ειδικών αναρχικών οργανώσεων από τα τέλη της δεκαετίας του 1920 και της πρώτης δεκαετίας του 1930 μέχρι την ίδρυση ειδικών αναρχικών κομμουνιστικών οργανώσεων στη δεκαετία του 1980 και μέχρι τη δεκαετία του 2000.

Πάντως, σε περιοχές όπως η Γαλλία, όπου ο κανόνας ήταν οι μαζικές οργανώσεις, οι οργανώσεις που αυτοχαρακτηρίστικαν πλατφορμιστικές παραμένουν σημαντική επιρροή στο ειδικό αναρχικό κίνημα μέχρι και σήμερα, αναδυόμενες στη δεκαετία του 1970 σε ολόκληρη την Ευρώπη και στη δεκαετία του 1990 στη Λατινική Αμερική, στη πρώην σοβιετική αυτοκρατορία, τη Μέση Ανατολή και τη Νότια Αφρική. Στη νέα χιλιετία, η οργανωτική τάση έχει και πάλι την υπεροχή.

Ως αποτέλεσμα της σαφούς ανάγκης για μια οργανωμένη αναρχική στρατηγική αγώνα που να αντιμετωπίσει το νεοφιλελευθερισμό, οι οργανώσεις ή ομάδες αυτές που είναι αναρχοκομμουνιστικές, πλατφμορμιστικές ή έχουν πλατφορμιστικές εμπνεύσεις τις τελευταίες δεκαετίες, είναι οι παρακάτω:

