logo2

Ούτε Θεός - Ούτε Αφέντης

Κατηγορίες Άρθρων

Dundalli (1820-1855)

Ο Dundalli θεωρείτο ηγέτης των Αβοριγίνων της Αυστραλίας και γεννήθηκε στα βουνά Blackall, βορειοδυτικά του Moreton του Queensland. Πιθανότατα προερχόταν από τη φυλή Dalambara της γλωσσικής ομάδας Dalla. Το όνομά του σήμαινε περιστέρι.

Τον Αύγουστο του 1841 ήταν μέλος μιας αντιπροσωπείας των Dalla που συναντήθηκε με τους Γερμανούς ιεραποστόλους J.P. Niqué και Α. Τ. W. Hartenstein, στο ταξίδι τους βόρεια από το Brisbane. Από τα μέσα της δεκαετίας του 1840 ζούσε στο νησί Bribie, οι παραδοσιακοί ιδιοκτήτες των οποίων, οι Djindubari, τον είχαν υιοθετήσει.

Κατηγορήθηκε για συμμετοχή στην επίθεση, με ληστεία, εναντίον ενός βοσκού στο σταθμό Durundur των αδελφών Archer το 1843, αλλά ο Dundalli απέφυγε τη σύλληψη. Το 1845 ένας Γερμανός ιεραπόστολος κατέθεσε ότι άκουσε τον Dundalli να δίνει οδηγίες στους Αβοριγίνες που συμμετείχαν στη ληστεία και έπειτα επιδόθηκαν στο κάψιμο της καλύβας του βοσκού. Μια μαζική επίθεση στο σταθμό του Andrew Gregor στον ποταμό Pine τον Οκτώβρη του 1846, που είχε ως αποτέλεσμα το θάνατο του πρώτου και της υπαλλήλου του που ήταν έγκυος, συνέβαλε στην αυξανόμενη φήμη του Dundalli και πυροδότησε μια σειρά αντιποίνων και αντιδράσεων. Τα διαθέσιμα στοιχεία για τις υποθέσεις αυτές παρουσιάζονταν συχνά μπερδεμένα και βασισμένα σε φήμες. Συνέδεαν, όμως, τον Dundalli με τη δολοφονία του Gregor, με μια επίθεση κατά τριών ξυλοκόπων τον Σεπτέμβρη του 1847, στην οποία ο William Boller έχασε τη ζωή του, τη δολοφονία ενός ψαρά, του Charles Gray, το 1849, την κλοπή από την καλύβα ενός αποίκου ονόματι Cash, το 1852, και μια επίθεση σε έναν βοσκό ονόματι Halloran. Ωστόσο, τα περιστασιακά αποδεικτικά στοιχεία τον έδειχναν ως ηγέτη των αυτοχθόνων που ήταν αποφασισμένος να αντιτάξει στη βία με βία και να υπερασπιστεί την τιμή και την αξιοπρέπεια του λαού του.

Σε ένα κύμα αστυνομικών ενεργειών, τρεις από τους συντρόφους του Dundalli, συμπεριλαμβανομένου του αδελφού του Oumulli, συνελήφθησαν και σκοτώθηκαν, άλλοι συνελήφθησαν ή ανακρίθηκαν και επιβλήθηκε η θανατική ποινή, που στη συνέχεια επιβλήθηκε σε έναν άλλο υποστηρικτή του τον Mickaloe. Ένας θρύλος δημιουργήθηκε γύρω από τον Dundalli καθώς απέφευγε τη σύλληψη για δεκατέσσερα χρόνια και οι λευκοί προσπάθησαν να τον συνδέσουν με σχεδόν κάθε πράξη βίας που διαπράχθηκε στη βόρεια πλευρά του ποταμού Brisbane. Η ιθαγενής κοινότητα χωρίστηκε μεταξύ εκείνων που υποστήριξαν και προσπάθησαν να τον προστατεύσουν και των παραδοσιακών εχθρών του από τη φυλή Djindubari, που τον φοβόντουσαν και ήταν έτοιμοι να ενημερώσουν την αστυνομία για τις κινήσεις του. Ένας λόγος για το θρύλο γύρω από το όνομά του ήταν το ύψος του. Ο δικαστής του έγραψε αργότερα ότι ο Dundalli ήταν ο πιο ψηλός άνθρωπος που έβλεπε ποτέ, ύψους 1,83 εκατοστών.

Από τον Μάη του 1853 και για δώδεκα μήνες, ο Dundalli εργάστηκε στο Moreton Bay στο πλεούμενο του William Wilson, ενός Ευρωπαίου. Τελικά, συνελήφθη στο Fortitude Valley τον Μάη του επόμενου χρόνου και οδηγήθηκε ενώπιον του δικαστή Roger Therry στο Circuit Court του Brisbane τον Νοέμβρη. Στα απομνημονεύματά του (Λονδίνο, 1863), ο Therry περιγράφει πώς ο κρατούμενος προσπαθούσε να τον δωροδοκήσει με κάτι ψωροδεκάρες για να τον απελευθερώσει και να τον αφήσει να πάει στο Σίδνεϊ. Ο Dundalli καταδικάστηκε τελικά σε θάνατο για τις δολοφονίες του Andrew Gregor και William Boller.

Μια κρεμάλα στήθηκε στην οδό Queen Street μπροστά από τη φυλκή του Brisbane. Ένα πλήθος συγκεντρώθηκε για να παρακολουθήσει την εκτέλεση στις 5 Γενάρη 1855 και η αστυνομία της πόλης με ένα απόσπασμα ιθαγενών αστυνομικών περικύκλωσαν την κρεμάλα για να αποτρέψουν κάθε απόπειρα διαφυγής ή διάσωσης. Καθώς ο Dundalli ανέβηκε στο ικρίωμα, απευθύνθηκε σε έναν μεγάλο αριθμό ιθαγενών, που είχαν συγκεντρωθεί στο λόφο Wickham Terrace, με θέα τη σκηνή, να εκδικηθούν το θάνατό του. Έβγαλαν μια δυνατή κραυγή όταν το σώμα του βρέθηκε στο κενό. Ο δήμιος Alexander Green, που είχε σταλεί από το Σίδνεϊ, μπλόκαρε το κρέμασμα επειδή τα πόδια του Dundalli έπεσαν πάνω στο φέρετρό του. Έτσι ο Green αναγκάστηκε να τεντώσει τα μακριά πόδια του κρεμασμένου μέχρι αυτός να πεθάνει. Αυτή ήταν η τελευταία δημόσια επίσημη εκτέλεση στο Queensland.

Ο Dundalli ήταν παντρεμένος, οπότε είναι πιθανό ότι είχε παιδιά. Ένα σκίτσο του Silvester Diggles, που δημοσιεύτηκε στο εικονογραφημένο Sydney News, δείχνει τον Dundalli να φορά ένα ανοιχτό πουκάμισο σαν κι αυτά που φορούσαν οι εργάτες της δεκαετία του 1850, ενώ είχε κυματιστά, μαύρα μαλλιά και περιποιημένη γενειάδα σε ευρωπαϊκό στυλ.

*Μετάφραση: Ούτε Θεός-Ούτε Αφέντης.

 

Αλληλεγγύη και Σιωπή: η ιστορία της Ona Šimaitė, βιβλιοθηκονόμου και ναυαγοσώστριας

 

Κριτική δύο βιβλίων για την Λιθουανή βιβλιοθηκάριο που επέζησε του Ολοκαυτώματος

Marc Record

Η Ona Šimaitė (προφέρεται Shim-ay-Teh) ήταν Λιθουανή βιβλιοθηκάριος, γνωστή για το λαθρεμπόριο τροφίμων, το πέρασμα μηνυμάτων και άλλων λαθραίων στο γκέτο της Βίλνα κατά τη διάρκεια του Ολοκαυτώματος. [1] Η ίδια περνούσε επίσης λαθραία ανθρώπους, νέα και βιβλία έξω από το γκέτο. Βασανίστηκε από την Γκεστάπο μετά τη σύλληψή της. Το Πανεπιστήμιο Βίλνιους οργάνωσε ολόκληρη δωροδοκία για να την σώσει από την εκτέλεση. Απελάθηκε στο Νταχάου απ’ όπου κατέληξε σε ένα στρατόπεδο αιχμαλώτων πολέμου.

Από την Šimaitė είχε συχνά ζητηθεί να γράψει την αυτοβιογραφία της. Σε μια στιγμή ήταν πρόθυμη να τη γράψει. Αλλά αυτό δεν συνέβη ποτέ, αναβλήθηκε εξαιτίας της καθημερινότητας της δουλειάς της και του καθήκοντός της ως τακτικής αλληλογράφου. Έγραψε ένα σύντομο απολογισμό για τον Ι.Ν. Steinberg, [2], και έκανε άλλες περιστασιακές αναφορές, αλλά ήταν πάρα πολύ επίπονο να εξεταστεί σε βάθος η δράση της. Επίσης, υποψιάζομαι ότι η ίδια ήταν ενάντια στο να λέει πάρα πολλά. Εάν η διατήρηση των πληροφοριών είναι το καθήκον των βιβλιοθηκονόμων και των αρχειονόμων, τότε οποιοσδήποτε εμπλέκεται σε παράνομες δραστηριότητες θα πρέπει να γνωρίζει πώς να ξεχνά πράγματα. Και η Šimaitė σίγουρα το έκανε: όταν είχε απελαθεί, είχε ξεχάσει τόσο πολύ που δεν μπόρεσε να πει λέξη στους φίλους και την οικογένειά της, όταν προέκυψε η ευκαιρία. Ακόμα και μετά τον πόλεμο, δεν μιλούσε συχνά για να μην δημιουργήσει μπελάδες σε ανθρώπους - και δικαιολογημένα, λόγω της μεταπολεμικής σταλινικής καταστολής. Η Šimaitė ήταν πάντα μετρημένη (και επιφυλακτική) για όλα όσα έκανε, μη αναφερομενη στη διάσωση ανθρώπινων ζωών, αλλά στα «θελήματά της». [3]

