logo2

Ούτε Θεός - Ούτε Αφέντης

Κατηγορίες Άρθρων

Ο Ήλιος της Αναρχίας ανέτειλε - Ο Δημήτρης Καραμπίλιας

Ο Δημήτρης Καραμπίλιας γεννήθηκε στο χωριό Μιντιλόγλι Αχαΐας το 1872. Μετά τη διάλυση της αναρχικής κίνησης της Πάτρας, εγκαταστάθηκε στην Αθήνα, συμμετέχοντας, μαζί με τον Γιάννη Μαγκανάρα, στις αναρχικές ομάδες και δραστηριότητες της πρωτεύουσας. 

Το 1901, εγκαταστάθηκε στην Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου, όπου εργάστηκε ως τσιγαράς και συμμετείχε στο εκεί εργατικό και αναρχικό κίνημα, συνεργαζόμενος με Έλληνες αναρχικούς -που είχαν από πριν εγκατασταθεί εκεί-, αλλά και Ιταλούς. 

Δεν γνωρίζουμε πότε ακριβώς έφυγε από την Αίγυπτο και εγκαταστάθηκε στη Γαλλία, ούτε και αν πέρασε από την Ελλάδα. Στη Γαλλία, ο Δ. Καραμπίλιας  εξάσκησε το επάγγελμα του ράφτη και αναμίχθηκε στο επαναστατικό συνδικαλιστικό κίνημα. Πληροφορίες τον φέρουν να συνεργάζεται στην εκτύπωση του αναρχικού περιοδικού Les Temps Nouveaux του Ζαν Γκραβ. Μάλλον, έγινε μέλος της Γενικής Συνομοσπονδίας Εργασίας (CGT). 1

Λίγο πριν το ξέσπασμα του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου, στην οργάνωση εκδηλώθηκαν  εσωτερικές διαμάχες, εξαιτίας της υιοθέτησης από την ηγεσία της περισσότερο πατριωτικών, παρά διεθνιστικών, θέσεων, και οι αναρχικοί και αναρχοσυνδικαλιστές που ήταν μέλη της άρχισαν σταδιακά να αποχωρούν. Έτσι, φαίνεται ότι και ο Δ. Καραμπίλιας αποχώρησε πικραμένος από τη CGT, και μαζί με τη Γαλλίδα συντρόφισσά του, Louise-Melanie Pierette, επέστρεψε στην Ελλάδα κατά το διάστημα 1913-1914 και εγκαταστάθηκε στην Πάτρα, όπου συνέχισε να εξασκεί το επάγγελμα του ράφτη, η δε συντρόφισσά του παρέδιδε μαθήματα γαλλικής γλώσσας.

Φέρεται ότι την περίοδο της Μικρασιατικής εκστρατείας συμμετείχε ενεργά στην αντιπολεμική προπαγάνδα. Η πληροφορία αυτή λέει ότι στις εκλογές του 1920, οι οποίες πήραν χαρακτήρα δημοψηφίσματος ενάντια στον πόλεμο, προέτρεπε τον κόσμο να ψηφίσει το ΣΕΚΕ που είχε τότε σαφές αντιπολεμικό πρόγραμμα. 2

Ωστόσο, αν και είναι διαπιστωμένο ότι αρκετοί αναρχικοί της εποχής, τόσο στην Ελλάδα όσο και σε άλλες χώρες, γίνονταν μέλη των νεοϊδρυθέντων τότε κομμουνιστικών κομμάτων, πιστεύοντας ότι είναι πράγματι επαναστατικές οργανώσεις, από όσα γνωρίζουμε, μέχρι την περίοδο του εμφυλίου το 1946, ο Δ. Καραμπίλιας δεν αναμίχθηκε σε κάποια σοσιαλιστική ή άλλη κίνηση ή δραστηριότητα στην Πάτρα. Ο γνωστός συνδικαλιστής της πόλης Χαράλαμπος Πλόσκας έλεγε στις αρχές της δεκαετίας του 1980 ότι την δεκαετία του 1930 ο Δ. Καραμπίλιας ήταν ο μόνος αναρχικός της Πάτρας. 

Το 1928 εκδόθηκε στην Πάτρα από τον Λέοντα Παναγιώτου το βιβλίο του Μπεζ Κονστάν «Χριστιανισμός», μεταφρασμένο από τα γαλλικά από τον Καραμπίλια. Δεν γνωρίζουμε, όμως, ακόμα το ακριβές περιεχόμενο του βιβλίου αυτού. 

Στη διάρκεια της δικτατορίας της 4ης Αυγούστου, ο Δ. Καραμπίλιας δεν είχε ενοχλήσεις από το καθεστώς, αν και ήταν γνωστός, αλλά αποσύρθηκε στο πατρικό του σπίτι στο Μιντιλόγλι, όπου έζησε μέχρι και λίγο μετά τον πόλεμο. Εκεί εργάσθηκε ως ράφτης, ενώ η συντρόφισσά του Λουίζ δίδασκε τη γαλλική γλώσσα σε ιδιωτική βάση. Από μαρτυρίες συνάγεται ότι δεν είχε, τουλάχιστον φανερή, δράση στο Μιντιλόγλι, αλλά φαίνεται ότι είχε δημιουργήσει έναν κύκλο φίλων που συζητούσαν γενικότερα θεωρητικά ζητήματα. Επίσης, πέρα από τα μαθήματα γαλλικής γλώσσας που παρέδιδε η Λουίζ σε παιδιά του χωριού, ο ίδιος ο Δ. Καραμπίλιας τους μιλούσε συχνά για τις κομμουνιστικές ιδέες. 

Μαρτυρίες αναφέρουν ότι ο Δ. Καραμπίλιας δεν μιλούσε για κόμματα, αλλά για τους εργάτες και τους αγρότες. Φέρεται ότι ήταν αρκετά προσεκτικός στις πολιτικές του σχέσεις, ότι ακολουθούσε πιστά τους συνωμοτικούς κανόνες σε μια πολύ δύσκολη εποχή κατά την οποία ακόμα και η ελευθερία διακίνησης των αντικαθεστωτικών ιδεών ήταν παράνομη. Στο Μιντιλόγλι, στο χώρο του σπιτιού του, πραγματοποιήθηκαν πολλές συζητήσεις με λίγους εκλεκτούς συμμετέχοντες. Η θεματολογία των συζητήσεων δεν περιοριζόταν στην ελληνική πολιτική επικαιρότητα, αλλά επεκτεινόταν και σε διεθνή θέματα. Γύρω στα δεκαπέντε άτομα ήταν ο στενός πολιτικός κύκλος των συζητήσεων, οι περισσότεροι των οποίων ήταν της τάσης του μεταρρυθμιστικού σοσιαλισμού. Χαρακτηριστικό ήταν ότι σε αυτόν το στενό πολιτικό κύκλο δεν συμμετείχαν νέοι άνθρωποι, αν και εικάζεται ότι ο Δ. Καραμπίλιας είχε την περίοδο εκείνη επαφή με περίπου δέκα πολιτικοποιημένους νεολαίους. Δεν συζητούσε πολλά θέματα με αυτούς, ενώ πολλές φορές οι νεολαίοι αυτοί διαφωνούσαν μαζί του, τον χαρακτήριζαν μετριοπαθή, αλλά τον σέβονταν αφού ήταν «ο πρώτος κομμουνιστής στο χωριό». 

Την περίοδο εκείνη, ο ζαχαριαδικός εξτρεμισμός είχε επηρεάσει την αντικαθεστωτική πολιτικοποιημένη νεολαία. Οι νεολαίοι που γνώρισαν πολιτικά τον Καραμπίλια, σχεδόν στο σύνολό τους εξελίχθηκαν σε σημαντικά στελέχη του ΚΚΕ, χαρακτηριστικό γνώρισμα τον οποίων ήταν ότι δεν κατέλαβαν θέσεις στο κόμμα και πολλοί πέθαναν στην εξορία. 

Αν και ο ίδιος δεν έγινε μέλος του ΚΚΕ, πιστεύουμε ότι ο Δ. Καραμπίλιας είχε σταδιακά περάσει στον μεταρρυθμιστικό σοσιαλισμό, και αυτό αποδεικνύεται από το γεγονός ότι το 1945 προσχώρησε στο ΣΚ-ΕΛΔ. Τον ίδιο χρόνο, ο Αλέξανδρος Σβώλος έκανε μια ομιλία στην Πάτρα μετά από την οποία συστάθηκε Νομαρχιακή Επιτροπή του ΣΚ-ΕΛΔ (Σοσιαλιστικό Κόμμα της Ένωσης Λαϊκής Δημοκρατίας), μέλη της οποίας, εκτός από τον Δ. Καραμπίλια, ήταν και οι Δημήτρης Ζήκος, Κ. Παππάς, Γ. Πορευόπουλος και άλλοι. Το 1950, στο πλαίσιο μιας ανασύνταξης του κόμματος αυτού, η Νομαρχιακή Επιτροπή ανασυστάθηκε και ο Δ. Καραμπίλιας εξακολούθησε να είναι μέλος της. 3

Τη συμμετοχή του Δ. Καραμπίλια στη Νομαρχιακή Επιτροπή Αχαΐας του ΣΚ-ΕΛΔ, επιβεβαιώνει και ο Χαράλαμπος Πλόσκας στο βιβλίο του «Μια ζωή αγώνες», όπου αναφέρει χαρακτηριστικά για τον Καραμπίλια ότι ήταν «παλιός αναρχικός που στα γεράματα εξελίχθηκε σε σοσιαλιστή». Από την έρευνά μας, προκύπτει ότι ο Δ. Καραμπίλιας συμμετείχε στο Σοσιαλιστικό Κόμμα του Σβώλου, γιατί αυτό είχε ξεκάθαρα εναντιωθεί στον εμφύλιο του 1946–1949, τον οποίο ο Δ. Καραμπίλιας θεωρούσε καταστροφικό για την όποια (ελευθεριακή ή μη) πολιτική εξέλιξη στην Ελλάδα. 

Μία από τις κύριες ασχολίες του Δ. Καραμπίλια ήταν να διαβάζει τις αθηναϊκές και άλλες εφημερίδες που υπήρχαν στα γραφεία της ημερήσιας εφημερίδας της Πάτρας Η Ημέρα, εφημερίδα η οποία άρχισε να κυκλοφορεί το 1952 περίπου, και είναι συνέχεια της Σημερινής, η οποία κυκλοφόρησε με «επαναστατικό» τρόπο, δηλαδή ως όργανο απεργών δημοσιογράφων των εφημερίδων Νεολόγος και Πελοπόννησος, λίγο μετά την απελευθέρωση. 

Ο δημοσιογράφος της Σημερινής και αργότερα της Ημέρας Νίκος Πολίτης, σε τηλεφωνική επικοινωνία με σύντροφο το 2004 είπε: 

Από τότε που ήρθα εγώ στην Πάτρα τον θυμάμαι. Εγώ ήρθα στην Πάτρα το 1947 τον Οκτώβρη. Ο μπάρμπα-Μήτσος ερχόταν στα γραφεία της εφημερίδας για να διαβάσει εφημερίδες. Τον έβλεπα εκεί πολύ συχνά. Στα γραφεία ερχόντουσαν όλες οι εφημερίδες, αθηναϊκές και τοπικές, αυτός καθόταν σε μια γωνία και διάβαζε, δεν ενοχλούσε κανέναν. Η γυναίκα του ερχόταν μερικές φορές και τον έπαιρνε. Ήταν ευγενέστατος. Πρέπει να ήρθε νέος από έξω. Γνώριζε προσωπικά τον Ριζόπουλο, ο οποίος του είχε μεγάλο σεβασμό. Συζητούσε ο Ριζόπουλος μαζί του για το εργατικό κίνημα, φαίνεται ότι γνωριζόντουσαν από παλιά. Στην εφημερίδα δεν δούλευε, μια φορά θυμάμαι είχε δημοσιεύσει μια εργασία. 

Ο Δημήτρης Καραμπίλιας είχε αναπτύξει ιδιαίτερη και στενή φιλία με τον διευθυντή της εφημερίδας Χρίστο Ριζόπουλο, παρά τη μεγάλη διαφορά ηλικίας (ο δεύτερος ήταν τότε γύρω στα 40). 4

 

Μετά το τέλος της κατοχής και του πολέμου, ο Δ. Καραμπίλιας εμπιστεύθηκε σημαντικό μέρος των χειρογράφων του και άλλων υλικών στον Γιάνη Κορδάτο, στον οποίο έστειλε, επίσης, κάποιες επιστολές. Το γιατί ο Δ. Καραμπίλιας εμπιστευόταν περισσότερο τον Γ. Κορδάτο μπορεί να εξηγηθεί από το γεγονός ότι εκείνη την εποχή ο δεύτερος είχε τεθεί προ πολλού εκτός ΚΚΕ και ο Καραμπίλιας νόμιζε ότι ήταν, ίσως, ο μόνος που θα μπορούσε να διατηρήσει την ιστορική μνήμη του παλαιού αναρχικού κινήματος. 

Παρατίθεται χαρακτηριστική επιστολή του Δ. Καραμπίλια στον Κορδάτο, από την οποία μπορούν να εξαχθούν αρκετές χρήσιμες πληροφορίες: 

Πάτρα 20 Μαΐου 1947 

Αγαπητέ Κορδάτο γεια σου. 

Διαβάζω πάντοτε τα ιστορικά σου σημειώματα, όπου δημοσιεύονται τόσο στο Ρήγα, όσο και αλλού. Εθεώρησα υποχρέωσή μου να σου γράψω την παρούσαν, για να διαφωνήσω σε ένα πράγμα που το επαναλαμβάνεις εις το δημοσίευμα περί της πρώτης σοσιαλιστικής εφημερίδας δηλ. της “Ελληνικής Δημοκρατίας”. Σ’ αυτό επαναλαμβάνεις ότι ο Αμπελικόπουλος ήτο μηχανικός. 

Και άλλοτε που σου είχα γράψει για μερικά πράγματα που δημοσιεύτηκαν στην Ιστορία του Εργατικού μας κινήματος και μου είπες απαντητικά ότι θα διορθωθούν σε άλλη έκδοση. 

Προκειμένου τώρα για τον Αμπελικόπουλο έρχομαι να σου δώσω μερικές εξηγήσεις. Ο Αμπελικόπουλος ήτο καθηγητής των μαθηματικών στο Γυμνάσιο των Πατρών. Αυτό σου το είχα γράψει αλλά δεν έδωσες πίστη εις εμέ αλλά εις τον αποστάτη προδότη και παλιάνθρωπον Αλ. Ευμορφόπουλο, ο οποίος δεν αποκλείεται και σκοπίμως να διαστρέβλωσε την αλήθεια. 

Λοιπόν, για να εξηγηθώ καλύτερα σου κάνω γνωστό το εξής. Την δε πληροφορία μου την κατέχω από τον παλαιόν φίλον μας Βασίλη Καλλιοντζή, την εποχήν εκείνην Ρηγοπουλικόν δημοκρατικόν και αργότερα συνεργάτη μας και μεταφραστή (Όμιλος Επί τα Πρόσω). Λοιπόν, τρία χρόνια προ της εκδόσεως της “Ελληνικής Δημοκρατίας”, καθηγητής των μαθηματικών ήτο στην Πάτρα ο Ζαλούχος. Ο Ζαλούχος επαρέδιδε και μαθήματα κατ’ οίκον, προγυμναστής. Ήτο όμως και ένθερμος παιδεραστής. Μίαν μέραν δεν ημπόρεσε ο άνθρωπος και προέβη στον βιασμόν ενός Γυμνασιόπαιδου, μαθητή του. Έγινε μεγάλο σκάνδαλο στην Πάτρα. Αστυνόμος της δημοτικής αστυνομίας ήτο τότε ο Βασίλης Καλλιοντζής (δικηγόρος) ο οποίος προέβη εις την σύλληψη του Ζαλούχου, ο οποίος και επαύθη αμέσως από της θέσεώς του. Εις αντικατάστασιν αυτού, ήλθεν ο Αμπελικόπουλος ο οποίος ήτο καθηγητής στο γυμνάσιον Μεσολογγίου. Από την άφιξη του Αμπελικόπουλου αρχίζει η σοσιαλιστική κίνησις, αφού ευρήκε και εις την Πάτρα το υλικόν που του εχρειάζητο. Μορφωμένος εις την Ευρώπην, υπήρξεν η ψυχή του Δ.Σ. Έτσι έχει το πράγμα.

Όσο για τον Αλ. Ευμορφόπουλο, αυτός υπήρξεν ο σαμποταριστής του κινήματος από δουλειά του και παλιανθρωπιά του. Επέρασε κατόπιν στην αντίδραση. 

Και έχω να σου εκθέσω και δια αυτό ένα άλλο γεγονός. Όταν αποφασίσαμε με τον Σταυρόπουλο, Κοτζιά και εγώ να εκδόσουμε το “Εμπρός” στο δεύτερο φύλλο εδημοσιεύσαμε ένα κύριο άρθρο γραμμένο από τον Βασίλη Δουδούμη, με τίτλο “Συμπόνια και Κόλαφος”. Το θέμα ήταν ότι εκείνη την εβδομάδα, κάποιοι κύριοι του Αρχοντάτου των Πατρών, επήραν ένα αμάξι και μετέβησαν εις μίαν έπαυλην, όπου ελάμβανον χώραν γλέντια και όργια. Επί πολλήν ώραν ο δυστυχής ο αμαξάς επερίμενε την πληρωμή του, και όταν επιτέλους την εζήτησε, εδάρη από τους κυρίους άρχοντες! 

Δεύτερον γεγονός ήτο ακριβώς την αυτήν εβδομάδα, ο εμποράκος Γεώργιος Παπαδιαμαντόπουλος, βουλευτής Τρικουπικός, αφού μετά φίλων του μπεκρούλιαζε σε ένα καφενείο των Αθηνών, στο τέλος έδειρε ανηλεώς το γκαρσόνι που του ζήτησε την πληρωμή. Το “Εμπρός” έγινε ανάρπαστον, αλλά στην επομένη Κυριακήν οι ενδιαφερόμενοι, προπορευομένου του Αλ. Ευμορφοπούλου, μετέβησαν εις το Πρακτορείον των Εφημερίδων και απαίτησαν την μη κυκλοφορίαν του “Εμπρός”. Ο Ευμορφόπουλος, υποκριτής του χειρίστου είδους, αντιπροσώπευε στην Πάτρα τον βουλευτήν Πατρών Γεώργιο Παπαδιαμαντόπουλο, επέδειξε σ’ αυτό το βρωμερότερον πρόσωπον.

Για κάτι τέτοια ζητήματα, έχω αρχίσει να γράφω μια ιστορία του κινήματός μας από το 1878-1900. Εάν έλθει κανένας και σου ζητήσει δήθεν εκ μέρους μου εφημερίδες ή άλλο τι, βιβλία που σου έχω δώσει, να μη δώσεις τίποτε. Αν καμιά φορά τα οικονομίσω, θα έλθω ο ίδιος προς αντάμωσή σου.

Στο τελευταίο σου σημείωμα για την Επτάνησο έπρεπε να γράψης ότι αυτή εδώθη στην Ελλάδα από τους Άγγλους διότι δεν ημπορούσαν πλέον να σταθούν εκεί, αλλά αφού απέτυχαν να φέρουν βασιλιά στην Ελλάδα τον πρίγκιπα του Βελγίου Λεοπόλδο και για να δεχθούν οι Έλληνες ένα ακόμη παιδί, επρόσφεραν την Επτάνησο για να ρίξουν στάχτη στα μάτια του ελληνικού λαού. 

Δεν ηξέρω αν έχεις υπόψιν σου, άρθρα για την Επτάνησο του Βρετανικού Αστέρος του Στεφάνου Ξένου, τα φύλλα 21 Φεβρουαρίου 1861, Μαρτίου 21, Μαρτίου 22 του αυτού έτους και από τότε έως την ένωσιν. Ίσως να τα εύρεις στην Εθν. Βιβλιοθήκη.

Σε εκούρασα ίσως ολίγον με τα γραφόμενά μου, ελπίζω όμως να με συγχωρέσεις. Υμέτερος

Δ. Καραμπίλιας.

 

Ο Δ. Καραμπίλιας, εκτός από τα απομνημονεύματά του και τη συγγραφή άρθρων για την ιστορία του εργατικού κινήματος, είχε μεταφράσει και άρθρα επιφανών αναρχικών θεωρητικών, όπως το άρθρο του Π. Κροπότκιν με τίτλο «Όλοι σοσιαλισταί», το οποίο δημοσιεύτηκε στην ημερήσια εφημερίδα της Πάτρας Η Σημερινή, την Πέμπτη, 14 Μαρτίου 1946. Έχει σημασία η χρονική στιγμή μετάφρασης και δημοσίευσης του άρθρου αυτού, γιατί συμπίπτει με την προετοιμασία εμφυλίου πολέμου από τον Ζαχαριάδη και το ΚΚΕ, κάτι που αντιμαχόταν ο Δ. Καραμπίλιας, ο οποίος συμφωνούσε, μεν, με τη λαϊκή αντιστασιακή δράση κατά του γερμανικού στρατού κατοχής, αλλά διαφωνούσε ριζικά με μια πραξικοπηματική εκμετάλλευση του όλου αγώνα από το ΚΚΕ, που θα είχε ως αποτέλεσμα μια δικτατορία σταλινικού τύπου στην Ελλάδα. Το άρθρο είναι το ακόλουθο: 

 

ΟΛΟΙ ΣΟΣΙΑΛΙΣΤΑΙ!

Μόδα των ταχυδακτυλουργικών πολιτικών σήμερον, όπως και προ 150 ετών! Ένα επίκαιρον άρθρον του Κροπότκιν. Ενώ όλοι εδώ – ασύδοτοι – ομιλούν περί σοσιαλισμού, γίνεται πάλιν επίκαιρον ένα άρθρον του Πέτρου Κροπότκιν, γραμμένο τον Σεπτέμβριον του 1881, όταν παρομοία μόδα είχεν εξαπλωθή εις την πολιτικήν κίνησιν της Ευρώπης. Δημοσιεύομεν κατωτέρω μετάφρασιν του άρθρου αυτού, κατά παραχώρησιν του φίλου της “Σημερινής” παλαίμαχου σοσιαλιστού κ. Δημ. Καραμπίλια, ο οποίος είχε την ευκαιρίαν να γνωρίσει τον συγγραφέα του, διάσημον πρίγκιπα επαναστάτην. Αφότου η σοσιαλιστική ιδέα ήρχισε να εισχωρή εις τους κόλπους των εργατικών μαζών, παρουσιάζεται ένα περίεργον φαινόμενον. 

Οι χειρότεροι εχθροί του σοσιαλισμού, εννοήσαντες ότι το καλύτερον μέσον να τιθασεύσουν τον σοσιαλισμόν είναι να υποκριθούν αυτοί ότι είναι οπαδοί του, σπεύδουν να δηλώσουν, ότι είναι σοσιαλισταί. Βλέπετε χονδροαστούς που εκμεταλλεύονται ανηλεώς τον εργάτην, την εργάτριαν, το παιδί, τους μιλάτε δια την σκανδαλώδη ανισότητα του πλούτου, δια τας κρίσεις και την αθλιότητα που συνεπάγεται. Τους μιλάτε δια την ανάγκην τροποποιήσεως του συστήματος ιδιοκτησίας, ώστε να βελτιωθή η κατάστασις των εργατών. Ο αστός έξυπνος, σπεύδει να σας δηλώσει: “Φυσικά! Και εγώ είμαι σοσιαλιστής σαν εσάς! Είμαι σύμφωνος σε όλα! Όμως, ξέρετε; Όχι να τα ανατρέψουμε όλα δια μιας, πρέπει να προχωρήσουμε στα μαλακά!” Και σας αφήνει, πηγαίνοντας να απομυζήση, “στα μαλακά” μερικά ακόμη χρήματα από τους εργάτας του, επί τη προόψει των ζημιών, που η σοσιαλιστική κίνησις δυνατόν μίαν μέραν να του προξενήση. Άλλοτε, θα σας εγύριζε την ράχη. Σήμερα επιζητεί να σας κάμη να πιστέψετε ότι συμμερίζεται τας ιδέας σας, δια να σας πνίξη ευκολώτερα, ευκαιρίας τυχούσης. Αυτό παρουσιάσθη ιδίως εις τας τελευταίας εκλογάς της Γαλλίας. (Σημ. Το άρθρον αυτό εγράφη τον Σεπτέμβριον του 1881). 

Εις κάθε πολιτικήν συγκέντρωσιν, όπου εγίνετο νύξις περί του κοινωνικού ζητήματος, ο ψηφοθήρας έσπευδε να δηλώση ότι και αυτός είναι οπαδός του σοσιαλισμού, εννοείται, του σοσιαλισμού των ταχυδακτυλουργών. Τα δύο τρίτα των υποψηφίων εδήλωσαν εις τους ψηφοφόρους των ότι θ’ ασχοληθούν εις την Βουλήν με το κοινωνικόν ζήτημα. Ο Κλεμανσώ εκηρύχθη σοσιαλιστής και ο Γαμβέτα, παρ’ ολίγον. Αν δεν υπολόγιζεν εις την υπερτάτην ευτυχίαν να ασπασθή την χείρα κάποιας Μεγαλειότητος, δεν θα παρέλειπε να κηρυχθή απροκαλύπτως σοσιαλιστής. 

Ο Βίσμαρκ δεν εδίστασε καθόλου. Εδήλωσεν ότι είναι σοσιαλιστής περισσότερον παντός άλλου, σοσιαλιστής εξοχώτατος. Οι καλόγηροι και οι παπάδες δεν υστερούν. Ο ιεροκήρυξ της Αυλής του Βερολίνου κηρύττει σοσιαλισμόν. Καθώς γράφουν αγγλικά φύλλα, φαίνεται ότι και ο Τσάρος φαντάζεται ότι κατέχει τον αληθινό σοσιαλισμό, αφότου ετοποθέτησε στο τραπέζι του (του γραψίματος) ένα κομμάτι μαύρο ψωμί από χόρτα και λιγοστό αλεύρι, δια να του επενθυμίζη διαρκώς ποια είναι η τροφή των ρώσσων χωρικών. Δεν περιμένει, ως φαίνεται, παρά την ευλογίαν του Βίσμαρκ και των πατριαρχών Αντιοχείας και Κωνσταντινουπόλεως για ν’ αρχίση να εφαρμόζη τας σοσιαλιστικάς του θεωρίας. 

Εν τέλει, όλοι σοσιαλισταί! 

Τοκογλύφοι, που κερδοσκοπούν επί της τιμής του ψωμιού για ν’ αγοράσουν κοσμήματα των γυναικών τους. Εργοδόται που οι εργάται των πεθαίνουν από φθίσιν και τα παιδιά τους από ατροφίαν. Χωροφύλακες που τους υπηρετούν. Όλοι αυτοί, αν ενεργούν ερεύνας, αν φυλακίζουν και απαγχονίζουν τους σοσιαλιστάς, αν σκοτώνουν τους εργάτες και τα παιδιά τους, αν τσαλαβουτούν στην πολιτική και το χρηματιστήριο όλα τα κάμνουν δια να επιταχύνουν τον θρίαμβον του αληθινού σοσιαλισμού! 

Αυτό το θέαμα μας προξενεί λύπην. Μας αποδεικνύει ότι η αστική τάξις συνωμοτεί δια την πλαστογράφησιν του σοσιαλισμού, όπως ακριβώς χθες επλαστογράφησε την δημοκρατικήν ιδέαν. Μας αποδεικνύει ακόμη ότι άτομα θεωρούμενα άλλοτε ως σοσιαλισταί εγκαταλείπουν την ιδέαν - μητέρα του σοσιαλισμού και περνούν εις το στρατόπεδον του αστισμού, διατηρούντες, ως προσωπίδα, την ετικέττα του σοσιαλισμού. Ποία υπήρξεν η ιδέα μητέρα του σοσιαλισμού;

- Η ιδέα της ανάγκης να καταργηθή η μισθοδουλεία, να καταργηθή η ατομική ιδιοκτησία του εδάφους, των σπιτιών, των πρώτων υλών, των εργατικών εργαλείων, μονολεκτικώς του κεφαλαίου. “Παραδέχεσθε αυτήν την ανάγκην; Συγκατατίθεσθε να ζήτε βάσει των αρχών αυτών;”. 

Αυτό ερωτούσαν άλλοτε τον νεοερχόμενο, προτού του τείνουν το χέρι δια να τον υποδεχθούν ως σοσιαλιστήν. Δεν τον ερωτούσαν αν συμφωνή εις την ανάγκη να καταργηθεί η ατομική ιδιοκτησία μετά διακόσια ή χίλια χρόνια! Είναι τεμπελιά να θέτη κανείς ερωτήματα δια το τι θα γίνη μετά διακόσια χρόνια! Η κοινωνική μεταβολή διεκηρύσσετο δια την επαύριον! Αυτή η ιδέα ήτο η γραμμή διαχωρισμού των σοσιαλιστών και εκείνων οι οποίοι παραδέχοντο την ανάγκη βελτιώσεως της τύχης του εργάτου, που ανεγνώριζαν ακόμη ότι ο κομμουνισμός… είναι καλός ως σύστημα, αλλά δεν παραδέχοντο την εφαρμογήν του από της μιας μέρας εις την άλλην. 

Ένας συνταγματάρχης της Ρωσσικής χωροφυλακής έλεγε εις ένα φίλο μας ότι και αυτός επίσης ευρίσκει θαυμάσιον το κομμουνιστικόν ιδεώδες, αλλά δεδομένου ότι το ιδεώδες αυτό δεν μπορεί να εφαρμοσθή προ της παρελεύσεως 200, ίσως και 500 ετών, ο φίλος μας έπρεπε να καθήση εις την φυλακήν, προς τιμωρίαν δια την προπαγάνδαν που είχε κάμει υπέρ του ιδεώδους συστήματος.

Παρομοίως με τον συνταγματάρχην της χωροφυλακής, υπάρχουν σήμερα άνθρωποι υποστηρίζοντες ότι η κατάργησις της ατομικής ιδιοκτησίας αποτελεί ουτοπικόν μυθιστόρημα και ότι κινούμενοι δια την κατάληψιν της κυβερνητικής μηχανής μέσω αυτής θα βελτιώσουν “στα μαλακά” την τύχην του εργάτου. Ως εάν ήτο δυνατόν η αστική τάξις, κάτοχος του κεφαλαίου, να επιτρέψει εις βάρος της σοσιαλιστικά πειράματα! Όλοι σοσιαλισταί! 

Ο εργάτης πρέπει να διακρίνη ποιοι είνε οι σύμμαχοί του σοσιαλισταί και ποιοι οι εχθροί του, οι ταχυδακτυλουργοί του σοσιαλισμού. 

Ο Δ. Καραμπίλιας δεν ήταν καθόλου ικανοποιημένος από τα τότε γραφόμενα στον αριστερό Τύπο και τη σχετική βιβλιογραφία με την ιστορία του εργατικού και σοσιαλιστικού κινήματος, αφού τα περισσότερα ιστορικά στοιχεία είτε παραποιούνταν είτε δεν αναφέρονταν καν. Έτσι, είχε αρχίσει να γράφει τα απομνημονεύματά του, για να απαντήσει σε όλα αυτά. Το 1954 είχε δε φτάσει σχεδόν στο τέλος τους ώστε να αρχίσουν να δημοσιεύονται σε συνέχειες στην Ημέρα. Μάλιστα, ήταν έτοιμος να γράψει ιστορικό άρθρο σχετικά με τα πραγματικά γεγονότα και τις πραγματικές συνθήκες της επίθεσης του Δημήτρη Μάτσαλη εναντίον των Φραγκόπουλου και Κόλλα το 1896 και να το δημοσιεύσει στην ίδια εφημερίδα, άρθρο το οποίο θα αποτελούσε απάντηση σε σχετικά ανακριβή δημοσιεύματα της εφημερίδας Νεολόγος

Εξάλλου, ανάμεσα στα άλλα, ο Δ. Καραμπίλιας ασχολούνταν και με λογοτεχνικά και καλλιτεχνικά θέματα. Να ένα άρθρο του στο περιοδικό της Πάτρας Αστήρ της Ελλάδος, στις 6 Φεβρουαρίου 1927:

 

Ο ΣΙΟΡ ΖΙΛΛΣΧΙΛΛΕΡ – ΜΠΕΤΟΒΕΝ

ΑΝΕΚΔΟΤΟΙ ΙΣΤΟΡΙΚΑΙ ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

Επί της ζωής των δύο τούτων μεγάλων ανδρών της τέχνης υπήρξαν και ίσως να υπάρχουν ακόμη άγνωστοι λεπτομέρειαι. Προ τινων ετών δυο θαυμασταί των, ο ένας Γάλλος και ο άλλος Ελβετός, αμφότεροι στενώς συνδεδεμένοι δια φιλίας, είχον επιδοθή εις την έρευναν αγνώστων λεπτομερειών επί της ζωής αφ’ ενός και των σχέσεων αφ’ ετέρου, αι οποίαι συνέδεσαν τας δύο μεγάλας της τέχνης διανοίας. Εκ της ερεύνης των προέκυψαν τα ακόλουθα: 

“Την Κυριακήν 26ην Αυγούστου 1792, έτος 4ον της Ελευθερίας και πρώτον της ισότητος, κατά την συνεχή συνεδρίασιν της Εθνικής Νομοθετικής Συνελεύσεως, η οποία είχεν αρχίσει τας εργασίας της την 10ην Αυγούστου, παρουσιάσθη προς αυτήν επιτροπή απεσταλμένη παρά διαφόρων ομίλων, εις την οποίαν επέτρεψαν την είσοδον και η οποία εζήτει όπως ο τίτλος του “Γάλλου Πολίτου” απονεμήθη εις διαφόρους εξεχούσας προσωπικότητας ξένης Εθνικότητος, αι οποίαι προσωπικότητες δια της γραφίδος των υπερήσπισαν την υπόθεσιν της Ελευθερίας της Γαλλικής Επαναστάσεως. 

Ο τότε Πρόεδρος Λακρουά εχαιρέτησε την επιτροπήν με το “καλώς ήλθατε” και δι’ ολίγων λέξεων ευγενούς απλότητος προσεφώνησεν ως εξής: “Η Γαλλία ελευθέρα είναι λίαν ευχαριστημένη να περιβάλη με την δόξαν της όλους τους μεγάλους άνδρας ξένων χωρών, οι οποίοι ετόλμησαν να ομιλήσουν την γλώσσαν της ελευθερίας και της ισότητος εν μέσω των σκλαβωμένων συμπατριωτών τους, και η Εθνοσυνέλευσις ωρισμένως θα τους είπει: “Είσθε Γάλλοι πολίται”. 

Ο Βινιώ, υποστηρίζων τους απεσταλμένους με την ευγλωττίαν των ωραίων ημερών του εφώνησεν: “Όχι, δεν είναι μόνον δι’ ημάς, ούτε δια το μικρόν αυτό μέρος του πλανήτου μας που ονομάζεται Γαλλία, όπου εγκαθιδρύσαμεν την ελευθερίαν, ώστε μόνον επί της Πλατείας Βανδώμ να συγκεντρωθή το καταφερθέν κτύπημα κατά του δεσποτισμού. Ο αντίκτυπος πρέπει να γίνη αισθητός παντού όπου υπάρχουν δεσπόται. Οποίος ασφαλέστερος τρόπος προς εξασφάλησιν της Γαλλικής Ελευθερίας να συμμετάσχουν οι φιλόσοφοι των ξένων Εθνών εις τους κινδύνους της, αναλαβόντες την υπεράσπισίν της”. 

Ο Λακρουά, χωρίς να φέρη καθαρά καμμίαν αντίστασιν εις την πρότασιν είπεν: “Επεθύμουν, όπως ο τίτλος του “Γάλλου Πολίτου” δοθή εις ξένους κατόπιν αιτήσεώς των”. Ο Γκαδέ απήντησεν εις ένα εμφαντικόν τόνον της εποχής του: “Θέλεις (δηλ. ο Πρόεδρος) όπως οι ξένοι ζητήσουν μόνοι των τον τίτλον του Γάλλου Πολίτου”. Αλλ’ όταν η πόλις των Αθηνών προσέφερε τον τίτλον του “Αθηναίου πολίτου” προς τον Ηρακλέα, ο ήρως εκείνος δεν τον είχεν ζητήσει προηγουμένως. Όταν η Πολωνία εκαλούσε τον συγγραφέα του “Αιμιλίου” δια να της συντάξη ένα σύνταγμα ο Ζαν Ζακ δεν είχεν ζητήσει τοιαύτην τιμήν. Ο Πρόεδρος θέλει όπως οι ξένοι ζητήσουν μόνοι των τον τίτλον. 