Αργεντινή: Ελευθεριακή Σοσιαλιστική Οργάνωση (OSL), Ελευθεριακή Κομμουνιστική Κολλεκτίβα (CCL), Επαναστάτης – Ελευθεριακός Σοσιαλισμός (AUCA – SL) που διαλύθηκε το 2004. Αρμενία και Καζαχστάν: Αυτόνομη Δράση (AD) αρμενικά και καζάκικα τμήματα. Αυστραλία: Αναρχική Κομμουνιστική Ομάδα Μελβούρνης (MACG) και πριν από αυτή Αναρχική Κομμουνιστική Πρωτοβουλία (ACI). Βρετανία: Επαναστάτες Αναρχικοί Εργάτες (RAW) που έχει διαλυθεί και Αναρχική Ομοσπονδία (AF) πρώην Αναρχική Κομμουνιστική Ομοσπονδία (ACF). Βραζιλία: Αναρχική Ομοσπονδία Gaucha (FAG) που ιδρύθηκε το 1995, Αναρχική Ομοσπονδία Cabocla (FACA) που ιδρύθηκε το 2001, Επιτροπή για τον Λαϊκό Αγώνα (COMLUT) της περιοχής Bahia, Ελευθεριακός Αγώνας (LL) του Ρίο ντε Τζανέϊρο, Αναρχική Ομοσπονδία Ρίο ντε Τζανέϊρο (FARJ) και Φόρουμ Οργανωμένου Αναρχισμού (FAO) οργάνωση-ομπρέλα των ειδικών αναρχικών οργανώσεων της χώρας. Βουλγαρία: Ομοσπονδία Αναρχικών Βουλγαρίας (FAB) που λέει ότι είναι απόγονος της Βουλγάρικης Αναρχικής Κομμουνιστικής Ομοσπονδίας (BACF) που ιδρύθηκε το 1919. Χιλή: Ελευθεριακή Κομμουνιστική Οργάνωση (OLC) πρώην Κογκρέσο Αναρχοκομμουνιστικής Ενοποίησης (CUAC). Κόστα Ρίκα: Αναρχική Κομμουνιστική Οργάνωση (OAC). Τσέχικη Δημοκρατία: Οργάνωση Επαναστατών Αναρχικών «Αλληλεγγύη» (ORA-S) που μετακινήθηκε προς τον αριστερό κομμουνισμό, Αναρχοκομμουνιστική Εναλλαγή (AKA) διάσπαση της ORA-S το 2003, Ομοσπονδία Κοινωνικών Αναρχικών (FSA) και «Άμεση Δράση» Αναρχοκομμουνιστική Εργατική Οργάνωση (PA-AKOP). Δανία: Οργάνωση Επαναστατών Αναρχικών (ORA) που ιδρύθηκε το 1973 και μάλλον έχει διαλυθεί. Εσθονία: Αναρχοκομμουνιστική Ομοσπονδία (AKF) και Εσθονικό Αναρχοκομμουνιστικό Κίνημα «Αντί!» (AKDE-A!). Γαλλία/Βέλγιο/Λουξεμβούργο: Ελευθεριακή Εναλλαγή (AL), Ελευθεριακή Κομμουνιστική Οργάνωση (OCL), Ελευθεριακή Βρετάνη (OL) και Συντονιστικό Αναρχικών Ομάδων (CGA) που είναι διάσπαση από την FAF το 2002. Γαλλική Γουιάνα: Ελευθεριακή Εναλλαγή (AL) τμήμα της γαλλικής AL. Γερμανία: Ομοσπονδία Γερμανόφωνων Αναρχικών (FdA). Ελλάδα: Ομοσπονδία Αναρχικών Ελλάδας (OAE) πρώην OADE και «Μαχνοβίτες» που μάλλον διαλύθηκαν. Ιράν: Ομάδα Νακχντάρ που είναι εξόριστη στη Γαλλία και τις ΗΠΑ. Ιρλανδία: Κίνημα Εργατικής Αλληλεγγύης (WSM), «Οργανωθείτε» πρώην Αναρχική Ομοσπονδία Ιρλανδίας (AFI) που συγχωνεύτηκε με την Αναρχοσυνδικαλιστική Ομοσπονδία (ASF) και άλλους. Ισραήλ/Παλαιστίνη: Αναρχική Κομμουνιστική Πρωτοβουλία (ACI). Ιταλία: Ομοσπονδία Κομμουνιστών Αναρχικών (FdCA). Λίβανος: Ελευθεριακή Εναλλαγή (Al Badil Al Taharouri). Μεξικό: Συμμαχία Ελευθεριακών Κομμουνιστών (ACL) που ιδρύθηκε το 2004. Πολωνία: Αναρχική Κομμουνιστική Οργανωτική Πλατφόρμα (AKOP) που ιδρύθηκε το 1997, αλλά μάλλον έχει διαλυθεί. Πορτογαλία: Επαναστατικά Αναρχικά Κομμουνιστικά Συμβούλια Δράσης και Αυτόνομης Παρέμβασης (ACRACIA) που μάλλον έχουν διαλυθεί. Ρωσία: Μέτωπο Πλατφόρμας (PF) που ιδρύθηκε το 2004, αλλά διαλύθηκε γρήγορα, Αυτόνομη Δράση (AD) και Ομοσπονδία Αναρχοκομμουνιστών (FAK) διάσπαση της AD. Σλοβακία: «Άμεση Δράση» Αναρχοκομμουνιστική Εργατική Οργάνωση (PA-AKOP), Οργάνωση Επαναστατών Αναρχικών «Αλληλεγγύη» (ORA-S) που μετακινήθηκε προς τον αριστερό κομμουνισμό και Αναρχοκομμουνιστική Εναλλαγή (AKA) διάσπαση της ORA-S το 2003. Νότια Αφρική και Ζουαζιλάνδη: Αναρχική Κομμουνιστική Ομοσπονδία Zabalaza (ZACF). Ισπανία: Αλληλοβοηθητικό Ελευθεριακό Δίκτυο (AMRL), Ανδαλουσιανή Αναρχοκομμουνιστική Ομοσπονδία (OACA) και Ελευθεριακή Εναλλαγή (AL). Ελβετία: Ελευθεριακή Σοσιαλιστική Οργάνωση (OSL). Τουρκία και Κουρδιστάν: Αναρχοκομμουνιστική Ομάδα «Τατσάνκα» (TACG) από την Άγκυρα, Αναρχική Κομμουνιστική Πρωτοβουλία (AKI) από την Ιστανμπούλ που μαζί με την Ομάδα «Μαύρο και Κόκκινο» («KaraKizil»)και την ομάδα «Liberter» με μέλη στην Τουρκία και άλλες χώρες εκδίδουν το περιοδικό «Μαύρο και Κόκκινο». Ουκρανία και Λευκορωσία: Ουκρανικά και Λευκορωσικά τμήματα της Αυτόνομης Δράσης (AD) και Επαναστατική Συνομοσπονδία Αναρχοσυνδικαλιστών «Νέστορ Μάχνο» (RKAS-NM). ΗΠΑ και Καναδάς: Βορειοανατολική Ομοσπονδία Αναρχοκομμουνιστών (NEFAC), Βορειοδυτική Αναρχική Ομοσπονδία (NAF), Επαναστατική Κολλεκτίβα Furious Five (FFRC) από το Βορειοδυτικό Ειρηνικό που διαλύθηκε το 2005 και Κομμουνιστική Αναρχική Ομοσπονδία Heatwave (HCAF) από το Τέξας που διαλύθηκε πριν μερικά χρόνια. Ουρουγουάη: Ουρουγουανή Αναρχική Ομοσπονδία (FAU) και Ελευθεριακή Οργάνωση Cimarron (OLC).