Εδώ εμφανίζεται η Julija Sukys, η οποία είναι Λιθουανο-Καναδή συγγραφέας, και η οποία έχει τις γλωσσικές δεξιότητες να πει την ιστορία της Šimaitė: "Αυτό και μόνο με κάνει να αναρωτιέμαι αν η Šimaitė είχε γεννηθεί στη Γερμανία ή τη Γαλλία, και αν το όνομά της ήταν Anna Strauss ή Anne Simard, και αν είχε γράψει τα ημερολόγια και τα περιοδικά της σε μια σημαντική γλώσσα της Δυτικής Ευρώπης, ίσως κάποιος θα μπορούσε να γράψει γι’ αυτήν δεκαετίες πριν “ [4] Αντί αυτού, η Sukys έγραψε το βιβλίο “Epistolophilia” το οποίο περιέχει δύο ιστορίες:

τη ζωή της Ona Šimaitė και το δικό της ταξίδι μέσα από την αποκάλυψη της πρώτης, από ένα όνομα σε μια κάρτας καταλόγου, στο σημείο όπου το μάτσο των φωτοκοπημμένων γραμμάτων της να μην μπορεί να χωρέσει πλέον στις χειραποσκευές της. Οι επιστολές αυτές έδωσαν στο βιβλίο τον τίτλο του: «epistolophilia», που μπορεί να σημαίνει είτε την αγάπη για τη συγγραφή τους είτε την ασθένεια της συγγραφής επιστολών.

Οι δύο αυτές γυναίκες ζουν πολύ διαφορετικές ζωές. Η βιβλιοθηκονομία είναι «το αγαπημένο επάγγελμα» της Šimaitė, αλλά η Sukys (σε μια στιγμή αμφιβολίας) δοκιμάζει ένα βαθύ αίσθημα απογοήτευσης όταν συνειδητοποιεί ότι ήταν μια απλή καταλογοποιός, τη χαμηλότερη από τις χαμηλές αρμοδιότητες.» [5] Η Sukys στοχάζεται για τη γραφή των γυναικών -πώς συμβαίνει αυτό και δεν γίνεται- εν μέρει από τη δική της εμπειρία: «Μόνο μετά τη λήψη μιας σειράς μονομερών αποφάσεων σχετικά με τη φροντίδα των παιδιών, τη φροντίδα του σπιτιού και την προμήθεια τροφίμων συνέβη να αρχίσω να ανακτώ χρόνο για να γράψω και να μεταφέρω την αίσθηση της πρώην ταυτότητάς μου». [6]

Πολιτικά, η Šimaitė ήταν αρχικά μέλος των Αριστερών Σοσιαλεπαναστατών. Θεωρούσε τον Ι.Ν. Steinberg ως τον πνευματικό της μέντορα και ασχολήθηκε με το έργο της αλληλεγγύης προς τους φυλακισμένους πριν από το Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Έτσι, ήταν επαναστάτρια και όχι σταλινική. Η πολιτική και προσωπική της σύνδεση με τους Εβραίους συντρόφους (τους Lichtensteins, Faivush Trupianski, Gershon Malakiewicz και Mikhail Shur) [7], την τράβηξε στα «θελήματά» της. Την παραμονή της σύστασης του γκέτο, οι Αριστεροί Σοσιαλεπαναστάτες και οι αναρχικοί συνεδρίασαν για να εξετάσουν τη στάση τους: «Μια ασήμαντη μειοψηφία μεταξύ των οποίων θα μπορούσε να μετρηθεί και η φωνή μου». [8] Η Šimaitė μετακινήθηκε αποφασιστικά κοντά στους αναρχικούς. Εννέα μήνες πριν πεθάνει στο Παρίσι, η Šimaitė περιέγραψε τον εαυτό της ως «ακόμα γινόμενη αναρχική». [9] Έγραψε επίσης στο Σικάγο στον αναρχικό Μπόρις Yelensky, στο Σικάγο, που τον τον αποκάλεσε σύντροφο. [10]

Οφείλουμε ευγνωμοσύνη στην Julija Sukys για την ανάκτηση της ιστορίας της Šimaitė. Η Šimaitė ήξερε πώς να σιωπά, και φυσικά μέρος αυτής της σιωπής προέρχεται από έναν τραυματισμό. Πιστεύω, επίσης, ότι ήξερε, όπως μια ριζοσπάστρια γυναίκα της εργατικής τάξης, η αξία του να θεωρείσαι αγνοούμενος, ή να κρύβεσαι με την πρώτη ματιά. Θυμάται ένα «θέλημα», όταν εξαγόρασε τα λύτρα του Gershon Malakiewicz: «πώς τολμώ να πληρώσω τα λύτρα ενός Εβραίου; [...] Με έβρισαν. [...] Έκανα την ηλίθια, που προσποιείται ότι είναι μια γυναίκα που δεν ξέρει τίποτα». [11]

Ας ελπίσουμε ότι αυτά τα γραφόμενα εδώ για τη ζωή της Šimaitė θα ενθαρρύνουν τους ανθρώπους να σκεφτούν τους άγνωστους που έκαναν το σωστό και δεν μίλησαν ή δεν θα μπορούσαν να μιλήσουν ποτέ.

Σημειώσεις

1, Vilna (η ονομασία στα Yiddish) και Vilnius (στη Λιθουανική γλώσσα) ονομαζίταν πριν Wilno (στα Πολωνικά). Κατά τον ίδιο τρόπο, η Ona είναι γνωστή και ως Anna, Anya και Ana.

2. ‘And I burned with shame’: the testimony of Ona Šimaitė, Righteous among the Nations; a letter to Isaac Nachman Steinberg by Julija Šukys. Κυκλοφόρησε από τον Yad Veshem το 2007.

3., Julija Šukys, Epistolophilia: writing the life of Ona Šimaitė, University of Nebraska Press, σελ. 19.

4. Epistolophilia, σελ. 14.

5. Epistolophilia, σελ. 8, σελ. 164.

6., Epistolophilia, σελ. 167.

7. Δες “And I burned with shame’, σελ. 23, σελ. 25.

8. ‘And I burned with shame’, σελ. 53-4.

9. Epistolophilia, σελ..77, απόσπασμα του ημερολογίου 28, April 10, 1969.

10. Δες Φάκελο 62 στα Αρχεία Yelensky στο Άμστερνταμ. Διαδικτυακά στο https:// senyafleshinpapers.wordpress.com/2015/06/25/boris-yelensky-papers-folder-62/

11. “And I burned with shame”, σελ. 35.

*Από το http://www.katesharpleylibrary.net/mcvg27 και το https://libcom.org/library/solidarity-silence-story-ona-%C5%A1imait%C4%97-librarian-lifesaver Ελληνική μετάφραση “Ούτε Θεός—Ούτε Αφέντης”.

Δημήτρης Τρωαδίτης, Πρόλογος στο βιβλίο “Πρώιμη αναρχική σκέψη στον ελλαδικό χώρο"

 

“Πρώιμη αναρχική σκέψη στον ελλαδικό χώρο - Τα πρώτα κείμενα, οι πρώτοι στοχαστές”, σε ανθολόγηση-επιμέλεια Γιώργου Μπουρλή, Εκδόσεις Opportuna, Πάτρα 2018

Η διάχυση του αναρχισμού στον ελλαδικό χώρο αποτέλεσε το φυσικό επακόλουθο των κοινωνικών εκείνων ριζοσπαστικών ιδεών και κινημάτων που εμφανίστηκαν και των εξεγέρσεων και επαναστάσεων που συντάραξαν την Ευρώπη από τα μισά κιόλας του 19ου αιώνα, κι εκεί είναι που εντοπίζονται οι ιδέες που στη συνέχεια ψήγματά τους σταδιακά ει-σήχθησαν στην τότε ελλαδική επικράτεια. Η ακτινοβολία, που εκπέμπουν οι επαναστάσεις του 1848-1849 και οι νεωτερικές ιδέες της εποχής οι οποίες και βρίσκουν την πλήρη έκφρασή τους στην Παρισινή Κομμούνα του 1871, συναντά πρόθυμα μυαλά τόσο ελλήνων φοιτητών ευρωπαϊκών πανεπιστημίων όσο και διανοούμενων κοινωνικά ευαίσθητων και ανοιχτών σε νέες ιδέες.

Στο εσωτερικό της χώρας η πολιτική, κοινωνική και οικονομική ζωή χαρακτηρίζεται από αστάθεια κι έντονες συγκρούσεις μεταξύ διαφορετικών πολιτικών και οικονομικών φατριών με στόχο την απόκτηση όλο και περισσότερων προνομίων και άρα εξουσίας. Γνώρισμα της περιόδου η υπερσυγκέντρωση του πληθυσμού στα αστικά κέντρα και η διόγκωση των μικροαστικών στρωμάτων, καθώς και η κατά τόπους και ασθενική ανάπτυξη της βιομηχανίας. Παράλληλα, δεν παύει η άγρια εκμετάλλευση και καταστολή σε βάρος τόσο του αγροτικού προλεταριάτου όσο και της τότε νεαρής και ακόμα ισχνής εργατικής τάξης στις πόλεις, η οποία δειλά προσπαθεί να αποκτήσει ταυτότητα και να προτάξει τις διεκδικήσεις της. Δεν θα πρέπει να παραλειφθεί και η έντεχνη διοχέτευση στα κατώτερα λαϊκά στρώματα κάθε είδους θρησκευτικών και μυστικιστικών δεισιδαιμονιών, προκαταλήψεων και μύθων από το μεγαλύτερο μέρος τού κλήρου και τους κάθε κοπής ή παραλλαγής παρατρεχάμενους του.