Αλλ’ αυτό το θυσιαστήριον της ελευθερίας, μήπως θα είναι καμμιά ακαδημία, ή δια να λάβη τις μίαν εύνοιαν, τι λέγω, μίαν δικαιοσύνην πρέπει να την ζητήση μόνος του: Ο Διδερώ και ο Ρουσσώ δεν υπήρξαν ποτέ ακαδημαϊκοί, διότι ποτέ δεν το εζήτησαν”. 

Η αντιπολίτευσις ηττήθη. Δια διατάγματος της 26 Αυγούστου 1792 ο τίτλος του “Γάλλου πολίτου” εδόθη εις οκτώ ξένας προσωπικότητας, μεταξύ των οποίων οι Κλόποστοκ, Πεσταλόζι, Πρίστλεϋ, Ουάσιγκτων, Κοσίκοζη και σιόρ Ζίλλ. Το τελευταίον αυτό όνομα παρουσίασθη στο Γαλλικόν κοινόν ως ένα αίνιγμα. “Ποιος μπορεί να είναι αυτός ο Σιορ Ζιλλ;” Ο Σιορ Ζιλλ όταν ακόμη εφοίτα εις το Κολλέγιον είχε συνθέσει ένα δραματικόν έργον υπό τον τίτλον “Οι Λησταί”. Εις ηλικίαν είκοσι δύο ετών εγκατέλειψε την Πατρίδαν του Βιτεμπέργην, μετά της οικογενείας του, διότι ο Δουξ Κάρολος-Ευγένιος του απηγόρευσε να γράφη όπως εσκέπτετο με την ρητήν απειλήν ότι θα τον έρριπτεν εις τας φυλακάς. 

Μόλα ταύτα οι “Λησταί” επαίχθησαν την 13 Ιανουαρίου 1782 εις το θέατρον της Μάνχεϊμ με καταπληκτικήν επιτυχίαν. Εδώ εξηγείται το παν. Τώρα καθένας καταλαβαίνει την αινιγματικότητα των λέξεων “Σιορ Ζιλλ» που δεν ήτο άλλος από τον Φρειδερίκον Σχίλλερ. Δεν είναι καθόλου απίθανον εξ αιτίας μιας κακής προφοράς και εις στιγμήν κανενός επεισοδίου της Συνελεύσεως να εγγράφη κατά τρόπον αστείον εις τον κατάλογον των τίτλων του Γάλλου Πολίτου το όνομα του συγγραφέως του “Άσματος του Κύκνου” του “Γουλιέλμου Τέλλου” και τόσων άλλων αριστουργημάτων. 

Οι “Λησταί”, λοιπόν, απεκάλυψαν το όνομα Σχίλλερ. Αλλά και ένα άλλο έργον του Σχίλλερ, όχι ολιγότερον χαρακτηριστικόν, εφαίνετο ότι είχεν ενθουσιάσει τους άνδρας της Γαλλικής Επαναστάσεως. Τούτο ήτο ο “ύμνος προς την χαράν”, θαυμάσιον λυρικόν ποίημα, ανερχόμενον εις το έτος 1785. Η πρώτη μετάφρασίς του εις την γαλλικήν εδημοσιεύθη εις το περιοδικόν “Thalie”, περιέχουσα δρυμείς στροφάς κατά των τυράννων και δημίων του λαού, ως η “Μασσαλιώτις”. Το υπόλοιπον του έργου απετελείτο από μίαν μεγαλειώδη έκκλησιν προς την “αδελφότητα των λαών!”. 

Το μέρος αυτό του “ύμνου προς την χαράν” έχει συνθέσει ο μέγας Μπετχόβεν, κατέστησε δε τοιουτοτρόπως τον Σχίλλερ τον εκλεκτότερόν του συνεργάτην και συνάμα Γάλλον Πολίτην. Εξ αυτής της συνεργασίας των δυο μεγάλων διανοιών Σχίλλερ-Μπετχόβεν, προήλθον τα μεγαλουργά έργα του Μπετχόβεν, ως η “Συμφωνία μετά χορού”, εις την οποίαν τέσσερα in solo και ένας χορός κατά το δυνατόν πολυάριθμος άδων εις όλα τα σχήματα επιτυγχάνει εις όλας τας υψηλάς εκδηλώσεις την ανθρωπίνην χαράν και την εκδήλωσιν της παγκοσμίου αδελφότητος. Η “συμφωνία μετά χορού” ετελείωσε κατά το έτος 1824 και εξετελέσθη το πρώτον εις την Βιέννην κατά το έαρ του αυτού έτους. Έμεινεν όμως άγνωστος εις το πολύ γαλλικόν κοινόν μέχρι του 1831, εις δε την Γερμανίαν παρεγνωρίσθη μέχρι του 1849. Κατ’ εκείνην την εποχήν ο γνωστός επαναστάτης Βακουνήν την ήκουσεν εις Δρέσδην από συμφωνικήν ορχήστραν διευθυνομένην υπό του Ριχάρδου Βάγνερ, ο οποίος ήρχετο ακριβώς δια να την αναστήση. 

Η εντύπωσις του Βακουνήν υπήρξε τοσούτον ισχυρά, ώστε λησμονήσας προς στιγμήν πάσαν σύνεσιν, διότι κατεζητείτο δραστηρίως υπό της αστυνομίας, τρέχει προς τον Βάγνερ εις το τέλος της εκτελέσεως και του φωνάζει: “- Εάν επρόκειτο ποτέ ολόκληρος η μουσική να εξαφανισθή κατά την παγκόσμιον κοινωνικήν επανάστασιν, θα ήτο καθήκον σας και με κάθε κίνδυνον της ζωής σας να διασώσετε αυτήν την συμφωνίαν”. Πρόκειται περί της 9ης συμφωνίας. Γεννάται όμως και η περιέργεια να μάθη κανείς εάν ο Σχίλλερ έλαβε γνώσιν του διατάγματος της τότε Γαλλικής Εθνοσυνελεύσεως, δια του οποίου απενεμείθη εις αυτόν ο τίτλος του Γάλλου Πολίτου. 

Υπό ημερομηνίαν 10ης Αυγούστου 1792, ο Υπουργός των Εσωτερικών της Γαλλικής Δημοκρατίας Ρολλάν, υπέγραψεν ιδιοχείρως επιστολήν απευθυνομένην “Προς τον κύριον Ζιλλ, Γερμανόν Δημοσιογράφον”. 

Η επιστολή φέρουσα αόριστον Διεύθυνσιν δεν έφθασεν εις τον παραλήπτην, παρά εις μακροτέραν εποχήν, κατά την οποίαν η Γαλλική Κυβέρνησις είχεν αλλάξει, και μία απάντησις προς αυτήν καθίστατο άσκοπος, δια τον λόγον ακόμη ότι αυτή η κυβέρνησις δεν αντεπροσώπευε πλέον τας αρχάς της Γαλλικής Επαναστάσεως. Ο Σχίλλερ, συνεβουλεύθη τον Γκαίτε περί του πρακτέου εις την περίστασιν αυτήν. Δεν έπραξεν όμως τίποτε. 

Ο Μπετχόβεν υπήρξεν ενθερμότατος δημοκρατικός, ο δε Σχίλλερ δια των Θεατρικών του έργων εξεγείρετο κατά της καταχρήσεως της ισχύος. Ο “Ύμνος προς την χαράν” εψάλλετο εις λαϊκούς ήχους επί μακρόν εις τα κέντρα των σπουδαστών και ήτο πάντοτε το άσμα των λαϊκών διασκεδάσεων κατά πάσης τυραννίας.

ΔΗΜ. ΚΑΡ.

 

Επίσης, ο δικηγόρος Τάσος Μιχαήλ Μαγδαληνός, στενός φίλος του Δ. Καραμπίλια, έγραφε συχνά χρονογραφήματα στις εφημερίδες Σημερινή και Ημέρα με το ψευδώνυμο Δήμος Κοσμάς. Στο παρακάτω άρθρο του στην Ημέρα, την Τρίτη, 4 Ιουλίου 1950, τεύχος 1636, μαθαίνουμε διάφορα για την καθημερινότητα στην Πάτρα του 1900, καθώς και τη σχέση της με την Ιταλία. Το άρθρο αυτό συγκροτείται από την προφορική μαρτυρία του Δ. Καραμπίλια:

Το σημειωματάριό μου “Ταραντέλλα”

Του συνεργάτου μας κ. ΔΗΜΟΥ ΚΟΣΜΑ

Έφταιγε άρα γε η νύχτα, η σπαρμένη μάγια; Έφταιγε η πανσέληνος, που εξαύλωνε όλα τα γύρω; Έφταιγε η θάλασσα με του παιδιού το γλυκανάσασμα, όπως διαγραφόταν πίσω από τα τόξα των καλοκλαδεμένων αρμυρικιών; Ή το παγωμένο οινόπνευμα που βάνει φωτιά στη φαντασία; Δεν ξέρω. 

Η γύρω μου ομορφιά μ’ έσπρωχνε να ζητήσω την εξήγηση: πώς ξεφύτρωσαν στην ερημιά, στο 18ο χιλιόμετρο του δρόμου Πατρών-Αχαΐας δύο κέντρα, που δίνουν με τα φώτα τους μια μυστηριώδη λάμψη στο έρημο νυχτερινό τοπίο; Ο άνθρωπος, που ανέλαβε να με διαφωτίσει, δεν είχε μόνον καταληφθή από τη μέθη του τοπίου – είχε και τη μέθη της ηλικίας. Όταν αγαπά κανείς είναι πάντα είκοσι χρονών, κι όταν είναι ερωτευμένος – με όλα, με το παρελθόν, με το παρόν και με το μέλλον. Ο άγουρος άρχισε να διηγιέται:

Ήταν -έχω ακουστά-μετά τον ατυχή πόλεμο του 1897, ο Γαριβάλδης, ο εθνικός ήρωας των Ιταλών, είχε γίνει και εθνικός ήρωας των Ελλήνων. Η δημοτική μούσα μας τον είχε πάρει στα φτερά της. Οι σχέσεις Ελλάδος και Ιταλίας δεν εγνώρισαν ποτέ καλύτερη περίοδο. Η αλιεία στα ελληνικά παράλια διεξαγόταν με μεγάλη κλίμακα από ιταλικά αλιευτικά. Μικρός στολίσκος απ’ αυτά άραζε κάθε βραδάκι στην παραλία του Αλισού κ’ εφοδίαζε όλα τα γύρω χωριά με σπαρταριστό ψάρι της ώρας. 

Το μεγαλύτερο κι ομορφότερο καΐκι -η ναυαρχίδα να πούμε του στόλου των αλιευτικών- ανήκε στον Πέππο, ένα μελαχροινό παλικάρι 25 χρονών, γιο Ιταλού και μιας μαύρης από την Τριπολίτιδα, που είχε ξετρελλάνει τις χαμηλοβλεπούσες κοπέλλες του τέλους του αιώνος, με την ομορφιά και την παλικαριά του… 

Το 1900 στην αρχή του καλοκαιριού, εμφανίσθηκαν δύο μελαχροινές κοπέλλες και μια ξανθή, Ιταλίδες, που έφτασαν ως εκεί με την επιθυμία να βρίσκωνται κοντά στον Πέππο – παραμερίζοντας κάθε ερωτική αντιζηλία μεταξύ τους. Και καθώς δεν μπορούσαν να βγάλουν αλλοιώς το ψωμί τους, ήλθαν σε συνεννόηση με τον παραστάτη του Λέοντος να τους φτιάσει ένα πρόχειρο παλκοσένικο, λίγο πιο κάτω από την πηγή. 

Εμφανίστηκαν για πρώτη φορά στις 29 Ιουλίου 1900, των Αγίων Αποστόλων, και τραγούδησαν πρώτο το “Εβίβα Γαριβάλδη. Εβίβα Λιμπερτά”, που προκάλεσε θύελλα ενθουσιασμού (δεν ξέρω αν μόνο πατριωτικού) στους παραθεριστές και στους άλλους χωρικούς που είχαν συρρεύσει εκεί. Έπειτα έπαιξαν σκετς, τραγούδησαν ναπολιτάνικες καντσονέτες και διάφορα εύθυμα ιταλικά τραγουδάκια, ένα από τα οποία είχε για ρεφραίν “Ταραντέλλα, ταραντέλλα, ταραντέλλα”. 

Τραγουδούσαν κ’ έπαιζαν με το διαβολικό μπρίο που δίνει μόνον ο έρωτας, σε τρόπο που αυτό το αυτοσχέδιο βαριετέ έγινε σεισμός για τις παντρεμένες γυναίκες και πειρασμός για τους άντρες. Διηγούνται πως ένας σταφιδάς από τα Σουδενέικα είχε κατορθώσει να διασώσει 10 χιλιόλιτρα σταφίδα απ’ τη θεομηνία του περονόσπορου του 1900. Την πληρώθηκε 1000 δρχ. το χιλιόλιτρο, πρωτοφανής τιμή για την εποχή εκείνη. 

“Πλούσιος, ευτυχής και μ’ ευρρωστία της σαρκός” – για να θυμηθούμε τον Καβάφη – πήγε να διασκεδάσει στην “Ταραντέλλα”. Αλλά το πρωί τα 10 χιλιάρικα έλειπαν από την τσέπη του. Το γεγονός έπεσε σαν βόμβα. Οι νοικοκυρές φώναζαν πως καλά του έκαμαν του παλιανθρώπου. Κάθε άνδρας έδινε την εξήγησή του κ’ οι πιο ηλικιωμένοι έλεγαν πως “οι Ταραντέλλες” παίρνουν τα λεπτά των ανδρών με μαγνήτη (ω αυτός ο μαγνήτης των ωραίων γυναικείων ματιών!)… 

Σε λίγες μέρες ο Πέππος, κατευχαριστημένος, τις πήρε περίπατο με τη “ναυαρχίδα” του στον Πάπα. Εκεί, ασυλλόγιστος καθώς ήταν σε πολλά, πήδησε από το αμπούρο, μπρος στα έκπληκτα μάτια τους, καβάλλησε ένα δελφίνι και το’σφιξε στην αγκαλιά του. Το κήτος, στην προσπάθειά του ν’ απαλλαγεί, τον έκοψε κάπου και το αίμα πλημμύρισε. Πέθανε από αιμορραγία (πριν προφτάσει το καΐκι να φτάσει στο γιατρό) μπροστά στην “Ταραντέλλα” και κατά την θέλησή του, το έρριξαν στην αγκαλιά της θάλασσας σ’ αυτό το σημείο. Εκεί ακούγεται τις νύχτες με το βοριά, κάτι σαν θρήνος… οι “Ταραντέλλες” εθρήνισαν, μαυροφορέθηκαν κ’ εχάθηκαν… Τι ρωμαντική ιστορία! 

Η επανεμφάνισις της “Ταραντέλλας” μετά μισόν αιώνα, αποτελεί ρωμαντικήν ανακύκλωση-επάνοδο προς το πνεύμα της “Ανθισμένης μυγδαλιάς”… Αυτά μου είπεν ο άγουρος Αχαιός νέος. Μεταφέρω εδώ τα λόγια του γιατί συμπαθώ τις υπερατομιστικές ανησυχίες και τα οράματα όλων των νέων –και πιο πολύ εκείνων, που τους διαφεύγει η λάμψη των στιλβόντων Εδουάρδων…

ΔΗΜΟΣ ΚΟΣΜΑΣ 

 

Με τη συμβολή του Δ. Καραμπίλια έχουν γραφεί και δυο κείμενα για το Σικάγο και την Εργατική Πρωτομαγιά του 1884 από τον Χρίστο Ριζόπουλο, που δημοσιεύτηκαν στη Σημερινή, την Τρίτη, 30 Απριλίου 1946, και στην Ημέρα την Κυριακή, 29 Απριλίου 1979:

ΕΙΣ ΤΟ ΣΙΚΑΓΟΝ, ΠΡΟ 60 ΕΤΩΝ ΟΙ ΤΕΣΣΑΡΕΣ ΑΠΗΓΧΟΝΙΣΘΗΣΑΝ ΚΑΙ Ο ΠΕΜΠΤΟΣ ΗΥΤΟΚΤΟΝΗΣΕ ΜΕ ΣΙΓΑΡΕΤΤΟ ΕΚΡΗΚΤΙΚΗΣ ΥΛΗΣ! 

Η ΕΡΓΑΤΙΚΗ ΠΡΩΤΟΜΑΓΙΑ εγεννήθη από την πάλην της εργατικής τάξεως δια την διεκδίκησιν της οκτάωρου εργασίας. Και είνε ηλικίας 60 ετών. Εγεννήθη, ακριβώς, την 1ην Μαΐου 1886, εις το Σικάγον. Επεκράτησε δε να λέγεται και “Κόκκινη Πρωτομαγιά”, διότι η πρώτη ωργανωμένη εργατική εκδήλωσις υπήρξε μία ημέρα αίματος και θανάτου. Τον Οκτώβριον του 1884, συνήρχετο εις το Σικάγον το συνέδριον της Αμερικανικής Ομοσπονδίας των Εργατικών Eνώσεων, το οποίον υιοθέτησε το σύνθημα 8-8-8 ήτοι “οκτώ ώρες εργασία, οκτώ ώρες ανάπαυσις, μόρφωσις και ψυχαγωγία, οκτώ ώρες ύπνος” και ώρισε την 1ην Μαΐου 1886 ως ημέραν γενικής απεργίας μέχρις ικανοποιήσεως του ανθρωπιστικού αιτήματος.

Αι Εργατικαί Ενώσεις προητοιμάζοντο εντατικώς δια την «μεγάλην ημέραν» και το εργατικό κίνημα προσέλαβε τοιαύτην έκτασιν, ώστε πολλοί εργοδόται εδέχοντο εκ των προτέρων την συμφωνίαν των 8 ωρών. Την οριοθετειθείσαν ημέραν εξερράγησαν 5.000 απεργίαι και έλαβον χώραν επιβλητικαί διαδηλώσεις εις όλας τας μεγάλας πόλεις της Αμερικής.

Μασσαλιώτις των Εργατών

Δια πρώτην φοράν τότε οι εργάται έψαλλον επαναστατικά θούρια και κυρίως την “Μασσαλιώτιδα των εργατών”, με ειδικούς στίχους επί της μουσικής του γαλλικού ύμνου. Ας σημειωθή, εν παρενθέσει, ότι, την Εργατικήν Μασσαλιώτιδα είχε μεταφράσει εις την Ελληνικήν ο Βασίλειος Δουδούμης, δικηγόρος και πρόεδρος του πρώτου εν Πάτραις εργατικού σωματείου “Σοσιαλιστική Αδελφότης” του 1895. Η πρώτη στροφή ήτο:

- Εμπρός, παιδιά της λευτεριάς, 

η δόξα τώρα μας καλεί. 

Κάτω ο τύραννος παράς. 

Τα παιδιά μας κλαιν για ψωμί. 

Και η επωδός:

Εργάται των εθνών

Μια γνώμη, μια καρδιά.

Με δύναμη, με ένωση.

Η νίκη είνε για μας.

Οι κεφαλαιοκράται και οι αμερικάνοι κυβερνήται απεφάσισαν να σπάσουν τον αγώνα των εργατών μεταχειριζόμενοι τα όπλα. Και έτρεξε αίμα εις πολλάς πόλεις, εκείνο όμως που έγινεν εις το Σικάγον έμεινεν ιστορικόν, διότι εκεί η καταστολή του εργατικού κινήματος υπήρξεν εξαιρετικώς αγρία και αλιτήριος. 

Το βράδυ της 7ης Μαΐου 10.000 απεργοί είχον συγκεντρωθή έξω από το εργοστάσιον γεωργικών εργαλείων του Μακ-Κόρμικ δια να εμποδίσουν απεργοσπάστας. Ένα σώμα της ιδιωτικής αστυνομίας επέπεσε κατά των διαδηλωτών με αποτέλεσμα τον φόνον ενός και τον τραυματισμόν εκαντοντάδων. 

Δια να διαμαρτυρηθούν εναντίον της επί μίαν ήδη εβδομάδα συνεχιζόμενης σφαγής, 15.000 εργάται παρευρέθησαν εις συλλαλητήριον εις την πλατείαν Φλαιημάρκετ, όπου ήκουσαν τους λαϊκοτέρους ρήτορας της πόλεως, τον Αύγουστον Σπις, τον Σαμουήλ Φίλντεν και τον Αλμπερ Πάρσον. Μόλις ενύκτωσε και ο λαός ήρχισε να διαλύεται προσεβλήθη χωρίς αιτίαν από 20 αστυνομικούς. Επρόκειτο περί σατανικού σχεδίου. 

Μέσα στο σκοτάδι, ένας “βαλτός” παρεισέφρυσε μεταξύ των εργατών και επέταξε μίαν βόμβαν εις το μέσον των αστυνομικών. Τότε ήρχισε μια σφοδρά επίθεσις με όπλα και περίστροφα κατά των εργατών. Επηκολούθησεν η σύλληψις των επί κεφαλής της εργατικής κινήσεως και η εις θάνατον καταδίκη, των Εργατικών αγωνιστών Αύγουστου Σπις, Λουίς Λιγκ, Άλμπερ Πάρσον, Τζωρτζ Έγκελ και Άντολφ Φίσερ. Η δίκη των υπήρξε μία σκηνοθεσία. Οι κατηγορούμενοι, ήσαν εις την πραγματικότητα, κατήγοροι της κεφαλαιοκρατικής και αντιχριστιανικής οργανώσεως της κοινωνίας, πηγής τόσων δεινών και εγκλημάτων. 

Ιδίως η απολογία του Αυγούστου Σπις υπήρξε μνημειώδης και προφητική των συγχρόνων Κρατικών μεταρρυθμίσεων. Όταν ήλθεν η σειρά του ν’ απολογηθή, υψώθη από το ειδώλιο σαν δρυς και έτσι τους ωμίλησεν ο μελλοθάνατος: Κύριοι δικασταί, Αν σκέπτεσθε σοβαρώς ότι με τις κρεμάλες μπορείτε να σταματήσετε το κίνημα, που εξωθεί εκατομμύρια γονατισμένων από την καταπίεσιν εργατών προς την εξέγερσιν, είσθε, μα την αλήθεια, “πτωχοί τω πνεύματι”. Τότε, θα μας κρεμάσετε με το δίκιο σας. Έπειτα, αυτό είνε το καλύτερο που έχετε να κάμετε. Κρεμάστε μας! Αλλά, η κατάληξις, ποια θα είνε; Εάν δεν την βλέπετε, εγώ σας την αγγέλλω. Γύρω σας, κάτω σας, δίπλα σας, πάνω σας, από όλες τις μεριές σας, θεριεύει μια φωτιά. Το έδαφος σαλεύει κάτω από τα πόδια σας. Βαδίζετε, κυριολεκτικώς, επάνω σε μια υπόγεια φωτιά. Θέλετε να την αγνοήτε; Δεν θα την αποφύγετε.Θέλετε να απαλλαγήτε, άπαξ δια παντός, από όλους τους “συνωμότας”; Απαλλαγήτε από τους αυθέντας της βιομηχανίας, οι οποίοι εδημιούργησαν την ανήθικον περιουσίαν των από το κλεμμένο αντίτιμον της εργασίας που δεν επληρώθη. Καταργήσατε τον εαυτό σας Κύριοι Προνομιούχοι. Διατί; Διότι σεις, με την συμπεριφοράν σας, είσθε οι πρώτοι υποκινηταί της επαναστάσεως. Καταργήσατε την αρπαγήν και την λεηλασίαν, Κύριοί μου. Αλλά, αυτή είναι η απασχόλησίς σας. Είνε η ανήθικος αποστολή μιας εκατοντάδος ανθρώπων, οι οποίοι προτιμούν ν’ απολαμβάνουν το παν, χωρίς να κάμνουν τίποτε.Κοιτάξετε τι έχει γίνει. Οι εργάται έχουν πετσοκοφτεί και σεις, ω Χριστιανοί μου και καλοί μου και ευγενικοί αστοί, σεις είσθε οι κοινωνικοί γύπες, που τρέφεσθε από τα πτώματα. Θέλετε να κάμομε έναν περίπατο στα στενά δρομάκια της πολιτείας αυτής, εκεί όπου φθίνουν οι αληθινοί δημιουργοί του πλούτου; Πάμε μαζί εις τα ανθρακωρυχεία του Χόκιγκ-Βάλευ; Δεν θα βρούμε ανθρώπους, θα βρούμε κινούμενα πτώματα. Η γενική κρατικοποίησις των μέσων παραγωγής καθίσταται αναπόφευκτος αναγκαιότης. Αρχίζει η εποχή του σοσιαλισμού και της παγκοσμίου συνεργασίας. Ιδιωτική βιομηχανία, σημαίνει αναρχούμενη βιομηχανία. Μετρημένα άτομα χρησιμοποιούν προς όφελός των τας εφευρέσεις. Ο κόσμος είνε δια τους ολίγους. Δεξιά και αριστερά πέφτουν οι όμοιοί των, θύματα του πλούτου και της καλοζωίας των. Ολίγον τους ενδιαφέρει. Με τας μηχανάς των μετατρέπουν το ανθρώπινο αίμα σε βώλους χρυσαφιού. Την ίδια την υγεία των ανηλίκων. Με την πολλήν εργασίαν, δολοφονούν τα γυναικόπαιδα. Με την ανεργίαν σκοτώνουν. Και αυτοί οι άνθρωποι σου λέγονται Χριστιανοί! Γνήσιοι Χριστιανοί! Εμείς παρέβημεν τους νόμους σας, δια να δείξουμε εις τον λαόν εις τι αποβλέπουν όλοι σας οι θεσμοί: εις το να εγκαθιδρύσουν, εις την χώραν αυτήν, μίαν ολιγαρχίαν, ομοία της οποίας εις κτηνωδίαν, δεν υπάρχει ουδαμού της γης! Και τώρα, αι ιδέαι, που εδώ υπερασπίζω, μάθετε, είνε ιδικαί μου και μου είνε αδύνατον να τας εγκαταλείψω. Δεν είνε ρούχα να τα βγάνης και να τα παρατήσης. Νομίζετε ότι θα μπορέσετε ν’ απαλλαγήτε από τας ιδέας αυτάς, που κερδίζουν καθημερινώς έδαφος, αποστέλλοντες ημάς εις την αγχόνην; σας προκαλώ να αποδείξετε αν υπάρχη ίχνος ψευτιάς εις τα λεγόμενά μου. Αν όμως κρίνετε ότι το τίμημα της αληθείας είνε θάνατος –τότε θα πληρώσουμε. Ενώπιον του θανάτου σας περιφρονούμεν! Εμπρός! Καλέσατε τον δήμιόν σας! Η αλήθεια, που εκρεμάσθηκε εις τον πρόσωπον του Σωκράτη, του Χριστού, του Ιορδάνη Μπρούνο, του Χούζ, του Γαλιλαίου, ζη ακόμη, δεν απέθανε. Πολλοί άλλοι μαζί τους, ατέρμων λεγεών, προηγήθησαν εις την οδόν αυτήν, Ιδέτε μας! Είμεθα έτοιμοι καθ’ όλα, να τους ακολουθήσωμεν εις την αιματωμένην πορείαν!

Το δραματικό τέλος

Την 11ην Νοεμβρίου 1887 οι τέσσαρες εκ των καταδίκων εις θάνατον απηγχονίσθησαν, ενώ ο πέμπτος σύντροφος των ο Λιγκ, την παραμονήν της εκτελέσεως ετίναξε το κεφάλι του με ένα σιγαρέττο εκρηκτικής ύλης. Και έτσι η Πρωτομαγιά είχε τους μάρτυράς της.

Ο όρκος των εργατών

Το πένθος υπήρξε παγκόσμιον. Και το σοσιαλιστικόν συνέδριον των Παρισίων του 1889, κατόπιν προτάσεως του γεν. γραμματέως της Αμερικανικής Ομοσπονδίας Εργασίας Γκόμπερς, καθιέρωσε την 1ην Μαΐου ως ημέραν απεργίας και διαμαρτυρίας των εργατών όλων των εθνών. Οι εργάται, αναμημνισκόμενοι της πρώτης Πρωτομαγιάς με τους μάρτυρας του Σικάγου, έδωσαν όρκον να συνεχίσουν… αγώνα. Επανειλημμένα … Πρωτομαγιά εις την … εβάφη εις το αίμα αλλά το αίμα αυτό δεν εχύθη επι ματαίω. Το οκτάωρον επεβλήθη και άλλαι εργατικαί νίκαι εσημειώθησαν, στάδια εις την πορείαν δια μίαν δικαιωτέραν κοινωνίαν.

Το μνημείο των μαρτύρων

Η δημοσιευμένη εικών, με τους πέντε μάρτυρας της πρώτης Πρωτομαγιάς και με την επιγραφήν “Ενθυμήσθε την 11ην Νοεμβρίου 1887” παρεχωρήθη εις την “Σημερινήν” μαζί με τας ιστορικάς πληροφορίας, εκ του αρχείου του παλαιού σοσιαλιστού Δημ. Καραμπίλια. 

ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΕΡΓΑΤΕΣ ΤΟΥ ΣΙΚΑΓΟ ΤΟ 1886

Πώς γράφτηκε με αίμα η ιστορία της Πρωτομαγιάς

Η ειρηνική συγκέντρωση για 8ωρο μετετράπη σε σφαγή

ΑΠΑΓΧΟΝΙΣΤΗΚΑΝ ΟΙ ΟΡΓΑΝΩΤΕΣ ΤΗΣ ΠΡΩΤΟΜΑΓΙΑΣ του 1886 στο Σικάγο… 

Η μεγάλη διαδήλωση στην λεωφόρο Μίτσιγκαν, με αίτημα την μείωση των ωρών εργασίας είχε τελειώσει ειρηνικά. Ανάμεσα στο πλήθος που γιόρταζε έσκασε μια βόμβα και στη συνέχεια η αστυνομία άνοιξε πυρ προκαλώντας νεκρούς και τραυματίες. 

Ακολούθησαν χιλιάδες συλλήψεις, ενώ ομάδες από πληρωμένους τραμπούκους κατέστρεψαν δεκάδες συνδικαλιστικά γραφεία. Τέσσερις από τους οργανωτές της διαδήλωσης καταδικάστηκαν σε θάνατο και απαγχονίστηκαν στην αυλή των φυλακών στις 11 Νοέμβρη του 1887. Έξι χρόνια αργότερα έγιναν μετατροπές των ποινών και άλλοι τρεις καταδικασμένοι πήραν χάρη. Η θυσία όμως είχε πλέον μεταβληθεί σε σύμβολο του αγώνα των εργαζομένων. 

Εδώ και έναν αιώνα περίπου, κάθε χρόνο η Πρωτομαγιά γιορτάζεται από εκατομμύρια ανθρώπους σ’ όλο τον κόσμο. Η απαρχή και η ιστορία της Πρωτομαγιάς είναι αδιάσπαστα δεμένες με τους αγώνες των εργαζομένων όλων των ιδεολογικών τάσεων για κατάκτηση του οχταώρου. Η ιστορία άρχισε στις βιομηχανικά αναπτυγμένες χώρες της Ευρώπης και των Ηνωμένων Πολιτειών στα 1886.Η επαναστατική απαίτηση για καθιέρωση του οχταώρου έγινε για πρώτη φορά το 1886 στις ΗΠΑ μετά το τέλος του εμφυλίου πολέμου. Στις 16 Αυγούστου της χρονιάς αυτής το γενικό εργατικό συνέδριο της Βαλτιμόρης ψήφισε την ακόλουθη απόφαση:

“Η πρώτη μεγάλη σημερινή ανάγκη, για να απελευθερωθεί η εργασία της χώρας αυτής από την καπιταλιστική σκλαβιά είναι η ψήφιση ενός νόμου που θα καθορίζει ότι η εργάσιμη μέρα διαρκεί οκτώ ώρες σ’ ολόκληρη την Ομοσπονδία. Εμείς είμαστε αποφασισμένοι ν’ αγωνιστούμε μ’ όλη μας τη δύναμη για να πετύχουμε το τιμητικό αυτό αποτέλεσμα”.

Κατά την ίδια περίοδο οι εργάτες του Ντάνκιρκ, στην πολιτεία της Νέας Υόρκης, ψήφισαν την ακόλουθη απόφαση:

“Εμείς οι εργάτες του Ντάνκιρκ, δηλώνουμε ότι η διάρκεια της εργασίας που επιβάλλει το σημερινό σύστημα είναι πολύ μεγάλη και δεν αφήνει στον εργάτη κανένα περιθώριο για ξεκούραση ή για μόρφωση. Τον κατεβάζει μάλιστα σ’ ένα επίπεδο που ελάχιστα διαφέρει από την σκλαβιά. Γι’ αυτό αποφασίζουμε ότι οκτώ ώρες είναι αρκετές, και πρέπει να αναγνωριστούν αρκετές και από τον νόμο. Ζητάμε να μας βοηθήσουν τα ισχυρά έντυπα… και γι’ αυτό θεωρούμε σαν εχθρούς της εργατικής μεταρρύθμισης και των εργατικών δικαιωμάτων όλους εκείνους που θα αρνηθούν αυτήν την βοήθεια…”.

Με την σημαντική πολιτική δραστηριότητά τους οι Αμερικάνοι εργαζόμενοι κατόρθωσαν να πετύχουν τον σκοπό τους σε ορισμένες πολιτείες όπου περιορίστηκε σε οκτώ ώρες η εργασία των υπαλλήλων που εργάζονταν για το κράτος, για τους δήμους ή για τις εταιρείες που εκτελούσαν κρατικές παραγγελίες. Οι νόμοι αυτοί όμως δεν εφαρμόσθηκαν, με την πρόφαση ειδικών αναγκών που κατάντησε γενικός κανόνας, και που επέβαλε πάντοτε μεγαλύτερη διάρκεια εργασίας.

ΠΟΛΙΤΙΚΟΣ ΑΓΩΝΑΣ

Τότε οι Αμερικάνοι εργάτες αποφάσισαν να αρχίσουν πολιτικό αγώνα και να έρθουν σε άμεση σύγκρουση με τους εργοδότες για να πετύχουν το οχτάωρο. Στην πρώτη γραμμή αυτού του αγώνα βρίσκομαι με το “Ευγενικό τάγμα των ιπποτών της εργασίας”, το μόνο καθαρά αμερικάνικο συνδικάτο που ιδρύθηκε το 1869 και που το 1886 είχε 729.000 μέλη (δεν γίνονταν δεκτοί μόνον “οι δικηγόροι, οι τραπεζίτες, και οι αλκοολικοί”). 

Η οργάνωση αυτή με το συνέδριό της τον Οκτώβρη του 1884 αποφάσισε να οργανώσει γενικότερο κίνημα για να πετύχει από την Πρωτομαγιά του 1886 την καθιέρωση του οχτάωρου (…).Οργανώθηκαν εκδηλώσεις, κατά τις σημαντικότερες γιορτές των Ηνωμένων Πολιτειών από τον Οκτώβρη του 1884 μέχρι την Πρωτομαγιά του 1886: στις 22 Φεβρουαρίου 1885 (ημέρα του Ουάσιγκτον) στις 4 Ιουλίου 1885 (ημέρα της Ανεξαρτησίας), την πρώτη Δευτέρα του Σεπτέμβρη 1885 (ημέρα της δουλειάς) και στις 22 Φεβρουαρίου 1886 (ημέρα Ουάσιγκτον). Η κινητοποίηση υπήρξε ιδιαίτερα έντονη στο Σικάγο, όπου η κατάσταση ήταν εξαιρετικά τεταμένη εξ αιτίας της διαμάχης για τα οργανωτικά δικαιώματα στην βιομηχανία ΜακΚόρμικ Χάρβεστερ. Οι συγκρούσεις των εργατών με την αστυνομία ήταν συχνές γιατί η αστυνομία χρησιμοποιούνταν κάθε τόσο για να «σπάσει τις απεργίες».

ΠΡΩΤΟΜΑΓΙΑ 1886

Το πρωί της Πρωτομαγιάς 1886 ο δυνατός άνεμος που φυσούσε συνήθως στο Σικάγο από την λίμνη Μίτσιγκαν είχε κοπάσει. Ο ήλιος έλαμπε. Ήταν ημέρα Σάββατο, κανονικά ήταν ημέρα δουλειάς, τα εργοστάσια όμως και τα καταστήματα ήταν κλειστά, οι δρόμοι έρημοι, τα φουγάρα δεν έβγαζαν τον μαύρο και πυκνό καπνό τους, τα μέσα μεταφοράς δεν κυκλοφορούσαν. Η ατμόσφαιρα ήταν γεμάτη ένταση. Η “Μαίηλ” είχε κυκλοφορήσει με ένα κύριο άρθρο που έλεγε: “Στην πόλη μας κυκλοφορούν ελεύθερα δύο επικίνδυνοι λωποδύτες, δύο επικίνδυνοι παράνομοι που προσπαθούν να δημιουργήσουν ταραχές. Ο ένας ονομάζεται Σπις και ο άλλος Πάρσονς… σημειώστε την παρουσία τους και να τους προσέχετε. Αν σημειωθούν ταραχές πρέπει να τους θεωρήσετε υπεύθυνους. Και να συμβεί κάτι τέτοιο θα πρέπει να τιμωρηθούν παραδειγματικά”. 