Νέες οργανώσεις όπως η NEFAC και παλαιότερες όπως η FAU, είναι αναμφισβήτητα οι εμπνευστές αυτής της τεράστιας ανάπτυξης της αναρχοκομμουνιστικής οργάνωσης που χαρακτηρίζεται από την πλατφορμιστικής υφής συνοχή των ντοκουμέντων και δραστηριοτήτων τους. Οι νέες αυτές οργανώσεις έχουν ξεφυτρώσει παρά τους αβάσιμους, γκρίζους παλαιούς αντιοργανωτικούς ισχυρισμούς ότι αναβιώνουν τον αναρχομπολσεβικισμό.

Δεν υπάρχει καμιά πραγματική πλατφορμιστική διεθνής, επειδή, όπως έχουμε δείξει, ο πλατφορμισμός είναι πρωτίστως μια οργανωτική τακτική μέσα στον αναρχοκομμουνισμό, όχι μια ιδεολογική στρατηγική κατεύθυνση ιδίω δικαιώματι, αν και είναι ένας προσανατολισμός προς τη μαζική οργάνωση. Αλλά οι προαναφερθείσες οργανώσεις - δικτυωμένες μεταξύ τους χαλαρά ως Διεθνής Αναρχική Πλατφόρμα (IAP) - εργάζονται όλο και περισσότερο παράλληλα με άλλες ομάδες αναρχικών και Ομοσπονδίες σε όλο τον κόσμο, ειδικά με το διεθνές δίκτυο Διεθνής Ελευθεριακή Αλληλεγγύη (ILS), τις μη «ευθυγραμμισμένες» (σ.τ.μ.: αυτές που δεν ανήκουν ούτε στην AIT ούτε σε άλλη παρόμοια Διεθνή) αναρχοσυνδικαλιστές και αναρχοκομμουνιστικές οργανώσεις και σε μικρότερο βαθμό με τη Διεθνή των Αναρχικών Οομοσπονδιών (IFA). Υπάρχει, επίσης, το πλατφορμιστικό Λατινοαμερικάνικο Αναρχικό Συντονιστικό (CALA) που συνδέει τις οργανώσεις από την Αργεντινή (OSL), τη Βραζιλία (FAG), τη Χιλή (OCL) και την Ουρουγουάη (FAU).