Μέσα σε ένα τέτοιο κλίμα μεταφέρονται οι ριζοσπαστικές και κοινωνικές ιδέες στον ελλαδικό χώρο, παρότι δεν μπορούμε να πούμε ότι δημιουργείται σε κάθε πεδίο της ελληνικής κοινωνίας πρόσφορο έδαφος για περαιτέρω ανάπτυξη, καθώς —όπως είναι φυσικό— η άνθηση πρώιμων τέτοιων αναρχικών και σοσιαλιστικών ιδεών εξαρτάται από τις εκάστοτε τοπικές, οικονομικές και κοινωνικές συνθήκες, και ανάλογες μορφές αυτή λαμβάνει. Για παράδειγμα, διαφορετική είναι η ανάπτυξη των ιδεών αυτών σε αγροτικές περιοχές που ταλανίζονται από φτώχεια, αγραμματοσύνη. ύπαρξη φεουδαρχικών ακόμα σχέσεων εξουσίας και εκμετάλλευσης —ένα σίγουρα αρκετά παρθένο και γόνιμο πεδίο— και διαφορετική στα αστικά κέντρα, ειδικά στα εκεί ανώτερα εκπαιδευτικά ιδρύματα.

Δεν είναι τυχαίες, επομένως, ούτε και ξεκομμένες από την κοινωνικά περιρρέουσα ατμόσφαιρα οι πρώτες διεργασίες και ζυμώσεις που οδηγούν στη δημιουργία των πρώτων σοσιαλιστικών ομάδων, οι οποίες ρέπουν την περίοδο εκείνη περισσότερο προς τις τότε αναρχικές αντιλήψεις, έτσι όπως αυτές εκφράζονται κυρίως μέσα από τη διαμάχη μεταξύ των ακολουθητών των Μαρξ και Ένγκελς και όσων ενστερνίζονταν τις απόψεις τού Μπακούνιν και της Διεθνούς Σοσιαλιστικής Συμμαχίας στους κόλπους της Α' Διεθνούς.

Οι πρώιμες αυτές απόψεις και ιδέες ποικίλουν εξάλλου τόσο σε θεωρητικό όσο και σε πρακτικό επίπεδο. Φορείς των ιδεών αυτών από τη μια οι διανοούμενοι, που προσπαθούν να ενσταλάξουν σε όσο το δυνατόν πιο πλατιά στρώματα την πεποίθηση της ανωτερότητας του σοσιαλισμού σε σχέση με άλλα ιδεολογικά σχήματα και ότι αυτός θα επέλθει με την πειθώ. Υπάρχουν όμως και εκείνοι, ο λόγος των οποίων επιχειρεί να ερμηνεύσει ανατρεπτικά την όλη κοινωνική κατάσταση και προωθεί απόψεις για την κατάργηση της ατομικής ιδιοκτησίας, του κράτους και κάθε εξουσίας. Και γίνεται λόγος για τους πρώτους αναρχίζοντες σοσιαλιστές ή πρώιμους αναρχικούς.

Στο σημείο αυτό θα πρέπει να γίνει κατανοητό ότι τη συγκεκριμένη ιστορική περίοδο δεν είναι εύκολο να καθοριστούν με απόλυτα διακριτό τρόπο οι αναρχικές ή αναρχοσοσιαλιστικές ή αναρχίζουσες ομάδες στον ελλαδικό χώρο, καθώς οι συλλογικότητες που αναδύθηκαν δεν χαρακτηρίζονται πάντα από συγκροτημένη εσωτερική λειτουργία και επεξεργασμένη θεωρητική και πρακτική στρατηγική ούτε και αυτοπροσδιορίζονται με ξεκάθαρη συμφωνία μεταξύ των μελών τους. Τηρουμένων, όμως, των επικρατουσών πολιτικών και κοινωνικών συνθηκών της εποχής και της κατάστασης στην οποία βρίσκεται το εν τη γενέσει κίνημα, τρεις ήταν εκείνες οι ομάδες, οι οποίες διακρίθηκαν από μια κατά κάποιον τρόπο θεωρητική και πρακτική συνεκτικότητα και προσπάθησαν να ερμηνεύσουν και να αναλύσουν τα ζητήματα της εποχής και του τόπου τους υπό το πρίσμα των τότε αναρχικών ιδεών.

Η πρώτη απ’ αυτές ήταν ο «Δημοκρατικός Σύνδεσμος τού Λαού τής Πάτρας», ακολουθεί η ομάδα πατρινών αναρχικών που συσπειρώθηκε γύρω από την εφημερίδα «Έπί τά πρόσω», και τέλος ο «Αναρχικός Όμιλος Πύργου», που κατά κάποιον τρόπο διαδέχθηκε την προηγούμενη συλλογικότητα. Σ’ αυτά τα τρία σχήματα που προέρχονται και έδρασαν στη δυτική Πελοπόννησο —γεγονός που μας κάνει να πούμε ότι η γεωγραφική αυτή περιφέρεια είναι που κατέχει την «πρωτοκαθεδρία» στην ανάπτυξη του κινήματος στον ελλαδικό χώρο— έρχεται να προστεθεί και ο «Αναρχικός Εργατικός Σύνδεσμος Αθηνών», οντότητα που φαίνεται πως κατά κύριο λόγο χρωστά την ίδρυση και ύπαρξή της στη μετακίνηση στην πρωτεύουσα πατρινών και πυργιωτών αναρχικών λόγω διώξεων, και για την οποία, όμως, πέρα από τα ονόματα των μελών της και το Υπόμνημα που απέστειλε στο Διεθνές Αναρχικό Συνέδριο του Παρισιού του 1900, δεν υπάρχουν άλλα στοιχεία που να αφορούν τη δράση της.

Θα μπορούσαμε να παραθέσουμε και την περίπτωση και των αναρχικών και αναρχοσυνδικαλιστών του Βόλου σχεδόν μια δεκαετία αργότερα. Η έλλειψη, όμως, στοιχείων μάς αποτρέπει από το να πούμε ότι οι αναρχικοί και αναρχοσυνδικαλιστές της πόλης αυτής έδρασαν ως συγκροτημένη και πολιτικά συνεκτική οργάνωση.

Το 1875, λοιπόν, ιδρύεται στην Πάτρα ο «Δημοκρατικός Σύλλογος», ο οποίος έπειτα από έναν χρόνο —και επειδή στόχος των εκεί αναρχικών ήταν η συγκρότηση μιας φεντεραλιστικού τύπου οργάνωσης που να συνενώνει τις υπάρχουσες τότε παρεμφερείς κινήσεις και ομάδες— απορροφήθηκε ως ιδρυτικό και βασικό όμως μέλος στον νεοσύστατο «Δημοκρατικό Σύνδεσμο τού Λαού». Αυτό που προσδίδει ιδιαίτερη σημασία στο χαρακτήρα του Συνδέσμου είναι ότι ευθύς εξαρχής φρόντισε να έρθει σε επαφή με αναρχικές συλλογικότητες και αντίστοιχες εκδόσεις της Ιταλίας και της Γαλλίας, αλλά πρωτίστως με την μπακουνικής τάσης Ομοσπονδία του Ζυρά (Jura) της Ελβετίας, προσχωρώντας στις θεωρητικές αποφάσεις των συλλογικών οργάνων της, δηλαδή στο ρεύμα του κολλεκτιβισμού που χαρακτήριζε το τότε νεαρό αναρχικό κίνημα στους κόλπους της Α' Διεθνούς. Τα μέλη τού Συνδέσμου φαίνεται έτσι ότι ήταν ενήμερα των εξελίξεων στο εξωτερικό και στόχευαν να θέσουν τις βάσεις για ένα ελλαδικό τμήμα της Διεθνούς και να συνδέσουν έτσι το τοπικό με το διεθνές αναρχικό και επαναστατικό κίνημα.

Από την άλλη, μέλη του Συνδέσμου είχαν σχέση συνεργασίας με συγκεκριμένες κινήσεις και αγωνιστές του υπόλοιπου ελλαδικού χώρου, σχέσεις οι οποίες χαρακτηρίζονται από μια ιδεολογική συγγένεια ή συνάφεια απόψεων. Αναφερόμαστε στην εφημερίδα «Εργάτης» του Παναγιώτη Πανά και του κύκλου του, που μπορούμε να πούμε ότι ήταν η μόνη που εμφορείτο και από διεθνιστικές και φεντεραλιστικές απόψεις. Μάλιστα, ήταν η πρώτη εφημερίδα που δημοσίευσε την είδηση περί ίδρυσης του Συνδέσμου, αλλά και κείμενα των μελών του.

Δεν γνωρίζουμε αν ο Σύνδεσμος, εκτός από την έκδοση της εφημερίδας «Ελληνική Δημοκρατία» ή τις διαλέξεις που φέρεται ότι οργάνωνε, είχε περαιτέρω πρακτική δράση και ποια ήταν η επίδρασή του τελικά στο εργατικό στρώμα, τη νεολαία ή άλλες κοινωνικές ομάδες της Πάτρας και της γύρω περιοχής. Κι ίσως δεν πρέπει να εξεταστούν εδώ οι κάπως θολές απόψεις του Συνδέσμου για το ρόλο του Κράτους ή για τον κατώτερο κλήρο, μιας και αυτό είναι έργο που απαιτεί μια πιο εμβριθή έρευνα και ανάλυση και δεν είναι έργο ενός ολιγοσέλιδου προλόγου.