Ο Άλμπερτ Πάρσονς και ο Ογκούστο Σπις, γνωστά στελέχη της Κεντρικής Ένωσης (του κεντρικού συνδικάτου), υπήρξαν κατά τους προηγούμενους μήνες οι πρωταγωνιστές της κινητοποίησης και υποστήριξαν με φανατισμό την πρόταση να κηρυχθεί γενική απεργία την Πρωτομαγιά του 1886 με απαίτηση την καθιέρωση του οχταώρου. Το πρωί εκείνο χιλιάδες εργάτες, φορώντας τα γιορτινά τους, συντροφιά με τα παιδιά και τις γυναίκες τους συγκεντρώθηκαν για να κάνουν πορεία στην λεωφόρο Μίτσιγκαν. Στο δρόμο που κινούνταν το πλήθος η επιτήρηση ήταν αυστηρή. 

Ένοπλοι άντρες της Εθνοφυλακής είχαν ανέβει στα κτίρια και δίπλα τους βρισκόταν εθελοντές πολίτες (άνθρωποι που πληρώνονταν από τον Νατ Πίνκερτον). Σ’ ένα από τα κτίρια του κέντρου είχαν συγκεντρωθεί τα μέλη της Επιτροπής Πόλεως για να αποφασίσουν τα περαιτέρω μέτρα που θα έπρεπε να ληφθούν για την αντιμετώπιση του κινδύνου. Το Σικάγο “απειλούνταν” από την καθιέρωση του οχταώρου. 

Η αποχή των εργατών είχε λάβει πρωτογενείς διαστάσεις. Πάνω από ογδόντα χιλιάδες εργάτες είχαν εγκαταλείψει τα εργοστάσια και οι περισσότεροι είχαν συγκεντρωθεί στην πλατεία Χέιμάρκετ. Επικεφαλής της πορείας ήταν τα στελέχη της οργάνωσης “Ιππότες της Εργασίας” και της Αμερικανικής Ομοσπονδίας Εργαζομένων και τους ακολουθούσαν Βοημοί, Γερμανοί, Πολωνοί, Ρώσσοι, Ιρλανδοί, Ιταλοί, Νέγροι και κάου-μπόυς που δούλευαν στα εργοστάσια. Ήταν συγκεντρωμένοι όλοι: καθολικοί και προτεστάντες, Εβραίοι και άθεοι, αναρχικοί και ρεπουμπλικάνοι, σοσιαλιστές και μαρξιστές και οπαδοί διαφόρων άλλων ιδεολογιών, καθώς και χιλιάδες άλλοι άνθρωποι, χωρίς ξεκαθαρισμένη ιδεολογική συνείδηση. Χιλιάδες και χιλιάδες εργάτες, όλοι αποφασισμένοι να κερδίσουν το οχτάωρο. 

Επικεφαλής της πορείας, προχωρούσε ο Πάρσονς κρατώντας από το χέρι τη γυναίκα του και την κορούλα του Λούλου, 7 ετών. Ο γιος του Άλμπερτ, ένα χρόνο μεγαλύτερος, προχωρούσε μαζί με τα άλλα παιδάκια μπροστά από το ατέλειωτο ανθρώπινο ποτάμι. Όταν έφθασαν στην πλατεία Χέιμάρκετ, οι ρήτορες εκφωνήσανε λόγους σε διάφορες γλώσσες: αγγλικά, γερμανικά, πολωνικά ή βοημικά. Ο Πάρσονς μίλησε για την ακατανίκητη δύναμη που εξασφαλίζουν οι ενωμένοι εργάτες. Με ενθουσιασμό χειροκροτήθηκε ο Σπις, διευθυντής της εφημερίδας των Γερμανών Εργαζομένων στις Ηνωμένες Πολιτείες, που μίλησε στη μητρική του γλώσσα. Με τα χειροκροτήματα αυτά τελείωσε η μεγαλόπρεπη και ειρηνική διαδήλωση. Δεν σημειώθηκαν συγκρούσεις ούτε βιαιοπραγίες. Η Εθνοφυλακή εγκατέλειψε τις θέσεις της και η ένταση χάθηκε. Το γενικό επιτελείο των εργοδοτών, έχοντας ετοιμαστεί για αιματηρές συγκρούσεις ένοιωσε σχεδόν εξαπατημένο όταν είδε ότι η διαδήλωση τέλειωσε ειρηνικά.

ΑΙΜΑΤΗΡΑ ΓΕΓΟΝΟΤΑ

Την άλλη μέρα οι εφημερίδες προσπάθησαν να μειώσουν την τεράστια έκταση της διαδήλωσης και τον ειρηνικό της χαρακτήρα. Την Δευτέρα, 3 Μαΐου έγιναν οι πρώτες ταραχές. Πολλοί εργάτες είχαν συγκεντρωθεί μπροστά στην ΜακΚόρμικ, και περίμεναν να τελειώσει το ωράριο. Οι αστυνομικές δυνάμεις έκαναν επίθεση και χρησιμοποίησαν πυροβόλα όπλα. Το αποτέλεσμα ήταν έξι νεκροί. 

Ο Σπις που μιλούσε κάπου κοντά σε μια συγκέντρωση εργατών ξύλου, έτρεξε αμέσως επί τόπου και πρότεινε στους συνδικαλιστές να οργανώσουν για το βράδυ της άλλης μέρας μια διαδήλωση διαμαρτυρίας, για τις βιαιότητες των εργοδοτών και τις δολοφονίες της αστυνομίας. Ο Πάρσονς που βρισκόταν στο Σινσιννάτι για μια συνεδρίαση, βιάστηκε να επιστρέψει στο Σικάγο. Έφτασε στην πλατεία Χέιμάρκετ όταν ο Σπις είχε αρχίσει ήδη την ομιλία του. Το πλήθος τον αναγνώρισε, τον χειροκρότησε θερμά και του ζήτησε να μιλήσει. Ανέβηκε στην άμαξα που χρησιμοποιούνταν για βήμα και άρχισε τον λόγο του τονίζοντας ότι δεν έπρεπε να γίνουν εκκλήσεις για εκδίκηση αλλά να καταγγελθούν στην κοινή γνώμη τα όσα είχαν συμβεί.Μετά τον Πάρσονς πήρε τον λόγο ο τελευταίος ρήτορας Σαμ Φίλντεν. Είχε φτάσει σχεδόν στο τέλος του λόγου του, το πλήθος αρχίσει να απομακρύνεται αργά και με τάξη, όταν προς την κατεύθυνση της πλατείας άρχισε να προχωράει σε σχηματισμό μάχης μία δύναμη 180 αστυνομικών με επικεφαλής τους Μπόνφιλντ και Γουώρντ. Οι εργάτες άρχισαν να φεύγουν. Οι δολοφονίες της προηγούμενης μέρας ήταν ακόμη έντονα χαραγμένες στη μνήμη τους. Ο αξιωματικός Γουώρντ διέταξε τους συγκεντρωμένους να διαλυθούν. Ξαφνικά ένας ισχυρότατος θόρυβος συγκλόνισε την πλατεία. Είχε εκραγεί μια βόμβα. Οι αστυνομικοί άρχισαν να πυροβολούν στα τυφλά. Συνολικά οι νεκροί ήταν οχτώ. Την άλλη μέρα, εγκαινιάζοντας μια παραποίηση των γεγονότων που αργότερα βρήκε μιμητές σ’ ολόκληρο τον κόσμο, η εφημερίδα “Νιου Γιορκ Τρίμπιουν” έγραφε:

“Οι συγκεντρωθέντες έμοιαζαν να έχουν τρελαθεί. Διψούσαν για αίμα. Μένοντας ακίνητοι στις θέσεις τους πυροβολούσαν συνεχώς τους αστυνομικούς”.

Οι αμερικάνικες εφημερίδες έκαναν προσπάθειες να πείσουν την κοινή γνώμη ότι το πραγματικό πρόβλημα δεν ήταν να βρεθεί και να τιμωρηθεί εκείνος που έριξε την βόμβα, αλλά να δικαστεί και να τιμωρηθεί εκείνος που τον συμβούλεψε να το κάνει το φρικτό έγκλημα. Σ’ ολόκληρη την Πολιτεία του Ιλλινόις, η ατμόσφαιρα ήταν σκοτεινή, γεμάτη φόβο, οργή και μίσος. Υπακούοντας στις απαιτήσεις των εφημερίδων της εργοδοσίας, η αστυνομία βιάστηκε να γεμίσει τις φυλακές συλλαμβάνοντας χιλιάδες “υπόπτους”: μετανάστες εργαζόμενους, ανέργους και συνδικαλιστές. Ομάδες πληρωμένων τραμπούκων πυρπόλησαν και κατέστρεψαν δεκάδες συνδικαλιστικά γραφεία. Τον ίδιο ζήλο έδειξε και ο μηχανισμός της δικαιοσύνης. Σε λίγες μέρες κατηγορήθηκαν για συνωμοσία και για την δολοφονία του αστυνομικού Ματίας Ντέγκαν (που σκοτώθηκε όταν έγινε η επίθεση στην πλατεία Χέιμάρκετ), ο Πάρσονς, ο Σπις, ο Φήλντεν, ο Μίκαελ Σβαμπ, ο Τζωρτζ Ένγκελ, ο Άντολφ Φίσερ, ο Λούις Λινγκ και ο Όσκαρ Νίμπε. Η δίκη άρχισε στις 21 Ιουνίου 1886. 

Πρόεδρος του δικαστηρίου ήταν ο Γιόζεφ Γκάρυ. Ο Πάρσονς που είχε διαφύγει την σύλληψη παραδόθηκε μόνος του στην αίθουσα του δικαστηρίου. “Αξιότιμε κύριε πρόεδρε –είπε- ήρθα να δικαστώ μαζί με τους αθώους συντρόφους μου”. Η απόφαση βγήκε στις 9 Οκτωβρίου της ίδιας χρονιάς. Όταν οι κατηγορούμενοι μπήκαν στην αίθουσα την τελευταία φορά, όπως αναφέρουν οι εφημερίδες, μια νέα γυναίκα έδωσε στον καθένα ένα μπουκέτο λουλούδια. Το νόημα της δίκης το παρουσίασε ακούσια και συνοπτικά ένας δημοσιογράφος που έγραψε:

“Οι κατηγορούμενοι δεν μετάνοιωσαν ούτε νοιώθουν τύψεις. Σύμφωνα με τα άρρωστα μυαλά τους δεν δικάζονται αυτοί αλλά η κοινωνία”.

Οι δηλώσεις των κατηγορουμένων αποτέλεσαν ένα σφοδρότατο κατηγορητήριο εναντίον του καπιταλιστικού συστήματος, της εκμετάλλευσης και της ταξικής δικαιοσύνης που το προστάτευε.

Ο ΝΙΜΠΕ

Ο Όσκαρ Νίμπε ήταν ο πρώτος που μίλησε απευθυνόμενος στο δικαστήριο:

“Είδα τους αρτεργάτες της πόλης αυτής, είπε, να αντιμετωπίζουν μια μεταχείριση που αξίζει μόνο σε σκύλους… Τους βοήθησα να οργανωθούν. Και αυτό είναι ένα μεγάλο έγκλημα. Οι άνθρωποι εργάζονται δέκα ώρες την ημέρα και όχι δεκατέσσερες ή δεκάξι… και αυτό είναι ένα ακόμη έγκλημα. Έχω διαπράξει και ένα ακόμη μεγαλύτερο. Νωρίς το πρωί, ενώ απομακρυνόμουν με την ομάδα μου, είδα τους εργάτες μπύρας του Σικάγου που πήγαιναν να πιάσουν δουλειά στις 4 το πρωί. Γύριζαν στο σπίτι τους στις 7 ή στις 8 το βράδυ. Την ημέρα δεν έβλεπαν ποτέ τις οικογένειές τους ή τα παιδιά τους. Έκανα προσπάθειες, για να τους οργανώσω. Αξιότιμε κύριε πρόεδρε, έχω διαπράξει και άλλο ένα έγκλημα: Είδα τους υπαλλήλους και τους πωλητές στα καταστήματα αυτής της πόλης να δουλεύουν μέχρι τις δέκα και μέχρι τις έντεκα το βράδυ. Έκανα έκκληση για να οργανωθούν και τώρα δουλεύουν μέχρι τις 7 το βράδυ και την Κυριακή είναι ελεύθεροι. Είναι και αυτό ένα μεγάλο έγκλημα”.

Τελειώνοντας ο Νίμπε ζήτησε να καταδικαστεί και αυτός σε θάνατο και να οδηγηθεί στην κρεμάλα, όπως οι σύντροφοί του, επειδή δεν είναι λιγότερο αθώος, από εκείνους, που ήταν όλοι τους αθώοι.

Ο ΠΑΡΣΟΝΣ

Ο Πάρσονς, άρχισε την ομιλία του με τους ακόλουθους στίχους:

“Σπάσε την ανάγκη και το φόβο της σκλαβιάς, το ψωμί είναι η ελευθερία και η ελευθερία είναι ψωμί”.

Στη συνέχεια τόνισε ότι ο άνθρωπος που έριξε την βόμβα δεν μπορούσε παρά να είναι πληρωμένος από τους βιομηχάνους για να εμποδίσει την ανάπτυξη και την επιτυχία του αγώνα για το οχτάωρο. “Στη διάρκεια των τελευταίων χρόνων -είπε πιο κάτω- η ζωή μου ταυτίστηκε με το εργατικό κίνημα της Αμερικής, στο οποίο συμμετείχα δραστήρια (…). Είμαι αναρχικός. Τώρα μπορείτε να χτυπήσετε! Προηγουμένως όμως ακούστε με. Τι είναι ο σοσιαλισμός ή ο αναρχισμός; Με λίγα λόγια είναι το δικαίωμα του εργάτη να χρησιμοποιεί ελεύθερα και σαν ίσος τα μέσα παραγωγής, είναι το δικαίωμα που έχουν πάνω στα προϊόντα αυτοί που τα παράγουν. Αυτό είναι ο σοσιαλισμός!”.

Καταλήγοντας τόνισε: “Μήπως ο Τομ Σκοτ (πρόεδρος της εταιρείας σιδηροδρόμων της Πενσυλβάνια) δεν ήταν αυτός που πρώτος είπε: “Ας τους ταΐσουμε με σφαίρες”; Μήπως η “Σικάγο Τρίμπιουν” δεν έγραψε πρώτη: “Να τους δώσουμε στρυχνίνη”; Το είπαν και το έκαναν. Έρριξαν βόμβες και η βόμβα της 3ης Μαΐου στην πλατεία Χέιμάρκετ ήταν έργο ενός συνωμότη στην υπηρεσία των μονοπωλίων, ενός ανθρώπου που ήρθε από τη Νέα Υόρκη με σκοπό να τσακίσει το κίνημα για το οχτάωρο. Κύριε πρόεδρε, είμαστε τα θύματα της πιο απαίσιας συνωμοσίας που έγινε ποτέ”.

Ο ΣΠΙΣ

Από την πλευρά του ο Σπις απευθυνόμενος στον δικαστή Γκάρυ, είπε:

“Αν πιστεύετε ότι με το να μας κρεμάσετε θα εξουδετερώσετε το κίνημα των εργαζομένων, το κίνημα από το οποίο εκατομμύρια ανθρώπινα πλάσματα που σέρνονται στην φτώχεια και στην μιζέρια, περιμένουν την λύτρωσή τους -αν αυτή είναι η γνώμη σας- τότε κρεμάστε μας! Εδώ θα ποδοπατήσετε μία μικρή σπίθα, εκεί όμως και πιο πέρα και απέναντι και γύρω μας παντού θα ξεπεταχθούν οι φλόγες. Η φωτιά είναι υπόγεια και δεν θα μπορέσετε να την σβήσετε”.

(…) Οι κατηγορούμενοι καταδικάστηκαν όλοι σε θάνατο. Τρεις από αυτούς, όμως, (ο Φήλντεν, ο Ζβαμπ και ο Νίμπε), είδαν την ποινή τους να μετατρέπεται σε φυλάκιση. Ο Λινγκ αυτοκτόνησε στην φυλακή. Ο Σπις, ο Πάρσονς, ο Φίσσερ και ο Ένγκελ οδηγήθηκαν στην αγχόνη στο προαύλιο των φυλακών του Σικάγο 11 Νοεμβρίου 1887. Ο Σπις πριν πεθάνει φώναξε:

“Θα’ρθει μια μέρα, που η σιωπή μας θα είναι ισχυρότερη από τις φωνές μας που καταπνίγηκαν”.

Παρά την ατμόσφαιρα που θύμιζε “κυνήγι των μαγισσών” και παρά την επιβλητική και εκβιαστική εμφάνιση των αστυνομικών δυνάμεων, έξι χιλιάδες άνθρωποι βρήκαν το θάρρος να παρακολουθήσουν την κηδεία των μαρτύρων του Σικάγου. Το αστικό καλοθρεμμένο Σικάγο του καθωσπρεπισμού ένοιωσε επιτέλους να γλυτώνει από τον εφιάλτη, όλα τέλειωσαν με τον καλύτερο δυνατό τρόπο. Είχε αποδοθεί “δικαιοσύνη” και, κυρίως, είχε αποκατασταθεί η τάξη. Οι εξελίξεις όμως υπήρξαν τελείως διαφορετικές. Η θυσία των “αναρχικών” του Σικάγου αποτέλεσε την αφετηρία μιας εξέλιξης με παγκόσμιες επιπτώσεις και με εξαιρετικές συνέπειες για το κίνημα των εργαζομένων.

Η κατάχρηση που έκανε το δικαστήριο του Σικάγου προκάλεσε ισχυρές και παρατεταμένες διαμαρτυρίες σ’ όλες τις Ηνωμένες Πολιτείες αλλά και την Ευρώπη. Στην δίκη δεν είχε αποδειχθεί για κανέναν από τους κατηγορουμένους ότι προκάλεσε ή ενέκρινε την έκρηξη της βόμβας. Σαν αρκετή απόδειξη της ενοχής τους θεωρήθηκε το γεγονός ότι οι κατηγορούμενοι παραδέχτηκαν τις επαναστατικές τους ιδέες. Έξι χρόνια μετά το “κρατικό έγκλημα” ο νέος κυβερνήτης της Πολιτείας του Ιλινόις, Άλττζελντ, αφού εξέτασε τους δικαστικούς φακέλους, ακύρωσε τις αποφάσεις, έδωσε χάρη σε όσους βρίσκονταν στη ζωή και καταδίκασε τις ατιμίες του δικαστή Γκάρυ και των ψευδομαρτύρων. Τότε όμως το αίμα των μαρτύρων του Σικάγου είχε ήδη αρχίσει να δίνει τους καρπούς του και η θυσία τους άρχισε να μεταβάλλεται σε σύμβολο του αγώνα των εργαζομένων…”

Τέλος, παραθέτουμε και ένα άρθρο του Βίκτωρος Ουγκώ σε μετάφραση Δ. Καραμπίλια, που δημοσιεύτηκε, επίσης, στην εφημερίδα Η Σημερινή, την Κυριακή, 25 Νοεμβρίου 1945 (τεύχος 216). Την περίοδο μετά το τέλος του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, το 1945, η βασική θεματολογία συζήτησης σε όλες τις χώρες κινούνταν γύρω από το πώς θα αποφευχθεί ένα παρόμοιο αιματοκύλισμα στο μέλλον. Ο Δ. Καραμπίλιας χρησιμοποιεί εδώ έναν πολύ γνωστό συγγραφέα για να παρουσιάσει τις αναρχικές θέσεις για τα εθνικά σύνορα και το στρατό. Να σημειώσουμε ότι και ο Μιχαήλ Μπακούνιν συμμετείχε στο Σύνδεσμο Ειρήνης και Ελευθερίας που αναφέρεται πιο κάτω, έχοντας σημαντική επιρροή σε αυτόν:

ΗΝΩΜ. ΠΟΛΙΤΕΙΑΙ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΗΣ (ΜΕ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΝ ΚΑΙ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟΝ)

Μια επιστολή του Βίκτωρος Ουγκώ

Κατά τα μέσα του παρελθόντος αιώνος σοφοί, διανοούμενοι, μεγάλοι συγγραφείς και ποιηταί βλέποντες πολύ μακράν δια την τύχην της ταλαιπωρημένης από τους συνεχείς πολέμους ανθρωπότητας και ορμώμενοι εξ αγνών ανθρωπιστικών αρχών, ίδρυσαν τον Διεθνή “Σύνδεσμον Ειρήνης και Ελευθερίας”, προς διάδοσιν των ιερών αυτών αρχών και αποσόβησιν προσεχούς εν Ευρώπη μεγάλου κινδύνου. Κατά το έτος 1869 ο Σύνδεσμος επρόκειτο να συνέλθη εις Βέρνην της Ελβετίας. 

Μεταξύ των μελών του Συνδέσμου ήτο και ο μέγας Γάλλος ποιητής και συγγραφεύς Βίκτωρ Ουγκώ. Μη δυνηθείς όμως να παρευρεθή εις το συνέδριον, απηύθυνε την κάτωθι επιστολήν, η οποία γίνεται επίκαιρος μετά την ομιλίαν του κ. Τσώρτσιλ εις τας Βρυξέλλας περί Ηνωμένων Πολιτειών της Ευρώπης. Ιδού πώς έβλεπε -προ τριών τετάρτων αιώνος- ο Τιτάν της σκέψεως το πρόβλημα της αδελφώσεως των Ευρωπαϊκών λαών, το οποίον σήμερον παρουσιάζει μίαν μόνην δυνατότητα: την επικράτησιν παντού της Δημοκρατίας και του Σοσιαλισμού. 

Αυτό είναι το κείμενο της προσφωνήσεως του Ουγκώ προς τους συνέδρους, ευγενώς παραχωρηθέν εις την εφημερίδα μας υπό του κ. Δημ Καραμπίλια:

ΣΥΜΠΟΛΙΤΑΙ

των Ηνωμένων Πολιτειών της Ευρώπης! Από τούδε δικαιούσθε να διακηρύξετε ότι ο πόλεμος είναι κακός, ότι αυτός ο ένδοξος φόνος, αλαζών και βασιλικός, είναι άτιμος, ότι το ανθρώπινον αίμα είναι πολύτιμον, ότι η ζωή είναι ιερά. Ο πολιτισμός, τείνει εις την ένωσιν του γλωσσικού ιδιώματος, εις την ένωσιν του μέτρου, εις την ένωσιν του νομίσματος, εις την ένωσιν και συγχώνευσιν των εθνών εν τη ανθρωπότητι, ήτις είναι η Υπέρτατη Μονάς. Η ομοιομορφία έχει ένα συνώνυμον: την απλοποίησιν. Ο πλούτος και η ζωή ένα συνώνυμον: την κυκλοφορίαν. Η πρώτιστη των υποδουλώσεων είνε τα σύνορα. Όποιος λέγει σύνορον, σημαίνει υποδούλωσιν, δέσμευσιν. Θραύσατε τα δεσμά, διαγράψατε τα σύνορα εκδιώξατε τον τελωνοφύλακα, αφαιρέσατε εκείθεν τον στρατιώτην. Εν ολίγοις ελευθερωθήτε και η ειρήνη σας ακολουθεί. Ποιος έχει συμφέρον με τα σύνορα; Οι ηγεμόνες. Διαιρούν τους λαούς δια να βασιλεύουν. Δια τα σύνορα χρειάζεται μία σκοπιά και δια την σκοπιάν ένας στρατιώτης. “Απαγορεύεται”, λέξις πάσης εξουσίας, πάσης λογοκρισίας, πάσης τυραννίας. Εξ αυτών των συνόρων, εξ αυτής της σκοπιάς, εξ αυτού του στρατιώτου προέρχεται άπασα η ανθρωπινή συμφορά. 

Ο βασιλεύς, αποτελών εξαίρεσιν του ανθρωπίνου γένους, έχει ανάγκη του στρατιώτου, ο οποίος κατόπιν έχει ανάγκην του φόνου δια να ζήση. Δια τους βασιλείς χρειάζονται στρατοί, δια τους στρατούς χρειάζεται ο πόλεμος. Άλλως πως, ο λόγος της υπάρξεώς του απόλλυται. Πράγμα πολύ περίεργον, ο άνθρωπος συγκατατίθεται να φονεύη τον άνθρωπον χωρίς να γνωρίζη διατί. Η τέχνη των δεσποτών είναι να διχάζουν τον λαόν εις στρατόν. Το εν ήμισυ αυτού καταπιέζει το έτερον ήμισυ. Είναι βέβαιον ότι οι πόλεμοι έχουν διαφόρους αφορμάς αλλά ποτέ δεν είχον άλλην αιτίαν, την κυριωτέραν, από τον στρατόν. Αφαιρούντες τον στρατόν, αφαιρείτε τον πόλεμον. Αλλά πώς καταργείται ο στρατός; Δια της εξαφανίσεως των δεσποτών μας! Οι βασιλείς συμφωνούν εις ένα σημείον, την διαιώνισιν των πολέμων. Νομίζετε ότι φιλονεικούν; Καθόλου. Αλληλοβοηθούνται. 

Πρέπει το επαναλαμβάνω, ο στρατιώτης να έχη τον λόγον της υπάρξεώς του. Λοιπόν, ας βαδίσωμεν προς τον σκοπόν μας, τον οποίον ωνόμασα κάπου: εις την αντικατάστασιν του στρατιώτου δια του πολίτου. Την ημέραν που θα γίνη η επανάστασις αυτή, την ημέραν που ο λαός θα πετάξη έξω τον άνθρωπον του πολέμου, τον χείριστον αυτού εχθρόν, ο λαός θα επανεύρη την ενότητά του και την αγάπην. Ο πολιτισμός θα ονομασθή αρμονία, θα έχη μεθ’ εαυτού την δημιουργικήν του πλούτου εργασίαν και το ψυχικόν φως, την Ειρήνην. 

ΒΙΚΤΩΡ ΟΥΓΚΩ.

Ο Δ. Καραμπίλιας δεν πρόλαβε να δημοσιεύσει την εργασία του για την υπόθεση Μάτσαλη και τα απομνημονεύματά του, όπως είχε προαναγγείλλει. Στις 15 Σεπτεμβρίου 1954 πέθανε σε ηλικία 82 χρόνων.

Ο Χρίστος Ριζόπουλος στην εφημερίδα Η Ημέρα, την Κυριακή, 19 Σεπτεμβρίου 1954, έγραψε την ακόλουθη νεκρολογία, η οποία είναι ενδεικτική του ανθρώπου και της γενικότερης δράσης του:

ΔΗΜ. ΚΑΡΑΜΠΙΛΙΑΣ

Λίγες ώρες πριν πεθάνη -το μεσημέρι της περασμένης Δευτέρας- είχεν επισκεφθή τα γραφεία της εφημερίδος μας, δια να κάμη μερικάς συμπληρώσεις εις τα χειρόγραφα των απομνημονευμάτων του, που έγραφε δια την πρώτην αναρχικήν και σοσιαλιστικήν κίνησιν εις την Ελλάδα, και τας Πάτρας ιδιαιτέρως, ο καημένος ο μπάρμπα-Μήτσος. Διότι ο Καραμπίλιας ήτο ένας από τους πρωτεργάτας της διαδόσεως των “νέων ιδεών” κατά τα τέλη του 19ου αιώνος. Ο αλτρουιστικός του χαρακτήρ και ο μεγάλος του ανθρωπισμός, που διετήρησε αλωβήτους μέχρι της τελευταίας του στιγμής, τον είχαν κατατάξει εις το στρατόπεδον των κοινωνιστών, του εδώθη δε η ευκαιρία να γνωρίση και μερικούς εκ των παγκοσμίων αρχηγών, όταν μετηνάστευσεν, εκ Πατρών αρχικώς εις την Αίγυπτον, και έπειτα εις την Γαλλίαν, από την οποίαν επέστρεψε μαζί με την Γαλλίδα σύντροφον της ζωής του, την τόσον ευγενή και καλόκαρδη μαντάμ Λουίζ. Εις το Παρίσι, κατά τα διαλείμματα της εργασίας του -ήτο ένας από τους διπλωματούχους κόπτας-ράπτας- εβοήθει εις την διεκπεραίωσιν των “Νέων Καιρών”, του διασήμου αρχηγού των αναρχικών Πέτρου Κροπότκιν και του Μπακούνιν, με τους οποίους και εσχετίσθη. Αλλά ας μην τρομάξη κανείς. 

Ο μπάρμπα-Μήτσος δεν ήτο κανένας τρομοκράτης. Ήτο ιδεολόγος, ο οποίος δεν μπορούσε να κάμη κακό ούτε εις ένα σκουλήκι. Ήτο αγαθώτατος και όλοι όσοι τον εγνώρισαν, δεν θα ξεχάσουν τον μειλίχιον χαρακτήρα του. Άλλως τε, αυτός ο “αναρχικός” δεν είχε διαπράξει ποτέ του ούτε απλήν πταισματικήν παράβασιν. Είπαμε ήτο ένας ιδεολόγος, ο οποίος επρωτοπόρει της εποχής του και έβλεπε ότι η κοινωνία βαδίζει μελλοντικώς προς μίαν δικαιοτέραν οργάνωσιν – διότι, ας μη ξεχνούμε ότι την εποχήν εκείνην δεν υπήρχον εργατικοί νόμοι ούτε ως έμβρυα. Αι δε συνθήκαι της εργασίας ήσαν τελείως απάνθρωποι. 

Τελευταίως απησχολείτο εις την συγγραφήν των απομνημονευμάτων του, τα οποία και άφηκε - ατυχώς όχι συμπληρωμένα - προς δημοσίευσιν εις την “Μέραν”, εις την οποίαν είχε δημοσιεύσει - καθώς και εις την “Σημερινήν” – αρκετά ιστορικά άρθρα δια το παλαιόν εργατικόν κίνημα. Η δε τελευταία του επίσκεψις εις τα γραφεία μας ήτο σχετικήν με την συμπλήρωσιν των απομνημονευμάτων εις ό,τι αφορούσε την δολοφονίαν του τραπεζίτου Φραγκόπουλου από τον αναρχικόν Μάτσαλην, διότι, ως έλεγεν, είχε δημοσιεύσει πολλάς ανακριβείας ο “Νεολόγος”, εξ άλλου είχε κάμει και σημαντικάς παραλείψεις και κανείς άλλος από τον Καραμπίλια δεν ήτο δυνατόν να είπη όλην την πραγματικότητα, διότι ήτο μέλος της αναρχικής οργανώσεως των Πατρών, ο “τελευταίος των αναρχικών” καθώς αστειευόμενοι ελέγαμε το μεσημέρι της Δευτέρας. 

Εις τα έργα του ιστορικού συγγραφέως Κορδάτου είχε συμβάλει σημαντικά ο Καραμπίλιας, δια της παραχωρήσεως πολυτίμου αρχείου και αφηγήσεως σπουδαίων πληροφοριών, αλλά τελευταίως δεν ήτο ικανοποιημένος απολύτως από τας βιογραφίας των πρωτοπόρων κοινωνιστών, που εδημοσιεύθησαν εις την “Αυγήν” και έγραψε τρία ολόκληρα κεφάλαια εις τα απομνημονεύματά του δια ν’ ανασκευάση τας ανακριβείας και να συμπληρώση τας ελλείψεις. Επρόκειτο συντόμως ν’ αρχίση η δημοσίευσις των αξιολόγων αυτών απομνημονευμάτων, αλλά η μοίρα δεν ηθέλησε να τα ίδη και ο ίδιος. Ήτο άρρωστος από την καρδιά του και επί πλέον είχε πίεσιν σταθεράν γύρω εις τα 21-22, αλλά και συχνά ανυψουμένην περισσότερον. “Δεν είμαι καλά”, μας έλεγε την Δευτέρα. “Αυτήν την φορά, δεν είμαι καλά. Ο γιατρός είπε ότι πρέπει η πίεσις να μείνη εις τα 21 και να μη ξανανέβη αλλά πώς να γίνη…”. 

Είχεν υποστή και εις το πρόσφατον παρελθόν κρίσεις καρδιακάς. Εκ των οποίων επανήρχετο όρθιος και πάντοτε αισιόδοξος. Την περασμένη Δευτέρα έδειχνε ότι είχεν αρχίσει να κάμπτεται, αλλά και δεν εφαντασθήκαμε ότι το τέλος θα επήρχετο εις ολιγώτερον από δύο εικοσιτετράωρα διαστήματα. Αν και καταβεβλημένος, έδειχνε ακόμη ακμαίας τας ψυχικάς του δυνάμεις και απόλυτον πνευματικήν διαύγειαν. Και έσβησε μέσα εις μίαν -την τελευταίαν - καρδιακήν κρίσιν, έχοντας δίπλα του τα τελευταία χειρόγραφα και το μολύβι στο χέρι. Εις τας επάλξεις… 

Με τον θάνατόν του δεν έλειψε μόνον ένας άνθρωπος καλός κ’ αγαθός, όπως ήτο ο μπάρμπα-Μήτσος. Έσβησε ο τελευταίος επιζών εκπρόσωπος μιας εποχής: της εποχής των πρώτων σπορέων της κοινωνικής δικαιοσύνης και του ανθρωπισμού, εις την χώραν μας και ιδιαιτέρως εις την πόλιν μας. Το όνομά του έχει περάσει πλέον εις την ιστορίαν του ελληνικού εργατικού κινήματος, εις την ιστορίαν των αγνών αγωνιστών. Και η μνήμη του δεν πρόκειται να σβήση. Θ’ ακολουθή την φήμην του Δρακούλη, του Δουδούμη, του Χαιρέτη, του Καλλέργη και των άλλων ιδεολόγων του περασμένου αιώνος, την φήμην ενός -όχι στρατιώτου ή πολεμιστού- αλλά κήρυκος της δικαιοσύνης, της αγάπης, της ειρήνης”.

Να σχολιάσουμε εδώ, ότι, βέβαια, δεν ήταν δυνατόν ο Καραμπίλιας να είχε σχετισθεί με τον Μιχαήλ Μπακούνιν, όπως γράφει ο Χ. Ριζόπουλος στη νεκρολογία του, αφού ο δεύτερος είχε πεθάνει ήδη από το 1876. Όπως επίσης, δεν είναι σίγουρο αν γνώρισε τον Π. Κροπότκιν κατά τη διάρκεια της παραμονής του στη Γαλλία. Εκτός αν ο νεκρολόγος με τη λέξη «εσχετίσθη» εννοεί ότι ήρθε σε άμεση επαφή με τα έργα και τις απόψεις των Μιχαήλ Μπακούνιν και Πέτρου Κροπότκιν. 

Σημειώσεις

1. Η CGT ιδρύθηκε το 1906 στην Αμιένη και εκείνη την εποχή ήταν περισσότερο μια οργάνωση πρώιμων αναρχοσυνδικαλιστικών απόψεων και δεν είχε περάσει στον ολοκληρωτικό έλεγχο των μαρξιστών. 

2. Την ίδια περίοδο, οργανωτικός υπεύθυνος του ΣΕΚΕ στην Πάτρα ήταν ο Στέλιος Αρβανιτάκης, ο οποίος εξελίχθηκε σε αναρχοκομμουνιστή.

3. Το 1945, μετά τα Δεκεμβριανά, πραγματοποιήθηκε στην Αθήνα συνδιάσκεψη σοσιαλιστών όλων των τάσεων, στην οποία αποφασίστηκε η ίδρυση του Σοσιαλιστικού Κόμματος της Ένωσης Λαϊκής Δημοκρατίας (ΣΚ-ΕΛΔ), με πρόεδρο τον Αλέξανδρο Σβώλο και γενικό γραμματέα τον Ηλία Τσιριμώκο. Στο ΣΚ-ΕΛΔ, ανάμεσα στις άλλες ομάδες, προσχώρησε το Επαναστατικό Σοσιαλιστικό (Κομμουνιστικό) Κόμμα Ελλάδας, το οποίο αποτέλεσε ξεχωριστή τάση, υποστηρίζοντας συμβουλιακές απόψεις. Η ομάδα αυτή ιδρύθηκε το 1943 ως Επαναστατικό Σοσιαλιστικό Κόμμα Ελλάδας (ΕΣΚΕ) και υποστήριζε τις απόψεις της Ρόζας Λούξεμπουργκ και σχεδόν με την εμφάνισή της ήρθε σε έντονη αντιπαράθεση με το ΚΚΕ. Αρχικά, η ομάδα ήταν γνωστή με το όνομα του περιοδικού της, ως ο κύκλος της «Νέας Εποχής» που κυκλοφορούσε παράνομα μαζί με ένα άλλο έντυπό της τη «Σοσιαλιστική Ιδέα». Το φθινόπωρο του 1943, με την αρχή της αντιπαράθεσης με το ΚΚΕ, άλλαξε το όνομά της σε Επαναστατικό Σοσιαλιστικό (Κομμουνιστικό) Κόμμα Ελλάδας και άρχισε να κυκλοφορεί το έντυπο «Κόκκινη Σημαία». 