Αυτή η συνοπτική εισαγωγή στην αναρχοκομμουνιστική οργάνωση έγινε από μέλη της οργάνωσης-μέλους της ILS Αναρχική Κομμουνιστική Ομοσπονδία Zabalaza (ZACF) της Νότιας Αφρικής (σ.τ.μ.: Zabalaza σημαίνει αγώνας στη γλώσσα ζουλού), που ιδρύθηκε το 2003. Η ZACF, με το περιοδικό της «Zabalaza: Επιθεώρηση του νοτιοαφρικανικού επαναστατικού αναρχισμού», στηρίχτηκε στους αγώνες που αναπτύχθηκαν ενάντια στο απαρτχάϊντ από το μισοπαράνομο Αναρχικό Επαναστατικό Κίνημα (ARM) και την Αναρχική Ομοσπονδία Ντάρμπαν (DAF) η οποία έδρασε περισσότερο από μια δεκαετία πριν.

Πιστεύουμε ακράδαντα ότι, η πλατφορμιστική προσέγγιση αποτελεί μια ζωτικής σημασίας συμβολή στην επανοικοδόμηση του διεθνούς αναρχικού κομμουνιστικού επαναστατικού εργατικού κινήματος, για να θέσει το κίνημα στην πρώτη γραμμή του αγώνα ενάντια στο κεφάλαιο και το κράτος και να εξασφαλίσει ότι τα επαναστατικά κέρδη του θα τύχουν σθεναρής υπεράσπισης.

Συμπέρασμα - Ο ρόλος της αναρχικής κομμουνιστικής οργάνωσης σε ένα «μέτωπο των καταπιεσμένων τάξεων»

Η ιστορία δεν είναι ουδέτερη. Στο σχολείο μας έχουν πει ότι χρειαζόμαστε τις κυβερνήσεις και τα αφεντικά. Μας έχουν πει ότι η ιστορία είναι ένας αγώνας μεταξύ διαφορετικών κυβερνήσεων, στρατών και αρχουσών ελίτ. Μας έχουν πει ότι μόνο ο πλούσιος και ο ισχυρός κάνουν την ιστορία. Αυτό που δεν μας έχουν πει είναι ότι οι απλοί άνθρωποι έχουν αγωνιστεί ενάντια στα αφεντικά τους και τους κυβερνήτες με κάθε τρόπο, βήμα το βήμα, και ότι αυτός ο ταξικός πόλεμος είναι η αληθινή μηχανή που κινεί τον πολιτισμό και της πρόοδο.

Δεν μας έχουν πει ότι οι κυβερνήσεις και ο καπιταλισμός είναι, όχι μόνο περιττοί, αλλά καταστροφείς κάθε τι σημαντικού στον κόσμο. Ως αναρχικοί, γνωρίζουμε ότι οι άνθρωποι, ακόμα και η αστική τάξη, δεν είναι εγγενώς κακοί. Όλοι προσαρμοζόμαστε μόνο στα ταξικά μας ενδιαφέροντα. Αλλά δοσμένων των σωστών συνθηκών, συνθηκών αληθινής ισότητας και ελευθερίας, αναδύεται ένα ισχυρό πνεύμα αλληλοβοήθειας και συνεργασίας. Το πώς δρούμε σχετίζεται με τη δομή της κοινωνίας.

Όταν η καταπίεση και η εκμετάλλευση αφαιρούνται με τη βία, τότε η «καλοσύνη» που χαρακτηρίζει τους περισσότερους από μας αναδύεται και ακμάζει, όπως έγινε όταν οι εργαζόμενοι διαχειρίστηκαν την κοινωνία στην Αργεντινή, τη Μακεδονία, την Ουκρανία, την Ισπανία, το Μεξικό, τη Μαντζουρία, την Κίνα, την Αλβανία, το Ιράν, την Κούβα, τη Γαλλία, τη Νικαράγουα, τη Βολιβία, την Αλγερία και αλλού. Ελπίζουμε ότι δείξαμε ήδη πως ό,τι λέμε εμείς οι αναρχικοί δεν είναι μόνο όμορφες, μη ρεαλιστικές ιδέες. Ελπίζουμε ότι, με τη συνοπτική αυτή εισαγωγή δείξαμε ότι οι ιδέες μας μπορούν να λειτουργήσουν. Μια νέα κοινωνία μπορεί να δημιουργηθεί με τους εργαζομένους, τους αγρότες και τους φτωχούς στον έλεγχό της.