Μια δεύτερη ομάδα πατρινών αναρχικών συγκροτήθηκε γύρω από την εφημερίδα «Έπί τά πρόσω» —σε μια ίσως πιο εξελιγμένη μορφή αναρχικής οργάνωσης απ’ ό,τι ο «Δημοκρατικός Σύνδεσμος τού Λαού»— στα μέσα της δεκαετίας του 1890, ως η μετεξέλιξη ενός κύκλου αναρχικών που δρούσε στο εσωτερικό της «Σοσιαλιστικής Αδελφότητος Πατρών», οργάνωσης-παραρτήματος του κεντρικού «Σοσιαλιστικού Συλλόγου» τού Σταύρου Καλλέργη, από τον οποίο και αποσπάστηκε εκδίδοντας αρχικά την εφήμερη έκδοση «Εμπρός». Ο κύκλος αυτός ήταν σημαντικός τόσο για τον αριθμό των μελών του όσο και σε σχέση με την δράση του, και ως φυσική συνέπεια ήρθε η αποχώρησή του από την υπό καλλεργικό έλεγχο σοσιαλιστική οργάνωση, μιας και ήταν αρκετά ώριμες οι συνθήκες για μια ξεχωριστή, πολιτική και συγκεκριμένη αναρχική οργάνωση.

Η αγορά και η ακόλουθη μετατροπή της αστικοδημοκρατικής εφημερίδας «Έπί τά πρόσω» του Ευμορφόπουλου σε αναρχική υπήρξε κυρίως πρωτοβουλία και έργο του Γιάννη Μαγκανάρα, γύρω από τον οποίο συσπειρώθηκε η ομώνυμη αναρχική ομάδα. Παρ’ ότι στην «Έπί τά πρόσω» επιχειρήθηκε να δοθεί μια ευρεία και όχι στενά αναρχική υφή με τη δημοσίευση και σοσιαλιστικών και μεταρρυθμιστικών απόψεων (κάτι το οποίο κακώς μερικοί μαρξιστές αποδίδουν σε ιδεολογική σύγχυση), τόσο η πρακτική ενασχόληση όσο και η θεωρητική δουλειά της συνηγορούν στην άποψη ότι η ομάδα γύρω από την εφημερίδα ενστερνίστηκε κατά κύριο λόγο τις αναρχικές κομμουνιστικές απόψεις, όπως αυτές εκφράζονταν τότε από τον Πιοτρ Κροπότκιν και τους συνοδοιπόρους και συντρόφους του, τις οποίες η ομάδα προσπάθησε να θέσει σε πρακτική εφαρμογή με τη συνεχή μετάφραση σημαντικών κειμένων της τότε αναρχικής βιβλιογραφίας, μα και την άμεση συμμετοχή των μελών της στις πρώτες εργατικές κινητοποιήσεις στην πόλη και τη συνεχή εξόρμησή τους στα γύρω χωριά και την επαρχία, ξεσηκώνοντας αγροτικά συλλαλητήρια και στάσεις, κυρίως των σταφιδοπαραγωγών.

Τα γεγονότα, όμως, του 1896 με πρωτεργάτη τον Δημήτρη Μάτσαλη (που —να τονιστεί— δεν είχε καμία σχέση με την «Έπί τά πρόσω») και η απόπειρα δολοφονίας του βασιλιά Γεωργίου Α' το 1898 είχαν ως αποτέλεσμα αλλεπάλληλα κύματα καταστολής από τον τότε κρατικό μηχανισμό (ο οποίος δεν είχε μόνο στο στόχαστρό του τους αναρχικούς, αλλά κάθε φορέα προοδευτικής άποψης γενικότερα), θέτοντας ένα φρένο στην όλη δραστηριότητα.

Αυτή η εξέλιξη έδωσε από την άλλη και μια ώθηση για περαιτέρω ιδεολογική δουλειά και, με δεδομένο ότι από το 1898 η ομάδα «Έπί τά πρόσω» ήταν πλέον παρελθόν, κάποια από τα στελέχη της συνενώθηκαν με αναρχικούς του Πύργου και συγκρότησαν τον «Αναρχικό 'Όμιλο Πύργου» που τον ίδιο χρόνο εξέδωσε την εφημερίδα «Νέον Φώς». Όμως, ο ιδεολογικός προσανατολισμός τού Ομίλου και της εφημερίδας αυτής διέφερε από αυτόν της «Έπί τά πρόσω» σε πολλά ζητήματα. Το διάδοχο αυτό σχήμα δεν ήταν μια κατά βάση αναρχική κομμουνιστική ή έστω μια συνεκτική συλλογικότητα, αλλά μάλλον ένα σχήμα σύνθεσης απόψεων. Συνυπήρχαν σε αυτή πολλές και διαφορετικές τάσεις, με κύρια την αναρχοχριστιανική, όπως αυτή εκφραζόταν από τον Βασίλη Θεοδωρίδη που προερχόταν από τον κύκλο του Αρνέλλου. Ωστόσο, και αυτή η ομάδα δραστηριοποιήθηκε ή φιλοδόξησε να δραστηριοποιηθεί έντονα στο χώρο των σταφιδοπαραγωγών.

Φαίνεται, επίσης, ότι και αυτό το σχήμα, συνεχίζοντας το έργο τού προκατόχου του σχήματος της Πάτρας, διατήρησε τις διεθνείς επαφές, και απόδειξη αυτού είναι ότι το 1899 προσκλήθηκε να συμμετάσχει στο Διεθνές Αναρχικό Συνέδριο του Παρισιού του 1900. Η οικονομική ανέχεια, όμως, δεν επέτρεψε στα μέλη του «Αναρχικού 'Ομίλου Πύργου» να στείλουν αντιπροσώπους, και απλώς απέστειλαν μια Έκθεση στο Συνέδριο, όπου παραθέτουν μόνο τη δράση τους.

Η συνεχιζόμενη καταστολή και η μεγάλη φτώχεια που μάστιζε την περιφέρεια είχαν ως αποτέλεσμα τη μαζική αστυφιλία και τη μετανάστευση στο εξωτερικό, γεγονότα που κατά πολύ συνέβαλαν στο σταδιακό άδοξο τέλος του αναρχικού κινήματος της δυτικής Πελοποννήσου ελάχιστους μήνες μετά, με κάποιες μόνο αυτόνομες αλλά εφήμερες αναλαμπές στα μετέπειτα αγροτικά συλλαλητήρια και εξεγέρσεις, ειδικά στην πόλη τού Πύργου και την Ηλεία.

Να ειπωθεί εδώ ότι στελέχη και των δύο ομάδων (Πάτρας και Πύργου), όπως οι Γιάννης Μαγκανάρας, Δρόσος Μεϊντάνης και Δημήτρης Καραμπίλιας, εγκαταστάθηκαν στην Αθήνα και σε συνεργασία με μέλη του προγενέστερου Σοσιαλιστικού Συνδέσμου «Κόσμος» προχώρησαν στην ίδρυση του «Αναρχικού Εργατικού Συνδέσμου Αθηνών». Ο Σύνδεσμος αυτός —που σύμφωνα με κάποιους μελετητές ήταν κατά βάση έργο του Δρόσου Μεϊντάνη και είχε ήδη ιδρυθεί από τα τέλη του 1898— απέστειλε, όπως αναφέρθηκε, το άκρως πληροφοριακό Υπόμνημά του στο Συνέδριο του Παρισιού του 1900, αλλά διαλύθηκε, σύντομα, το 1901, με το θάνατο του Μεϊντάνη τον ίδιο χρόνο.

Κείμενα ή αποσπάσματα κειμένων τέτοιων διανοούμενων και αγωνιστών ανθολογούνται στην εν λόγω εργασία. Και παρότι αυτά χαρακτηρίζονται από μια πανσπερμία απόψεων και διαφορετικών ερμηνειών όσον αφορά το κοινωνικό ζήτημα της εποχής τους, μοιράζονται ωστόσο όλα εκείνα τα στοιχεία και τα προτάγματα που συνθέτουν την αναρχική κοσμοθεώρηση. Προεξέχουν εδώ, φυσικά, η σαφής και ενδελεχής ανάλυση των θεμάτων που πραγματεύονται, η ανελέητη κριτική θεσμών και καταστάσεων και η προώθηση του αναρχικού ιδεώδους.

Έτσι παρατίθενται μνημειώδη έργα, όπως το «Σκέψεις ένός ληστού ή ή καταδίκη τής κοινωνίας», όπου ο διανοούμενος, συγγραφέας και ρομαντικός ποιητής Δημήτριος Παπαρρηγόπουλος, τάσσεται αναφανδόν στο πλευρό των εξεγερμένων της εποχής του, των λεγάμενων ληστών, στηλιτεύοντας και κατακεραυνώνοντας ανελέητα κυβερνήσεις και θεσμούς.

Ακολουθεί το πρώτο στην ουσία αναρχικό κείμενο που δημοσιεύτηκε ποτέ σε ελληνόγλωσσο έντυπο και φέρει τον τίτλο «Αναρχία» και υπογράφεται από τον Δήμο Παπαθανασίου, συγγραφέα επηρεασμένο βαθιά από τις ιδέες του Πιερ Ζοζέφ Προυντόν και έναν από τους ελάχιστους υμνητές της Παρισινής Κομμούνας στον ελλαδικό χώρο. Στη συνέχεια παρατίθεται απόσπασμα κειμένου με τον τίτλο «Ή ριζική πολιτευματική μεταρρύθμισις» του Παναγιώτη Πανά, ενός από τους πλέον ριζοσπάστες επτανήσιους και αφοσιωμένου συμπαραστάτη των πρώιμων αναρχικών οργανώσεων.