4. Στον Χρίστο Ριζόπουλο και, στη συνέχεια, στο γιο του Ανδρέα Ριζόπουλο, οφείλεται η διάσωση αρκετών στοιχείων για το αναρχικό κίνημα της Πάτρας των τελευταίων δεκαετιών του 19ου αιώνα και στοιχείων που αφορούν την προσωπική ζωή του Δημήτρη Καραμπίλια. Ο Χρίστος Ριζόπουλος γεννήθηκε το 1908 στην Πάτρα και γνώριζε τον Καραμπίλια πριν τον πόλεμο. Υπήρξε στέλεχος του ΚΚΕ, δημοσιογράφος του «Ριζοσπάστη» και συγγραφέας του βιβλίου με τίτλο «Αναμνήσεις από το Καλπάκι», το 1933, που προκάλεσε σάλο στο πολιτικό κατεστημένο της εποχής. Υπηρέτησε τη στρατιωτική του θητεία ως απλός οπλίτης στο VIII Συνοριακό Τομέα-Καλπακίου στα τέλη της δεκαετίας του 1920. Οι αποκαλύψεις του μέσα από τις στήλες του «Ριζοσπάστη» και από το βιβλίο του για το στρατόπεδο εξορίας που ήταν την εποχή εκείνη το Καλπάκι, υπήρξαν καταλυτικές στο να οδηγηθεί το κράτος στο κλείσιμό του ως πειθαρχικού ουλαμού το 1934. Ο Χρίστος Ριζόπουλος, χωρίς να έχει εμπλακεί στη μεγάλη κόντρα μεταξύ σταλινικών και τροτσκιστών, λίγο καιρό αργότερα αποχωρεί από το ΚΚΕ και προσχωρεί στον ευρύτερο φιλελεύθερο δημοκρατικό χώρο, όπου και παρέμεινε μέχρι τον θάνατό του το 1982. 

*Το Πέμπτο Κεφάλαιο με τίτλο "Ο Δημήτρης Καραμπίλιας" το βιβλίου "Ο Ήλος της Αναρχίας ανέτειλε - Για μια ιστορία του αναρχικού κινήματος στον 'ελλαδικό' χώρο", εκδόσεις Κουρσάλ, Ιούνης 2017.

 

Μάης 1934 - Η εξέγερση της Καλαμάτας - Μια ιστορία από το λιμάνι

 

Τι θα μπορούσε να μας πει μια προβλήτα λιμανιού και ένας παλιός αλευρόμυλος;

Αν περιπλανηθούμε κάποια στιγμή στο λιμάνι της Καλαμάτας, ίσως μπορέσουμε να νιώσουμε τους πόθους, τα όνειρα και τον μόχθο των ανθρώπων που έζησαν σ’ αυτό το μέρος. Το ίδιο μπορεί να συμβεί αν οδηγήσουμε τα βήματά μας και στο κουφάρι των παλιών αλευρόμυλων, που δεσπόζει δίπλα στην προβλήτα του λιμανιού. Το κτήριο παραμένει παρέα με πολλά μηχανήματα, διοικητικά χαρτιά και σακιά με την επωνυμία των αλευρόμυλων. Ακόμα και τα αποκόμματα από εφημερίδες και περιοδικά της εποχής που βρίσκονται κολλημένα στις ντουλάπες των εργατών μαρτυρούν με τον τρόπο τους κάποια ιδιαίτερα μυστικά των τελευταίων ανθρώπων που δούλευαν εκεί λίγο πριν κλείσουν οι μύλοι.

Το λιμάνι και οι αλευρόμυλοι έχουν πολλές ιστορίες να μας διηγηθούν. Ιστορίες για ανθρώπους που ήρθαν από μακριά και για άλλους που ήταν γεννημένοι σ’ αυτό τον τόπο και συνυπήρχαν στο λιμάνι δουλεύοντας για κάποιο αφεντικό πλουτίζοντάς το ενώ οι ίδιοι έμεναν σε προσφυγικά παραπήγματα στην παραλία και σε διάφορες λαϊκές γειτονιές της Καλαμάτας. Η ιστορία όμως που έμελλε να σημαδέψει αυτό το μέρος δεν είναι χαρούμενη αλλά βαμμένη με το αίμα δεκάδων απεργών και αλληλέγγυων.

Η αιματοβαμμένη εξέγερση των λιμενεργατών και των μυλεργατών τον Μάη του 1934 ενάντια στα αφεντικά και το κράτος άφησε πίσω της οχτώ νεκρούς, δεκάδες τραυματίες και πολλές υλικές καταστροφές σε  διάφορα κτήρια εκ των οποίων αυτό της Τράπεζας Αθηνών, το σπίτι ενός εκ των ιδιοκτητών των μύλων ‘’Ευαγγελίστρια’’ Πάστρα καθώς και το τραμ της πόλης.

Η εξέγερση της Καλαμάτας στις 9 Μαΐου του 1934 δεν είχε ‘’μέντορες’’ και ‘’επαναστατικές κομματικές φυσιογνωμίες’’ αφού οι εργάτες είχαν αποκηρύξει τέτοιου είδους αποστήματα μέρες πριν το αιματοκύλισμα.  Γι’ αυτό το λόγο τα γεγονότα της Καλαμάτας παρά την δραματική εξέλιξη που πήραν και τον θόρυβο που προκάλεσαν σε όλο τον ελλαδικό χώρο δεν έγιναν ποτέ σήμα κατατεθέν ως ''μοντέλο αγώνα'' για την καθεστωτική αριστερά.

Μάλιστα προς αποφυγή οποιοδήποτε πολιτικού προσεταιρισμού από το κώμα του λαού καθώς και για τωρινά συμπεράσματα σε πρακτικές του κώματος σχετικά με τον χαρακτήρα που θα πρέπει να έχει μια εξέγερση είναι καλό να αναφερθεί ότι στην 2η Ολομέλειά του το ΚΚΕ τον Νοέμβριο του 1934 ανακοινώνει ότι ''η Κομματική Οργάνωση Πελοποννήσου βρέθηκε έξω από τα γεγονότα της Καλαμάτας όσο και από την τελευταία εξέγερση των σταφιδοπαραγωγών".

ΤΟ ΣΚΗΝΙΚΟ ΜΙΑΣ ΑΙΜΑΤΟΒΑΜΕΝΗΣ ΕΞΕΓΕΡΣΗΣ

Το 1934 ήταν μια χρονιά όπου τα κοινωνικά κινήματα βρίσκονταν σε αναβρασμό. Απανωτές απεργίες και εξεγέρσεις εργατών-κρατουμένων πονοκεφαλιάζουν το κράτος. Αναφορικά θα μπορούσαμε να αναφέρουμε τα εξής:

2/1/1934 Στάση και μαζική απεργία πείνας των κρατουμένων στις φυλακές του Συγγρού, Ακραίου κ.α.

7/1/1934. Κινητοποιήσεις εργατών και επαγγελματιών κατά τις εταιρίας ηλεκτροδότησης ‘’Πάουερ’’.

17/1/1934 Απεργία των μεταλλωρύχων στο Λαύριο.

20/1/1934 Στις Σέρρες καταλαμβάνεται από άνεργους καπνεργάτες το κτήριο του ταμείου ανεργίας.

16/2/1934 Στην Θεσσαλονίκη άνεργοι καπνεργάτες και αρτεργάτες επετέθησαν στο γραφείο Ευρέσεως Εργασίας, στην γενική Διοίκηση και την Δημαρχία.

Το λιμάνι της Καλαμάτας βρισκόταν σε αναβρασμό για τουλάχιστον δύο χρόνια. Αιτία του αναβρασμού ήταν η ‘’ρουφήχτρα’’ που εγκατέστησαν στην προβλήτα τα αφεντικά των αλευρόμυλων ‘’Ευαγγελίστρια’’ Πάστρας και Τραβασάρας. Η ρουφήχτρα εγκαταστάθηκε από 1928 αλλά η τελειοποίησή της καθώς και οι νέες αλυσιδωτές ανάγκες που αυτή έφερνε στην παραγωγή είχε ως αποτέλεσμα οι φορτοεκφορτωτές να απασχολούνται για τέσσερα ακόμα χρόνια.

Από το 1932 η κατάσταση στο λιμάνι οξύνεται καθώς οι φορτοεκφορτωτές τον Οκτώβριο κηρύττουν απεργία και απαιτούν εκ παρατροπής εργασία για να μην χάσουν κάποιο συνάδελφοι την δουλειά τους. Τα αφεντικά απορρίπτουν το αίτημα και οργανώνουν απεργοσπαστικό μηχανισμό. Οι ξυλοδαρμοί και τα μαχαιρώματα των απεργών με την αστυνομία και τους απεργοσπάστες είναι καθημερινό φαινόμενο. Το σκηνικό αυτό κρατάει ένα μήνα με το λιμάνι να έχει παραλύσει καθώς οι ιδιοκτήτες φορτηγίδων κηρρύσουν λοκ αουτ.

Στις αρχές του 1933 οι λιμενεργάτες κατεβαίνουν σε απεργία ζητώντας να μην λειτουργήσει η ‘’ρουφήχτρα’’ ή να αποζημιωθούν όσοι απολυθούν. Τον Σεπτέμβρη του 1933 η εκφόρτωση ενός καραβιού γίνεται η αφορμή να σκοτωθεί από πυροβολισμό ο Κ. Καλογεράκος, ιδιοκτήτης μιας φορτηγίδας, από τον Απ. Διαμαντόπουλο που ήταν πρόεδρος της Ένωσης Φορτοεκφορτωτών Λιμένος. Μέσω της συνεχιζόμενης όξυνσης στο λιμάνι οι κρατούντες οδηγούνται στις 26 Απριλίου σε σύσκεψη υπό τον αντιπρόσωπο του Υπ. Εργασίας  και αποφασίζουν την μείωση των λιμενεργατών από 340 σε 140, ίδρυση ταμείου σύνταξης σε όσους ήταν μεγαλύτεροι από 40 χρονών και αποχωρούσαν καθώς και αποζημίωση των εργατών με το ποσό των 5 δραχμών για κάθε κιλό που θα ξεφόρτωνε η ρουφήχτρα. Οι αποφάσεις δεν βρίσκουν σύμφωνους τους εργάτες με κύριο σημείο διαφωνίας την αποζημίωση των 5 δραχμών ενώ οι ίδιοι επιθυμούσαν 8 δραχμές.

Οι πρώτες μέρες του Μάη του 1934 βρίσκουν την Καλαμάτα σε απεργιακό κλοιό. Οι εργαζόμενοι της Ελληνικής Εταιρίας Οίνων και Οινοπνευμάτων ξεκινούν τον απεργιακό κλοιό στην πόλη και μετά από μάχες με την αστυνομία συλλαμβάνονται 19 απεργοί. Να σημειωθεί ότι αυτή η απεργία έληξε τον Ιούνιο μετά από άγρια καταστολή της ίδιας της εργοδοσίας με μπράβους και απεργοσπάστες. Αυτή η νίκη των εργοδοτών έδωσε την ευκαιρία στο διευθύνοντα σύμβουλο της εταιρίας Επαμεινώνδα Χαρίλαο, να υπενθυμίσει στο Εμπορικό Επιμελητήριο Αθηνών ότι «εάν εις όλας τας αναλόγους περιστάσεις ο εργοδοτικός κόσμος ηκολούθει σταθεράν τακτικήν δια την αντιμετώπισιν παρομοίων αναρχικών εκδηλώσεων, αυταί θα εξέλιπον».

Μετά από όλα αυτά τα γεγονότα οι λιμενεργάτες στέλνουν αντιπροσωπεία  για να διαπραγματευτεί με τους εργοδότες και το Υπουργείο Εργασίας η οποία δέχεται συμφωνία αποζημίωσης 6 δραχμών ανά κιλό που θα ξεφορτώνει η ‘’ρουφήχτρα’’.

Στις 7 Μάη οι συνδικαλιστές ανακοινώνουν τη συμφωνία και αμέσως μετά από συνέλευση οι εργάτες δυσαρεστημένοι αποκηρύσσουν τους συνδικαλιστές τους που ως είθισται βιάστηκαν να συνθηκολογήσουν  και αποφασίζουν απεργία στην οποία συμμετέχουν και οι μυλεργάτες για αλληλεγγύη  και με αιτήματα για επαναπρόσληψη  τριών συναδέλφων τους, την καταβολή των παράνομων κρατήσεων από τους μισθούς τους, και την εξίσωση των μισθών τους με αυτούς των εργατών του Πειραιά που ήταν 30 δραχμές κατώτερη. Επίσης στην απεργία συμμετέχουν και οι μυλεργάτες του μύλου ‘’Φεραδούρου, Αποστολάκη και Σια’’ ως αλληλέγγυοι παρόλο ότι προ 15ημερου είχε γίνει αύξηση των δικών τους ημερομισθίων. Τέλος απεργούν και οι καταστηματάρχες της πόλης σαν ένδειξη αλληλεγγύης.

Η ΑΠΕΡΓΙΑ ΚΑΙ Η ΒΙΑΙΗ ΚΑΤΑΣΤΟΛΗ ΤΗΣ

Στις 8 Μάη η πόλη έχει νεκρώσει από την απεργία και ο στρατός με την αστυνομία καθώς και η έφιππη χωροφυλακή φυλάσσουν τους μύλους, για τις ανάγκες της τήρησης της τάξης στήνεται ακόμα και πολυβόλο στην ταράτσα των μύλων. Τα εγκαίνια της ‘’ρουφήχτρας’’ είναι στις 9 Μάη καθώς εκείνη την μέρα αναμένεται και το γεμάτο σιτάρι ατμόπλοιο ‘’Λίμνη’’.  Το απόγευμα τις 8 Μάη οι απεργοί προσπάθησαν να σπάσουν τον δυτικό κλοιό των στρατιωτών και σημειώθηκαν συγκρούσεις και πετροπόλεμος που έλαβαν τέλος με την επέμβαση της έφιππης χωροφυλακής. Το βράδυ μια έκρηξη βόμβας συνταράσσει το λιμάνι. Η έκρηξη φαίνεται να είχε ως στόχο την ‘’ρουφήχτρα’’ καθώς έγινε σε σημείο κοντά στο μηχάνημα χωρίς ωστόσο να προκαλέσει κάποια φθορά. Βλέποντας την κλιμάκωση της έντασης το κράτος ενισχύει την φρουρά τοποθετώντας έναν επιπλέον λόχο πεζικού.

Το ξημέρωμα τις 9 Μάη βρίσκει σχεδόν όλη την πόλη στο λιμάνι να προσπαθεί να αποτρέψει την εκφόρτωση του πλοίου ‘’Λίμνη’’. Οι στρατιώτες χτυπούν τους συγκεντρωμένους  με τους υποκόπανους  των όπλων για να αποτρέψουν την επαφή του κόσμου με το πλοίο που ήδη έχει μπει στο λιμάνι. Οι συγκεντρωμένοι δεν υποχωρούν και μια ομάδα ανθρώπων που αποτελούνται ακόμα και από παιδιά μπαίνει σε μια βάρκα για να προσεγγίσουν το πλοίο μέσω θαλάσσης.  Ο κόσμος τους ενθαρρύνει και προσπαθεί και αυτός με την σειρά του να σπάσει τον στρατιωτικό κλοιό.

Στο σημείο αυτό οι στρατιώτες διατάσσονται να ανοίξουν πυρ στο πλήθος ενώ συγχρόνως η βάρκα γαζώνεται από το πολυβόλο που είχε στηθεί στην ταράτσα. Ορισμένοι εργάτες ισχυρίζονται κατηγορηματικά ότι το πυρ το ξεκίνησε ο ίδιος ο Πάστρας που είχε οχυρωθεί στην ταράτσα των μύλων καθώς οι στρατιώτες αρνήθηκαν στην διαταγή. Ό,τι και να συνέβη στην πραγματικότητα το γεγονός αυτό υποδεικνύει την οργή και την άποψη που είχαν οι απεργοί για το αφεντικό των μύλων. Ο απολογισμός είναι δύο νεκροί στην βάρκα, τρεις στην προκυμαία και δεκάδες τραυματίες.

Οι συγκεντρωμένοι εναποθέτουν τους νεκρούς σε ξύλα και τους μεταφέρουν στο κέντρο της πόλης για να δουν και οι υπόλοιποι το αιματοκύλισμα. Στο διάβα τους οι συγκεντρωμένοι καταστρέφουν το σπίτι του ενός από τους ιδιοκτήτες των μύλων Πάστρα, την Τράπεζα Αθηνών και το τραμ της πόλης. Στη συνέχεια αφού σπανέ την στρατιωτική φρουρά οι συγκρούσεις γενικεύονται. Αποτέλεσμα των συγκρούσεων στο κέντρο της πόλης είναι άλλοι τρεις νεκροί και δεκάδες τραυματίες. Η χωροφυλακή απαγορεύει για ώρες την περισυλλογή των πτωμάτων προς παραδειγματισμό!

Τα ονόματα των νεκρών είναι: Μαραγκουδάκης Αντώνης, Σπάλας Ανδρέας, Μπλίκος Παναγιώτης, Γιαλατσινός Βασίλης, Καπετανέας Βασίλης και Γκριζέπη Μαρία. Ο Βασίλης Καπετανέας πέθανε λίγο μετά από τα γεγονότα στο νοσοκομείο όπως και η Μαρία Γκριζέπη που τραυματίστηκε βαριά στο περίπτερό της και εξέπνευσε λίγο μετά στο νοσοκομείο. Η κηδεία γίνεται την επομένη των αιματηρών γεγονότων.

Την επομένη όλη η πόλη βρίσκεται σε κατάσταση απεργίας και οι κηδείες μετατρέπονται σε συλλαλητήρια ενάντια στην εκμετάλλευση και την καταστολή. Συλλαλητήρια και απεργίες ως ένδειξη αλληλεγγύης γίνονται σε πολλές πόλεις της Ελλάδας, ειδικότερα στην Θεσσαλονίκη η απεργία και το συλλαλητήριο είχαν μεγάλη συμμετοχή. Στον υπουργό Οικονομίας ασκήθηκε έντονη κριτική για την επιλογή του να λειτουργήσει πάση θυσία το απορροφητικό μηχάνημα.

Εν μέσω κοινωνικής κατακραυγής η εκφόρτωση του πλοίου ματαιώνεται και η κυβέρνηση προσπαθώντας να σώσει ότι μπορεί από την ‘’πολιτική τιμή’’ της προβαίνει στην απομάκρυνση του νομάρχη, του τοπικού στρατιωτικού διευθυντή, του διοικητή της χωροφυλακής και του λιμενάρχη. Είναι σημαντικό να σημειωθεί ότι ο λιμενάρχης παραπέμφθηκε με το ερώτημα της απόταξης από την υπηρεσία του και ενώ το πρωτοβάθμιο συμβούλιο τον έκρινε παντελώς ανίκανο το δευτεροβάθμιο που συνεδρίασε λίγο καιρό μετά τον δικαίωσε πανηγυρικά διατηρώντας τον βαθμό του. Μόνο η παρέμβαση του υπουργού Ναυτικών Χατζηκυριάκου το 1935 μπόρεσε να τον απομακρύνει από κάθε υπηρεσία.

Σαν να μην έφταναν όλα αυτά τον Γενάρη του 1935 παραπέμπονται σε δίκη και καταδικάζονται οι εργάτες Χρ. Νιάρχος, Π. Αντωνάκας, Στ. Σταθάκος και Γ. Ξενάκης σε 18 μήνες φυλάκιση και 2 χρόνια εξορία στον Άγιο Ευστράτιο.

Αυτή η εξέγερση δεν αναζητά πολιτικούς σπόνσορες γιατί οι άνθρωποι που την έκαναν δεν συντάχθηκαν κάτω από καμιά κομματική ομπρέλα. Είναι γεγονός πάντως ότι από το 1931 και για λίγα χρόνια ακόμα οι λεγόμενοι αρχειομαρξιστές είχαν μεγάλη επιρροή στην Καλαμάτα ελέγχοντας τα σωματεία των μυλεργατών και συμμετέχοντας στο σωματείο των λιμενεργατών. Παρ’ όλα αυτά δεν μπορούμε να δεχτούμε την οικειοποίηση των γεγονότων από τους αρχειομαρξιστές γιατί κάτι τέτοιο θα στερούνταν από σοβαρά στοιχεία και το κυριότερο θα πρόδιδε των αγώνα όλων αυτών που πάλεψαν με ανιδιοτέλεια και χωρίς πολιτικούς και κομματικούς φραγμούς.

Φέρνουμε στη μνήμη την συζήτηση που είχαμε πριν λίγα χρόνια με τον μπάρμπα Στράτη που ως λιμενεργάτης συμμετείχε στην απεργία και θυμόμαστε την θυμωμένη σε ύφος απάντησή του στην ερώτηση:

- Ποιος έλεγχε την απεργία;

- Οι εργάτες έλεγχαν την απεργία. Εμείς οι εργάτες. Δεν υπήρχαν κόμματα σε όλα αυτά.    

Στον μπαρμπά Στράτη Κισόγλου που στα εκατόν δύο χρόνια από την ζωή του και ένα χρόνο πριν αφήσει την πολυτάραχη ζωή του ευτήχησα να τον γνωρίσω και να μου δώσει κάτι από τον αιώνα του.

*Αναδημοσίευση από εδώ: http://skourkos2012.blogspot.com.au/2012/10/1934.html

 

Ο Ήλιος της Αναρχίας ανέτειλε - Ο Γιάννης Μαγκανάρας


 

Γνωρίζουμε ότι τόσο αυτός όσο και όλοι οι Μαγκανάρηδες κατάγονται από τον Ιωάννη Μαγκανάρο, ο οποίος ήταν Γάλλος απόφοιτος της Στρατιωτικής Σχολής Παρισιού, αξιωματικός του Ναπολέοντα και φιλέλληνας. Στην Ελλάδα έφτασε, μάλλον μέσω Κεφαλονιάς, κατά τη διάρκεια της Επανάστασης του 1821, προφανώς για να πολεμήσει, και κατέληξε στο Μεσολόγγι με την ομάδα του Μπάιρον. Ο ίδιος και η οικογένεια που έκανε μετά έμειναν στην Ελλάδα και άλλαξαν το επώνυμό τους σε Μαγκανάρας. Η οικογένεια απλώθηκε στην Πάτρα, το Μεσολόγγι, τη Σύρο, το Ναβαρίνο, την Κόρινθο και, αργότερα, την Αθήνα. Ο ένας από τους τρεις γιους του ήταν ο Μιλτιάδης Μαγκανάρας, πατέρας του Γιάννη, ο οποίος εγκαταστάθηκε στην Κόρινθο, όπου και γεννήθηκε ο Γιάννης Μαγκανάρας.

Σύμφωνα με τις δικογραφίες σε βάρος του που παραθέτει ο Χρήστος Xαρμπίλας στο βιβλίο του «Οι αναρχικοί της Πάτρας και του Πύργου», ο Μαγκανάρας πρέπει να γεννήθηκε το 1875 ή το 1876.

Δεν γνωρίζουμε τίποτα για σπουδές ή άλλες σχετικές ασχολίες του Γιάννη Μαγκανάρα, αλλά είναι επιβεβαιωμένο ότι ήταν γνώστης της γαλλικής γλώσσας, καθώς και των αναρχικών και άλλων επαναστατικών ιδεών της εποχής του. Εγκαταστάθηκε στην Πάτρα το 1893, προερχόμενος από την Κόρινθο, εργάσθηκε ως δημοσιογράφος κυρίως στην εφημερίδα Πελοπόννησος, και αναμείχθηκε με τη Σοσιαλιστική Αδελφότητα. Το 1895 αγόρασε από τον Αλέξανδρο Ευμορφόπουλο την εφημερίδα Επί τα Πρόσω, η οποία έγινε το όργανο διάδοσης των αναρχικών ιδεών στην Πάτρα και τη γύρω περιοχή τα τελευταία χρόνια της δεκαετίας του 1890.

Το ότι ο Γιάννης Μαγκανάρας ήταν συνδεδεμένος με τη Σοσιαλιστική Αδελφότητα αποδεικνύεται και από τα ρεπορτάζ για τις δραστηριότητες της οργάνωσης αυτής που δημοσίευσε ο ίδιος στην εφημερίδα Μεταρρυθμιστής, στην οποία επίσης είτε εργαζόταν ως συντάκτης είτε συνεργαζόταν.

Παραθέτουμε μερικά από τα ρεπορτάζ του Γιάννη Μαγκανάρα στην εφημερίδα Μεταρρυθμιστής:

ΣΟΣΙΑΛΙΣΤΙΚΗ ΑΔΕΛΦΟΤΗΣ

Πάτραι τη 28η Ιανουαρίου 1894

Την παρελθούσαν Κυριακήν, 23ην Ιανουαρίου, ώρα 8ην μ.μ., συνήλθον τα μέλη της εν Πάτραις εδρευούσης κοινωνιστικής εταιρίας “Σοσιαλιστική Αδελφότης”, προς α ο πολίτης και ταμίας του Διοικ. Συμβουλίου Χαρίλαος Δημητρόπουλος ωμίλησε περί των εξής:

“Πόλεμος κατά του κεφαλαιοκρατικού συστήματος και κατάργησις του ημεροδουλίου. – Τι ωφελούνται οι πλούσιοι εκ της οικονομίας των εργατών. – Πώς παρεμβαίνει το κεφάλαιον εις τους νόμους της φύσεως και εις τα έργα της προόδου. – Περί αποφυγής του γάμου και των εκ της κλεψιγαμίας πληγών. – Περί της μεγάλης κοινωνικής επαναστάσεως και της μεγάλης κοινωνικής μεταμορφώσεως. – Πώς δύνανται να εργάζωνται όλοι, και να έχωσι την υπερτάτην εξουσίαν όλοι. – Εντέλεια του ατόμου, μεταμόρφωσις και δόξα της ανθρωπότητος.”

Πάτραι τη 31η Ιανουαρίου 1894

Χθες την 30ην Ιανουαρίου, ώραν 3ην μ.μ., συνήλθον τα μέλη της εν Πάτραις εδρευούσης ανωτέρω Αδελφότητος, προς α το μέλος της Αδελφότητος Βασιλ. Δουδούμης ανέπτυξε τα κατωτέρω:

“Σκοπός της Πολιτείας: η προστασία της ζωής, της τιμής και της περιουσίας των εργατών. – Πρώτοι όροι της ζωής είνε η τροφή, η ενδυμασία και η κατοικία. – Η πολιτεία περί ουδενός αυτών εγγυάται εις τους εργάτας. – Εγκαταλείπουσα αυτούς εις τον περί υπάρξεως αγώνα επιτρέπει εις ευάριθμον μειονότητα ν’ απολαύη αυτή πάντων και οι εργάται να μένωσιν ατροφικοί, ρακένδυτοι και άστεγοι. – Υπό το σύστημα του ημερομισθίου η λέξις τιμή, τουτέστιν ο ανθρωπισμός, είνε απλή περίφρασις. – Γυναίκες και κόραι του λαού άνευ τιμής. – Περιουσίαι των εργατών σύμπας ο επί της γης πλούτος. – Απαλλοτρίωσις αυτού. – Εργασία και μισθοί. – Παραγωγή και κατανάλωσις. – Η πολιτεία προστάτις της ζωής, της τιμής και της περιουσίας των μη εργατών. – Ενοποίησις των εργατών. – Λύσις του οικονομικού ζητήματος δια του συνεταιρισμού των εργατών μετά του κεφαλαίου, όχι των κεφαλαιούχων, δηλαδή ανάκτησις του πλούτου υπό των εργατών. – Απαιτήσεις αυτών δια το προσεχές μέλλον: περιορισμός των εργασίμων ωρών, ορισμός του ημερομισθίου, δημοτική εκπαίδεσις δωρεάν, και εξασφάλισις αυτών κατά της αεργίας”.

Μετά τον λόγον του Β. Δουδούμη μέλος τι επρότεινε την πρόσληψιν εισπράκτορος· το δε Διοικητικόν Συμβούλιον προσέλαβεν ως τοιούτον το μέλος Χ. Θ. Κούσουλαν· προς τούτοις δε ανέστειλε το δικαίωμα της εγγραφής επί εξ μήνας (;)

Πάτραι τη 6η Φεβρουαρίου 1894

Σήμερον, 6ην Φεβρουαρίου, ημέρα Κυριακή, συνήλθον τα μέλη της εν Πάτραις Κοινωνιστικής εταιρίας “Σοσιαλιστική Αδελφότης”, προς α ο πολίτης Χαρ. Δημητρόπουλος ανέπτυξε τα ακόλουθα ζητήματα:

“Σημεία ανησυχίας, αναβρασμού και καταστροφής της ανθρωπότητος, συνεπεία της προόδου, ήτις αφήρεσεν αρκετά το σκοτεινόν νέφος, όπερ εκάλυπτε τας κοινωνίας. – Αι καταβαλλόμεναι του κεφαλαίου προσπάθειαι προς στήριξιν του παρόντος κοινωνικού οικοδομήματος. – Αι κυβερνήσεις παντού σαλεύονται ως κάλαμοι υπό της πνοής των ανέμων. – Αι απαιτήσεις της φορολογίας και του ρουσφετιού αναβιβάζονται εις αμέτρητον ύψος. – Εξαιρετική φροντίς υπέρ της στρατοκρατίας, κ.τλ. κ.τλ.”.

Μετά τούτον έλαβε τον λόγον ο π. Β. Δουδούμης όστις ανέπτυξεν, ότι ο αγών περί εξασφαλίσεως της ζωής, της τιμής και της περιουσίας των εργατών δεν δύναται να επιτύχη άνευ της συσσωματώσεως των εργατών και ότι προς τον σκοπόν τούτον η υποχρέωσις των εργατών συνίσταται επί του παρόντος εις την εγγραφήν αυτών μελών του Συλλόγου και εις την παρακολούθησιν των εν αυτώ διδασκομένων μαθημάτων. – Εάν σήμερον δεν εκτελέσωσι το απλούστατον τούτο έργον, αύριον δεν θα εκτελέσωσι το δυσκολώτερον. Η επιτυχία του ενός είνε εγγύησις της επιτυχίας και του ετέρου.

Ι. Μ. Μαγκ.

(Μεταρρυθμιστής, τεύχος 13, 15 Φεβρουαρίου 1894).

ΣΟΣΙΑΛΙΣΤΙΚΗ ΑΔΕΛΦΟΤΗΣ

Πάτραι τη 17η Ιανουαρίου 1894

Χθες, 16ην Ιανουαρίου, ημέραν Κυριακήν, 2αν  μ.μ. ώραν, συνήλθον τα μέλη της εν Πάτραις εδρευούσης “Σοσιαλιστικής Αδελφότητος” εν οις ο πολίτης Β. Δουδούμης, μέλος της Αδελφότητος, ανέπτυξε τα εξής:

“Φυσικόν και κοινωνικόν δικαίωμα πάντων επί πάντων. – Η Θεωρία περί επικρατήσεως του ισχυροτέρου είνε αληθής και επομένως οι εργάται ως ισχυρότεροι θα επικρατήσουν. – Νόμος της προσφοράς και της ζητήσεως είνε ψευδολογία των κεφαλαιούχων. – Οι εργάται εν Ελλάδι πένονται. - 600.000 χωρικών, καλλιεργούντων 23 εκατομμύρια στρέματα γης, ζώσιν εν ενδεία. –Περί τα 50 εκατομμύρια αρπάζονται εκ των χειρών των. – Αύται αι 600 χιλιάδες και αι 400 άλλαι των εργατών, στερούνται εν τη Πολιτεία και τη κοινωνία παντός δικαιώματος ελευθερίας και Δικαιοσύνης”.

Μετά τούτον ο πολίτης, Κ. Δημόπουλος, μέλος της Αδελφότητος και ταμίας του “Μεταρρυθμιστού” ωμίλησε γενικώς περί Κοινωνισμού και περί της ανάγκης της υποστηρίξεως συγγραμάτων και εφημερίδων Κοινωνιστικών, διότι “δι’ αυτών δυνάμεθα τάχιστα να διαδίδωμεν τας λαοσωτηρίους κοινωνιστικάς αρχάς”.

Ιωάν. Μιλτ. Μαγκανάρας.

[Σημείωσις.-Ανταπόκρισιν της 23 τρ. μ. δεν θα πέμψω υμίν διότι αναχωρήσω εις Κόρινθον ένθα η ασθένεια του πατρός μου με καλεί.]

(Μεταρρυθμιστής, Αρ. 17, 1 Φεβρουαρίου 1894) .

ΝΑ ΤΟ ΠΙΣΤΕΥΣΩΜΕΝ;

Διαδίδεται ανά την πόλιν ότι εις εκ των τραπεζιτών της πόλεώς μας έλαβεν επιστολήν υπό τινος ενταύθα “Φιλικής Εταιρίας” συνισταμένης εξ 25 μελών, απειλούσα αυτόν ότι θέλουσι τον ανατινάξει εις τον αέρα! Προς τούτοις λέγεται εν αύτη ότι ουδεμία σχέσιν έχουσιν οι γράφοντες με τους Σοσιαλιστάς, καθ’ ότι η εταιρία αύτη ζητεί την ανατροπήν της κοινωνίας βιαίως ως πάντες οι αναρχικοί και άρδην!

ΣΟΣΙΑΛΙΣΤΙΚΗ ΑΔΕΛΦΟΤΗΣ

Σήμερον 13 Μαρτίου, ημέραν Κυριακήν 3ην ώραν μ.μ., συνήλθον τα μέλη της εν Πάτραις εδρευούσης “Σοσιαλιστικής Αδελφότητος”, εν οις ο πολίτης Χαριλ. Δημητρόπουλος, μέλος και ταμίας της Αδελφότητος ανάπτυξε τα εξής:

“Ο περί υπάρξεως αγών εν τω κοινωνικώ ημών βίω – Κακοήθη μέσα προς επίτευξιν του σκοπού – Το κέρδος – Η τύχη των εργατών υπό τους παρόντας κοινωνικούς όρους – Αδιαφορία των επιτηδείων – Δυστυχία και ατίμωσις – Εγκλήματα εκ της πενίας – Ο φαύλος κύκλος της σημερινής κοινωνίας – Χαλάρωσις των κοινωνικών δεσμών – Αν συντελούν τα βίαια μέσα προς καταστροφήν του εγκλήματος – Πόσον θα συντελέση η βελτίωσις της κοινωνικής καταστάσεως εις την εξαφάνισιν του εγκλήματος – Διαχείρισις της παραγωγής εκ μέρους του κεφαλαίου – Εξόντωσις του εργάτου και πολλαπλασιασμός του κεφαλαίου – Κοινωνικαί διακρίσεις”.

ΜΑΓΚΑΝΑΡΑΣ

(Μεταρρυθμιστής, Αρ. 20, 20 Μαρτίου 1894).

Επίσης, ο Γιάννης Μαγκανάρας φαίνεται ότι συνεργαζόταν και με την εφημερίδα Σοσιαλιστικός Σύλλογος που κυκλοφόρησε για πρώτη φορά το 1893 στην Αθήνα ως όργανο του Κεντρικού Σοσιαλιστικού Συλλόγου.

Παραθέτουμε άρθρο του που δημοσιεύτηκε στο τεύχος 12, 1 Μαΐου 1894, της εν λόγω εφημερίδας:

Η ΦΩΝΗ ΤΩΝ ΕΡΓΑΤΩΝ

- “Πεινώμεν”, φωνεί ο λαός, - και όταν λέγωμεν λαόν εννοούμεν τον εργατικόν, ήγουν τα δύο τρίτα της κοινωνίας –, “Πεινώμεν” ακούεται πανταχόθεν φωνή γενική εκ στηθών αδυνάτων εκ του κόπου και της αδυναμίας της κακής συντηρήσεως, φωνή υποτρέμουσα και εξησθενημένη εκ του ψύχους και της πείνης, φωνή εσβησμένη σχεδόν εκ της δουλείας, της τυραννίας, φωνή ήτις πριν παρέλθη πολύς έτι χρόνος θα λάβη ιδίαις χερσί την δικαιοσύνην, τα δικαιώματα αυτής τα ανήκοντα αυτή, άπερ δραξ επιτηδείων εκμεταλλεύεται δια τοιούτου επιτηδείου τρόπου, ώστε καταντώμεν να τους ονομάσωμεν κοινή γνώμη “ευεργέτας”Μας!!.

“Είν’ ο λαός ελεύθερος” λέγουσιν οι νόμοι των λεγομένων ελευθέρων κρατών! Είνε ως να λέγωσι “είν’ ελεύθεροι οι επιτήδειοι να αφαιρώσι και αυτό το υποκάμισσον εκ των μη επιτηδείων” και διοργανίζομεν εορτάς, χάριν της ελευθερώσεώς μας! Ναι, εορτάζομεν την απελευθέρωσίν Μας εξ αλλοεθνών και την υποδούλωσίν Μας εις δράκα πολιτικών και κεφαλαιούχων, εν μια λέξει των “επιτηδείων”.