Αλλά αυτό δεν θα συμβεί αυθόρμητα - πρέπει να οργανωθούμε γι’ αυτό. Έτσι, χρειαζόμαστε τις επαναστατικές οργανώσεις, οργανώσεις που συσπειρώνουν εκείνους που αγωνίζονται για τον εργατικό έλεγχο των μέσων παραγωγής και την αμεσοδημοκρατική κοινοτική αυτο-οργάνωση, οργάνωση που μας δίνει την ευκαιρία και τη δυνατότητα να ανταλλάξουμε τις ιδέες και τις εμπειρίες μας και να διδαχθούμε από την ιστορία. Δεν χρειαζόμαστε ομάδες των τυχοδιωκτών ηγετών και παθητικών οπαδών τους.

Όπως είπε η Ρόζα Λούξεμπουργκ στο έργο της «Οργανωτικά ζητήματα της Ρωσικής κοινωνικής δημοκρατίας»: «Ας το θέσουμε χωρίς περιστροφές: τα λάθη που γίνονται από ένα αληθινά επαναστατικό εργατικό κίνημα, από ιστορική άποψη είναι πιο καρποφόρα και πολύτιμα από το αλάθητο ακόμη και της καλύτερης κεντρικής επιτροπής». Δεν χρειαζόμαστε, λοιπόν, τις πολιτικές και κομματικές ελίτ και τα «κόμματα εμπροσθοφυλακής» υπαγορεύοντάς μας αφ’ υψηλού. Αυτό που χρειαζόμαστε είναι οργανώσεις της εργατικής τάξης υπό άμεσα δημοκρατικό έλεγχο των εργατών, με τους αυστηρά εξουσιοδοτημένους ανακλητούς εκπροσώπους τους υποκείμενους στη λήψη αποφάσεων της βάσης, κινητοποιώντας τη μάζα των απλών ανθρώπων για μια αληθινά κοινωνική επανάσταση από τα κάτω.

Ένα σημαντικότερο σημείο, εντούτοις: οι αναρχικοί δεν είναι και δεν πρέπει να είναι οι μόνοι οργανωτές της εργατικής τάξης στην προετοιμασία για την επανάσταση. Για να το θέσουμε απλά, εμείς οι αναρχικοί δεν παλεύουμε για έναν αναρχικό κόσμο, αλλά για έναν ελεύθερο κόσμο, και δεν είμαστε η μόνη κοινωνική δύναμη που κινείται σε ελευθεριακή κατεύθυνση. Πρέπει να συμμετέχουμε σε βάθος στο παγκόσμιο αντικαπιταλιστικό κίνημα και στους πρακτικούς καθημερινούς αγώνες της εργατικής τάξης, προωθώντας την αλληλοβοήθεια, την αλληλεγγύη, την υπευθυνότητα, το φεντεραλισμό και όλες τις άλλες αρχές του επαναστατικού αναρχισμού στη δράση.

Η ομάδα «Επαναστάτης-Ελευθεριακός Σοσιαλισμός» (Auca-SL) της Αργεντινής, σε μια εξήγηση για τις ιδέες της, όταν ήρθε σε επαφή με το διεθνές δίκτυο της ILS το 2003, έθεσε ως ακολούθως το ζήτημα: «Το μοντέλο του ενιαίου επαναστατικού κόμματος έχει ήδη εξαντληθεί. Έχει ήδη καταδείξει την έλλειψη ευελιξίας του απέναντι στις διαφορετικές πολιτικές εκδηλώσεις της τάξης μας».