Όπως είδαμε πριν, ο «Δημοκρατικός Σύνδεσμος τού Λαού», η πρώτη ιστορικά καταγραμμένη αναρχική ομάδα στον ελλαδικό χώρο, συνήψε ηθελημένα συγκεκριμένες σχέσεις με ευρωπαίους αναρχικούς, κυρίως εκείνους που δραστηριοποιούνταν γύρω από την τότε Ομοσπονδία του Ζυρά στην Ελβετία, προσχωρώντας στις κολλεκτιβιστικές ιδέες. Το αρκετά σημαντικό κείμενο του στελέχους της ομάδας αυτής Διονυση Αμπελικόπουλου, με τίτλο «Μελέτη για τόν σοσιαλισμό στήν Ελλάδα», εντάσσεται στη διαδικασία της ανάλυσης υπό το πρίσμα των τότε αναρχικών ιδεών και της τότε επικρατούσας κοινωνικής κατάστασης στη χώρα.

Ακολουθεί απόσπασμα κειμένου του Ευάγγελου Μαρκαντωνάτου, στελέχους και για αρκετό διάστημα γραμματέα τού Κεντρικού Σοσιαλιστικού Συλλόγου του Σταύρου Καλλέργη στην Αθήνα, με τίτλο «Ή πολυτέλεια ώς προνόμιο πού πηγάζει από τό γένος καί τόν πλούτο», στο οποίο κατακρίνεται η ροπή προς τον άκρατο πλουτισμό από την πλευρά των εξουσιαστών.

Ο Ηρακλής Αναστασίου, αναρχοσυνδικαλιστικών απόψεων και επίσης μέλος των οργανώσεων του Σταύρου Καλλέργη, ήταν αυτοδίδακτος ερευνητής και συγγραφέας κειμένων και αναλύσεων.· Εδώ φιλοξενούνται δύο κείμενά του, το πρώτο με τίτλο «Ή άντιπροσωπεία ώς άπόρροια τοϋ λαϊκού φρονήματος», στο οποίο κατακρίνει όλους όσους συμμετέχουν στις εκάστοτε εκλογικές διαδικασίες με τις οποίες παγιώνεται το κράτος, και το δεύτερο με τίτλο «Εγχειρίδιο ή άποκτηνωτήριο τοΰ έργάτου;», όπου ασκεί κριτική στις απόψεις του μεταρρυθμιστή σοσιαλιστή (και εκ των πατέρων της ελλαδικής σοσιαλδημοκρατίας) Πλάτωνα Δρακούλη, που την ίδια εποχή είχε κυκλοφορήσει το «Εγχειρίδιο τοϋ Έργάτου».

Ο Παύλος (Παναγιώτης) Αργυριάδης έμεινε γνωστός από τη συμμετοχή του στο γαλλικό σοσιαλιστικό και αναρχικό κίνημα ως εκδότης του περίφημου «Almanac de la Question Sociale», ως ρήτορας και νομικός που υπεράσπισε με θέρμη και ζήλο σοσιαλιστές, αναρχικούς και άλλους αγωνιστές στα γαλλικά δικαστήρια. Ωστόσο, η συμβολή του στο βάθεμα των αναρχικών και επαναστατικών ιδεών στον ελλαδικό χώρο ήταν καθοριστική και εδώ δημοσιεύονται αποσπάσματα από δύο κείμενά του με τίτλο «Τά δεινά τής έργατικής τάξεως δέν έτελείωσαν ακόμα» και «Μόνο ό συναισθηματισμός μπορεί να κάνει μιά επανάσταση νά άποτύχει».

Μία από τις φυσιογνωμίες εκείνες που έθεσαν όχι μόνο την πένα και το λόγο τους, αλλά και το πρακτικό τους παράδειγμα στην υπόθεση της εξάπλωσης των αναρχικών ιδεών στα κατώτερα κοινωνικά στρώματα της Πάτρας και των γύρω χωριών, στους εργάτες και τους αγρότες, υπήρξε ο Γιάννης Μαγκανάρας. Τα γραπτά και οι μεταφράσεις του αποτελούν σημαντική συμβολή στην εμφάνιση και ανάπτυξη της ελλαδικής αναρχικής φιλολογίας και βιβλιογραφίας. Στην παρούσα έκδοση φιλοξενούνται τα κείμενά του «Ή χειραφεσία τής γυναικός καί ή έγκληματικότης», «Χρυσούς αιών», «Τί είναι καί τί θέλουν οί άναρχικοί» και «Ή φωνή τών έργατών».

Αξιόλογη μορφή του αναρχικού κινήματος της δυτικής Πελοποννήσου ήταν και ο Δημήτρης Αρνέλλος, επίσης μορφωμένος και μεταφραστής έργων της αναρχικής βιβλιογραφίας στην ελληνική γλώσσα. Ο ίδιος, αν και εμφορούμενος και από κάποιες θρησκευτικές δοξασίες, έδωσε αυθεντικά κείμενα στα οποία εισάγει για πρώτη φορά απόψεις και εγχειρήματα καινοφανή στα ελληνικά χρονικά, όπως οι συνεταιρισμοί στο άρθρο του με τίτλο «Συνεταιρισμοί με άλληλοβοήθειαν καί έλευθερίαν καί εύτυχίαν».

Σημαντική πρέπει να θεωρείται και η συμβολή του εργάτη Πάνου Μαχαιρά. εμβληματικής προσωπικότητας του αναρχικού κινήματος επίσης της δυτικής Πελοποννήσου, του οποίου παρατίθεται εδώ η παρέμβαση με τίτλο «Έκμεταλλευτής καί έργάτης».

Ακολουθεί κείμενο του Βασίλη Θεοδωρίδη με τίτλο «Έρρέτω άπειράκις ό πολιτικός», στο οποίο εμφανίζονται και οι πρώτες οικολογικές ανησυχίες από την πλευρά των αναρχικών στον ελλαδικό χώρο, εν είδει κριτικής στην καλπάζουσα εκβιομηχανοποίηση των πάντων.

Αν και οι ιδεολογικές και θεωρητικές καταβολές τού Μαρίνου Αντύπα υπήρξαν πολυποίκιλες και όχι μόνον αναρχικές, ωστόσο ο ίδιος θεωρείται ο οραματιστής και ο αρχηγέτης του επαναστατικού αγροτικού κινήματος, το οποίο στα πρώτα του βήματα επηρεάστηκε ανάμεσα σε άλλα και από αναρχικές αγροτιστικές απόψεις. Δημοσιεύονται εδώ δυο κείμενά του, τα «Είμεθα έπαναστάται» και «Τό πρόγραμμά μας».

Οι αναρχικές ιδέες επιχειρήθηκε να διαδοθούν και στα αστικά κέντρα της Θεσσαλίας. Στο Βόλο η σημαντικότερη κίνηση γύρω από την οποία συσπειρώθηκαν οι εκεί σοσιαλιστές και αναρχικοί ήταν το «Εργατικό Κέντρο», το οποίο εξέδωσε την εφημερίδα «Έργάτης». Βασικό στέλεχος των αναρχικών του Βόλου εκείνης της εποχής —οι περισσότεροι από τους οποίους προέκριναν αναρχοσυνδικαλιστικές απόψεις— ήταν ο Γεώργιος Κόσσυβας, προερχόμενος από την Αίγυπτο, τακτικός αρθρογράφος του «Εργάτη», απ’ όπου παρατίθεται εδώ το κείμενο «’Έχουν οί εργάτες πατρίδα;».

Και φτάνουμε σε έναν από τους πλέον ολοκληρωμένους αναρχικούς μαχητές και δια νοητές της εποχής του, τον Σταύρο Κουχτσόγλους, ο οποίος είχε αναπτύξει μεγάλη δράση στην Τουρκία, την Αίγυπτο και την Ελλάδα. Στην παρούσα έκδοση παρατίθεται το κείμενό του με τον τίτλο «Δέν ψηφίζω-Είμαι έργάτης», με το οποίο κατακεραυνώνεται ο θεσμός των εκλογών και η ζημιά που επιφέρει στην εργατική τάξη και τη μαχητικότητά της, και ο πρόλογος της μπροσούρας «Κάτω ή Μάσκα» (που εκδόθηκε αρχικά στο Κάιρο το 1912) σχετικά με τον τρόπο διάδοσης των αναρχικών ιδεών.

Επίσης, στο επισυναπτόμενο παράρτημα παρατίθενται αποσπάσματα από το Πρόγραμμα της πρώτης αναρχικής ομάδας του ελλαδικού χώρου, του «Δημοκρατικού Συνδέσμου τού Λαού» της Πάτρας, καθώς και ανάλυση από τον ίδιο Σύνδεσμο για το τότε Ανατολικό Ζήτημα, που δημοσιεύτηκαν στο ένα και μοναδικό φύλλο της εφημερίδας τους «Ελληνική Δημοκρατία», και αποτελούν μέρος, όπως είπαμε, της διαδικασίας θεωρητικής προσέγγισης των σημαντικότερων τότε ζητημάτων που απασχολούσαν την ελλαδική κοινωνία και της ερμηνείας τους υπό το πρίσμα των αναρχικών ιδεών.

Ακολουθούν δύο αποσπάσματα με τις προγραμματικές θέσεις των αναρχικών της ομάδας «Έπί τά πρόσω», το πρώτο με τίτλο «Οί ιδέες μας δέν πρέπει νά προξενώσι τρόμον», που πιθανόν γράφτηκε από τον Μαγκανάρα, και το δεύτερο με τον τίτλο «Ή μεταξύ των κοινωνικών άτόμων εθελούσια άλληλεγγύη», που δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα τους ως απάντηση στο κύμα καταστολής που εξαπέλυσε το τότε ελλαδικό Κράτος σε βάρος των αναρχικών και σοσιαλιστών μετά τα γεγονότα με πρωταγωνιστή τον Δημήτρη Μάτσαλη στην Πάτρα.