Δυστυχεί ο λαός και υπομένει νυν μετά καρτερίας τας καταπιέσεις των επιτηδείων, αλλ’ αλλοίμονον και τρις αλλοίμονον ότε ούτος σεσωματωμένος μετ’ αλαλαγμού θέλει λάβει το όπλον ανά χείρας ίνα ζητήση τα ανήκοντα αυτώ, τον άρτον του, τον πλούτον του, την εργασίαν του.

Υπομένει, υπομένει αλλ’ ουκ εστί μακράν η ημέρα καθ’ ην συλλέγων τας υπολειπομένας αυτώ δυνάμεις θέλει τιμωρήσει τους αιτίους.

Η περιφρονουμένη ήδη κεχωρισμένη δύναμις της εργασίας θέλει ρίψει κραυγήν απελπισίας και θέλει πλήξει το αίτιον αδυσωπήτως φωνούσα: “κάτω το κεφάλαιον, ζήτω η εργασία”.

Η ημέρα εκείνη θα είνε χαρμόσυνος, ημέρα καθ’ ην θέλει ανυψωθή η της ελευθερίας σημαία, η σημαία του Σοσιαλισμού καθ’ άπασαν την υφήλιον.

Ίδετε εις ποίαν κατάστασιν έχουσι φέρει οι άθλιοι τον εργατικόν λαόν· αποχωρίσαντες επιτηδείως τα μέλη αυτού ενέσπειραν εν αυτώ προλήψεις, αμάθειαν, κ.τ.λ.

Ω επιτήδειοι! Φοβηθήτε, φοβηθήτε την οργήν του λαού όστις αρκετά ετυρανήσθη, εξεδάρη, απεμυζήθη, εταλαιπωρήθη, υπέμεινεν, καιρός είνε ν’ αναπετάση την σημαίαν της δικαιοσύνης, της ευτυχίας, της αληθείας, την σημαίαν της ισότητος, της Αδελφότητος και της ελευθερίας.

Πάτραι

ΙΩ. Μ. ΜΑΓΚΑΝΑΡΑΣ.

(Σοσιαλιστικός Σύλλογος, Αρ 12, 1 Μαΐου 1894) .

Επίσης, είναι διαπιστωμένο ότι πριν αγοράσει την Επί τα Πρόσω, έγραφε ποιήματα και άρθρα στην εφημερίδα Σοσιαλιστής του Σταύρου Καλλέργη. Να μερικά δείγματα ποιημάτων του στην εφημερίδα αυτή:

ΙΣΟΤΗΣ - ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ

Των τυράννων το κράτος θα πέση.

Θα έλθη ισότης παιδιά.

Καθείς δι’ όλους θα δουλεύη.

Ζήτω λοιπόν η δουλειά.

Των τυράννων το κράτος δεν θ’ άρχη

Θα έλθη η ελευθεριά.

Των τυράννων το κράτος δεν θα υπάρχη.

Ζήτω παιδιά η δουλειά.

(Σοσιαλιστής, Νο 27, Αθήνα, Α΄ Ιουλίου 1893).

ΔΥΣΠΙΣΤΕΙΤΕ ΠΡΟΣ ΤΟΥΣ ΕΠΙΤΗΔΕΙΟΥΣ

Φίλοι μου, προσέχετε πολύ απ’ τους καλαμαράδες

…, μόνον γράφουσι να βγάζουνε παράδες.

Και με αυτά προσπαθούν, αφέντες να γενούν.

Κ’ ύστερον καγχάζοντας να μας περιγελούν!!

Και να μας λέγουν, σεις που ζητάτε ελευθερίαν….

…. Πλούσιους καταστήσατε… μείνατε ’ς την δουλίαν!!

Ας προσέχουμε λοιπόν, απ’ τους καλαμαράδες.

Που θέλουνε με το καλό να γίνουν αφεντάδες.

Προς τους επιτήδειους, πάντοτε, ας δυσπιστούμεν

Μη συμφορά, ακουσίως γινούμεν…

(Σοσιαλιστής, Νο. 28, Αθήνα Β΄ Ιουλίου 1893).

ΑΝΑΛΕΚΤΑ

Η εκμετάλλευσις είνε μήτηρ του κεφαλαίου.

Ο γαιοκτήμων και ο κεφαλαιούχος είνε δύο δίδυμοι αδελφοί.

(Σοσιαλιστής, Νο. 29, Αθήνα 1-8 Αυγούστου 1893).

ΑΝΑΛΕΚΤΑ

Η δικαιωσύνη είναι όργανον των πλουσίων!

Σοσιαλισμός= ανακούφισις δυστυχών.

Το κεφάλαιον είναι πατήρ του κέρδους.

Τον εργάτην εν περιπτώσει αφορίας μεγάλης η πείνα και ο θάνατος τον περιμένουσιν.

Ο εργάτης είναι πάντοτε δυστυχής, είτε ολίγη, είτε άφθονος είναι η συγκομιδή!!!

(Σοσιαλιστής, Νο 50 ,σελ. 2, Αθήνα 26-2 Ιανουαρίου 1894).

Στο κείμενο που ακολουθεί, ο Γιάννης Μαγκανάρας παρουσιάζει έναν φανταστικό διάλογο δύο φίλων με εντυπώσεις από μια επίσκεψη στο νησί Ισότητα, δίνοντας ανάγλυφη τη σοσιαλιστική κοινωνία του μέλλοντος για την οποία αγωνιζόταν και ο ίδιος. Το κείμενο αυτό δημοσιεύτηκε σε δύο συνέχειες στα τεύχη 36 και 37 του Σοσιαλιστή (19/26 Σεπτεμβρίου και 26-2 Οκτωβρίου 1893 αντίστοιχα):

ΧΡΥΣΟΥΣ ΑΙΩΝ

(περικοπή εκ του “Χρυσού Αιώνος” Ι. Μ. Μαγκανάρα),

ΕΝΤΥΠΩΣΕΙΣ

- Αλλ’ ενώ δεν υπάρχει το χρήμα δεν θα υπάρχουν και πλούσιοι, μοι φαίνεται, έλεγον εις τον φίλον μου την ακόλουθον της επιούσης ημέραν της ελεύσεώς μου.

- Ναι, Ιωάννη, η πολιτεία ήτις έχει εφαρμοσθή εις τας δύο ταύτας νήσους, τας οποίας βλέπεις, και μοι εδείκνυεν δια της χειρός δύο νήσους έναντι ημών ευρισκομένων, κατήργησαν το χρήμα, ουδέ νόμισμα έχουν κόψει.

- Και το εμπόριον;

- Γίνεται δια της συναλλαγής.

- Δηλαδή;

- Οι Δήμοι κάμνουν τας συναλλαγάς δια των προϊόντων γεωργικών ή βιομηχανικών, ώστε έχουν ορίσει μονάδα εργασίας δηλαδή, δεν έχουν ως εις την Ελλάδα ότι το δείνα πράγμα έχει μία, δύο ή τρεις δραχμάς, αλλά λέγουν πχ. 2 ή 3 οκάδες σταφίδος αντί μιας οκάδος ελαίου.

- !!!...

- Ο τόπος ούτος έχει απαλλαχθή εκ των εκμεταλλευτών, δηλαδή των τοκογλύφων, των εμπόρων, των γεωκτημόνων, των…, των…, των τέλος πάντων, των λεγομένων Χρυσοκανθάρων, των ευγενών κλεπτών ήτοι των πλούσιων εκμεταλλευτών.

- Αλλ’ ευρίσκονται;

- Εργάται μόνον… δουλεύουν “έκαστος δια πάντας, πάντες δι’ έκαστον”.

- Και συμβαίνει τούτο;

- Ιδού… πρώτον πρέπει να γνωρίζης ότι αι νήσοι αύται έχουσι διαιρεθή εις δήμους, αλλά πολύ μεγαλειτέρους των της Ελλάδος, και ανεξαρτήτους απ’ αλλήλων. Οι δήμοι ούτοι διευθύνονται υπό επταμελούς συμβουλίου, εκλεγομένου παρά των πολιτών των διαφόρων συντεχνιών, γεωργικών διαμερισμάτων, και λοιπών δημοτικών καταστημάτων.

- Αλλά για να σου είπω, Γεώργιε, στρατιώται εν ταις νήσεσι ταύταις υπάρχουσιν;

- Στρατιώται δεν υπάρχουν, ως και κακουργιοδικεία, πταισματοδικεία, κ.τ.λ. διότι ενταύθα δεν υπάρχουν υποθέσεις ως εν Ελλάδι, καθότι άνθρωποι έχοντες εξασφαλίσει την τροφήν των, την ενδυμασίαν των, και άπαντα τα χρειώδη δεν αναγκάζονται να παρακτρέπωνται.

- Τότε λοιπόν ουδέ φυλακαί ενταύθα υπάρχουν;

- Βεβαίως… μόνον αντ’ αυτών έχομεν φρενοκομεία…

- Πώς τούτο;

- Διότι ενταύθα είμεθα άπαντες ευτυχείς, δια να εγκληματίση τις βεβαίως θα είναι παράφρων. Προς τι τότε αι φυλακαί; Δι’ αυτούς πρέπει να υπάρχουν φρενοκομεία.

- Και τις τους δικάζει αφ’ ου δικαστήρια δεν υπάρχουν;

- Δικάζονται υπό του Δημοτικού Συμβουλίου, εις ενός μηνός θεραπείαν, δυο, τριών μηνών κ.τ.λ. αναλόγως των πράξεών των.

- Όλα καλά, αλλά τις συλλαμβάνει τους παρεκτρεπομένους, αφ’ ου στρατιώται δεν υπάρχουν;

- Πολίται τινές ευταξίαι καλούμενοι διότι πας πολίτης είναι στρατιώτης εργασίας χρησίμου και αναγκαίας εις την πολιτείαν, συνάμα δε και αμύνης κατά των βαρβάρων.

- !!...

- Και δεν είναι μόνον αυτά τα αγαθά της πολιτείας μας…

- Είναι και άλλα;

- Πλείστα όσα.

- Για να ακούσω…

- Εις κάθε μεγαλούπολιν υπάρχουσι μεγάλαι αποθήκαι γεωργικών και βιομηχανικών προϊόντων, εις τας οποίας τοποθετούνται τα περισσεύματα των δημοτικών αποθηκών.

- Τι ονομάζονται δημοτικαί αποθήκαι;

- Έκαστος δήμος έχει εις εκάστην συνοικίαν και εις έκαστον χωρίον αποθήκας, εις τας οποίας τοποθετούνται τα γεωργικά και βιομηχανικά προϊόντα.

- Τα δε μεγάλα εκείνα κτίρια τα ευρισκόμενα εις το άκρον της πόλεως τι είνε;

- Αυτά είνε της πόλεως ημών τα εργοστάσια δηλαδή προς κατασκευήν ενδυμάτων, υποδημάτων κ.λπ. περαιτέρω είνε αι αποθήκαι του δήμου, το Φρενοκομείον, το Νοσοκομείον κ.λπ.

- Τίνες καλλιεργούσι την γην;

- Έκαστος δήμος είνε διηρημένος εις Γεωργικά διαμερίσματα, έκαστον δε διαμέρισμα έχει ανατεθή υπό του συμβουλίου του δήμου εις ανάλογον αριθμόν εργατών και εις έκαστον διαμέρισμα προΐσταται εις εργάτης εκλεγόμενος παρά των άλλων, ως και εις τα εργοστάσια.

Μόλις ετελείωσεν ο Γεώργιος τον λόγον του ήχος κρουομένου κώδωνος έφθασε μέχρι των ώτων ημών.

- Τι σημαίνει τούτος ηρώτησα τον φίλον μου.

- Είνε η ώρα του γεύματος, άγωμεν, και το εσπέρας συνεχίζομεν την ομιλίαν μας.

Και επορεύθημεν να γευματίσωμεν.

…………………………….

Το εσπέρας μετά το δείπνον ηρώτησα τον φίλον μου;

- Η συγκοινωνία Γεώργιε πώς γίνεται;

- Η συγκοινωνία γίνεται δια των σιδηροδρόμων και των ατμοπλοίων. Όταν π.χ. θέλει τις να μεταβή από ένα δήμον εις άλλον εισέρχεται εις βαγόνιον τι, αρκεί να έχη έγγραφον παρά του προϊσταμένου του και μεταβαίνει όπου θέλει χωρίς να του λέγει κανείς τίποτε εκ των αρμοδίων υπαλλήλων.

- Τι είνε αυτοί οι προϊστάμενοι;

- Είνε οι προϊστάμενοι όλων των εργασιών ήτοι των νοσοκομείων, των γεωργικών διαμερισμάτων, των ταχυδρομείων κ.λπ.

- Δηλαδή οι ανώτεροι των πολιτών;

- Όχι… ούτοι ουδόλως διαφέρουν των άλλων, καθ’ ότι φέρουν τα αυτά ενδύματα, τρώγουν τα αυτά τρόφιμα, και κατοικούν ες ομοίας κατοικίας κ.λπ… είνε καθ’ όλα ίσοι με τους άλλους πολίτας….

- !!!...

- Και μη νομίσης, Ιωάννη, ότι τα αγαθά της πολιτείας μας είνε αυτά μόνον… αφήσαμεν το απαραίτητον πράγμα εις πάντα άνθρωπον.

- Το οποίον είνε;

- Ο γάμος. Εν τη πολιτεία ημών είνε απαραίτητος εις πάντας τους εξερχομένους εκ των σχολών, δηλαδή, έκαστος νέος εξερχόμενος του σχολείου 20 ετών λαμβάνει σύζυγον, η οποία έχει εξέλθει και αυτή του σχολείου των θηλέων 18 ετών, αποτελούν ζεύγος, λαμβάνουν οικίαν και σκεύη παρά του δήμου, ζώσι μετά των άλλων πολιτών εργαζόμενοι άνευ μερίμνης περί της αύριον.

- Αυτό δεν εννοώ, ενώ όλοι μέχρι του 20ου έτους ευρίσκονται εις το σχολείον πώς μανθάνουν τέχνην.

- Ιδού… Έκαστος δήμος έχει εν ή δύο ή περισσότερα σχολεία, αναλόγως του πληθυσμού των αρρένων και των θηλέων, εντός του οποίου μανθάνουν γράμματα και συγχρόνως και μίαν τέχνην, κατά την κλίσιν εκάστου μαθητού, ομοίως και των θηλέων. Εις το σχολείον εισέρχονται 5 ετών και εξέρχονται τα μεν θήλεα 18 τα δε άρρενα 20.

- Τι να σοι πω φίλε μου η πολιτεία σας με κατεμάγευσεν… και ονομάζεται;

- Σοσιαλιστική πολιτεία ή Σοσιαλισμός…

- Άκουσον να σου είπω, Γεώργιε, εάν το πολίτευμα τούτο εφηρμόζετο και εν Ελλάδι ηθέλαμεν αποκτήσει και πάλιν την δόξαν, ην είχομεν επί Περικλέους! Και ηθέλαμεν αριθμεί δεύτερον χρυσούν αιώνα.

…………………………..

Τέσσαρας μήνας επεκτάθη η εν τη νήσω της Ισότητος διαμονή μου.

Πρωίαν τινά είδον αγκυροβολούσαν εντός του λιμένος την “Λευκήν Άρκτον”. Περί την εσπέραν ανεχωρήσαμεν διευθυνόμενοι προς την αγαπητήν μου Ελλάδα αφ’ ης τους κόλπους τέσσαρας ολοκλήρους μήνας απεχωρίσθην.

Άρθρο δημοσιευμένο στην εφημερίδα Πελοπόννησος:

ΑΙ ΓΕΝΝΕΤΕΙΡΑΙ ΙΔΕΑΙ ΤΟΥ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟΥ

Η κατάπτωσίς των.

Ο Παύλος Δεσανέλ δημοσιεύει εν τη “Νέα Επιθεωρήσει” των Παρισίων μελέτην επί των ιδεών γεννετείρων του σοσιαλισμού. Συμπεραίνει δε την κατάπτωσιν αυτών ως ακολούθως.

Κατά τι ο παρών σοσιαλισμός – και κυριολεκτικώτερον ομιλούντες ο σοσιαλισμός του Μαρξ, διότι ο παρακολουθών τα προγράμματα των σοσιαλιστικών συλλόγων προ είκοσιν ετών, από της Γοθας εις Ερφούρ και από της Μασσαλίας εις Νάντην, παρατηρεί κυρίως την κατάπτωσιν από ημέραν εις ημέραν των ιδεών του Λασσάλ, και την επικράτησιν, πάντοτε καταδηλουμένων, των ιδεών του Μαρξ διαφέρει του ιδικού μας γαλλικού σοσιαλισμού του πρώτου ημίσεος του παρόντος αιώνος;

Φαίνεται ευθύς εξ αρχής ότι σχεδόν πάσαι αι ιδέαι του Μαρξ ευρίσκονται εις τον Σαιντ-Σιμόν, εις τον Φουριέ, εις τον Προυδόμ και ακόμη εις άλλους ολιγώτερον επιφανείς εις τον Βιδάλ και Πεκέρ. Εις τρόπον ώστε, εάν τις συμμερίζεται ταύτας δύναται να είπη ότι ο παρών σοσιαλισμός είναι ο ημέτερος σοσιαλισμός διαβάς τον Ρήνον, περικοσμηθείς εν Γερμανία και επιστρέψας εκείθεν τεθωρακισμένος δια συλλογισμών αοριστιών, και ενδεδυμένος φεουδαρχικήν πανοπλίαν, ως οι ήρωες του Βάγνερ.

Πλην δεν έχει ούτως. Υπήρξεν εκεί άλλο τι η μεταλλαγή συνηθειών και προσθηκών. Η πρωτοτυπία του Μαρξ είναι ότι ούτος έλαβεν ως κανόνας της κρίσεως, ως αφετηρίαν των συλλογισμών του τας προτάσεις των οικονομολόγων του τέλους του παρελθόντος αιώνος και των αρχών του λήγοντος. Δια τον λόγον τούτον, διότι οικοδόμησε την θεωρίαν του επί του έργου της οικονομικής επιστήμης, ο σοσιαλισμός αυτού εκλήθη επιστημονικός, εξ αντιθέσεως προς την φιλολογικήν, αισθητικήν, ρομαντικήν φράσιν του ημίσεος αιώνος εν Γαλλία.

Τούτο υπήρξεν η πρώτη αιτία της ανεπανορθώτου πτώσεώς του. Τας προτάσεις ας απεδέχθη αμέσως ως ακριβείς, σήμερον αι πρόοδοι του ανθρώπινου πνεύματος, αι νεώτεραι εργασίαι οικονομικαί και σοσιαλιστικαί έφθασαν να αποκαλύψωσι την ανεπάρκειαν και την ανακρίβειαν. Ήσαν παρατηρήσεις τυχαίαι, σχετικαί, μερικαί, παροδικά γεγονότα, ή τοπικά, άτινα επιστήμη νηπιάζουσα ερευνώσα επιστηριζομένη μάλλον εις τας θεωρίας ή εις την πείραν, έσπευσε να ανυψώση εις νόμους γενικούς και απολύτους κανόνας. Ούτως οι σοσιαλισταί, λαμβάνοντες ως βάσιν των θεωριών των τας εσπευσμένας γενικότητας και υπερβολικάς γηραιάς σχολής, έκτισαν επί βάσεων πλαστών, έξω της πραγματικότητος.

Και τούτο διότι ανεχώρησαν εκ της πεπλανημένης αρχής ότι η πολιτική οικονομία αφ’ ενός και ο σοσιαλισμός αφ’ ετέρου είναι εξίσου ανίσχυροι προς λύσιν του κοινωνικού ζητήματος.

Άρθρο δημοσιευμένο στην εφημερίδα Πελοπόννησος, Αριθ. 1178, Τρίτη, 1 Αυγούστου 1895, σελ. 1-2:

Άρτος διδόμενος δωρεάν

Το πολυφίλητον τούτο όνειρον, ο διακαής ούτος πόθος των σοσιαλιστών και αναρχικών επραγματοποιήθη προ χρόνων εις αυτοκρατορικόν κατ’ εξοχήν τόπον.

Ολίγον μετά την κήρυξιν του Ρωσσοτουρκικού πολέμου κατά το 1877 η οθωμανική κυβέρνησις ευρέθη εις την ανάγκην να εκδώση χαρτονόμισμα όπερ κατά την αρχήν της κυκλοφορίας είχεν ίσην αξίαν προς τον χρυσόν.

Ολίγον κατ’ ολίγον το χαρτονόμισμα υπετιμάτο απολύον 50, 80, 90 της αξίας της εκδόσεώς του.

Επειδή όμως όλαι αι συναλλαγαί γένοντο εις χαρτονόμισμα αι τιμαί των εκ εξωτερικού εισαγομένων εμπορευμάτων πληρωνομένων εις χρυσόν ηύξανον εις τρόπον του να γένωσι απρόσιτα εις τον πτωχόν λαόν, εις τους υπαλλήλους και στρατιωτικούς πληρωνομένους τον μισθόν εις χαρτονόμισμα.

Η τιμή του άρτου ηύξησε τόσον ώστε οι αρτοποιοί της Κωνσταντινουπόλεως ηρνούντο να δέχωνται εις πληρωμήν του άρτου χαρτονόμισμα.

Τότε η κυβέρνησις εύρε περίεργον μέσον δι’ ου εξησφαλίσθη εις τον λαόν της πρωτευούσης, ο άρτος σχεδόν δωρεάν διδόμενος, και δι’ ου ηυχαρίστησεν όλους.

Ηγγέλθη δια των εφημερίδων και των κηρύκων ότι ο κοινός άρτος ο πωλούμενος πρότερον μίαν χρυσήν πιάστραν η οκά θα εξηκολούθη να πωλήται μίαν χαρτίνην δραχμήν, η δε κυβέρνησις θα επλήρωνεν εις τους αρτοποιούς την διαφοράν 90 τοις εκατόν.

Τούτο διετηρήθη επί μακρόν χρόνον μέχρις ότε το χαρτονόμισμα απεσύρθη της κυκλοφορίας.

Έμπροσθεν εκάστου αρτοποιείου διέμενεν υπάλληλος της Κυβερνήσεως όστις εσημείωνε το ποσόν του πωλουμένου άρτου και παρέδιδεν εκάστην εσπέραν εις τον αρτοποιόν μίαν απόδειξιν παραλαβής παρουσιαζομένην προς το υπουργείον των οικονομικών, όπερ επλήρωνε την διαφοράν.

Το νόστιμον δε είναι ότι και οι πλούσιοι ων τα ταμεία ήσαν πλήρη χρυσού ελάμβανον δωρεάν τον άρτον παρά της Κυβερνήσεως. Η πατρική αυτή ενέργεια παρουσίασεν κατόπιν εις την Ευρώπην το θέαμα του περιφήμου “Κρακ” της προσόδου της.

Ρεπορτάζ στην εφημερίδα Πελοπόννησος:

Η ΔΟΛΟΦΟΝΙΑ ΤΟΥ ΚΑΝΟΒΑ ΔΕ ΚΑΣΤΕΛΛΟ

(τηλεγραφικώς δι’ εμμέσου οδού).

Η πρώτη εντύπωσις εν Μαδρίτη.

ΜΑΔΡΙΤΗ 9. Χθές το εσπέρας διεδόθη καθ’ όλην την πόλιν ότι ο πρωθυπουργός της Ισπανίας Κανόβας εδολοφονήθη εν Σάντα Αγουέδα, ένθα παραθέριζε λουόμενος συνάμα εν τοις θειούχοις ύδασιν αυτής.

Εις αναρχικός Ιταλός δια πολυκρότου επυροβόλησε τρις εις το στήθος και το μέτωπον του Κανόβα, κραυγάζων “Ζήτω η Ισπανία”!

Η δολοφονία αποδίδεται ουχί εις πατριωτικάς αφορμάς, αλλ’ εις γενικούς λόγους, εις την ιδέαν της αναρχίας, την οποίαν ο Κανόβας καθ’ ο συντηρητικός εδίωκεν αμειλίκτως.

Η σύλληψις του δολοφόνου. –Λεπτομέρειαι της δολοφονίας.

Η σύλληψις του δολοφόνου γνωσθείσα εν τη πόλει ανεκούφισε πως το κοινόν.

Εξ αστυνομικών ανακρίσεων εξηκριβώθη ότι ούτος ονομάζεται Μιχαηλάγγελος Γκόλλη γεννηθείς εις την Μπάϊα της Νεαπόλεως. Ούτος ευρισκόμενος εν Ιταλία είχε καταδικασθή εις φυλάκισιν δια την δημοσίευσιν επαναστατικού σοσιαλιστικού βιβλιάριου αλλά κατόρθωσε να δραπετεύση.

Εις τα λουτρά της Σάντα Αγκουέδα ήμενεν επίτηδες από τινος ζητών την κατάλληλον στιγμήν όπως εκτελέση την δολοφονίαν, ήτις ιδού πώς εγένετο.

Χθες την πρωίαν ο Κανόβας μετά της συζύγου του, μετά το λουτρόν και την θείαν λειτουργίαν, ανήλθον εκ του διαμερίσματός των, όπως ετοιμασθώσι δια το πρόγευμα. Μετά ταύτα κατήρχοντο διευθυνόμενοι εις το εστιατόριον του καταστήματος. Εις τας τελευταίας βαθμίδας της κλίμακος η κυρία έστη όπως ομιλήση μετά τινων άλλων κυριών ενώ ο Κανόβας ηγούμενος αυτής εκάθησεν εκεί πλησίον περιμένων την κυρίαν του. Εν τω μεταξύ έλαβεν εις χείρας εφημερίδα τινα και ανέγνωσκεν.

Ο Γκόλλη, εξ άλλου, εισέλθων εν τη αιθούση επλησίασεν, εξήγαγε το πολύκροτον και επυροβόλησε τρις. Μία των σφαιρών διήλθε της αριστεράς ωμοπλάτης του, αι άλλαι ενεπήγησαν επί της κεφαλής.

Ο Κανόβας πίπτων εφώνησε: “Δολοφόνε”!

Κατά την πτώσιν ήνοιξε το μέτωπόν του.

Οι θαλαμηπόλοι και λοιποί συνδαιτημόνες έσπευσαν και συνέλαβον τον δράστην.

Ο Κανόβας αμέσως έπεσεν εις αναισθησίαν και μετά δύο ώρας εξέπνευσεν εις τας αγκάλας της συζύγου, ήτις έδειξε ψυχραιμίαν αξιοθαύμαστον. Αυτή απηύθυνε κατάρας κατά του δολοφόνου όστις τη απεκρίθη ούτω: Σας σέβομαι διότι είσθε κυρία αξιοσέβαστος, αλλ’ έπραξα το καθήκον μου και είμαι ήσυχος, εξεδίκησα τους συντρόφους μου ους εθανάτωσεν ο σύζυγός σας εν Μονζουίχ.

Αμέσως ανακριθείς ο Γκόλλη εδήλωσεν ότι δεν έχει τι προσωπικόν μετά του Κανόβα. Ούτος διέμενεν επί τινα καιρόν εις Βαρκελώνην, ένθα επεσκέφθη το γραφείον της σοσιαλιστικής εφημερίδος “Κρόντσια”. Κατόπιν εταξείδευσεν εις Γαλλίαν, Αγγλίαν και Βέλγιον. Ευρίσκετο δε εν Μαδρίτη από τας αρχάς Ιουλίου. Εκηρύχθη αναρχικός και ήτο φίλος στενός του Ασκιέρη του δολοφονήσαντος τον Κάλλε δε Κάμπιος εν Βαρκελώνη.

Ο στρατηγός Ατσμαράγκα προσωρινός πρωθυπουργός. -Η κηδεία του Κανόβα. –Η στάσις της Αντιπολιτεύσεως.

Το υπουργικόν συμβούλιον συνελθόν εδημοσίευσεν εν τη επισήμω εφημερίδι “Βας” Διάταγμα δι’ ου ο στρατηγός Ατσμαράγκα ωνομάσθη προσωρινός πρόεδρος του υπουργικού συμβουλίου.

Πάντες οι απουσιάζοντες υπουργοί έσπευσαν εις την πρωτεύουσα.

Η επίσημος κηδεία του Κανόβα ωρίσθη δια την Τρίτην. Το πτώμα του εβαλσαμώθη.

Ο στρατηγός Μαρτινές Κάμπος ανεχώρησε δια τον αγ. Σεβαστιανόν, θα επιστρέψη δε αυθημερόν. Ο δε Σαγκάστα ετηλεγράφησεν εις τον υπουργόν των εσωτερικών ούτω: “Μαθαίνω μετά θλίψεως βαθείας την δολοφονίαν. Διατελούμεν πάντες εν πένθει. Τίθεμαι εις τας διαταγάς της Κυβερνήσεως και της αντιβασιλίσσης”.

Ο Σιλβέλα, αρχηγός των διαφωνούντων συντηρητικών ετέθη εις τας διαταγάς της Κυβερνήσεως. Επίσης μέγα μέρος εκ του κόμματος των φιλελευθέρων εμιμήθηκαν τους συντηρητικούς.

Η ανακοίνωσις της δολοφονίας

Εις το εξωτερικόν.

Η κυβέρνησις απηύθηνε εις τους εν τω εξωτερικώ αντιπροσώπους της το ακόλουθον τηλεγράφημα:

“Ευρισκόμενος ο πρωθυπουργός Κανόβας δε Καστέλλο εις τας θερμάς της Σάντα Αγκουδέδα, εγένετο θύμα ατίμου και εγκληματικής δολοφονίας. Εις Ιταλός υπήκοος ευρισκόμενος εκεί κατήνεγκεν αυτώ δια του πολυκρότου τρεις πληγάς. Ο Κανόβας απεβίωσε τη 3.30 μ.μ. Ο δολοφόνος είναι αναρχικός!

Εν απάτη τη Ισπανία επικρατεί πλήρης ησυχία, τίποτε δε δεν προδίδει συμπτώματα μελλούσης ανησυχίας.

Ο υπουργός του πολέμου στρατηγός Ατσακαράγεια επεφορτίσθη να προΐσταται του υπουργικού συμβουλίου”.

Η εντύπωσις εν Λονδίνω.

-Μία ανακάλυψις των “Κεντρικών Νέων”-

ΛΟΝΔΙΝΟΝ, αυθημ. Αι εφημερίδες σχεδιάζουσαι την δολοφονίαν του Κανόβα προτείνουσιν όπως ληφθώσι διεθνή αστυνομικά μέτρα κατά της αναρχίας.

Τα “Κεντρικά νέα” δηλούσιν ότι η κυβέρνησις επληροφορήθη ότι εις τινά συνέλευσιν επικίνδυνων αναρχικών, συγκροτηθείσαν τον παρελθόντα μήνα απεφασίσθη η δολοφονία του Κανόβα περί τα μέσα του Αυγούστου και εκείνη του Σαγκάστα περί τα τέλη του ιδίου μηνός.

Η εντύπωσις εν Γερμανία-Μέτρα διεθνή.

ΒΕΡΟΛΙΝΟΝ, αυθ. Η εκ της δολοφονίας του Κανόβα εντύπωσις υπήρξε μάλλον ισχυρά, καθόσον αυτή εξετελέσθη, ως εκείνη του Καρνώ, κατά την περίοδον της πολιτικής αδρανείας. Πιστεύεται ότι οι αναρχικοί εξέλεξαν την εποχήν ταύτην όπως εμπνεύσωσι τον πανικόν εις τας παραθεριζούσας πολιτικάς και ηγεμονικάς κεφαλάς.

Επί τω γεγονότι τούτω ο αυτοκράτωρ Γουλιέλμος ευρισκόμενος ήδη εν Πετρουπόλει θα επαναλάβη τας προτάσεις του εις τον αυτοκράτορα Νικόλαον όπως ληφθώσι δρακόντεια μέτρα κατά των αναρχικών.

Εντυπώσεις και σχόλια εν Γαλλία.

Μία συνέλευσις κατά του Κανόβα εν Παρισίοις.

Οργάνωσις συνωμοσίας εν Γαλλία.

ΠΑΡΙΣΙΟΙ, αυθημ. Η είδησις της δολοφονίας του Κανόβα παρήγαγε βαθυτάτην συγκίνησιν και προ πάντων εν τη ισπανική και ιταλική παροικία.

Άπας ο τύπος ασχολείται συγκεχυμένως επί τη τω τραγικώ θανάτω του εξόχου πολιτικού ανδρός.

Ο “Φιγαρώ” λέγει ότι ο πεπολιτισμένος κόσμος μετ’ εκπλήξεως θα μάθη είδησιν. Είνε δυστύχημα όπερ προσβάλλει και την Γαλλίαν, Ο Καζέριος εις Λυών, Ατσιαρίτος εις Ρώμην, Γκόλλη εν Ισπανία ιδού τριάς θηριώδης προερχομένη εξ Ιταλίας, ήτις θέλει να καταλάβη τα πρωτεία εν τη πολιτική δολοφονία.

Ο “Γαλάτης” λέγει ότι η απώλεια είνε ανεπανόρθωτος δια την Ισπανίαν καθόσον θα δώση μεγάλην ώθησιν εις την επανάστασιν της Κούβας και εις τας εσωτερικάς ταραχάς.

Η “Μικρά Δημοκρατία” εις άρθρον της υπό τον Τίτλον “Νόμος του αίματος” λέγει ότι οι λόγοι του Χριστού εισίν αληθείς “Ο φονεύσων φονευθήσεται”. Ως Σταμπούλωφ ούτω και ο Κανόβας έκαμε χρήσιν της τρομερωτέρας των σκληροτήτων. Τα κακουργήματά του εν Μονσουίχ και αι άτιμοι ωμότητες εν Κούβα θα γραφώσιν με γράμματα ανεξίτηλα εν τη ιστορία”.

Ο “Αδιάλλακτος” λέγει ότι ο Κανόβας ήτο άνθρωπος αιμοδιψής και αντιδημοτικός! Ο δε “Φανός” τον χαρακτηρίζει άκαρδον.

Ο “Ριζοσπάστης” δεν έχει, λέγει, το θάρρος να στηλιτεύση τον δολοφόνον, διότι ο φονευθείς ήτο αιμοδιψής και ανοικτίρμων.

Επίσης, μεταφέρουμε εδώ μερικά ακόμα χαρακτηριστικά άρθρα και ρεπορτάζ του Γιάννη Μαγκανάρα (σε ένα από τα οποία υπογράφει με το ψευδώνυμο «Φύσις»), που δημοσιεύτηκαν στην εφημερίδα Πελοπόννησος:

Κατηγορητήριον κατά των ανδρών υπό γυναικός.

Τι θέλουσιν οι άνδρες παρ’ ημών, θέλουσι να είμεθα ενάρεται, ενώ πρώτοι αυτοί μας διδάσκουσι την διαφθοράν.

Θέλουσι να έχωμεν αιδώ, ενώ μόνοι των μας αφαιρούσι τον πέπλον του ψιμυθίου μας.

Θέλουσι να είμεθα πάντοτε παρθένοι, ενώ παρακαίρως αυτοί μας διατρυπώσι δια των αιχμηρωτέρων οργάνων τον θώρακα της τιμής μας.

Θέλουσι να είμεθα φειδωλαί εις τον έρωτα, ενώ αυτοί πάντες πάσας αγαπώσι τας γυναίκας.

Θέλουσι να είμεθα ευειδείς, ζωηραί και ευφυείς, ενώ μας στερούσι των πάντων και καθυστερούσι και αυτών των της καλής συμβιώσεως και διαβιώσεως.

Θέλουσι να είμεθα ελεύθεραι, ενώ μας περικλείουσιν εντός των τεσσάρων τοίχων του δωματίου μας.

Θέλουσι να είμεθα καλαί και αγαθαί, ενώ μας διδάσκουσι το εναντίον.

Θέλουσι να είμεθα ίσαι των, αν όχι ανώτεραι αυτών και εν τούτοις μας κλείουσιν ορμητικώς την θύραν των φώτων αυτών.

Θέλουσι να μην πεινώμεν και διψώμεν· ενώ αυτοί μας τρώγουσι τον άρτον μας και πίνουσι το αίμα μας.

Θέλουσι τέλος και να μην κερδίσωμεν τον παράδεισον, και οι άθλιοι μόνοι των και εκ των προτέρων μας προητοίμασαν την κόλασιν!

Και το λέγουσι, διότι ούτω αυτοί το θέλουσιν ίνα η γυνή είναι κόλασις!

(Φύσις)

(Πελοπόννησος, Σάββατο, 25 Νοεμβρίου 1895, σελ. 1).

Ρεπορτάζ του Γιάννη Μαγκανάρα για εκδήλωση για τη γυναικεία χειραφέτηση:

Η χειραφέτησις της γυναικός.

Εν Παρισίοις εγένετο συνέλευσις ίνα συζητηθή η απελευθέρωσις της γυναικός.

Παρήσαν η Λουίζα Μισέλ, η Μίνη και η Ναθαλία Βερθιέ.