Αυτό έρχεται σε συμφωνία με το ντοκουμέντο της βρετανικής ACF «Ο ρόλος της επαναστατικής οργάνωσης»: «Μια ελευθεριακή κομμουνιστική οργάνωση προφανώς, δεν θα είναι η μόνη οργανωμένη τάση μέσα στην εργατική τάξη. Αντίθετα από τις λενινιστικές οργανώσεις, δεν θεωρεί τον εαυτό της ως «το κόμμα», αλλά ως μια από διάφορες οργανώσεις που θα συμμετάσχουν στο μαζικό κίνημα παράλληλα με εκείνες που δεν είναι ευθυγραμμισμένες».

Σε αντίθεση με την παραδοσιακή, στενόμυαλη πολιτική αντίληψη του ρόλου της επαναστατικής οργάνωσης, η ομάδα «Επαναστάτης-Ελευθεριακός Σοσιαλισμός» προώθησε την ιδέα ενός «μετώπου των καταπιεσμένων τάξεων όπου θα συναντηθούν συνδικαλιστικά, κοινωνικά και πολιτικά μοντέλα τα οποία, γενικά, θα αγωνιστούν για την επαναστατική αλλαγή. Και είναι εκεί, στην καρδιά του μετώπου αυτού, όπου πρέπει να εξελιχθεί ένας υγιής διάλογος ανάμεσα στις πολιτικές τάσεις και θέσεις, έτσι ώστε το μάθημα που θα πάρει το εν λόγω μέτωπο να είναι αντιπροσωπευτικό του υπάρχοντος συσχετισμού των λαϊκών δυνάμεων».

Η ιδέα του μετώπου των καταπιεσμένων τάξεων είναι εντελώς διαφορετική από την αντίληψη του Λαϊκού Μετώπου, που είναι κοινή στους μαρξιστές-λενινιστές, και με βάση την οποία συγκροτούν μια μετωπική οργάνωση υποτίθεται για λόγους αλληλεγγύης και κατόπιν οι ηγέτες τους χρησιμοποιούν το Λαϊκό Μέτωπο για να κυβερνήσουν και μεταχειρίζονται όλη αυτή την κοινωνική δύναμη όπως έναν στρατό. Αντίθετα, η αναρχική αντίληψη του μετώπου των καταπιεσμένων τάξεων αντιπροσωπεύει την προοδευτική πολιτική πολυπλοκότητα, την αντιαυταρχική αλληλεγγύη και την καινοτόμο ποικιλομορφία της ενωμένης εργατικής τάξης στη δράση και ενάντια στο κεφάλαιο και στο σιαμαίο δίδυμό της, το κράτος. Η ομάδα «Επαναστάτης-Ελευθεριακός Σοσιαλισμός» προειδοποίησε για τον κίνδυνο οποιασδήποτε γραφειοκρατικοποίησης του κοινωνικού αγώνα σύμφωνα με τις μαρξιστικές-λενινιστικές γραμμές.

Στη Νότια Αφρική θίξαμε ένα παρόμοιο θέμα στο ντοκουμέντο μας με τίτλο «Ο ρόλος της επαναστατικής οργάνωσης στην ταξική πάλη» (1997): «Η αναρχική οργάνωση θεωρεί τον εαυτό της τμήμα της εργατικής τάξης, τις αναρχικές ιδέες μια ιστορική ανάπτυξη της εμπειρίας των εργαζομένων, οι οποίοι ως εκμεταλλευόμενη τάξη επιδιώκουν να δημιουργήσουν έναν νέο κόσμο χωρίς τυραννία και εκμετάλλευση με οποιαδήποτε μορφή».

Απορρίπτοντας τη μαρξιστική-λενινιστική αντίληψη της «επαναστατικής ηγεσίας» ενός μοναδικού επαναστατικού κόμματος, στοχεύουμε σε μια «ηγεσία των ιδεών» της ελευθεριακής αυτονομίας και της ταξικής ποικιλομορφίας στο εσωτερικό της εργατικής τάξης. «Υποστηρίζουμε όλους τους προοδευτικούς αγώνες και όσον αφορά τους στόχους τους και όσον αφορά την αυξανόμενη εμπιστοσύνη που ένας αγώνας μπορεί να παρέχει στους ανθρώπους».