Παράλληλα, παρατίθεται το Υπόμνημα της «Αναρχικής Ομάδας Πύργου» προς το Συνέδριο του 1900, όπου γίνεται αναφορά στη μέχρι τότε θεωρητική της δουλειά, υπόμνημα που δημοσιεύτηκε και στο εκδοτικό της όργανο, την εφημερίδα «Νέον Φως», με τίτλο «Ή έπίδραση των ιδεών μας».

Στην έκδοση περιλαμβάνεται, επίσης, απόσπασμα από το Υπόμνημα του «Αναρχικού Εργατικού Συνδέσμου Αθηνών» στο Διεθνές Αναρχικό Συνέδριο του Παρισιού, όπου περιγράφεται η δράση της ομάδας και η κατάσταση του κινήματος στη χώρα, και τίθενται ερωτήματα ως προς το ποια είναι τα καλύτερα μέσα διαφώτισης για την ανάπτυξη των αναρχικών ιδεών κατά την κρίση των συνέδρων.

Το παρόν έργο είναι από τα σπάνια εκείνα που φιλοδοξούν να ανατρέψουν το κλίμα της ακινησίας που χαρακτηρίζει το ίδιο το αναρχικό κίνημα όσον αφορά τη γνώση της ιστορίας τού ελλαδικού αναρχισμού, ανάβοντας έναν μικρό σπινθήρα έρευνας, αξιολόγησης και άντλησης εμπειρίας και διδαγμάτων από τη δράση των πρώιμων εκείνων διανοητών που έδρασαν κυρίως στο δεύτερο μισό του 19ου και τις δυο πρώτες δεκαετίες του 20ού αιώνα.

Γι’ αυτό και στοχεύει να βρει τους αποδέκτες του: αυτούς που αυτοχαρακτηρίζονται αναρχικοί ή ελευθεριακοί, προσφέροντάς τους ένα ακόμα εργαλείο αντλημένο από ένα μέρος της ιστορίας τού επαναστατικού κινήματος στον ελλαδικό χώρο, αλλά και όλους εκείνους που δεν βολεύονται με τα κάθε είδους «ιστορικά» σκευάσματα των ειδικών και των κάθε είδους βιαστών της επαναστατικής ιστορίας.

Δημοκρατία, Ριζοσπαστική Δημοκρατία και Αναρχισμός - Μια Συζήτηση

 

Wayne Price 

Κριτική βιβλίου του Markus Lundstrom, Anarchist Critique of Radical Democracy (Αναρχική κριτική της ριζοσπαστικής δημοκρατίας)

Η κριτική στο βιβλίο «Αναρχική κριτική της ριζοσπαστικής δημοκρατίας» του Lundstrom οδηγεί σε μια συζήτηση για το τι σημαίνει «ριζοσπαστική δημοκρατία» και αν οι αναρχικοί πρέπει να την υποστηρίξουν. Κάποιοι αναρχικοί αντιτίθενται σε «οποιαδήποτε δημοκρατία» επειδή θεωρούν τον «κανόνα της πλειοψηφίας» ως εγγενώς καταπιεστικό και μη αναρχικό. Αυτή η άποψη επικρίνεται και απορρίπτεται υπέρ της άποψης του αναρχισμού ως δημοκρατίας χωρίς κράτος.

Ενώ είναι εξυπηρετικό το να θεωρείται η «δημοκρατία» ως εξαιρετικά καλή, υπάρχει μια μεγάλη ασυμφωνία σε σχέση με το τι σημαίνει στην πραγματικότητα, τόσο στη θεωρία όσο και στην πράξη. Αυτό το μικρό βιβλίο του Markus Lundstrom ασχολείται με αυτό το θέμα. Αρχίζει με μια συζήτηση για τη «ριζοσπαστική δημοκρατία» και τελειώνει με μια ανασκόπηση της «δημοκρατίας» από την πλευρά των διαφόρων αναρχικών. Στο μεταξύ, προσεγγίζει τη ριζοσπαστική δημοκρατική θεωρία με μια εξέγερση σε μια πολυεθνική πόλη στη Σουηδία το 2013.

Θα ονομάσω την υπάρχουσα κρατική μορφή στις ΗΠΑ και την Ευρώπη «αστική δημοκρατία». (Ονομάζεται επίσης «αντιπροσωπευτική δημοκρατία», «φιλελεύθερη δημοκρατία», «κοινοβουλευτική δημοκρατία» κλπ.) Λειτουργεί από κοινού με μια καπιταλιστική κοινωνία βασισμενη στην αγορά και μια εντελώς μη δημοκρατική οικονομία. (Ο ιδεολογικός ορθολογισμός της καπιταλιστικής οικονομίας δεν είναι μια αξίωση για «δημοκρατία» αλλά για «ελευθερία».) Οι αναρχικοί βρίσκονται σε επαναστατική αντίθεση στον καπιταλισμό και σε όλες τις εκδοχές του κράτους του, συμπεριλαμβανομένης και της αστικής δημοκρατίας. Το ερώτημα είναι τι θα πρέπει να τεθεί ως εναλλακτική λύση.

Ριζοσπαστική Δημοκρατία



Η «ριζοσπαστική δημοκρατία» χρησιμοποιείται από ορισμένους μεταρρυθμιστές ώστε να σημαίνει «επέκταση της δημοκρατίας» στην αστική δημοκρατία. Οι «δημοκρατικοί σοσιαλιστές» (ρεφορμιστές κρατικοί σοσιαλιστές) επιθυμούν να δημιουργήσουν μια πιο αντιπροσωπευτική και δημοκρατική μορφή του υπάρχοντος ημι-δημοκρατικού κράτους. Και επιθυμούν να επεκτείνουν οικονομικά τη «δημοκρατία» χρησιμοποιώντας αυτή τη βελτιωμένη κατάσταση. Προτείνουν την εθνικοποίηση ορισμένων βιομηχανιών, την καλύτερη ρύθμιση άλλων, την προώθηση της εκπροσώπησης των εργαζομένων στα εταιρικά συμβούλια, την προώθηση των συνεταιρισμών κλπ. Ο Lundstrom παραθέτει την Chantal Mouffe, υποστηρίζοντας «μια βαθιά μεταμόρφωση, όχι μια εγκατάλειψη των υφιστάμενων θεσμών». (80) Όποια και αν είναι η αξία τέτοιων μεταρρυθμίσεων (και οποιαδήποτε είναι η πιθανότητα επίτευξής τους), ένα τέτοιο πρόγραμμα δεν θίγει ριζικά την αστική δημοκρατία.


Άλλοι χρησιμοποιούν τη «ριζοσπαστική δημοκρατία» για να δείξουν ένα όραμα μιας εναλλακτικής κοινωνίας. Αυτό περιλαμβάνει τα εργατικά συμβούλια στις κοινωνικοποιημένες βιομηχανίες, τις λαϊκές συνελεύσεις στις γειτονιές και τις αυτοδιαχειριζόμενες εθελοντικές ενώσεις. Όλοι συμμετέχουν. Οι αποφάσεις παίρνονται μέσω απευθείας με αμεσοδημοκρατικές διαδικασίες. Συμβούλια και συνελεύσεις συνδέονται μέσω δικτύων και ομοσπονδιών. Υποστηρίζεται ότι η σύγχρονη τεχνολογία έχει την ικανότητα να ταιριάζει σε ένα τέτοιο σύστημα συμβουλίων. Κατά την άποψή μου και άλλων, αυτή η αντίληψη της ριζοσπαστικής δημοκρατίας είναι απόλυτα συνεπής με την επικρατούσα τάση της αναρχικής παράδοσης - και με την άποψη του αναρχισμού ως ακραίας δημοκρατίας χωρίς κράτος.


Ωστόσο, ο Lundstrom βασίζει τη σύλληψή του για τη ριζοσπαστική δημοκρατία στην ερμηνεία του για τον Jacques Ranciere (2014). «Η ριζοσπαστική δημοκρατική θεωρία αναγνωρίζει τυπικά τον αμφισβητούμενο, αντιφατικό χαρακτήρα της δημοκρατίας ... Η δημοκρατική ζωή, η πολιτική δραστηριότητα των πολιτών εκτός του κρατικού σκηνικού, στοχεύεται επανειλημμένα από το δημοκρατικό κράτος: οι υπεύθυνοι λήψης αποφάσεων από αστυνομικούς των δήμων ή των εθνών ...» (Lundstrom 2018, 14) Η «δημοκρατική ζωή» είναι η προσπάθεια των ανθρώπων να κινητοποιηθούν και να οργανωθούν για να ικανοποιήσουν τις ανάγκες και τις επιθυμίες τους - να ζήσουν τη ζωή τους όπως θέλουν. Αλλά μια τέτοια αυτοδραστηριότητα συγκρούεται με το «δημοκρατικό κράτος». Πραγματικά μια μορφή «ολιγαρχικής κυβέρνησης», το κράτος χρησιμοποιεί αντιπροσωπευτικές δημοκρατικές μορφές για να συνεταιριστεί ή/και να καταστείλει τον πληθυσμό παθητικοποιώντας τον και κάνοντάς τον να αποδεχθεί την κυριαρχία του.


Οι προσεγγίσεις του Lunstrom και του Ranciere μπορούν να αποβούν ένας χρήσιμος τρόπος για να εξετάσουμε τις «δημοκρατικές» συγκρούσεις. Μπορούμε να το χαρακτηρίσουμε ως «δημοκρατία από τα κάτω» εναντίον «δημοκρατίας από τα πάνω». Δεν έρχεται κατ’ ανάγκην σε αντίθεση με το όραμα της συμβουλιακής άμεσης δημοκρατίας. Αυτό θα μπορούσε να θεωρηθεί ως ένα πιθανό αποτέλεσμα εάν η «δημοκρατική ζωή» κερδίσει τελικά το «δημοκρατικό κράτος».