Όταν η Μισέλ εισήλθεν εις την αίθουσαν κατακλυσμός χειροκροτημάτων την υποδέχθη.

Αμέσως αυτή έλαβε τον λόγον δημηγορούσα.

- Το ζήτημα της γυναικός είναι το ζήτημα της ανθρωπότητος, όπερ είναι καθαρόν ως το ύδωρ της πηγής.

Κατόπιν ωμίλησε περί του ελευθέρου γάμου, άνευ παρουσίας ιερέως, και δημάρχου.

- Ο ελεύθερος έρως, είπε, πρέπει να είναι το ιδεώδες. Μετά τούτο άλλος κατακλυσμός χειροκροτημάτων δια τον θρίαμβον του ρήτορος επηκολούθησε.

Μετά ταύτην έτερος ρήτωρ εξέθεσε διαφόρους επιστημονικάς θεωρίας περί της γυναικείας δουλείας.

Το ακροατήριον ήτο εν ανυπομονησία. Η ιδέα του ελευθέρου έρωτος το έθεσεν εις οργασμόν. Και μετ’ ολίγον ήρχισε να ψιθυρίζη και έβαλε τας φωνάς επιζητούν να τελειώση ο ρήτορ την κατά της χειραφετήσεως της γυναικός αγόρευσίν του.

Ο ρήτορ ενδίδων επέρανε τον λόγον του φωνάξας.

- Είσθε ένα σακκί ξυπολύτων.

Μετ’ ολίγον διεδόθη ότι ήτο εις μετημφιεσμένος βουλευτής.

(Πελοπόννησος, Παρασκευή, 1 Δεκεμβρίου 1895, σελ. 1).

Δεν γνωρίζουμε αν ο Μαγκανάρας συνέχισε να αρθρογραφεί στην Πελοπόννησο ταυτόχρονα με την έκδοση της Επί τα Πρόσω και την αναρχική του δραστηριότητα – δεδομένου, επίσης, ότι έχουν διασωθεί λίγα τεύχη της εφημερίδας Πελοπόννησος. Ίσως να συνέχισε να αρθρογραφεί για βιοποριστικούς λόγους.

Παρατίθεται στη συνέχεια απάντηση αρθρογράφου της Πελοποννήσου σε άρθρο του Mαγκανάρα (προφανώς, για την τότε κατάσταση των εργατών και αγροτών) και ανταπάντησή του στην ίδια εφημερίδα στις 8 Αυγούστου 1897:

Η ΠΑΛΗ ΔΙΑ ΤΗΝ ΖΩΗΝ

ΣΚΕΨΕΙΣ ΕΚ ΤΩΝ ΓΡΑΦΕΝΤΩΝ

ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΙΣ

Θα μας επιτρέψη βεβαίως ο κοινωνιολόγος κ. Μ….ς να τιτλοφορήσωμεν την προς αυτόν συνοπτικήν απάντησίν μας δια του γενικού τίτλου “Η πάλη δια την ζωήν” ων ούτος μετεχειρίζετο, προσπαθών να παραστήση τη κοινωνία τα δεινά τα οποία εκάστη εργατική τάξις υφίσταται, και τούτο όπως προκαλέσωμεν την προσοχήν των παρακολουθησάντων τας μελέτας αυτού.

Εξετάζων τας διαφόρους εργατικάς τάξεις, ο κ. Μ…ς κατέληγε καθ’ εκάστην εις συμπεράσματα λίαν απελπιστικά δια την κοινωνίαν, φέρων αληθή κατακλυσμόν και προτρέπων, ούτως ειπείν, πάντας να απορρίπτωσι πλείονα και ζώσι περισσότερον χρόνον.

Ούτε οι τυπογράφοι, ούτε οι μαρμαρογλύπται, ούτε οι σοφαντζήδες, ούτε οι εμποροράπται, ούτε οι γυρολόγοι, ούτε οι εξωμάχοι και οι κτηματίαι, ούτε κανείς άλλος κατ’ αυτόν δεν είνε ευχαριστημένος διότι όλοι πεινώσι και όλοι ζώσιν ολίγα χρόνια.

Χωρίς να εισέλθωμεν εις λεπτομερείας και να εξετάσωμεν ιδιαιτέρως εκάστην των τάξεων τούτων, λέγομεν αυτώ τι πρέπει έκαστος να μετέλθη όπως απολαύση πλείονα και ζήση περισσότερα έτη.

Τι πρέπει να μετέλθη ο τυπογράφος όπως μη λαμβάνη ημερομίσθιον δραχ. 3.50-5, αλλά 10 ως υπουργός; Τι ο σοφαντζής όπως μη λαμβάνη ημερομίσθιον 5-7 δραχ. την μέραν και να μην ανέρχεται επί ικριωμάτων, αλλά να κατασκευάζη τας οικίας από μέσα από καμμίαν αποθήκην δια να μην υπάρχη φόβος να πέση και να μη τον τρώγη ο ήλιος; Τι ο ράπτης όπως μη λαμβάνη ημερομίσθιον δρ. 4; Τι ο ξυλουργός όπως του αυξηθούν από δραχμάς 5 εις 20; Τι μία γυνή η οποία διπλώνει νήματα και πανιά δια να αυξηθή το ημερομίσθιόν της από 1.50 δρ. 5;

Νομίζομεν ότι δεν εξήτασε καλώς τα πράγματα, διότι ομολογούμεν – και μεθ’ ημών βεβαίως θα συμφωνήση – σήμερον πεινώσι περισσότερον οι άνθρωποι των γραμμάτων, οι οποίοι εδαπάνησαν και χρήμα και ζωήν, όπως εκμάθωσί τι και όμως σήμερον δεν απολαμβάνουσιν ούτε δύο δραχμάς και άλλοι τίποτε. Ολίγοι δε οι οποίοι ζώσιν αξιοπρεπέστερον αυτοί παλαίουσι χειρότερον του σοφαντζή και μαραγκού, του γυρολόγου και τυπογράφου κ.λπ.

Οι εργάται όλοι χωρίς να δαπανήσωσι τίποτε, έπειτα από ολίγας μέρας αφ’ η ετοποθετήθησαν ως μαθηταί ακόμη απελάμβανον ημερομίσθιον και η ωφέλεια της εργασίας των είνε μεγαλυτέρα των άλλων, ενώ οι άνθρωποι των γραμμάτων εδαπάνησαν τα διπλάσια και τριπλάσια.

Κάτι άλλο θα ήθελε δια των μελετών του τούτων ο κ. Μ…ς να υπονοήση και ον ότι αι εργατικαί τάξεις πάσχουσι.

Αν επιμείνη εις τας αξιώσεις του ταύτας, τότε θα τον παρακαλέσωμεν να μας είπη τι πρέπει να μετέλθη ο εργάτης όπως μη κοπιάζη και όπως απολαμβάνη περισσότερα. Δεν πιστεύομεν όμως να μας είπη ότι όλοι πρέπει να γίνωσι τοκισταί και συνταξιούχοι.

Όσον δ’ αφορά δια την πρόληψιν ην έχει ότι όλοι κινδυνεύουσι να πάθωσί τι εργαζόμενοι ή να σκοτωθώσι, πρέπει να την αποσκορακίση, διότι και ο τοκιστής και ο έμπορος γράφων δύναται να πάθη τι τυχαίως ή εξ απροσεξίας.

Πλείονα άλλοτε.

Γ. Π…ς.

“Η ΠΑΛΗ ΔΙΑ ΤΗΝ ΖΩΗΝ

ΤΟ ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ ΜΑΣ ΚΑΙ ΑΠΑΝΤΗΣΙΣ ΕΙΣ ΤΟΝ Γ. Π…ς

Πολύ έσπευσεν ο κ. Γ.Π…ς να κάμη σκέψεις επί της μελέτης ημών της γενομένης δια τας διαφόρους επαγγελματικάς τάξεις. Έπρεπε ν’ αναμείνη το τέλος της μελέτης μας και το συμπέρασμα ημών επί ταύτης και τότε να κατέλθη εις απάντησιν.

Εκ των μέχρι τούδε υφ’ ημών γραφέντων δύναταί τις ευκόλως να συμπεράνη ότι, ως οι ίδιοι εργάται μας εβεβαίωσαν και καθώς και ημείς ιδίοις οφθαλμοίς αντελήφθημεν κατά την επίσκεψίν μας εις τον τόπον της εργασίας των και εις τας τρωγλοειδείς οικίας των, η αθλιότης, η πενία και η δυστυχία, εκ του γλίσχρου και ανεπαρκούς ημερομισθίου το οποίον απολαμβάνουσι, ορθούνται φοβεραί, ειδεχθείς, απειλητικαί προ αυτών. Τούτο είνε νομίζομεν μία αλήθεια αναμφισβήτητος καθ’ ότι στηρίζεται επί των πραγμάτων. Παν ό,τι και αν είπη ο κ. Γ. Π…ς ή άλλος τις εναντίον τούτων θα ήτο διαστροφή της αληθείας, των πραγμάτων επί των οποίων ημείς πάντοτε γράφομεν. Παν ό,τι αντελήφθημεν το απετυπώσαμεν και το εξεθέσαμεν χωρίς να μεγεθύνωμεν τούτο. Τι πταίομεν ημείς εάν τα πράγματα μας δεικνύωσιν εικόνας απελπιστικάς;

Θα παρακαλέσωμεν τον κ. Γ. Π…ς – εάν η περί την αύριον μέριμνα τω επιτρέπει, εκτός εάν είνε κανείς κεφαλαιούχος – να αφήση επί τινας ώρας τα κεντρικά μέρη και ας επισκεφθή τας αποκέντρους συνοικίας, οιασδήποτε πόλεως, και εκεί θ’ αντιληφθή εάν υπάρχη πτωχεία και δυστυχία εν τη εργατική τάξει. Ότι δε δεν εμεγεθύνομεν, ότι αντελήφθημεν και τα εξεθέσαμεν ακριβώς όπως έχουσι, βεβαιεί και τούτο: ότι, ουδείς εκ των εργοστασιαρχών ή των εργολάβων επεχείρησε καν να διαψεύση τα γραφόμενά μας, ή να φέρη αντιρρήσεις επ’ αυτών.

Ελέγομεν ανωτέρω ότι έπρεπεν ο κ. Γ.Π…ς ν’ αναμείνη το συμπέρασμα της μελέτης ημών. Εάν είχεν ολίγη ακόμη υπομονήν δεν θα έπιπτεν εις το μέγα λάθος να νομίση ότι ο σκοπός της μελέτης ημών είνε να προτρέπωμεν τους εργάτας ν’ απορρίπτωσιν πάσαν εργασίαν, όπως απολαμβάνωσι πλείονα και ζώσι περισσότερον χρόνον.

Ημείς, μελετώντες τον βίον του εργάτου, του μεγαλειτέρου τούτου στοιχείου της κοινωνίας μας, δεν έχομεν σκοπόν ειμή να καταδείξωμεν εις τους αγαθούς πολιτικούς μας ότι ο εργάτης πάσχει, υποφέρει οικονομικώς και ότι εάν δεν φροντίσωσι να βελτιώσωσι την αθλίαν ταύτη θέσι του δι’ ανετωτέρας, περισσότερον ανταμειβομένης και υγειεστέρας εργασίας, δεν θα βραδύνωσιν να ίδωσιν ομοίας σκηνάς, οικείαι κατά τον Απρίλιον του παρελθόντος έτους συμβάσαι εν τη Καμαρίζη του Λαυρίου υπό των μεταλλωρύχων εργατών, ας δεν εγέννησε σοσιαλιστική ή αναρχική διδασκαλία, αλλ’ η αθλιότης, η δυστυχία και η εκμετάλλευσις. Λέγει παροιμία τις του Λαού: “Όταν ο λαός πεινά ούτε νόμους σέβεται, ούτε εξουσίαν φοβείται…”.

Ο κ. Γ. Π…ς μας λέγει και εν άλλο: ότι “οι άνθρωποι των γραμμάτων, και αυτοί ακόμη οι ολίγοι οίτινες ζώσιν αξιοπρεπέστερον, παλαίουσι χειρότερον του σοφαντζή και του μαραγκού, του γυρολόγου και του τυπογράφου, κ.λπ.”.

Η Πολιτεία είνε μήτηρ όλων. Όλα τα αποτελούντα αυτήν άτομα πρέπει να προσφέρουν τας υπ’ αυτής ζητουμένας υπηρεσίας σωματικάς και χρηματικάς. Αυτή δε οφείλει να μεριμνά ανεξαιρέτως δια πάντα, τα αποτελούντα ταύτην άτομα, ως καλή μήτηρ. Επί τω σκοπώ τούτω, συνήλθον εις κοινωνίας τ’ άτομα και ίδρυσαν τας Πολιτείας. Τούτο τουλάχιστον λέγουσιν οι πολιτικολόγοι.

Αλλ’ ημείς, ρίπτοντες εν βλέμμα επί της κοινωνίας, τι αντιλαμβανόμεθα; Η κοινή αύτη μήτηρ πάντων, η πολιτεία, ητις ώφειλε να μεριμνά υπέρ όλων ανεξαιρέτως, είνε αρίστη μήτηρ δια μερικά μόνον άτομα – τους κεφαλαιούχους – σκληροκάρδιος και φοβερά μητρυιά δια τους πολλούς – δια τον λαόν, τον εργάτην, τον επιστήμονα.

Αφ’ ενός δηλ. τους εργάτας και τους επιστήμονας, τους ανθρώπους των γραμμάτων, πάσχοντας, πενομένους, παλαίοντας δια τον περί υπάρξεως αγώνα λαμβάνουσαν περί αυτών.

Εξ άλλου: ολίγα άτομα, ουδέν προσφέροντα εις την κοινωνίαν – μη πληρώνοντα φόρους – και πάντοτε δια του χρήματός των προσπαθούντα ν’ απαλλάσσωνται πάσης σωματικής υπηρεσίας ην οφείλουσι να προσφέρωσι τη πολιτεία, παρέχουσα αυτοίς πάσας τας φροντίδας και μερίμνας της.

Τι εξ όλων τούτων δύναταί τις να συμπεράνη; Ότι η πολιτεία παρεξέκκλινε της οδού ην όφειλε ν’ ακολουθήση, ότι η πολιτεία έχασε τον προορισμόν της.

Τούτο αν δυνηθή να εννοήση ο αγαπητός κ. Γ. Π…ς θα εννοήση τον σκοπόν της μελέτης μας.

Τούτο οφείλουσι να εννοήσωσι και οι αγαθοί πολιτικοί μας, διότι εις αυτούς έγκειται εάν έχωσι την καλήν θέλησιν να εργασθώσιν αληθώς υπέρ του Λαού, υπέρ όλων, υπέρ των πλουσίων και των πτωχών και υπέρ των ιδίων ακόμη. Εάν θέλωσιν να προΐδωσιν ποίον έσται το τέλος μιας πολιτείας βαινούσης υπό τοιούτους όρους, ας ρίψωσιν εν βλέμμα εις την παγκόσμιον Ιστορίαν, από της εποχής αφ’ ης συνήλθον εις κοινωνίας τα άτομα, και προπάντων επί της ιστορίας της Γαλλίας και της νεωτέρας Ελλάδος, εάν ο νους των δεν παρέλυσεν εκ του υπερβολικού ποτού.

Ολίγα εισέτι και περατούμεν την απάντησιν ημών: Καταδεικνυομένου του αληθούς σκοπού της μελέτης ημών, κρίνομεν περιττόν να είπωμεν εις τον κ. Γ. Π…ς τι πρέπει να μετέλθη ο εργάτης όπως κοπιάζη ολιγώτερον και απολαμβάνει περισσότερον.

Βεβαίως, δεν θα είπω ότι πάντες πρέπει να γίνωσι τοκισταί και συνταξιούχοι, αλλά θα είπω φωνή στεντορεία, ότι “πάντες ανεξαιρέτως πρέπει να ώσιν ευτυχείς”. Θα φανή τω κ. Γ. Π…ς όνειρον τούτο. Και όμως τοιούτον έσται το μέλλον. Εκεί η ανθρωπότητα βαδίζει. “Εν τω μέλλοντι ο περί υπάρξεως αγών και αμοιβαίου αγώνος καταστροφής θ’ αποβή αγών πάντων και αλληλεγγύως συνδεομένων. Κακοδαιμονία, αθλιότης και πενία θα εξαφανισθώσιν όσον είνε δυνατόν, εκ του κόσμου, και η επί τοσούτον χρόνον ταλαιπωρηθείσα ανθρωπότης θ’ αφυπνισθή ως από βαρέως και τρομακτικού ονείρου εις βελτίονα και ωραιοτέραν ύπαρξιν”. Ταύτα έγραφεν προς τον εν Αθήναις τότε δημοσιογράφον κ. Ανδρέαν Φαρμακόπουλον, υπό ημερομηνίαν 23 Αυγούστου 1893, ο διάσημος Γερμανός φυσιολόγος και καθηγητής εν τω πανεπιστημίω κ. Βίχνερ. Και μη νομίσετε ότι ο γράφων ταύτα είνε σοσιαλιστής τις ή αναρχικός. Είνε εις αστός.

Του συμπεράσματος της υπό τον τίτλον “Η πάλη δια την ζωήν” μελέτης ημών, συμπεριλαμβανομένου εν τη απαντήσει ταύτη προς τον κ. Γ. Π…ς, κρίνομεν περιττήν την εξακολούθησιν της σκιαγραφήσεως του περί υπάρξεως αγώνος και επ’ άλλων τινών επαγγελμάτων των εργατών, άτινα είχομεν υπ’ όψιν μας.

Ήδη ας αναμείνωμεν, μετ’ ολιγωτέρας βεβαίως πάντοτε του κ. Γ. Π…ς ανυπομονησίας, τα “πλείονα”, τα οποία εις το τέλος της επιστολής του μας υπόσχεται, ο κ. ούτος, ότι θα γράψη… άλλοτε…

Μς.

Όπως είδαμε και νωρίτερα, στα άρθρα του ο Μαγκανάρας ασχολήθηκε με διάφορα κοινωνικά ζητήματα της εποχής, όπως αυτό της γυναικείας χειραφέτησης. Το παρακάτω άρθρο δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Πελοπόννησος στις 9 Αυγούστου 1897:

  Η ΧΕΙΡΑΦΕΣΙΑ ΤΗΣ ΓΥΝΑΙΚΟΣ ΚΑΙ Η ΕΓΚΛΗΜΑΤΙΚΟΤΗΣ

“Η χειραφεσία της γυναικός υπό οιονδήποτε τύπον και αν σκεφθώμεν ταύτην αποτελουμένην θα επιφέρη την αύξησιν των εγκληματιών γυναικών” είνε το τελευταίο επιχείρημα των εχθρών της γυναικείας χειραφετήσεως.

Μέχρι τούδε η λογική και η συζήτησις ηδυνήθη να καταρρίψη πάντα αυτών τα επιχειρήματα. Κατ’ αρχάς… περί του βάρους του εγκεφάλου της γυναικός αρνούμενοι εις ταύτην την ελευθερίαν… περί διαφθοράς, ην θα συνεπιφέρη η χειραφέτησις αυτής ωμίλησαν περί του ασυμβιβάστου των διαφόρων επαγγελμάτων και τεχνών, ας μετέρχεται ήδη ο ανήρ, προς την γυναικείαν φύσιν· αλλ’ όλαι αύται αι πεπλανημέναι…, ως προείπομεν, έπεσαν δια της συζητήσεως και προ της λογικής, προς ην προσέκρουον.

Ήδη έρχονται δια του ιατρού κ. Σιμωνίδου Γ. Βλαβιανού, από των στηλών της “Οικογένειας”… εκδιδομένου εν Αθήναις να μας ρίψωσι το νέον αυτών επιχείρημα, “τι περί της αυξήσεως των εγκληματιών γυναικών ην θα επιρρίψη η χειραφέτησις αυτών!”

Μη υπαρχούσης διαφοράς, πλην της του φύλου, μεταξύ ανδρός και γυναικός – η φύσις, η πραγματικότης, η… βεβαιούται - η γυνή είνε ον ελεύθερον ως και ο ανήρ, ελεύθερον εις τας σκέψεις του. Επομένως καθ’ ον ελεύθερον η γυνή πρέπει να έχη τ’ αυτά εν τη κοινωνία δικαιώματα μετά του ανδρός.

Άνθρωπος και εκείνος άνθρωπος και εκείνη.

Αμφότεροι γεννώνται επί της Γης ελεύθεροι, όπως καλλιεργήσωσι το πνεύμα των, να αναπτύξωσι τας διανοητικάς των δυνάμεις, να πλουτίσωσι τον εγκέφαλόν των με τας κεκτημένας γνώσεις, ν’ ακολουθήσωσι τας κλίσεις των εις παν επάγγελμα εις πάσαν τέχνην και επιστήμην, να ενωθώσι κατά τας συμπαθείας των και τους χαρακτήρας των προς δικαίωσιν του είδους των εν βίω ευτυχεί και...

Των δικαιωμάτων όμως τούτων, τα οποία η φύσις παρέχει και δια την γυναίκα και δια τον άνδρα εξ ίσου, η γυνή από αιώνος ήδη στερείται εκ της βίας ήτοι του δικαίου του ισχυροτέρου.

Εάν ρίξωμεν εν βλέμμα εις την ιστορίαν του παρελθόντος θα είδωμεν ότι η γυνή πάντοτε… και καταφρονουμένη παρέστη εις άθλιαν κατάστασιν επί αιώνας.

Γυνή παρέχουσα την μεγάλην της υπηρεσίαν, τα τέκνα της, η χρησιμοποιούσα εις τον άνδρα ως οδηγήτρια προς την εντέλειαν και την αλήθειαν, εθεωρήθη, εις εποχάς κατά τας οποίας η ανθρώπινος διάνοια ευρίσκετο εις το σκότος, ως το αχρηστότερον των όντων, ως αναξία ελευθέρας βουλήσεως, ως αναξία παιδεύσεως και μορφώσεως.

Αλλά και εν τη σημερινή κοινωνία η θέσις της γυναικός δεν είνε αξιόζηλος: Η γυνή σήμερον θεωρείται ως ον κατώτερον του ανδρός.

Εν τη εκλογή του συντρόφου του βίου της δεν είνε ελευθέρα, ουδέ κυρία της τύχης της.

Αι κλίσεις της προς παν επάγγελμα και πάσαν επιστήμην και τέχνην περιορίζονται, αναγκασμένη να δαπανά τας ώρας του βίου της εντός του οίκου, όπως χρησιμεύση ως δούλη του ανδρός.

Ένεκα της επικρατούσης εν τη ενεστώτη κοινωνία οικονομικής ανισότητος πωλείται ασυνειδήτως υπό το πρόσχημα του γάμου, γενόμενη κτήμα του ανδρός.

Η γυνή λοιπόν πρέπει να επανακτήσει τα δικαιώματά της.

“Η χειραφέτησις της γυναικός θα επιφέρη την αύξησιν των εγκληματιών γυναικών”.

Έστω. Αλλά πρέπει να εξακολουθή αδικουμένη η γυνή, και να παύση απαιτούσα τα νομίμως ανήκοντα και ταύτη δικαιώματα, ως προερχόμενα υπό της φύσεως, υπό το πρόσχημα ότι θα αυξήση ο αριθμός των εγκληματιών γυναικών;

Πιστεύομεν ότι την άδικον ταύτην όσον και παράλογον ιδέαν δεν θα την έχη ουδείς λογικός άνθρωπος, ουδ’ αυτός ο κ. Συμωνίδης Γ. Βλαβιανός.

Ενταύθα γεννάται το εξής συμπέρασμα: ότι πρέπει να ευρεθή το μέσον δι’ ου η χειραφέτησις της γυναικός να συντελεσθή, τα δε προτεινόμενα προσκόμματα να κατασυντριβούν.

Ο κ. Συμωνίδης Γ. Βλαβιανός ώφειλε να ζητήση, αρκεί να κατέρχηται εναντίον της χειραφετήσεως της γυναικός, το μέσον τούτο.

Τότε θα ηναγκάζετο ο κ. Βλαβιανός να ερευνήση επισταμένως προς ανεύρεσιν των αιτιών άτινα ωθούσι τα άτομα εις το έγκλημα· ήθελε δε ανεύρει ως μόνον αίτιον τον παρόντα κοινωνικόν οργανισμόν, καθ’ ου ήθελεν ενωθή μετά των οπαδών των νεωτεριστικών ιδεών και ήθελεν επιδιώξει την μεταμόρφωσιν αυτού και την ίδρυσιν νέας κοινωνίας ήτις να στηρίζηται επί των φυσικών νόμων και εν τη οποία θα επεκράτει η εν τη φύσει παρατηρουμένη Αρμονία.

Ίσως μας είπη, ο κ. Βλαβιανός ότι, αληθώς, μένων εν τη κοινωνία του μέλλοντος θα απαιτήσει τα δικαιώματά της η γυνή, αλλ’ ότι η ιδεώδης εκείνη κοινωνία είνε πολύ μακριάν η δε χειραφέτησις γίνεται εν τη παρούση κοινωνία.

Απαντώμεν: Η εργασία πρέπει ν’ αρχίση από τούδε. Εν αρχή της χειραφετήσεως της γυναικός πιθανόν ο αριθμός των εγκληματιών γυναικών ν’ αυξήση· αλλ’ όταν η γυνή μορφωθή και αναπτυχθή διανοητικώς και ηθικώς τότε ο αριθμός των εγκληματιών γυναικών δεν λέγομεν ότι θα εξαλειφθή ολοτελώς – εν ότω υπάρχει ο παρών κοινωνικός οργανισμός – αλλά τουλάχιστον θα ελαττωθή κατά πολύ. Η στατιστική μάς διδάσκει ότι η ολικότης σχεδόν των εγκληματιών συνίσταται εξ ατόμων αμαθών και προληπτικών, σπανιώτατα δε υπό ατόμων ανεπτυγμένων και μορφωμένων διανοητικής και ηθικής. Φέρομεν των λεγομένων μας απόδειξιν αυτό τούτο το παράδειγμα του κ. Βλαβιανού. Εν τη Μάνη ένθα επικρατεί η περισσοτέρα και μεγαλυτέρα αμάθεια και όπου ο εγκέφαλος αμφοτέρων των φύλων έχει ζυμωθή μετά πολλών προλήψεων διαπράττονται τα περισσότερα και τα φρικωδέστερα, υπό γυναικών και ανδρών, των εγκλημάτων.

Εάν ο Βλαβιανός φέρει αντίρρησιν τινα επί των γραμμών τούτων είμεθα λίαν πρόθυμοι να συζητήσωμεν επί ταύτης. Εν τη συζητήσει η αλήθεια· η δε αλήθεια ελευθερώσει ημάς, έλεγεν ο Ιησούς.

Αναμένομεν.

Μς

O Μαγκανάρας ασχολήθηκε ακόμα και με καθαρά εργατικά ζητήματα. Το άρθρο που ακολουθεί δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Πελοπόννησος στις 23, 25 και 26 Αυγούστου 1897:

Ο ΠΕΡΙ ΥΠΑΡΞΕΩΣ ΑΓΩΝ

’Σ ΤΟ ΠΥΡΙΤΙΔΟΠΟΙΕΙΟΝ

ΜΙΑ ΣΕΛΙΣ ΕΚ ΤΟΥ ΣΗΜΕΙΩΜΑΤΑΡΙΟΥ ΜΟΥ

Τα εν Αθήναις και Πειραιεί πυριτιδοποιεία 5-6 τα επισκέφθην μετά τινος φίλου μου.

Μόνον επί του πρώτου και κυριωτέρου θα ομιλήσωμεν.

Τούτο είνε το “ελληνικόν πυριτιδοποιείον” ή κοινότερον το του Μωραϊτίνη.

Εκκινήσαμεν εκ της πλατείας της Ομονοίας προς την αγ. Τριάδα, οπόθεν ελάβομεν την Ιεράν Οδόν, ήτις άγει κατ’ ευθείαν προς το πυριτιδοποιείον.

Εφθάσαμεν μετά πορείαν κανονικήν μιας ώρας.

Έξωθεν τούτου υπάρχουν 10-15 σπιτάκια της εταιρίας χρήσιμα ως κατοικίαι των εργατών επί ενοικίω.

Εκεί είνε και το μόνον ακάθαρτον και βρωμερόν μαγειρομπακάλικον εις το οποίον τρώγουν οι εργάται.

Ο μπακάλης, χονδρός προγάστωρ, με πλαδαράς παρειάς και με βρωμερά ρούχα, πληρώνει ενοίκιον αδρότατον εις την εταιρίαν.

Η εταιρία τίθησιν ως όρον εις τους εργάτας να τρώγουν και να πίνουν εν αυτώ.

Ένεκα του κόπου εμείναμεν ολίγα λεπτά προς ανάπαυσιν εντός του μαγειρομπακάλικου.

Εκεί έτρωγον εις ένα τραπέζι 5-6 εργάται.

Με τούτους συνωμίλει ο μπακάλης και τους έλεγε:

- Παιδιά, εδώ ήλθατε να δουλέψητε, μη σας νοιάζει, με παπούτσια ήλθατε χωρίς παπούτσια θα φύγητε.

Εφρικιάσαμεν.

Η ώρα είνε σχεδόν 5 μ.μ.

Έξωθεν του καταστήματος υπάρχουν ολίγοι τινές εργάται, όσοι δεν έλαβον μ.μ. μέρος εις την εργασίαν ή όσοι δεν επρόφθασαν να εισέλθουν ευθύς μετά την σήμανσιν της σφυρίκτρας.

Απεφασίσαμεν να εισέλθωμεν.

Επλησιάσαμεν προς την είσοδον.

Πελώριος θυρωρός, πρώην λοχίας του πεζικού μας υπεδέχθη.

Υπάρχουν δύο είσοδοι· η μικρά και η μεγάλη.

Εκ της μεγάλης διέρχονται τα αμάξια και τα κάρα.

Εκ της μικράς οι εργάται. Αυτή είνε τόσον μικρά που μόλις εν πρόσωπον δύναται να διέλθη. Και τούτο όπως ο έμπροσθεν ταύτης ιστάμενος θυρωρός ερευνά τους εργάτας εξερχομένους, μη τυχόν και λάβωσι μεθ’ εαυτών πράγματα του εργοστασίου.

Επί τη εισόδω μας το μόνον πράγμα που υπέπεσεν ευθύς εξ αρχής εις τους οφθαλμούς μας ήτο πίναξ εφ’ ου εγράφοντο μεγάλοις γράμμασι ταύτα:

“Απαγορεύεται αυστηρότατα το καπνίζειν”

Ολόκληρο το κατάστημα περιβάλλεται υπό τείχους.

Διάφοροι δρομίσκοι οδηγούν προς τα διάφορα τμήματα.

Ο θυρωρός μας ωδήγησε μέχρι του 1ου τμήματος και επέστρεψεν εις την θέσιν του.

Το πυριτιδοποιείον διαιρείται εις πολλά τμήματα κεχωρισμένα αλλήλων.

Α τμήμα κατασκευής φυσιγγίων.

Β τμήμα κατασκευής πυρίτιδος.

Γ τμήμα κατασκευής βολίδων.

Δ τμήμα κατασκευής δυναμίτιδος.

Άλλαι αποθήκαι κείνται δεξιά και άλλαι αριστερά, εδώ κι εκεί.

Η κινητήριος, μηχανή, εξαισία την όψιν, και θαυμασία την κατασκευήν κείται εν τω μέσω.

Σύρματα επί κοντών, ως τα των τηλεγράφων, διασταυρούνται καθ’ όλας τας διευθύνσεις και δαιμονίως σφυρίζουν.

Η κατοικία του διευθυντού, οίκημα κομψόν και ωραίον, είδος πυργίσκου, κείται εις το υψηλότερον μέρος του περιβόλου.

Δεν δυνάμεθα να περιγράψωμεν λεπτομερώς άπαντα τα τμήματα του πολυδαιδάλου τούτου καταστήματος.

Θα απασχοληθώμεν μόνον εις την περιγραφήν του τμήματος των φυσιγγίων, όπου μας ωδήγησεν ο θυρωρός.

Εγνωρίσαμεν πρώτον τον αρχιεπιστάτην του τμήματος. Όστις, ευγενώς προσφερθείς, μας ωδήγησεν εις όλον το τμήμα.

Ετύχομεν εις την κατασκευήν φυσιγγίων όπλου σασσεπώ.

Περιήλθομεν τα διάφορα του τμήματος τούτου διαμερίσματα.

Εγνωρίσαμεν επομένως την κατασκευήν φυσιγγίων.

Προς κατασκευήν αυτών ιδού πόσα είδη χρειάζονται: τούλι μεταξωτόν, χάρτης μεταξωτός, καψύλιον, χάρτινος θήκη του καψιλίου, πυρίτις, σπάγκος, τάπα, άλλειμα, σκούφια.

Εις το πρώτον διαμέρισμα κόπτεται το μεταξωτόν ύφασμα εις τετράγωνα τεμάχια, εις τετράγωνα τεμάχια κόπτεται και ο μεταξωτός χάρτης, όστις επικολλάται εις το μεταξωτόν, και τίθεται ούτω εις τον ήλιον προς ξήρανσιν.

Οπόταν δε ξηρανθούν συλλέγονται και δίδονται όπως κολληθή εις το όπισθεν μέρος του καψυλίου.

Εκείθεν τίθεται πάλιν εις τον ήλιον. Οπόταν δε αποξηρανθώσι συλλέγονται και δίδονται εις το δεύτερον διαμέρισμα.

Εκεί ένα ένα κατά σειράν τίθενται εις ξύλινα πινάκια έχον έκαστον 100 οπάς.

Υπό άλλων εργατών επιθεωρούνται αν εις όλα τα φυσίγγια έχουν τεθή καψύλια. Οπόθε μετακομίζονται εις το τρίτον διαμέρισμα, όπου δια μέτρου, όμοιαι δακτυλήθραι, γεμίζονται πυρίτιδος, και εκείθεν διαβιβάζονται εις το τέταρτον διαμέρισμα.

Εις το διαμέρισμα τούτο γίνεται η βαναυσωτέρα και κοπιωδεστέρα εργασία. Εργάται επί θρονίων καθήμενοι πιέζουν δια της χειρός των την εντός των φυσιγγίων πυρίτιδα, μέχρις ωρισμένου σημείου. Τοσαύτη δε δύναμις απαιτείται ώστε διασχίζονται αι χείρες των εργατών και πληγώνονται εις τοιούτον βαθμόν, ώστε εκ των πληγών των ρέει αίμα.

Ένας εργάτης κατά μέσον όρον πιέζει την μέραν 300-400 φυσίγγια. Πληρώνεται δε 70 λεπτά τα 100.

Εκ του διαμερίσματος τούτου δίδονται εις τα διαμερίσματα της δέσεως. Ένθα επί των πιεσθέντων φυσιγγίων, θα φορέσουν την σκούφια εις ην εφαρμόζεται η βολίς.

Εκείθεν τα πινάκια μεταφέρονται εις το έκτον διαμέρισμα αι εργάτιδες δια σπάγγου περιδένουσι την βολίδα μετά του φυσιγγίου, αφ’ ου προηγουμένως εν μηχάνημα κάμει θέσιν δια την επίδεσιν.

Εκ τούτου του διαμερίσματος μετακομίζονται εις το έβδομον.

Εδώ γίνεται η κατασκευή του αλλείματος, και η άλειψις των φυσιγγίων. Αλείφονται δε τα φυσίγγια με άλλειμα, όπως ευκολώτερον εξέρχεται η σφαίρα εκ του όπλου και ίνα μη καταστρέφωνται οι αύλακες τούτου. Εντεύθεν μετακομίζονται εις το όγδοον διαμέρισμα.

Εις τούτο κατασκευάζονται τα κυτία, εις α τίθενται ανά 10 τα φυσίγγια. Ακόμη και τα κιβώτια εις α τίθενται ανά 100 τα κυτία.

Μετά ταύτα θέτουν επί των κιβωτίων τας ετικέτας του καταστήματος και φορτωνόμενα εις κάρα μεταφέρονται εις τας αποθήκας.

Ούτω έγειραν έτοιμα προς αποστολήν δια τα περαιτέρω.

(Αύριον το τέλος)

Μς

(Συνέχεια ίδε προπαρελθόντα αριθμόν)

Εκατό, διακόσιοι, πεντακόσιοι εργάται και εργάτιδες εργάζονται εις το τμήμα τούτο της κατασκευής των φυσιγγίων.

Αν δεν απατώμαι το Συμβούλιον του πυριτιδοποιείου εδημοσίευσεν προ ολίγου χρόνου προ της επισκέψεώς μας ταύτης ειδοποίησιν εις την πρώτην σελίδα πρώτην στήλην της συναδέλφου “Ακροπόλεως” δι’ ης “Εζητούντο εργάται δια το ελληνικόν πυριτιδοποιείον. Επροτιμώντο οι έχοντες εργασθή προηγουμένως εις τούτο”.