«Αφετέρου, τους υποστηρίζουμε επειδή αναγνωρίζουμε ότι είναι μέσω του αγώνα που οι άνθρωποι κερδίζονται ευκολότερα στις επαναστατικές ιδέες του αναρχισμού. Τρίτον, τους υποστηρίζουμε επειδή είναι στον αγώνα όπου οι άνθρωποι μπορούν ενδεχομένως να δημιουργήσουν τις οργανώσεις αυτοδιεύθυνσης που αναπτύσσουν τις δεξιότητές τους και που μπορούν να βοηθήσουν στον επαναστατικό μετασχηματισμό της κοινωνίας».

Με τη συμμετοχή στους καθημερινούς αγώνες σήμερα χτίζουμε το αύριο, χτίζουμε έναν νέο κόσμο στο κέλυφος του παλαιού, δημιουργώντας μια κατάσταση δυαδικής «εξουσίας», όπως συμβαίνει τώρα στην Αργεντινή: όπου η λαϊκή δύναμη της βάσης υπονομεύει τον παρασιτισμό της αστικής τάξης. Σημαντικό είναι, επίσης, ότι υπερασπίζουμε από την καταστολή άλλες προοδευτικές οργανώσεις που συμμετέχουν στους αγώνες. Όπου είναι απαραίτητο θα συμμετάσχουμε σε Ενωτικά Μέτωπα (παρόμοια με την αντίληψη του μετώπου που λέγαμε πριν) με δραστηριότητες παράλληλα με τις δικές του».

Εντούτοις, ενώ υπερασπίζουμε αυτές τις ομάδες άνευ όρων, δεν το κάνουμε αυτό με τόση απερισκεψία - διατηρούμε την ανεξαρτησία μας και υποστηρίζουμε τις ιδέες μας. Εάν συμφωνείτε με όλα όσα μόλις διαβάσατε, εάν θέλετε να είστε μέρος ενός γρηγορότερα αναπτυσσόμενου κινήματος του αναρχισμού, πρέπει να σκεφτείτε και να αποτελέσετε μέρος της ένωσης της παγκόσμιας αναρχικής κομμουνιστικής επανάστασης των εργαζομένων, των αγροτών και των φτωχών καθώς και των παράλληλων ελευθεριακών κοινωνικών κινημάτων της βάσης μές στα οποία εργαζόμαστε.

Οι φυσικές δεξιότητες, η νοημοσύνη, η καινοτομία και η αλληλεγγύη της εργατικής τάξης, είναι τα μόνα πράγματα που μπορούν να δημιουργήσουν την κοινωνική επαναστατική δυναμική που απαιτείται για να καταστρέψει το νεοφασιστικό νεοφιλελεύθερο σύστημα και το λίπασμα που θα εμπλουτίσει το μετεπαναστατικό έδαφος, έτσι ώστε να φυτρώσουν νέα τριαντάφυλλα: όμορφα, αλλά οπλισμένα με αγκάθια. Η ανανεωμένη ενέργεια, η δυνατότητα και η πρακτική του αναρχικού κινήματος έφεραν νέες οργανώσεις που απλώνονται όπως η πυρκαγιά.

* Το παρόν κείμενο του Michale Schmidt εκδόθηκε σε ξεχωριστή μπροσούρα από την Zabalaza Anarchist Communist Federation (ZACF - Αναρχική Κομμουνιστική Ομοσπονδία Zabalaza) της Νότιας Αφρικής το 2005. Τον ίδιο χρόνο, δημοσιεύτηκε σε συνέχειες στην ιστοσελίδα www.anarkismo.net Υπάρχει, επίσης, στην ιστοσελίδα www.zabalaza.net Μετάφραση στα ελληνικά «Ούτε Θεός-Ούτε Αφέντης», Μελβούρνη, Φλεβάρης-Μάρτης 2006.