Ωστόσο, ως ανάλυση έχει μια αδυναμία. Αν και γνωρίζουν τις οικονομικές επιρροές στο δημοκρατικό κράτος, ούτε ο Lundstrom ούτε ο Ranciere φαίνεται να δέχονται μια ταξική ανάλυση του κράτους. Μια εκδοχή μιας ταξικής ανάλυσης του κράτους αναπτύχθηκε από τον Μαρξ, αλλά και οι αναρχικοί έχουν την εκδοχή τους. Ο Peter Kropotkin έγραψε: «Το κράτος είναι ένας θεσμός ο οποίος αναπτύχθηκε για τον σκοπό της εγκαθίδρυσης μονοπωλίων υπέρ των ιδιοκτητών σκλάβων και αυτο-ιδιοκτητών, των ιδιοκτητών που κατέσχεσαν γη, ... των εμπορικών συντεχνιών και των χρηματιστών, των “ευγενών” και τέλος, τον 19ο αιώνα, των βιομηχανικών καπιταλιστών ... Η κρατική οργάνωση υπήρξε η δύναμη στην οποία οι μειονότητες κατέφυγαν για την ίδρυση και οργάνωση της εξουσίας τους πάνω στις μάζες ... » (2014, 187-9)



Για να είμαστε σαφείς: μια ταξική θεωρία του κράτους δεν αρνείται ότι, ως θεσμός, το κράτος, με το προσωπικό του, έχει τα δικά του συμφέροντα. Δεν αρνείται ότι υπάρχουν άλλες πιέσεις από εκείνες των καπιταλιστών που επηρεάζουν τις κρατικές πολιτικές. Δεν σημαίνει ότι το κράτος λαμβάνει απλώς απευθείας εντολές από επιχειρηματίες. Μια ταξική θεωρία του κράτους λέει ότι, συνολικά, το κράτος εξυπηρετεί τα συμφέροντα της καπιταλιστικής τάξης και του καπιταλιστικού συστήματος - ουσιαστικά την προσπάθεια συσσώρευσης του κεφαλαίου με την εκμετάλλευση της εργατικής τάξης. Η καπιταλιστική τάξη χρειάζεται την υπεραξία που δημιουργείται σε βάρος των εργαζόμενων. Χωρίς αυτόν τον επιπλέον πλούτο, η καπιταλιστική τάξη δεν μπορεί να επιβιώσει, ούτε και τα θεσμικά της όργανα, συμπεριλαμβανομένου του κράτους.


Η σύγκρουση δεν συνίσταται μόνο «μεταξύ των κυβερνήσεων και των κυβερνώντων», σύμφωνα με τους όρους του Lundstrom, αλλά και μεταξύ εκμεταλλευτών και εκμεταλλευόμενων. Επομένως, δεν αρκεί η επίθεση κατά των πολιτικών μεθόδων λήψης αποφάσεων της κοινωνίας. Είναι επίσης απαραίτητο να τερματιστεί το σύστημα μισθών, η αγορά και η ιδιωτική ιδιοκτησία στην παραγωγή. Είναι απαραίτητο να απαλλοτριώσουμε τους καπιταλιστές και να καταργήσουμε τον καπιταλισμό, μαζί με όλες τις υποστηρικτικές μορφές καταπίεσης (ρατσισμό, πατριαρχία, ιμπεριαλισμό κλπ.) καθώς και το κράτος. Για τους αναρχικούς (σε αντίθεση με τους μαρξιστές), η επίπτωση είναι ότι το κράτος (ούτε το υπάρχον ούτε το νέο) δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί για μια τέτοια θεμελιώδη αλλαγή. Η επίπτωση είναι ότι μια νέα κοινωνία πρέπει να προδιαγραφεί από ένα κίνημα της εργατικής τάξης και από όλους τους καταπιεσμένους - ένα κίνημα το οποίο είναι όσο το δυνατόν πιο δημοκρατικό.



Αναρχικές απόψεις της Δημοκρατίας

Για να το επαναλάβω, όλοι οι επαναστάτες αναρχικοί αντιτίθενται ακόμη και στο πιο αντιπροσωπευτικό και ελευθεριακό από τα αστικά δημοκρατικά κράτη. Είναι αλήθεια ότι υπάρχει διαφορά μεταξύ των αστικών δημοκρατιών και του φασιστικού ή σταλινικού ολοκληρωτισμού. Είναι ευκολότερο να ζεις και να είσαι πολιτικά ενεργός σε μια αντιπροσωπευτική καπιταλιστική δημοκρατία. Οι αναρχικοί έχουν αγωνιστεί κατά του φασισμού και έχουν υπερασπιστεί τα περιορισμένα νομικά δικαιώματα που παρέχει ο δημοκρατικός καπιταλισμός. Αλλά εξακολουθούν να είναι επαναστάτες, αντίπαλοι της αστικής δημοκρατίας, με στόχο να την αντικαταστήσουν με τον σοσιαλιστικό αναρχισμό. Ωστόσο, αυτό δεν είναι το θέμα μας εδώ.


Μεταξύ των αναρχικών, υπήρξε ένα ευρύ φάσμα απόψεων για τη δημοκρατία, όπως αναγνωρίζει και ο Lundstrom. «Η σχέση ανάμεσα στη δημοκρατία και την αναρχία είναι ιδιαίτερα ποικίλη και ασυνεχής ... Υπάρχει μια ποικιλία ιδεολογικών πτυχών που συνθέτουν πολύπλευρες κατανοήσεις της δημοκρατίας και της αναρχίας» (2018, 28-9). Δεν υπάρχει μία, ορθόδοξη, αναρχική άποψη για τη Δημοκρατία. (Δεν ξέρω πώς θα οριστεί ένας «ορθόδοξος αναρχισμός» και αμφιβάλω ότι θα εντασσόμουν εγώ σε αυτόν τον ορισμό).


Ο Lundstrom χωρίζει την αναρχική ιστορία σε «κλασσικό αναρχισμό (1840-1939) και μετακλασικό αναρχισμό (1940-2017)». (2018, 29) Η πρώτη περίοδος, αναφέρει, ανέπτυξε «μια αναρχική κριτική στη δημοκρατία», η οποία ήταν κυρίως αρνητική προς αυτήν, ενώ ο δεύτερος επεξεργάστηκε μια «αναρχική αποκατάσταση καθώς οι έννοιες της άμεσης συμμετοχικής δημοκρατίας έγιναν ισοδύναμες ή θεωρήθηκαν ως ένα βήμα προς την αναρχία» (27).



Είτε ήταν αληθινή αυτή η ιστορική διάκριση (και νομίζω ότι είναι πολύ τραχύ) είτε όχι, υπήρξαν και υπάρχουν πολλοί αναρχικοί που υποστήριξαν την άμεση, συμμετοχική δημοκρατία και πολλοί άλλοι που απέρριψαν ακόμη και την πιο αποκεντρωμένη δημοκρατία. Από τους αναρχικούς των ΗΠΑ στους 20ό-21ο αιώνα, οι υποστηρικτές της ελευθεριακής σοσιαλιστικής δημοκρατίας περιλαμβάνουν τους Paul Goodman, Murray Bookchin, David Graeber, Kevin Carson, Cindy Milstein και Noam Chomsky, παρά τις άλλες διαφορές. (Ο Lundstrom κάνει κάποια μνεία σε μένα - Δες Price 2009; 2016; χωρίς χρονολογία). Από τη στιγμή που ο Lundstrom δεν αναφέρει πραγματικά γιατί ορισμένοι αναρχικοί υποστηρίζουν τη ριζοσπαστική δημοκρατία, θα παρουσιάσω κάποιους λόγους.

Πρέπει να ληφθούν συλλογικές αποφάσεις. Αν όχι με δημοκρατικές διαδικασίες, τότε πώς; Η συλλογική λήψη αποφάσεων από τους ελεύθερους και ίσους ανθρώπους είναι η δημοκρατία.


Οι ατομικιστές αναρχικοί μερικές φορές γράφουν σαν να έπαιρναν συλλογικές αποφάσεις, σαν να ήταν μια επιλογή. Δεν είναι. Οι άνθρωποι ζουν σε ομάδες, σε ένα κοινωνικό πλέγμα και αλληλεπιδρούν. Οι κοινωνικοί αναρχικοί πιστεύουν ότι είμαστε κοινωνικά άτομα. Η γλώσσα μας, η προσωπικότητά μας, τα συμφέροντά μας και πολλά άλλα δημιουργούνται στην παραγωγική αλληλεπίδραση με άλλους και με τη μη ανθρώπινη φύση. Η τεχνολογία μας -ανεξάρτητα από το πόσο αποκεντρωμένη και αναδιοργανωμένη θα γίνει- απαιτεί συνεργασία, σε τοπικό επίπεδο και σε διεθνή κλίμακα.



Η ατομικιστική-εγωιστική αντίληψη (που αναπτύχθηκε από τον κλασσικό φιλελευθερισμό) απεικόνιζε τους ανθρώπους ως ατομικούς, αϊστορικούς, α-κοινωνικούς, εγωιστικούς, ουσιαστικά πριν από την αλληλεπίδραση με τους άλλους και φυσικά αντίθετους στην κοινωνία. Αυτά τα άτομα ασχολούνται πρωτίστως με ιδιωτικά θέματα σε ανταγωνισμό με όλους τους άλλους. Με βάση αυτήν την αντίληψη, τα κοινά συμφέροντα είναι λίγα και εύθραυστα. Αυτή είναι μια εκδοχή της καπιταλιστικής κοσμοθεωρίας, στην οποία τα πάντα και όλοι μειώνονται σε ανταλλάξιμα αγαθά. Αυτό περιλαμβάνει την ικανότητα του ανθρώπου να εργάζεται (εργατική δύναμη) και το κεφάλαιό του που μπορεί να προσλάβει άλλους ανθρώπους για να εργαστούν. Εδώ αναγνωρίζονται ορισμένες ιδέες της ατομικιστικής αναρχικής σχολής (όπως η απόρριψη της ηθικολογίας), οι κοινωνικοί αναρχικοί απορρίπτουν αυτή τη γραμμή σκέψης.