Την δευτέραν μέραν της δημοσιεύσεως της ειδοποιήσεως ταύτης χιλιάδες εργατών και εργατιδών κατέκλυσαν το κατάστημα, ως μοι έλεγεν εις εργάτης.

Εκ των εργατών τούτων το κατάστημα εκράτησεν όσους είχε ανάγκην.

Οι λοιποί, κατηφείς και τεθλιμμένοι, επέστρεψαν καταρώμενοι την τύχην των διότι δεν τους ηυνόησε να προσληφθούν αυτοί εις την υπηρεσίαν. Εμακάριζον δε τους άλλους ή αν θέλετε, εφθόνουν αυτούς, διότι θα εμπαλώνοντο ολίγον καιρόν.

Έπειτα λέγουν μερικοί χορτάτοι, ότι πεινούν όσοι εργάται μόνον είναι τεμπέληδες και δεν θέλουν να εργασθούν.

Είπομεν ότι το κατάστημα απέχει των Αθηνών 1 σχεδόν ώραν.

Πέντε εξ αμάξια (αραμπάδες) μόλις γλυκοφέξει, αναμένουν εις την αγ. Τριάδα.

Εκεί συναθροίζονται από όλας τας συνοικίας των Αθηνών αι εργάτιδες. Επιβαίνουσαι δε των αμαξών μεταφέρονται εις το πυριτιδοποιείον.

Το εσπέρας πάλιν, δια των αμαξιών θα επιστρέψουν εις Αθήνας.

Οι εργάται όμως, διότι είνε άνδρες, μεταβαίνουν πεζή κάθε πρωίαν, εις το κατάστημα και επανέρχονται πάλιν πεζή το εσπέρας εις Αθήνας.

Αναχωρούν των Αθηνών το γλυκοχάραγμα και επιστρέφουν περί λύχνων αφάς, διότι το κατάστημα ανοίγει την 5 π.μ. και κλείνει την 6 μ.μ.

Ήτοι εργάζονται 12 όλας ώρας.

Όστις δεν έχει συναίσθησιν τι εστί ανθρωπισμός.

Όστις δεν έχει συναίσθησιν τι εστί πολιτισμός.

Ούτινος η καρδιά δεν πάλλει και είναι σκληρά ως ο λίθος βεβαίως δεν συγκινείται και δεν πάσχει επί τη θέα των ταλαιπώρων τούτων βιοπαλαιστών.

Το πρόσωπόν των καχεκτικόν και ερρυτιδωμένον. Τα μαλλιά των ατημέλητα και ακτένιστα. Το σώμα των, μόλις ίσταται επί των δύο καλαμένιων ποδών των. Τα ρούχα των ελεεινά, ρυπαρά, εφθαρμένα, μπαλωμένα εις εκατό μέρη. Τα υποδήματά των άθλια, ξυλωμένα.

Είδομεν πολλούς κρατούντας ταύτα υπό μάλης ή ανά χείρας, όπως μη, ένεκα του μεγάλου δρόμου, φθείρωσι ταύτα προώρως.

Πώς διαιτώνται οι εργάται πάντοτε το γνωρίζομεν.

Ίδωμεν όμως, πώς διαιτώνται οι εργάται και οι εργάτιδες του πυριτιδοποιείου.

Αι μεν εργάτιδες παίρνουν από το σπίτι τους ολίγον ψωμάκι και ολίγον τυρί αθλίας ποιότητος ή ελιές, ή κρεμμύδι, ή ένα πορτοκάλι, ή μία δεκάρα χαλβά και τα τυλίγουν εις ένα μανδήλι άσπρο ή εις πετσέτα χονδρήν εντοπίαν και τρώγουν την μεσημβρίαν εις το διάλειμμα.

Το πρωί προ της αναχωρήσεως εκ της εστίας των κολατσίζουν ολίγον ψωμάκι με σταφύλι.

Το εσπέρας επιστρέφουσαι δειπνούν μετά της οικογενείας των.

Πολλαί τούτων λαμβάνουσι μεθ’ εαυτών τα κοριτσάκια των 5-10 ετών, τα οποία εργάζονται και ταύτα επί ημερομησθίω 50-60 λεπτών.

Οι δε εργάται το πρωί, όσοι μένουν εις τα δωμάτια της εταιρίας, πριν εισέλθουν εις το κατάστημα θα πάρουν καφέ.

Την 8 π.μ. γίνεται διάλειμμα εν τέταρτον της ώρας δια να κολατσίσουν.

Κολατσίζουν συνήθως 10 λεπτά ψωμί και 10 λεπτά σταφύλι, ή τι άλλο της αυτής αξίας.

Την 12 της μεσημβρίας όταν σφυρίζει η μηχανή εγκαταλείπουν πάσαν εργασίαν και μεταβαίνουν άπαντες οι εργάται εις το μαγειρομπακάλικο προς γεύμα.

Ο μπακάλης εις μίαν χύτραν μεγάλην, ακασιτέρ την όζουσαν, θα μαγειρεύση το φαγητόν της μέρας, το οποίον συνήθως είνε φασόλια, σαλιγκάρια, κρέας, κουκιά και τα παρόμοια.

Η μερίς έχει 35 λεπτά. Η μισή 20. Είνε, ως είπομεν ανωτέρω, οι εργάται υποχρεωμένοι, επί ποινή αποβολής, να λαμβάνωσι πάντες την τροφήν των από το άθλιον αυτό μαγειρομπακάλικο.

Ας έλθωμεν και εις τους αριθμούς.

Πόσα θέλει ο εργάτης την μέραν δια τροφήν του.

Αναγράφομεν μόνον τ’ απολύτως αναγκαία.

Ιδού ο κατάλογος:

Καφές λεπτά 10

Κολατσιό 20

Μία μερίδα φαγητόν  35

Ψωμί 15

Κρασί 5

Δείπνον 45

Το όλον 1,30

Πόσα λαμβάνει την μέραν:

Αν ήναι εργάτης ημερομίσθιος θα λάβη 2-2,50 δρ.

Οι επιστάται λαμβάνουν 3 δρχ.

Αν εργάζωνται κατ’ αποκοπήν – και συνήθως τούτο συμβαίνει – θα βγάλη κατά μέσον όρον 1,50-2,50.

Ολίγιστοι εργάται βγάνουν 3-4 δραχμάς.

Γενικώς, ο μέσος όρος είνε 2 δραχ. την μέραν, εξ ων, αφαιρουμένων των εξόδων 1,30, μένουν δια την τσέπην των 70 λεπτά μόνον.

Ο μη πιστεύων, ας υπάγη μέχρι του εργοστασίου, και ας ερωτήση καθ’ οδόν έναν εργάτην και θα μάθη την αλήθειαν.

Και πόσον εργάζονται την μέραν;

Δώδεκα ολοκλήρους ώρας.

Διότι το κατάστημα ανοίγει την 5ην π.μ. κάμνει διάλειμμα σχεδόν μίαν ώραν την μεσημβρίαν και κλείνει την 6 μ.μ.

Οι επιστάται δια να πωλούν εκδούλευσιν εις τους προϊσταμένους των και διατηρούνται εις τας θέσεις, φέρονται προς τους εργάτας αγροίκως και σκληρώς. Πολλάκις τους υβρίζουν και τους προπηλακίζουν και τους βλασφημούν.

Ούτοι έκοντες άκοντες αναγκάζονται να δέχωνται τας ύβρεις ένεκα του φόβου της πείνης.

Εις παν οιονδήποτε παράπτωμα, εις παν ελάχιστον λάθος η απειλή της αποβολής ίσταται επί της κεφαλής των ως δαιμόνιον ξίφος.

Χάριν αυτού του ευτελούς ημερομισθίου, οι δυστυχείς εργάται, ανά πάσαν στιγμήν πόσα ποτήρια πικρίας δεν δοκιμάζουν!!

Ομολογούμεν ειλικρινώς, ότι όταν εξεκινήσαμεν να υπάγωμεν εις το πυριτιδοποιείον, το παν περί ημάς εμειδία, η καρδιά μας ήτο αναπαυμένη. Όταν δε εξεκινήσαμεν ν’ ανέλθωμεν τούτου, η θλίψις είχε καταλάβει ημάς, η καρδία μας έπαλλε σφοδρώς και τα πάντα μάς εφαίνοντο ζοφερά.

Όσα είδομεν και ηκούσαμεν εκεί αδύνατον να περιγραφούν.

Μς.

Και, φυσικά, έγραφε και άρθρα που αφορούσαν τις ίδιες τις αναρχικές ιδέες, όπως το παρακάτω, το οποίο είναι απάντηση σε κάποια επιστολή και, μάλιστα, αρκετά δηλωτικό, των απόψεων από τις οποίες εμφορούνταν ο Γιάννης Μαγκανάρας:

Τι είναι και τι θέλουν οι αναρχικοί; Είνε άνθρωποι άνευ αρχής καμμίας, άνθρωποι άνευ ιδεώδους, άνευ σκοπού; Είνε άνθρωποι μη θέλοντες αρχάς-εξουσίαν; Ποίον επί τέλους το ιδεώδες των και τι θέλουν;

Την απορίαν ταύτην του περιέργου αναγνώστου μας θα λύσωμεν ημείς.

Η Ελληνική δημοσιογραφία δεν ηδυνήθη μέχρι σήμερον να δώση, δυνάμεθα να είπωμεν, ακριβή και σαφή ιδέαν εις τους αναγνώστας της περί αναρχίας και αναρχικών.

Δύο είδη αναρχικών υπάρχουσιν: Αναρχικοί άκροι –ως ο Ραβασσώλ, ο Ανρύ, ο Βαγιάν, ο Πάλλας κ.λ.– και αναρχικοί θεωρητικοί – εις τας τάξεις των οποίων συγκαταλέγονται άνθρωποι σοφοί, σπουδασταί της ανθρωπίνης φύσεως και βαθείς γνώσται των ανεπεσχέτων τάσεων της σημερινής εποχής, ως ο Κροπότκιν, ο Τολστόϊ, ο μέγας γεωγράφος του αιώνος μας Ελιζέ Ρεκλούς, ο Αμών, ο Ιούλιος και Ιωάννης Γκράβ, ο Κυπριάννης και πολλοί άλλοι.

Η πρώτη των αιρέσεων τούτων ζητεί αφ’ ου το παν καταστρέψη, ανατρέψη, εξαφανίση εκ του υπάρχοντος κοινωνικού οικοδομήματος, επί των ερειπίων αυτού και επί των τάφων των νεκρών γενεών ζωή νέα και δροσερά ν’ αναπτυχθεί. Λαοί δε έμπλεοι δυνάμεων ασυναρτήτων αλλ’ υγειών ν’ αναφανώσι. Νέα βίβλος της παγκοσμίου ιστορίας ν’ αρχίση.

Οι οπαδοί της αιρέσεως ταύτης τρέφωσι μίσος άσπονδον εναντίον πάσης εξουσίας και κατά παντός πλουσίου. Διαμαρτύρονται δε εναντίον της υφισταμένης κοινωνικής αθλιότητος δια πάντων των μέσων, του εγχειριδίου, της βόμβας, του πετρελαίου, της δυναμίτιδος, έχοντες ως αξίωμα: “Θανατούντες στέργομεν τον θάνατον”.

Η ετέρα αίρεσις, βασιζομένη επί της ιστορίας και της επιστήμης, λέγει: ότι, η ανθρωπότης κατά τον φυσικόν νόμον της απεράντου τελειοποιησιμότητος, θέλει εξελιχθή μέχρις εκείνου του σημείου της προόδου, κατά το οποίον οι άνθρωποι της Γης άπαντες, μη υποκείμενοι εις βιωτικάς ανάγκας, απηλλαγμένοι προλήψεων και συνειδότες ότι αλήθεια και φυσική ελευθερία είνε η μεταξύ “δικαιώματος και καθήκοντος αρμονία”, δεν θέλουσιν έχει ανάγκην πλέον προσωπικών αρχών και εξουσιών ίνα αποτρέπωνται του κακού. Ότι έκαστος άνθρωπος έχει καθήκον και δικαίωμα να υποβοηθή την πρόοδον, την εξέλιξιν της ανθρωπότητος. Θεωρεί δε ότι το μόνον συντελεστικόν μέσον πρέπει να ήνε αι πνευματικαί επαναστάσεις. Πάσαν βιαίαν πράξιν την αποδοκιμάζει, ως φέρουσαν την παρακώλυσιν της προόδου, της εξελίξεως.

Ιδού εν ολίγοις τι ζητούσιν οι αναρχικοί αμφοτέρων των αιρέσεων, και οποίαι αι θεωρίαι αυτών.

Μς.

(Πελοπόννησος, 31 Ιουλίου 1897 ή 1898).

Ο Μαγκανάρας έστελνε, επίσης, αρκετά συχνά ανταποκρίσεις στο αναρχικό περιοδικό του Παρισιού Les Temps Nouveaux, όπως το κείμενο που παρατίθεται αμέσως και το οποίο δημοσιεύθηκε στις 10 Δεκεμβρίου 1897 και αναφέρεται στον πόλεμο Eλλάδας-Tουρκίας του 1897 (το κείμενο μεταφράστηκε το 1987 από τα γαλλικά και γι’ αυτό παρατίθεται στη δημοτική γλώσσα):

O BAΣIΛIAΣ KAI O ΠOΛEMOΣ

Οι βασιλικοί αρχίζουν να χτυπάνε το κεφάλι τους έξω από το καβούκι τους, στο οποίο ήταν κρυμμένοι, σιωπηλοί, την εποχή της προδοσίας, αφού είχαν προκαταρκτικά προετοιμάσει τον λαό μέσω του τύπου τον οποίο είχαν καταλάβει. Τώρα προσπαθούν να πείσουν τον λαό ότι ο βασιλιάς και ο πρίγκιπας διάδοχος δεν είναι οι ηθικοί αυτουργοί της καταστροφής της Eλλάδος. Προσπαθούν να ρίξουν όλη την ευθύνη στον Δεληγιάννη, τότε πρόεδρο του συμβουλίου και στον λαό (!), γιατί αυτός ο τελευταίος ζητούσε τον πόλεμο με ενθουσιασμό! Εμείς δεν θα πούμε ότι το συμβούλιο τότε δεν είχε καμμία ευθύνη - εννοείται - αλλά ο βασιλιάς και το συμβούλιο είναι υπεύθυνοι, γιατί ο ένας για να κάνει χρηματικές επιχειρήσεις σε ξένα χρηματιστήρια έσπρωξε και τον άλλον από φιλοδοξία και από αγάπη για την εξουσία να δεχθεί αυτόν τον πόλεμο. Οι φίλοι του Δεληγιάννη απαλλάσσουν τον εαυτό τους από κάθε ευθύνη, ρίχνοντάς την στον βασιλιά, γιατί, για λόγους που δεν αναφέρουν, επέβαλε στο συμβούλιο να κάνει αυτό που αυτός ήθελε να κάνει και στον λαό γιατί ήθελε τον πόλεμο. Προς το παρόν τα πράγματα είναι σ' αυτό το σημείο.

Έτσι μ’ αυτά τα μέσα προσπαθούν να εξαπατήσουν το λαό και να τον πείσουν ότι αυτός είναι ο υπεύθυνος της καταστροφής. Αλλά αν εξετάζαμε καλά θα βλέπαμε ότι ολόκληρη η ευθύνη πέφτει στον βασιλιά καθώς και στο συμβούλιο, που μέχρι την τελευταία στιγμή μουρμούραγε στο αυτί του λαού ότι δεν υπάρχει τίποτα πιο γλυκό από την πατρίδα, από το να πολεμάς και να πεθαίνεις γι’ αυτήν. Ένας λαός στον οποίον φυτεύουν πατριωτικές ιδέες στο σχολείο, ένας λαός του οποίου το κεφάλι είναι γεμάτο με το αίσθημα του πατριωτισμού και της αξίας του πολέμου, ένας λαός που κρέμεται πάντα από το στόμα των πολιτικών του, των λόγων υπέρ της μεγάλης ιδέας της πατρίδος, ένας λαός στον οποίον μαθαίνουν να μισεί απεριόριστα τους Tούρκους, που πρέπει πάντα να πολεμάει, ένας λαός που ακούει τον ανώτατο άρχοντά του - τον βασιλιά - να λέει ότι θα μπει επικεφαλής 300.000 Eλλήνων και ότι θα βάλει φωτιά στην μπαρουταποθήκη που λέγεται Mακεδονία, ωραίοι λόγοι που χάνονται όπως ο πάγος στον ήλιο, όταν φυσάει η ώρα της πραγματοποίησης. Ένας τέτοιος λαός λοιπόν που έχει διδαχθεί να κάνει ό,τι έκανε, δηλαδή να ζητήσει πόλεμο, γιατί δεν τον δίδαξαν ποτέ μια μεγάλη αλήθεια, ότι το πιο τρομερό πράγμα και το πιο παράλογο είναι το να πολεμάει ένας λαός ενάντια σε έναν άλλον.

Aπ’ αυτό μπορούμε να βγάλουμε δύο συμπεράσματα. Πρώτον, το ότι είμαστε πολύ ηλίθιοι να εμπιστευόμαστε τα συμφέροντά μας σε αντιπροσώπους, σαν να μην ήμασταν ικανοί να διευθύνουμε μόνοι μας τις υποθέσεις μας και να τις επιλύουμε μόνοι μας, αφού τα λάθη μας ξαναπέφτουν σε μας. Δεύτερον, ότι δεν κοστίζει τίποτα σε έναν βασιλιά να ξεσηκώσει χιλιάδες νέους ανθρώπους από τις οικογένειές τους και τις δουλειές τους για να τους θυσιάσει στον βωμό της πατρίδος, για τα δικά του φιλόδοξα σχέδια και για οικονομικά συμφέροντα. Και αυτό θα συμβαίνει όσο οι λαοί συνεχίζουν να πιστεύουν στους δυνάστες τους και όσο θα ανέχονται τους βασιλιάδες και τις κυβερνήσεις.

Για να καταλάβουμε ποιες ιδέες αυτοί οι πολιτικοί σπέρνουν στον αμαθή λαό, θα αναφερθούμε στο χαρακτηριστικό περιστατικό που διηγήθηκε σε ένα φίλο της "Eφημερίδας της Φρανκφούρτης", τον περασμένο Mάη, ο γιατρός Nοάκ, για το ταξίδι του στην Eλλάδα.

O Γερμανός γιατρός συζητούσε με έναν αφελή Πελοποννήσιο για την εξωτερική πολιτική γενικά. O αφελής Έλληνας, με την πεποίθηση ενός ανθρώπου που βασίζει τα επιχειρήματά του στην ιστορία της χώρας, λέει:

- Όσο για την Kωνσταντινούπολη δεν χρειάζεται να πούμε τίποτα. Eίναι μόνο ζήτημα χρόνου.

- Kαι ποια ιδέα έχετε για τον οθωμανικό στρατό; Ρωτάει ψυχρά ο Γερμανός.

- Kύριε, λέει ο αγρότης, δεν υπάρχει στρατός πιο εξαθλιωμένος. Ένας δικός μας κάνει για δέκα Tούρκους.

- Kαι πώς το ξέρεις εσύ; Συνεχίζει ο Γερμανός με την ίδια ηρεμία.

- Mου το είπε ο βουλευτής μου...

Kαι μια άλλη ανταπόκριση που δημοσιεύεται στο ίδιο τεύχος:

ENAΣ AΠO TOYΣ ΔIΩKOMENOYΣ ΣYNTPOΦOYΣ MAΣ

O σύντροφός μας Πάνος Mαχαιράς διώκεται γιατί εγκατέλειψε τις τάξεις του. Nα πώς λιποτάκτησε. Mια μέρα, ενώ ήταν μαζί με άλλους στρατιώτες στη σκηνή του, στα στρατόπεδα της Hπείρου, άκουσε θόρυβο από ομιλίες. H μια φωνή τού ήταν γνωστή, έδωσε προσοχή. Ένας αξιωματικός απειλούσε να καταγγείλει τον υπεύθυνο των προμηθειών τροφίμων. O υπεύθυνος στην αρχή διαμαρτυρήθηκε. Tελικά οι απειλές και η διαμαρτυρία είχαν σαν αποτέλεσμα ότι ο αξιωματικός πήρε το μερίδιο κέρδους του από τις καταχρήσεις στην τροφοδοσία των στρατιωτών. Aυτό φυσικά εξόργισε τον Mαχαιρά. Tην επομένη μέρα, κατά την διανομή του φαγητού πήρε ασυμπλήρωτη μερίδα και παρουσιάστηκε στον αξιωματικό.

- Kύριε, του λέει, νομίζετε ότι αυτή η μερίδα είναι αρκετή για έναν άντρα και κυρίως για έναν στρατιώτη που υποφέρει στον πόλεμο;

- Bεβαίως, απάντησε ο αξιωματικός απρόσεκτα. Kαι πριν προλάβει τη φράση του ο αξιωματικός είχε φάει στο πρόσωπο την μερίδα του συντρόφου, που εγκατέλειψε το στρατόπεδο.

Σήμερα διώκεται.

Kαι ακόμα μια ανταπόκριση:

OI ΣYNEΠEIEΣ TOY ΠOΛEMOY

Oι στρατιώτες που οδηγήθηκαν στο στρατόπεδο μάχης έχουν εν μέρει αποδεκατιστεί. Oι άλλοι μετά από επτά μήνες που έχουν αντέξει τις κακουχίες και τις αρρώστιες κοιμούνται στο ύπαιθρο χωρίς κανένα σκέπασμα και πεθαίνουν λίγο-λίγο κάθε μέρα ανάλογα με την ηλικία τους. Γυρίζουν στα σπίτια τους σε άθλια κατάσταση. Mόλις φτάνουν πολλοί αρρωσταίνουν. Δεν περνάει μέρα χωρίς να πεθαίνει κι από ένας στις πόλεις, αλλά και στα πιο μικρά χωριά. H σκληρότητα της κυβέρνησης, του κράτους, ενάντια στους στρατιώτες είναι τρομερή.

Όταν οι στρατιώτες ήταν ακόμα στα όπλα, οι άρρωστοι παρουσιάζονταν για να εισαχθούν σε στρατιωτικό νοσοκομείο. Aλλά συνέβαινε κάτι περίεργο. Oι άρρωστοι έμπαιναν την πρώτη μέρα από την μια πόρτα και την δεύτερη μέρα έβγαιναν από την άλλη, λες και είχαν θεραπευτεί.

Nα τα καλά του πολέμου, να τα καλά της πατρίδας, αυτού του αχόρταγου τέρατος που συνεχώς καταβροχθίζει νέα θύματα. Πεθαίνουν πολλοί στρατιώτες κάθε μέρα. Kι αυτοί που καταφέρνουν να ξεφύγουν από τον θάνατο, θα είναι αδύναμοι και άρρωστοι για όλη τους τη ζωή. Oι στρατιώτες που θα παντρευτούν και όσοι παντρεύτηκαν πριν τον πόλεμο θα κάνουν παιδιά χλωμά, αδύνατα, καχεκτικά, φθισικά κ.λπ…

Αναδημοσιεύουμε, τέλος, ένα ακόμα άρθρο του Γιάννη Μαγκανάρα που δημοσιεύτηκε στο τεύχος 35 (και τελευταίο) της Επί τα Πρόσω (8 Φεβρουαρίου 1898), στο οποίο σχολιάζει είδηση της εφημερίδας Πελοπόννησος την οποία και παραθέτει:

ΓΕΓΟΝΟΤΑ

Δυστυχής γέρων ρακένδυτος, πλέον των 70 ενιαυτών αριθμών, τρία εν όλω ταξείδια επί κάρρου έκαμε χθες από του Νοσοκομείου εις το αστυνομικόν κατάστημα και ανά την πόλιν. Ήτο ασθενής και τας τελευταίας του εμέτρα στιγμάς, έτρεμε δε εκ του δριμυτάτου ψύχους. Εκ του Νοσοκομείου εξεδιώχθη, δια τίνα λόγον άγνωστον και κατέφυγεν εις την αστυνομίαν. Αλλά η αστυνομία τι να τον κάμη; Τον απέστειλε πάλιν εις το Νοσοκομείον και εκεί μετά τόσας παρακλήσεις δεν τον εδέχοντο. Απέστρεφον τους οφθαλμούς πάντες οι εκείθεν διερχόμενοι ίνα μη τον βλέπωσι έξωθεν εις το πεζοδρόμιον τρέμοντα και ψυχορραγούντα. Ίσως ήδη δεν θα ευρίσκεται εις την ζωήν, διότι μια γωνία εν τω Νοσοκομείω δεν ευρέθη να ριφθή και αυτός.

“Πελοπόννησος” Πατρών, 2 Φεβρουαρίου 1898

Την εικόνα της αθλίας του γέροντος καταστάσεως, με ζωηρά χρώματα σας την ζωγραφίζει μια από τας αστικάς εφημερίδας της πολεώς μας. Η αστική εφημερίς αναγράφει απλώς το γεγονός. Πόσον όμως δύναται ν’ αντλήσει φιλοσοφίαν επί του γεγονότος τούτου, το οποίον ήλθε κατόπιν του δοθέντος πλουτοκρατικού χορού να μας δώσει την αντίθεσιν μεταξύ του πλουσίου και του πτωχού, πόσας σκέψεις δύναται να αναπτύξη εν ταις στήλαις της αντί να συμπληρώση ταύτας δια ανουσίων δημοσιευμάτων;

Εις γέρων απέθανεν μέσω της Χριστιανικής μας Κοινωνίας και Πολιτείας εκεί επί του πεζοδρομίου πεταμένος σαν αρρωστιάρικο σκυλί. Και όμως οι αστοί και αι αστικαί εφημερίδες θα εξακολουθώσι να μας λέγωσιν ότι “πάντες ζώμεν εν Ελλάδι καλά” ότι ημείς μωρολογούμε και δεν ξέρομεν τι λέγομεν. Όμως ως πείσμα της μελέτης μας επί της Κοινωνίας λέγομεν, ότι ο πλούσιος κλέπτει τον πτωχόν, ότι η Πολιτεία αστοργεί δια τα περισσότερα τέκνα της, τους πολίτας, τον λαό και ότι η τοιαύτη κατάστασις θα μας οδηγήσει εις μίαν Επανάστασιν. Εάν δε θελήσεις να τους αποδείξεις το μέγα χάος όπερ χωρίζει την Πλουτοκρατίαν από την Εργασίαν και την άκραν αντίθεσιν αυτών, σου λέγωσιν αποτόμως: –Τι λες βρε αδερφέ; Σιώπα! Δεν είναι έτσι που τα λες. Όλοι οι εργάτες εργάζονται και αμοίβονται καλώς! Αι και αν ήναι κανείς δυστυχής και ασθενής και δεν δύναται να συντηρηθή, δι’ αυτούς έχομεν κάμει τόσα φιλανθρωπικά καταστήματα. Έχομεν δι’ αυτούς Πτωχοκομείο και Νοσοκομείο. Εάν ανοίξεις το στόμα σου να τους φέρης αντίρρησιν επί των λεγομένων αυτών, εάν θελήσεις να τους είπης ότι τα νοσοκομεία και τα πτωχοκομεία είναι μόνον δι’ εκείνους οι οποίοι είναι φίλοι του κόμματος και ότι εις τον καθεαυτό πτωχό δεν ανοίγονται οι θύρες των, απέρχονται λέγοντες “Εγεννήθητε, φίλε μου, ν’ αντιλέγητε!”. Αλλά η σφενδόνη εξακολουθή περιστρεφομένη και κάποτε θα εκσφενδονίσει τον λίθον.

Ι. Μ. Μαγκανάρας

Προφανώς, μία από τις γνωριμίες του Γιάννη Μαγκανάρα ήταν και ο δημοσιογράφος της εφημερίδας Πελοπόννησος Γ. Παπαλεξανδρόπουλος, ο οποίος βρισκόταν κοντά στην αναρχική ομάδα της «Επί τα Πρόσω». Ο Γ. Παπαλεξανδρόπουλος, μάλλον με τη βοήθεια του Γ. Μαγκανάρα, κυκλοφόρησε την περίοδο Ιουλίου-Σεπτεμβρίου 1897 (περίοδο κατά την οποία ο Μαγκανάρας δεν ήταν κρατούμενος) τη σατιρική εφημερίδα Ο Σατανάς και αργότερα το 1899 (όταν ο Μαγκανάρας δεν ήταν κρατούμενος και, προφανώς, πάλι με βοήθειά του) κυκλοφόρησε μια άλλη σατιρική εφημερίδα τη Μιμόζα.

Ο Νίκος Ε. Πολίτης στο «Χρονικό του Πατραϊκού Τύπου 1840-1940» (Πάτρα 1984), γράφει ότι …

Ο “Σατανάς” έβγαινε τακτικά κάθε εβδομάδα το τρίμηνο Ιουλίου-Σεπτεμβρίου 1897 (ίσως και αργότερα). Δύο τουλάχιστον φύλλα του κατασχέθηκαν. Οι άλλες εφημερίδες τον χαρακτήριζαν “ρυπαρόφυλλον”. Συντάκτης του “Σατανά”, ήταν ο δημοσιογράφος Γ. Παπαλεξανδρόπουλος, που εργαζόταν στην “Πελοπόννησο”. Για δημοσιεύματα του “Σατανά” μήνυσε τον Παπαλεξανδρόπουλο ο δημοσιογράφος Μιχ. Σακελλαρίου, και απείλησε να τον σκοτώσει ο ενοικιαστής φόρων Χαρ. Θεοχάρης.

Η Μιμόζα, σατιρική εφημερίδα, που εμφανίστηκε το 1899, ήταν συνέχεια του Σατανά, που είχε εκδώσει δύο χρόνια νωρίτερα ο Γ. Παπαλεξανδρόπουλος. Η εφημερίδα χαρακτήριζε «Μιμόζες», «Μιμόζους», «Μιμοζίνους» ή «Μιμοζικούς» τις γυναίκες και τους άνδρες που τηρούσαν τους κανόνες καλής συμπεριφοράς, ή ανήκαν στη λεγόμενη αριστοκρατία. Αυτή ήταν και ο μόνιμος στόχος του σαρκασμού της Μιμόζας. Με τίτλο Οι κυανόαιμοι γράφει:

Φλεβοτομείται γενικώς ο κόσμος εις τας Πάτρας

Κι ενέσεις όλοι κάνουνε με κυανούν λουλάκι

Και δι’ αυτό πλημμύρησαν από αριστοκράτας

Και δεν ευρίσκει πουθενά κανείς μικρόν κοσμάκη.

Θέλοντας να καυτηριάσει τη διάδοση των επιτηδευμένων τρόπων και τη μανία επιδείξεως πραγματικών ή φανταστικών τίτλων ευγενούς καταγωγής, ο συντάκτης της εφημερίδας αποκαλεί την Πάτρα «Μιμοζόπολη» και την υμνεί με τους στίχους:

Χαίρε πόλις των Πατρών, όπου Μιμόζους έχεις

Χαίρε τόπε τοκογλύφων που τα βάσανα αντέχεις.

Χαίρε που εκοσμήθης μεγάλως

Χαίρε που υπερυψώθης εξάλλως.

Χαίρε που σε κοσμούν Μιμόζοι.

Χαίρε που σε υψούν Μασσώνοι.

Χαίρε ω πόλις παράδοξε.

Επίσης, ο Γ. Παπαλεξανδρόπουλος φαίνεται ότι είχε κηρύξει πόλεμο κατά της αστυνομίας και, συγκεκριμένα, κατά του αστυνομικού διευθυντή Πάτρας, Στυμφαλιάδη.

Ο Γιάννης Μαγκανάρας εγκαταστάθηκε στην Αθήνα μετά τον Μάιο του 1899. Δεν γνωρίζουμε την ακριβή του δράση στην πρωτεύουσα και το μόνο επιβεβαιωμένο είναι η συμμετοχή του στον Αναρχικό Εργατικό Σύνδεσμο Αθήνας. Πριν εγκαταλείψει την Πάτρα φέρεται ότι εξέδωσε το περιοδικό Αναρχική Βιβλιοθήκη. Ωστόσο, τέτοιο περιοδικό δεν έχει βρεθεί πουθενά.

Ο Κορδάτος γράφει ότι κυκλοφόρησε ένα έντυπο -τον τίτλο του οποίου δεν αναφέρει-, όπου δημοσίευε τους λόγους των βουλευτών του κόμματος του Δηλιγιάννη, αλλά η πληροφορία αυτή δεν επιβεβαιώνεται από πουθενά. Το πιθανότερο είναι ότι ο Κορδάτος μπερδεύτηκε από το γεγονός ότι ένας πρώτος εξάδελφός του, ο Ιωάννης Μαγκανάρας του Θεοδώρου, υπήρξε υποψήφιος του κόμματος του Δηλιγιάννη στην Καλαμάτα, στις αρχές του 20ού αιώνα.

Ο Γιάννης Μαγκανάρας άρχισε προφανώς να γράφει, μάλλον προς βιοπορισμό. Στην Μικρά Εφημερίδα του Μεσολογγίου, τεύχος 2, Αύγουστος 1901, διαβάζουμε το παρακάτω:

ΣΤΗΝ ΤΑΒΕΡΝΑ

ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑ ΥΠΟ ΙΩΑΝ. ΜΙΛΤ. ΜΑΓΚΑΝΑΡΑ

Ο κ. Ιωάννης Μιλ. Μαγκανάρας ο γνωστός διευθυντής και συντάκτης της αναρχικής εφημερίδος "Επί τα Πρόσω" αγγέλλει την έκδοσιν νέου μυθιστορήματος υπό τον τίτλον “Στην Ταβέρνα”.

Το βιβλίον τούτο, όπερ δεν εγγράφη ασκόπως, αλλ’ επί ολοκλήρου νέου επιστημονικού συστήματος, και εις το οποίον τα ζητήματα εξετάζονται υπό νέον πρίσμα λογικής, δια μεν τους αναγινώσκοντας ένα βιβλίον, όπως εύρουν εις τας σελίδας του ιδέας εξαγομένας εκ των πραγμάτων, γνώμας ορθάς, αληθείας ζωντανάς, όπως μάθωσι τι περισσότερον των όσων γνωρίζουν και πλουτίσωσι τον εγκέφαλόν των και διδαχθώσι, τους ενδιαφέρει και πρέπει ν’ αναγνωσθή, να μελετηθή παρ’ αυτών.

Δια δε τους λοιπούς: τους διαβάζοντας όπως περνά η ώρα, χάριν τέρψεως και γούστου, τους αρεσκομένους να ευρίσκουν εις το βιβλίον δούκας, μαρκησίους και ιππότας, το αγγελλόμενον μυθιστόρημα, αν και απλούστατον εν τη πλοκή του, δεν τοις είνε αδιάφορον, διότι θα εύρωσιν εις τας σελίδας του τους ιππότας της ταβέρνας.

Τιμάται επί κοινού χάρτου δρ. 1.00

στυλπνού  δρ. 1,50

Συνδρομηταί εγγράφονται παρ’ ημίν.

Μάλλον, με τη διάλυση του Αναρχικού Εργατικού Συνδέσμου Αθήνας και των άλλων αναρχικών ή ελευθεριακών ομάδων, προφανώς απογοητεύτηκε και αποτραβήχτηκε στη γενέτειρά του Κόρινθο.

Κατά τα τέλη του 1903 με αρχές του 1904, ο Γιάννης Μαγκανάρας, με το ψευδώνυμο Γιάννης Μάγκας -συνεχίζοντας μάλλον να είναι απογοητευμένος από τη διάλυση των αναρχικών ομάδων αλλά και για εντελώς βιοποριστικούς λόγους- κυκλοφόρησε στην Αθήνα το εικονογραφημένο περιοδικό Το Κόρτε, το οποίο δημοσίευε σατιρικά κείμενα, αλλά και αισθηματικής υφής, «ελαφρά» αναγνώσματα, όπου καυτηριάζονταν καθημερινά τα κακώς κείμενα της εποχής μέσα από το αστείο και τη σάτιρα. Το περιοδικό αυτοπαρουσιάζεται και ενημερώνει ότι

…έχομεν την πεποίθησιν ότι εξυπηρετούμεν εκδίδοντες το “Κόρτε” την Κοινωνίαν, διότι αποκαλύπτοντες τα γανγραινώδη μέρη αυτής και καυτηριάζοντες αυτά πράττομεν έργον ωφέλιμον, γράφοντες δε τερπνά και νόστιμα καλαμπούρια εξυπνούμεν τον νουν του ελληνικού λαού και καθιστώμεν τον λαόν εύθυμον και γελαστόν…

Το περιοδικό αυτό ο Κορδάτος το χαρακτήρισε «εκβιαστικό», αλλά από όσα τεύχη του περιοδικού έχουν περιέλθει στα χέρια μας δεν αποδεικνύεται κάτι τέτοιο.

Επιπλέον, στο τεύχος 13 (10 Ιουνίου 1904) της εφημερίδας Κόρτε, μαθαίνουμε ότι κάποια στιγμή στα τέλη του 1902, ο Ιωάννης Μ. Μαγκανάρας περιόδευε στην Κυπαρισσία προς χάρη της διάδοσης της πολιτικής εφημερίδας Ο Φίλος του Λαού. Ο Κορδάτος γράφει και άλλα πράγματα τα οποία δεν ίσχυαν, όπως ότι ο Μαγκανάρας ήταν αμόρφωτος και ότι περιφρονήθηκε λίγα χρόνια αργότερα από τους πρώην συντρόφους του.

Με την έκδοση του Κόρτε, υπήρξε έντονος πόλεμος μεταξύ του Μαγκανάρα και κάποιου άλλου δημοσιογράφου με το ψευδώνυμο «Πετεινός», εκδότη ενός άλλου σατιρικού περιοδικού, του Φλερτ. Αυτός είχε καλέσει τον Μαγκανάρα από την Κόρινθο να αναλάβει την αρχισυνταξία του περιοδικού, κάτι που έγινε όταν το Φλερτ κυκλοφόρησε στις 30 Οκτωβρίου 1903. Στην αρχή της έκδοσης και μετά από μήνυση για κάποιο άρθρο του περιοδικού, ο Πετεινός καταδικάστηκε και έπρεπε να εκτίσει 35 μέρες φυλάκισης. Ο Μαγκανάρας συνέχισε ως αρχισυντάκτης του περιοδικού μέχρι και το φύλλο 19, 4 Μαρτίου 1904, οπότε και αποχώρησε. Στο φύλλο 20, 11 Μαρτίου 1904, δημοσιεύτηκε, μάλιστα, ανακοίνωση για την αποχώρησή του. Με την αποχώρησή του, ο Μαγκανάρας άρχισε να εκδίδει το Κόρτε μαζί με άλλους συντάκτες οι οποίοι, σύμφωνα με τον ίδιο, έφυγαν μαζί του από το Φλερτ. Φαίνεται ότι ο Πετεινός δεν συγχώρησε ούτε την αποχώρηση αυτή ούτε και τον ανταγωνισμό και μέσα από τις σελίδες του Φλερτ άρχισε να δημοσιεύει λίβελους εναντίον του, ότι την εποχή που βρισκόταν στην Πάτρα ήταν εκβιαστής και δολοφόνος και άλλα παρόμοια, θέλοντας προφανώς να τον συσχετίσει με την ενέργεια του Δ. Μάτσαλη, καλύπτοντας το γεγονός ότι ο μόνος λόγος που το κάνει αυτό είναι ο ξεκάθαρος ανταγωνισμός του με το Κόρτε. Να ένας από τους λίβελους:

ΔΙΑ ΤΟΝ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΝ ΤΟΥ “ΚΟΡΤΕ” κ. Ι. ΜΑΓΚΑΝΑΡΑΝ

-Βρωμερέ, νομίζεις ότι κανείς εξ ημών σε λογαριάζει αν ζης ή πεθαίνεις; Λογαριάζει κανείς τας ύβρεις σου και τας καταγγελίας σου; Άιντε να χαθής παληάνθρωπε. Αρνείσαι βρε τιποτένιε, ότι τρία ολόκληρα χρόνια έζησες εις τας διαφόρους φυλακάς του Κράτους, κατηγορηθείς δια διαφόρους βρωμεράς πράξεις; Αρνείσαι ότι συνελήφθης και επί 8 μήνας έμεινες προφυλακισμένος ως ενεχόμενος εις την εν Πάτραις προ 8ετίας διαπραχθείσαν δολοφονίαν του μεγαλεμπόρου Φραγκοπούλου;

Αρνείσαι ότι εξέδιδες εν Πάτραις την πορνογραφικήν εφημερίδα ο “Σατανάς” δι’ ης εξεβίαζες τις διάφορες πλύστρες ως ο ίδιος τοσάκις μας ωμολόγησες; Αρνείσαι ότι κατόπιν εξέδιδες την αναρχικήν εφημερίδα “Επί τα Πρόσω” και δι’ αυτής εξεβίαζες τόσας και τόσας οικογενείας των Πατρών, απειλών δημοσιεύσεις των μυστικών διαφόρων οικογενειών; Μη δεν εκυλίσθης τοσάκις μέχρι κρεββατώματος δια τούτο γαϊδουράνθρωπε; Μα κακομοίρη και αν τα αρνηθής συ αυτά νομίζεις πως δεν έχωμεν ημείς στρατιάν μαρτύρων δια να τα αποδείξωμεν; Μήπως η Εισαγγελία δεν σε γνωρίζει με το νι και με το σίγμα;

Και το νεανικόν σου παρελθόν, περί ου τόσαι αστυνομικαί μαρτυρίαι υπάρχουν, που το αφήνεις αχρείε; Ελεεινέ δυστυχισμένε, δεν θέλει ο διευθυντής του “Φλερτ”, δεν καταδέχεται, άλλως προ πολλού θα είχες και πάλιν επιστρέψει εις το Παλαμήδι οπόθεν προ ετών, -θυμάσαι;- απέδρας.

Δεν φταις όμως συ αρχείε, αφού ευρήκες, συ κολοπετσωμένος κατεργάρης, ένα νέον αγαθόν και άκακον, τον Πετεινόν του “Φλερτ” δηλαδή, όστις σε εύρε στους δρόμους και σε έντυσε και σε περιέθαλψε.

Άιντε να χαθής βρωμερέ, αχάριστε. Άιντε να χαθής, γιατί κατέστης πλέον αηδία, και ξεραστική μάστιξ της κοινωνίας.

Ο ΔΟΝ ΖΟΥΑΝ ΤΟΥ “ΦΛΕΡΤ”

(Φλερτ, Αρ. 35, Κυριακή 4 Ιουλίου 1904).

Η όλη υπόθεση μάλλον κατέληξε σε βάρος του Μαγκανάρα, γιατί συνελήφθη, προφυλακίστηκε και καταδικάστηκε σε ποινή τρίμηνης φυλάκισης για πρόκληση κατά των ηθών, επειδή, συν τοις άλλοις, μάλλον κάποια από τα περιεχόμενα του Κόρτε θεωρήθηκαν «προκλητικά» από τις αρχές. Αυτό ξεσήκωσε, όχι μόνο το σύνολο σχεδόν των αναγνωστών του Κόρτε, αλλά και παλαιούς συντρόφους και φίλους του Μαγκανάρα από την Πάτρα και αλλού. Στη δε Πάτρα και στις γύρω περιοχές σχεδόν 1.000 άτομα υπέγραψαν κείμενο με αίτημα τη μη καταδίκη του, που το έστειλαν στον εισαγγελέα, κάτι που αποδεικνύει ότι ο Μαγκανάρας, από την εποχή της Επί τα Πρόσω, είχε αποκτήσει ισχυρές προσβάσεις στην πατραϊκή κοινωνία και ακόμα και αν δεν κυκλοφορούσε τώρα ένα καθαρά αναρχικό περιοδικό, ήταν ικανός να κινητοποιήσει κόσμο για οποιαδήποτε υπόθεση.

Στο τεύχος 17, λοιπόν, του Πεταχτού Κόρτε (όπως το είχε μετονομάσει τότε ο Μαγκανάρας), με ημερομηνία έκδοσης 8 Ιουλίου 1904, στη σελίδα 7, δημοσιεύεται η ακόλουθη επιστολή προς το αντίζηλο Φλερτ:

Βρωμερόφυλλον:

Όσας ύβρεις και αν εξεμάνης εναντίον του κ. Ιωάννου Μ. Μαγκανάρα, όσας συκοφαντίας και αν επισωρεύσης εναντίον αυτού, όσα ψεύδη και αν δημιουργήσης ούτος ίσταται εν τη συνειδήσει και τη καρδιά του Πατραϊκού Λαού τόσον υψηλά, ώστε να μη δύνανται καν να τον εγγύσωσιν αυταί.

Ποιος υπήρξε και είναι ο κ. Ι. Μ. Μαγκανάρας το γνωρίζομεν όλοι οι Πατρινοί, οι οποίοι πάντοτε τον αγάπησαν και τον αγαπώσιν και θα τον αγαπώσιν. Πολλάκις εδόθη υμίν τοις Πατρινοίς περίστασις να εκπληρώσωμεν τας προς τον κ. Μαγκανάραν συμπαθείας μας και την αγάπην μας….. ήδη, επί τη διαδόσει ότι το παρόν σου φύλλον τον συκοφαντεί και τον υβρίζει άπαντες οι Πατρινοί τόσον αγανάκτησαν, ώστε εν μια αποφάσει συνέταξαν και υπογράφωσιν αναφοράν προς τον εν Αθήναις Εισαγγελέα των Πρωτοδικών κ. Μπενή-Ψάλτην, ζητούντες την ταχείαν ενέργειαν των δεόντων επί της επιδοθείσης αυτώ υπό του κ Ιω. Μ. Μαγκανάρα, διευθυντού και ιδιοκτήτη του περιοδικού φύλλου “Κόρτε”, μηνύσεως επί εξυβρίσει και συκοφαντία κατά του εκδότου και υπεύθυνου συντάκτου σου κ. Γ. Πετρούτσου.

Η περί ου ο λόγος αναφορά έχει υπογραφεί μέχρι τούδε παρά χιλίων περίπου πολιτών.

Εάν τα γραφόμενά σου είνε αληθή θα το ίδωμεν κατά την δίκην του υπευθύνου συντάκτου και εκδότου σου, ότε είμεθα περίεργοι να ίδωμεν πώς αυτός θα αποδείξη, αφού ο αγαπητός κ. Ι. Μ. Μαγκανάρας είχε την ορθήν σκέψιν να τον καταγγείλει όχι μόνον επί εξυβρίσει αλλά και επί συκοφαντία, δια να δυνηθή να αποδείξη μαζί με όλην την σωρεία των μαρτύρων που αναφέρει.

Ταύτα επί του παρόντος.

Κωνστ. Κωστόπουλος, πιλοποιός

Χρήστος Κουλουμπής, έμπορος

Κ. Σταυρόπουλος, πρώην διδάσκαλος

Πάτραι τη 5η Ιουλίου 1904.

Να σημειωθεί ότι, από τους υπογράφοντες ο Χ. Κουλουμπής ήταν ανάμεσα σε αυτούς που υπέγραψαν την έκθεση του Αναρχικού Εργατικού Ομίλου Αθήνας προς το Διεθνές Αναρχικό Συνέδριο του 1900. Ο δε Κ. Σταυρόπουλος ήταν από τους γνωστούς αναρχικούς της Πάτρας τη δεκαετία του 1890, το όνομα του οποίου μαζί με αυτό του Κ. Κωστόπουλου ήταν ανάμεσα στα ονόματα των δέκα αναρχικών που έστειλαν αντιεκλογική επιστολή στην αναρχική εφημερίδα Νέον Φως στις 31 Ιανουαρίου 1899.

Για το ίδιο θέμα, στο Φλερτ στάλθηκε η ακόλουθη επιστολή:

ΠΡΟΣ ΤΟΝ ΠΕΤΕΙΝΟΝ

Αξιότιμε κ. Εκδότα του “Φλερτ”

Η εν τω φύλλω σας δημοσιευθείσα απάντησις εις την επιστολήν μου μ’ έκαμε να θαυμάσω την τόλμην σου, ω αθώον και άκακον παιδίον!

Εθαύμασα την τόλμην σου, διότι συ ο γνωρίσας τον κ. Ιωάννην Μ. Μαγκανάραν ή Γιάννην Μάγκαν, όπως και εγώ, συ ο οποίος τον αποκαλείς πάντοτε “φίλων άριστο”, συ ο οποίος τον εκάλεις εκ Κορίνθου ν’ αναλάβη την Διεύθυνσιν του φύλλου σου “Φλερτ” ως μαρτυρούσιν τα εις χείρας του τηλεγραφήματά σου, συ όστις πάντοτε όπου ίστασο και ευρίσκεσο τον απεκάλεις αδελφόν και τον επαινούσες ως ένα των καλλιτέρων ποιητών μας, ήδη τον υβρίζεις με τα χειρότερα επίθετα… Διατί; Διότι αποσυρθείς της Διευθύνσεως του “Φλερτ” εξέδωκεν ιδικήν του εφημερίδα και απεκαλύφθης ότι συ μεν δεν ήσο ή εν τεράστιον μηδέν, αυτός δε το παν εν τω φύλλω σου· ω αθώον και άκακον παιδίον!

Ποιος είνε ο Γιάννης Μάγκας όλοι τον γνωρίζομεν, ως και ποίος είσαι συ, και εκείνοι οι οποίοι δεν σε γνωρίζουσιν εκ των ύβρεως και της γλώσσης ην μετεχειρίσθης εν τοις κατ’ αυτού λιβέλλους σου, τοις δημοσιευθείσοις εν τω φύλλω σου σε εγνώρισαν, ω αθώον και άκακον παιδίον!

Θα ήτο ατυχές εάν ομοίαζες τον Μάγκαν έστω και κατά εν χιλιοστόν. Θα ήτο ευτυχές εάν είχες όσους ο Μάγκας ειλικρινείς φίλους έχει. Θα ήτο ευτυχές εάν τε ηγάπων οι φίλοι σου, όπως αγαπώμεν ημείς οι φίλοι του τον Μάγκαν, οι οποίοι θεωρούμεν εαυτούς ευτυχείς διότι έχομεν ένα τοιούτον φίλον ως ο Μάγκας, ο ειλικρινέστατος, ο αγαπητότατος, ο παμφίλτατος, είνε.

Ο κόσμος δεν χρειάζεται και πολύ δια να εννοήση ποίος είσαι. Βλέπει ότι υβρίζεις και συκοφαντείς κρυπτόμενος όπισθεν ψευδωνύμου. Αυτό αρκεί εις τον κόσμον, εις όσους δεν σε γνωρίζουν ω άκακον και αθώον παιδίον!

Ταύτα επί του παρόντος, κύριε Πετεινέ.

Εν Πειραιεί 5 Ιουλίου 1904

Ιωάννης Παυλίδης.

Τις ίδιες ημέρες, αρκετοί ήταν αυτοί που εξέφρασαν, επίσης, την αλληλεγγύη και συμπάθειά τους προς τον Γιάννη Μαγκανάρα, με επιστολές στο Κόρτε, το Φλερτ και τον ίδιο στις φυλακές όπου ήταν προφυλακισμένος.

Στο τεύχος 23 του Κόρτε (19 Αυγούστου 1904), δημοσιεύτηκε μια ακόμη επιστολή από τους παλιούς συντρόφους και φίλους του Μαγκανάρα από την Πάτρα:

ΕΠΙ ΤΗ ΦΥΛΑΚΙΣΕΙ ΤΟΥ ΓΙΑΝΝΗ ΜΑΓΚΑ

ΑΝΑΦΟΡΑ ΤΩΝ ΠΑΤΡΙΝΩΝ

Υπέρ του διευθυντού του “Κόρτε” προς τον κ. Μπενή Ψάλτην

Η καθημερινή συνάδελφος “Αστραπή” την 6ην τρ. μηνός εδημοσίευσε την ακόλουθον είδησιν:

Αναφορά Πατρινών: -Απεστάλη εκ Πατρών χθες αναφορά προς τον Εισαγγελέα των ενταύθα Πλημμελειοδικών κ. Μπενή Ψάλτην φέρουσα τας υπογραφάς των ευυποληπτοτέρων κατοίκων της πόλεως ταύτης, δια της οποίας διαμαρτύρονται δια τα εν τω “Φλερτ” κατά του κ. Ι. Μ. Μαγκανάρα γραφέντα, ότι ούτος υπήρξεν κατά την εν Πάτραις μακροχρόνιον διαμονήν του εκβιαστής και δολοφόνος (!!!), βεβαιούσι δε τον κ. Εισαγγελέα ότι τα γραφέντα υπό του κ. Πετρούτσου είνε απολύτως ψευδή και ότι η κοινωνία των Πατρών αγαπά και εκτιμά τον κ. Μαγκανάραν, ζητούσιν δε προσέτι όπως τιμωρηθή ο εκδότης του “Φλερτ” προς παραδειγματισμόν, ίνα μη διασύρεται του λοιπού υπό του τυχόντος η τιμή και η υπόληψις εντίμων πολιτών.

Η αναφορά αυτή των Πατρινών έχει ως εξής:

ΑΙΤΗΣΙΣ

ΤΩΝ ΚΑΤΩΘΙ ΥΠΟΓΕΓΡΑΜΜΕΝΩΝ ΚΑΤΟΙΚΩΝ ΠΑΤΡΩΝ

Προς τον Εισαγγελέα των εν Αθήναις Πρωτοδικών κ. Μπενή Ψάλτην

Πάτραι τη 15 Ιουλίου 1904

Κύριε Εισαγγελεύ!

Εις τα υπ’ αριθ. 34 και 35 φύλλα του περιοδικού φύλλου “Φλερτ” είδομεν μετ’ απορίας να δημοσιευθή λίβελλος κατά του διευθυντού και ιδιοκτήτου του περιοδικού φύλλου “Κόρτε” κ. Ιωάννου Μ Μαγκανάρα, δι’ ου ούτος υβρίζεται ότι κατά την εν τη πόλει μας πολυχρόνιον διαμονήν του υπήρξεν εκβιαστής και δολοφόνος!!

Επειδή ταύτα, κύριε Εισαγγελεύ, είνε απολύτως ψευδή

Επειδή η κοινωνία των Πατρών αγαπά και εκτιμά τον κ. Ιω. Μ. Μαγκανάραν

Επειδή παρά του κ. Μαγκανάρα, ως επληροφορήθημεν, επεδόθη εναντίον του λιβελλογράφου και αρθρογράφου του “Φλερτ” μήνυσις επί εξυβρίσει και συκοφαντία.

Δια ταύτα

Κύριε Εισαγγελεύ!

Παρακαλούμεν υμάς, μετά του προσήκοντος σεβασμού, όπως ενεργηθώσιν επί της επιδοθείσης μηνύσεως τα δέοντα και τιμωρηθή κατά τον Νόμον ο υπό του κ. Μαγκανάρα μηνυθείς υπεύθυνος συντάκτης και εκδότης του “Φλερτ”.

Ευπειθέστατοι

Έπονται αι υπογραφαί.

Ο Πετεινός, όμως, φαίνεται ότι συνέχισε τον πόλεμο.

Επανερχόμενοι στην καταδίκη του Μαγκανάρα, να σημειώσουμε ότι συνελήφθη και προφυλακίστηκε τον Ιούνιο του 1904. Τον Αύγουστο του ίδιου χρόνου εκδόθηκε βούλευμα παραπομπής του σε δίκη στο Πλημμελειοδικείο. Η δίκη έγινε, μάλλον, στις 9 Σεπτεμβρίου και καταδικάστηκε σε τρίμηνη φυλάκιση και στέρηση των δικαιωμάτων του στο Κόρτε. Στο διάστημα της απουσίας του τη διεύθυνση του περιοδικού είχε αναλάβει κάποιος (ή κάποια) με το όνομα «Λόλα δε Κοντράλ». Αποφυλακίστηκε κατά τον Νοέμβριο του 1904 και τον Δεκέμβριο ανέλαβε εκ νέου την διεύθυνση του Κόρτε. Διαβάζουμε στο τεύχος 36 (25 Νοεμβρίου 1904), στη σελίδα 6:

Ο κ. ΓΙΑΝΝΗΣ ΜΑΓΚΑΣ - Μετά δύο εβδομάδας ο αγαπητός εις όλους Γιάννης Μάγκας επανακτά τα επί του “Κόρτε” δικαιώματά του, τα οποία μια καταδικαστική απόφασις του εστέρησεν προ δύο και ημίσεος ακριβώς μηνών. Ο Γιάννης Μάγκας έρχεται και αύθις να ρίψη νέαν ζωήν, νέον σφρίγος, νέον αίμα εις το “Κόρτε” δια των ωραίων δημοσιευμάτων ιδίως δε δια των ωραίων εκτενών του ποιημάτων, τα οποία τόσον πολύ ήρεσκον εις τους φίλους της Ελαφράς Φιλολογίας. “Η Πυρκαϊά”, “Η Τρόμπα”, “Το Γουδί το Γουδοχέρι” είνε πρωτότυπα ποιήματά του, τα οποία θα ηλεκτρίσουν, θα σκανδαλίσουν, θα τρελλάνουν, θα συναρπάσουν κυριολεκτικώς τους αναγνώστας του “Κόρτε”. Το “Κόρτε” με την νέαν ψυχήν, με το διαμονισμένο πνεύμα του Γιάννη Μάγκα, θα καταστή σωστόν εντρύφημα, αληθής απόλαυσις τώρα με το τσουχτερό κρύο και τας επανειλημμένας βροχάς.

Ο Μαγκανάρας από κάποιο σημείο και έπειτα φέρεται ότι διηύθυνε το περιοδικό από την Κόρινθο όπου είχε εγκατασταθεί εκ νέου και άρρωστος, κάτι που δημοσιεύεται στο τεύχος 161 του περιοδικού (7 Αυγούστου 1906), αλλά συνεχίζει να στέλνει ποιήματα, διηγήματα, σχόλια, μεταφράσεις και άλλα. Μεταξύ των μεταφράσεών του (αναφέρεται στο ίδιο τεύχος) περιλαμβάνεται και το έργο του Θεόκριτου «Ειδύλλια» που «εξεδόθησαν επί στιλπνού χάρτου, με εκτύπωσιν καλλιτεχνικήν, κατά πιστήν έμμετρον εκ του αρχαίου κειμένου μετάφρασιν».

*Το Τέταρτο Κεφάλαιο με τίτλο “Ο Γιάννης Μαγκανάρας” του βιβλίου “Ο Ήλιος της Αναρχίας ανέτειλε - Για μια ιστορία του αναρχικού κινήματος στον ‘ελλαδικό’ χώρο”, εκδόσεις Κουρσάλ, Ιούνης 2017.

Η τραγωδία του Haymarket

 

Aπό την αυτοβιογραφία της Mother Jones - Μετάφραση Αργύρης Αργυριάδης, IWW

Από το 1880 και μετά, έγινα απόλυτα αφοσιωμένη στο εργατικό κίνημα. Σε όλα τα μεγάλα βιομηχανικά κέντρα η εργατική τάξη βρισκόταν σε εξέγερση. Η τεράστια μετανάστευση από την Ευρώπη περιόρισε τις φτωχογειτονιές, εξαφάνισε τους μισθούς και απείλησε να καταστρέψει το βιοτικό επίπεδο που πολέμησαν Αμερικανοί εργαζόμενοι. Σε όλη τη χώρα υπήρξε επιχειρηματική κρίση και μεγάλη ανεργία. Στις πόλεις υπήρχε πείνα, κουρέλια και απελπισία. Οι ξένοι αγκιτάτορες που είχαν υποφέρει από τους ευρωπαίους δεσποτάδες κήρυσσαν διάφορους τρόπους οικονομικής σωτηρίας στους εργαζόμενους. Οι εργαζόμενοι ζήτησαν μόνο ψωμί και συντόμευση των μεγάλων ωρών εργασίας. Οι αγκιτάτορες τους έδωσαν οράματα. Η αστυνομία τους έδωσε καταστολή.

Ιδιαίτερα η πόλη του Σικάγο ήταν το σκηνικό της απεργίας μετά την απεργία, ακολουθούμενη από μποϊκοτάζ και ταραχές. Τα χρόνια πριν από το 1886 σημειώθηκαν απεργίες των ναυτικών της λίμνης, των λιμενεργατών και των εργατών των οδικών σιδηροδρόμων. Αυτές οι απεργίες είχαν κατασταλεί άγρια ​​από την αστυνομία και από τους ένοπλους μισθοφόρους των αφεντικών. Ο John Bonfield, επιθεωρητής της αστυνομίας, ήταν ιδιαίτερα σκληρός στην καταστολή των συναντήσεων όπου οι άνδρες ειρηνικά συγκεντρώθηκαν για να συζητήσουν θέματα μισθών και ωρών εργασίας. Οι εργοδότες ήταν προκλητικοί και ανοιχτοί στην έκφραση των φόβων και των μίσους τους. Η Chicago Tribune, το όργανο των εργοδοτών, πρότεινε ειρωνικά ότι οι αγρότες του Ιλλινόις αντιμετωπίζουν τους άνεργους που έφυγαν από τα μεγάλα βιομηχανικά κέντρα όπως έκαναν για τα παράσιτα, τοποθετώντας στρυχνίνη στο φαγητό.

Οι εργάτες άρχισαν να ζητούν ως αίτημα για εργασία ΜΟΝΟ οκτώ ώρες την ημέρα. Οι συνδικαλιστικές οργανώσεις και οι ιππότες της εργατικής τάξης υποστήριζαν το κίνημα, αλλά επειδή πολλοί από τους ηγέτες της δράσης αυτής ήταν ξένοι, το ίδιο το κίνημα θεωρήθηκε ως «ξένο» και ως «μη αμερικανικό». Στη συνέχεια οι αναρχικοί του Σικάγο, μια πολύ μικρή ομάδα , υποστήριξε το αίτημα του οκτάωρου. Από τότε οι άνθρωποι του Σικάγου φάνηκαν ανίκανοι να συζητήσουν ένα καθαρά οικονομικό ζήτημα χωρίς να ενθουσιαστούν για τον Αναρχισμό.

Οι εργοδότες χρησιμοποίησαν ως πρόσχημα την απειλή του αναρχισμού για να σκοτώσουν το κίνημα. Ένα άτομο που πίστευε σε μια οκτάωρη εργάσιμη ημέρα ήταν, είτε, ένας εχθρός στη χώρα του, ένας προδότης, ένας αναρχικός. Τα θεμέλια της κυβέρνησης υποσκάπτουν οι αναρχικοί αρουραίοι. Το αίσθημα ήταν πικρό. Η πόλη χωρίστηκε σε δύο θυμωμένους καταυλισμούς. Οι εργαζόμενοι, από τη μια πλευρά, πεινούν, κρύβονται, απουσιάζουν, αγωνίζονται απέναντι στους ένοπλους των αφεντικών και τους αστυνομικούς με γυμνά χέρια. Από την άλλη πλευρά, οι εργοδότες, μην γνωρίζοντας ούτε την πείνα ούτε το κρύο, υποστηρίζονται από τις εφημερίδες, από την αστυνομία, από όλη τη δύναμη του μεγάλου κράτους.

Οι αναρχικοί εκμεταλλεύτηκαν τη διαδεδομένη δυσαρέσκεια να κηρύξουν τις ιδέες τους. Οι Αναρχικοί συνήθιζαν να απευθύνονται σε τεράστια πλήθη στην θυελλώδη, άγονη ακτή της λίμνης Μίτσιγκαν. Παρόλο που δεν υποστήριξα ποτέ τη φιλοσοφία του αναρχισμού, συχνά παρακολούθησα τις συναντήσεις τους στην ακτή της λίμνης, ακούγοντας αυτά που οι καθηγητές μιας νέας τάξης είχαν να πουν στους εργάτες.

Εν τω μεταξύ, οι εργοδότες συναντήθηκαν. Συναντήθηκαν στο αρχοντικό του George M. Pullman στη λεωφόρο Prairie ή στην κατοικία του Wirt Dexter, ικανό δικηγόρο εταιριών. Συζητήθηκαν τα μέσα για τη καταστολή του κινήματος για το οκτάωρο που επρόκειτο να προκληθεί από μια γενική απεργία. Συζήτησαν τις μεθόδους καταστολής των συναντήσεων των αναρχικών.

Ένας πικρός& κρύος χειμώνας. Η μεγάλη ανεργία είχε ως αποτέλεσμα φοβερό πόνο. Οι γραμμές στα συσσίτια για λίγο ψωμί αυξήθηκαν. Οι κουζίνες σούπας δεν μπορούσαν να χειριστούν τους αιτούντες. Χιλιάδες γνώριζαν την πραγματική δυστυχία.

Την ημέρα των Χριστουγέννων, εκατοντάδες άνθρωποι που υπέφεραν από φτώχεια τυλιγμένοι σε κουρέλια με άθλια παπούτσια παρέλασαν στη μοντέρνα λεωφόρο Prairie μπροστά από τα αρχοντικά των πλουσίων, μπροστά από τους εργοδότες τους, υψώνοντας την μαύρη σημαία. Σκέφτηκα ότι η παρέλαση ήταν μια τρελή κίνηση από τους αναρχικούς, γιατί απλώς έκανε το αίσθημα πιο πικρό. Στην πραγματικότητα, δεν είχε καμιά εκπαιδευτική αξία και χρησίμευσε μόνο για να αυξήσει τον φόβο των εργοδοτών, να καταστήσει την αστυνομία πιο άγρια ​​και το κοινό λιγότερο φιλικό για την πραγματική αγωνία των εργαζομένων.

Η πρώτη Μαΐου, η οποία επρόκειτο να προωθήσει την επταήμερη εξέγερση, ήρθε. Οι εφημερίδες είχαν κάνει τα πάντα για να προειδοποιήσουν τους ανθρώπους. Σε όλη την πόλη υπήρξαν απεργίες και πορείες. Οι εργοδότες θορυβήθηκαν. Είδαν επανάσταση. Οι εργαζόμενοι στα έργα Harvester McCormick συγκεντρώθηκαν έξω από το εργοστάσιο. Εκείνοι που δεν συμμετείχαν στους απεργούς ονομάζονταν απεργοσπάστες (scabs). Τούβλα ρίχτηκαν. Παράθυρα έσπασαν. Οι απεργοσπάστες φοβήθηκαν. Κάποιοι ζήτησαν καταστολή.

Η αστυνομία χωρίς προειδοποίηση επιτέθηκε στους εργάτες χτυπώντας τους με τα κλομπ δεξιά και αριστερά. Πολλοί ήταν καταπατήθηκαν κάτω από τα πόδια των αλόγων. Ακόμα περισσότεροι πυροβολήθηκαν. Τα κρανία τους είχαν σπάσει. Νέοι άντρες και νεαρά κορίτσια ξυλοκοπήθηκαν μέχρι θανάτου.

Οι ιδιωτικοί αστυνομικοί του Pinkerton σχημάτισαν ένοπλες ομάδες πρώην κρατουμένων και κακοποιών και τους προσέλαβαν με οκτώ δολάρια την ημέρα, για να καταλάβουν τα εργοστάσια που ήταν σε απεργία και υποκινούσαν τα προβλήματα.

Το βράδυ της 4ης Μαΐου, οι Αναρχικοί πραγματοποίησαν συνάντηση σε μια βρώμικη περιοχή που έγινε γνωστή αργότερα ως πλατεία Haymarket. Το τοπίο ήταν σιδηροδρομικές γραμμές, βάρκες και βρώμικες κατοικίες των φτωχών. Σε μισό τετράγωνο μακριά βρισκόταν ο αστυνομικός σταθμός της οδού Desplaines, τον οποίο προήδρευσε ο John Bonfield, ένας άνθρωπος χωρίς διακριτικότητα ή συμπάθεια, ο πιο βάναυσο πιστός στην καταστολή, ως μέθοδο για τη διευθέτηση κάθε βιομηχανικής αναταραχής.

Ο Κάρτερ Χάρισον, ο δήμαρχος του Σικάγο, παρακολούθησε τη συνάντηση των Αναρχικών και κινήθηκε ελεύθερα μέσα και γύρω από τα πλήθη στην πλατεία χωρίς κανένα πρόβλημα. Μετά την αναχώρησή του, πήγε στον Αρχηγό της Αστυνομίας και έδωσε εντολή να μην σταλεί καμία ένοπλη ή άλλη αστυνομική δύναμη στην συνάντηση, καθώς αυτή διεξάγονταν ειρηνικά και η παρουσία αστυνομικών δυνάμεων θα έφερνε προκαλούσε στο κόκκινο τις καρδιές των εργαζομένων. Αλλά εντολές που ίσως προήλθαν από άλλα μέρη, αγνόησαν την εντολή του δημάρχου, ο αρχηγός της αστυνομίας έστειλε πολλούς πάνοπλους αστυνομικούς στη συνάντηση.

Ένας από τους Αναρχικούς ομιλητές απευθυνόταν στο πλήθος. Μια βόμβα έπεσε από ένα παράθυρο με θέα στην πλατεία. Κάποιοι αστυνομικοί σκοτώθηκαν στην έκρηξη που ακολούθησε.

Στην πόλη έπεσε πανικός και οι εφημερίδες έκαναν τα πάντα για να τον διατηρήσουν. Η κραυγή των εργατών για δικαιοσύνη πνίγηκε στις κραυγές για εκδίκηση. Βόμβες «ανακαλύπτονταν» κάθε πέντε λεπτά. Άνδρες προχωρούσαν οπλισμένοι και τα καταστήματα όπλων έμειναν ανοικτά για νύχτες. Εκατοντάδες συνελήφθησαν. Μόνο όσοι είχαν πρωτοστατήσει για το οκτάωρο, όλοι τους Αναρχικοί, συνελήφθησαν και τέθηκαν ενώπιον δικαστηρίου και λίγους μήνες αργότερα κάποιους τους κρέμασαν. Αλλά ο άνθρωπος, ονόματι Schnaubelt, ο οποίος στην πραγματικότητα έριξε τη βόμβα, ουδέποτε συνελήφθη, ούτε ο ρόλος του στο τρομερό δράμα έγινε επίσημα γνωστός.

Οι Αναρχικοί ηγέτες του οκταώρου κινήματος κρεμάστηκαν την Παρασκευή 11 Νοεμβρίου. Εκείνη τη μέρα οι πλούσιοι του Σικάγου είχαν ρίγη και πυρετό. Το σχοινί τεντώνεται προς όλες τις κατευθύνσεις από τη φυλακή. Αστυνομικοί άνδρες σταθμεύουν κατά μήκος των σχοινιών οπλισμένοι με τουφέκια. Ειδικές περιπολίες παρακολουθούσαν όλες τις προσεγγίσεις στη φυλακή. Οι στέγες γύρω από το βαρύ πέτρινο κτίριο ήταν γεμάτε με αστυνομικούς. Οι εφημερίδες έγειραν τη δημόσια φαντασία με ιστορίες εξεγέρσεων στις φυλακές.

Δεν υπήρξαν όμως εξεγέρσεις εκτός από εκείνες του Louis Lingg, του μοναδικού πραγματικού υποστηριχτή της βίας μεταξύ όλων των καταδικασθέντων. Έχει περάσει κρυφά δυναμίτη και δαγκώνοντας ένα πυροκροτητή ανατινάχθηκε στο κελί του.

Την Κυριακή μετά τις εκτελέσεις πραγματοποιήθηκαν οι κηδείες. Χιλιάδες εργαζόμενοι συμμετείχαν πίσω από τα μαύρα λάβαρα, όχι επειδή ήταν Αναρχικοί αλλά επειδή θεώρησαν ότι αυτοί οι άνδρες, ανεξάρτητα από τις θεωρίες τους, ήταν μάρτυρες στον αγώνα των εργατών. Η πομπή πέρασε μίλια και μίλια μέσα από δρόμους πυκνά γεμάτους από σιωπηλούς ανθρώπους.

Στο νεκροταφείο του Waldheim, οι νεκροί θάφτηκαν. Αλλά μαζί τους δεν είχαν ταφεί την αιτήματα τους. Ο αγώνας για την οκτάωρη εργάσιμη ημέρα, για περισσότερες ανθρώπινες συνθήκες και σχέσεις μεταξύ ανθρώπων έζησε και εξακολουθεί να ζει.

Επτά χρόνια αργότερα, ο κυβερνήτης Altgeld, μετά την ανάγνωση όλων των αποδεικτικών στοιχείων της υπόθεσης, χάρισε την ποινή στους τρεις Αναρχικούς που είχαν ξεφύγει από την κρεμάλα και έκτιζαν ποινές ισόβιας κάθειρξης. Είπε ότι η ετυμηγορία ήταν αδικαιολόγητη, όπως και ο William Dean Howells και ο William Morris κατά τη στιγμή της εκτέλεσης. Ο κυβερνήτης Altgeld διέπραξε την πολιτική του αυτοκτονία με τη γενναία αυτή απόφαση, αλλά τον θυμούνται ακόμα όλοι όσοι αγαπούν την αλήθεια και όσοι έχουν το θάρρος να το ομολογήσουν.

Υποκατηγορίες

Ελλαδική Αναρχική Ιστορία
Καταμέτρηση Άρθρων:
95
Ελλαδική Κοινωνική Ιστορία
Καταμέτρηση Άρθρων:
122
Παγκόσμια Αναρχική Ιστορία
Καταμέτρηση Άρθρων:
475
Παγκόσμια Κοινωνική Ιστορία
Καταμέτρηση Άρθρων:
78
Αναρχική Θεωρία
Καταμέτρηση Άρθρων:
234
Αναρχική Παρέμβαση
Καταμέτρηση Άρθρων:
195
Πολιτισμός - Τέχνη
Καταμέτρηση Άρθρων:
24
Γενικά Άρθρα
Καταμέτρηση Άρθρων:
45