Ο Μιχαήλ Μπακούνιν έγραψε: «Ο άνθρωπος (συμπεριλαμβανομένων των γυναικών-WP) συνειδητοποιεί πλήρως την ατομική του ελευθερία καθώς και την προσωπικότητά του μόνο μέσω των ατόμων που τον περιβάλλουν και χάρη μόνο στην εργασία και τη συλλογική δύναμη της κοινωνίας …. Το να είμαι ελεύθερος σημαίνει να αναγνωρίζομαι και να αντιμετωπίζομαι ως τέτοιος από όλους τους συνανθρώπους μου ... Είμαι πραγματικά ελεύθερος μόνο όταν όλα τα ανθρώπινα όντα, οι άνδρες και οι γυναίκες είναι εξίσου ελεύθεροι. Η ελευθερία των άλλων ανθρώπων, μακράν του να αρνείται ή να περιορίζει την ελευθερία μου, είναι, αντίθετα, η απαραίτητη προϋπόθεσή της ...» (Μπακούνιν 1980, 236-7). Ο Μπακούνιν το ονόμαστε αυτό «υλιστική αντίληψη της ελευθερίας». (238) Ο Bottici επιχειρηματολογεί ότι η ιδέα του Μπακούνιν για ελευθερία δεν αποτελεί τόσο μια πτυχή των ατόμων ως σχέση μέσα σε μια κοινότητα συζήτησης. «Σύμφωνα με τον Μπακούνιν, επειδή τα ανθρώπινα όντα εξαρτώνται τόσο το ένα το άλλο, δεν μπορείτε να είστε ελεύθεροι μεμονωμένα, αλλά μόνο μέσω του ιστού της αμοιβαίας αλληλεξάρτησης» (Bottici 2014, 184)


Από την οπτική της κοινωνικής συναλλαγής, η αντιστάθμιση της δημοκρατίας και της ατομικής ελευθερίας δεν έχει νόημα. Δεδομένου ότι οι συλλογικές αποφάσεις πρέπει να λαμβάνονται συνεχώς, η συμμετοχή των ανθρώπων στη λήψη αποφάσεων αποτελεί ουσιαστικό μέρος της ελευθερίας τους.


Οι κοινότητες και οι συλλογικοί Δήμοι πρέπει να αποφασίσουν εάν θα έχουν δρόμους, υπονόμους, γέφυρες και άλλες υποδομές και πού. Τα εργαστήρια των υποδηματοποιών πρέπει να αποφασίσουν ποια υποδήματα θα παράγουν, πόσα και με ποιο τρόπο. Οι λέσχες βιβλίων πρέπει να αποφασίσουν τι θα διαβαστεί. Αυτές οι αποφάσεις πρέπει να λαμβάνονται με τον ένα ή τον άλλο τρόπο. Μεμονωμένοι διαφωνούντες και μικρές ομάδες θα μπορούσαν να αποφασίσουν να εγκαταλείψουν μια συγκεκριμένη πόλη, ένα εργαστήριο ή μια λέσχη. Αλλά και άλλες πόλεις θα πρέπει να αποφασίσουν για την υποδομή, άλλα εργαστήρια θα πρέπει να προγραμματίσουν την παραγωγή, και άλλες λέσχες θα πρέπει να αποφασίσουν τις δραστηριότητές τους. Και πάλι ρωτώ: αν όχι με δημοκρατικές διαδικασίες, τότε πώς;


Ωστόσο, υπάρχουν πολλές δραστηριότητες οι οποίες δεν πρέπει να αποφασίζονται από ολόκληρη την συλλογικότητα, που θα πρέπει να αφορούν μόνο τα άτομα ή τις μικρές ομάδες. Δεν είναι για την πλειοψηφία ούτε για μια ισχυρή ορθόδοξη μειονότητα να ειπωθεί στους ανθρώπους ποιες θρησκευτικές απόψεις πρέπει να έχουν, με ποιες σεξουαλικές πρακτικές να ασχοληθούν ή ποιες καλλιτεχνικές προτιμήσεις να καλλιεργήσουν. Οι αναρχικοί συμφωνούν με τους αγωνιστές υπέρ των πολιτικών δικαιωμάτων ότι κανένας κανόνας πλειοψηφίας ή μειοψηφίας δεν ισχύει για τέτοιες δραστηριότητες. Αλλά ακόμη και με την εξαίρεση αυτή, παραμένουν πολλοί τομείς συνεργασίας όπου λαμβάνονται αποφάσεις από κοινού, οι οποίοι πρέπει να πραγματοποιηθούν με τον ένα ή τον άλλο τρόπο.



Ο κοινωνικός αναρχισμός δεν αποσκοπεί στην πλήρη έλλειψη συντονισμού, συνεργασίας, λήψης αποφάσεων σε ομάδες και διευθέτησης διαφορών. Αυτό στο οποίο στοχεύει είναι η πλήρης κατάργηση του κράτους - μαζί με τον καπιταλισμό και όλες τις άλλες μορφές καταπίεσης. Τι είναι το κράτος; Είναι μια γραφειοκρατική-στρατιωτική κοινωνικά αποξενωμένη οργάνωση, αποτελούμενη από εξειδικευμένες ένοπλες δυνάμεις, αξιωματούχους, πολιτικούς και πράκτορες της άρχουσας τάξης, που στέκονται πάνω από την υπόλοιπη κοινωνία.


Η ριζοσπαστική δημοκρατία σημαίνει ότι το κράτος αντικαθίσταται από την αυτοοργάνωση του λαού. Όταν ο καθένας «κυβερνάει», δεν υπάρχει «κυβέρνηση». Κατά την άποψη του Brian Morris, «Τέτοιες αντιλήψεις όπως ... το “δημοκρατικό κράτος” είναι, για τον Μπακούνιν, αντιφάσεις. Εάν ο όρος “δημοκρατία” υποδηλώνει την κυβέρνηση του λαού, από τον λαό, για τον λαό, τότε αυτό δεν θα σήμαινε κράτος, και ο Μπακούνιν θα μπορούσε επομένως να ονομαστεί ευτυχώς “δημοκράτης”…» (1993, 99). Παραθέτει τον Μπακούνιν, «Όπου όλοι κυβερνούν... δεν υπάρχει κράτος» (99).


Αναρχική αντίσταση στον κυρίαρχο νόμο


Ωστόσο, πολλοί αναρχικοί απορρίπτουν κάθε έννοια δημοκρατίας, ανεξάρτητα από το πόσο ελευθεριακή μπορεί να είναι. (Στην πραγματικότητα, αυτοί οι αναρχικοί υποστηρίζουν συχνά αυτό που οι άλλοι θα αποκαλούσαν ριζοσπαστική δημοκρατία, αλλά το αποκαλούν με ονόματα διαφορετικά από τη «δημοκρατία», όπως «αυτοδιαχείριση», «αυτοεγγύηση», ή «αυτο-οργάνωση» κλπ.). Ακόμη και η άμεση δημοκρατία είναι αντίθετη προς τον «πλειοψηφικό κανόνα». Αυτό βασίζεται σε μια ουσιαστικά ατομικιστική-εγωιστική πτυχή του αναρχισμού πολλών ανθρώπων. Ο Lundstrom γράφει: «Το ατομικιστικό σκέλος της αναρχικής σκέψης ... περιλαμβάνει ... ένα ουσιαστικό συστατικό στην αναρχική κριτική της δημοκρατίας: την αντιπολίτευση στην κυριαρχία των πλειοψηφιών». (46) Παραθέτει τους Errico Malatesta και Emma Goldman.


Το βασικό επιχείρημα είναι ότι, ενώ είναι λάθος για μια μειοψηφία να κυβερνά σε βάρος της πλειοψηφίας, είναι επίσης λάθος για την πλειοψηφία να κυβερνά σε βάρος μιας μειοψηφίας. Ούτε υπάρχει λόγος να πιστεύουμε ότι η πλειοψηφία είναι πιθανότερο να είναι σωστή σε οποιοδήποτε θέμα από ό,τι η μειοψηφία. Συχνά είναι λάθος. Εάν κανείς δεν έχει το δικαίωμα να κυβερνάει τους άλλους, να κυριαρχεί σε άλλους -όπως πιστεύουν οι αναρχικοί- τότε είναι τόσο λάθος για την πλειοψηφία όσο και για τη μειοψηφία. Η δημοκρατία μέσω του πλειοψηφικού κανόνα δεν είναι παρά η «τυραννία της πλειοψηφίας». «Αναρχία» σημαίνει «κανένας κανόνας». Εξ ορισμού, είναι ασυμβίβαστη με τη «δημοκρατία», την «κυριαρχία των ανθρώπων (Δήμους)». Αυτό είναι το επιχείρημα.


Ως αφετηρία, επιτρέψτε μου να πω ότι το πρόβλημα με την αστική δημοκρατία δεν είναι ο κανόνας της πλειοψηφίας. Η αστική δημοκρατία είναι μια μορφή κυριαρχίας εκ μέρους της μειοψηφίας, η κυριαρχία μιας μειοψηφούσας τάξης καπιταλιστών και των αντιπροσώπων τους. Η κυβερνητική μειοψηφία καλεί την πλειοψηφία να την στηρίξει. Η τάξη των αφεντικών χρησιμοποιεί διαφόρους μηχανισμούς, όπως διαβλητές εκλογές, κυριαρχία των μέσων μαζικής ενημέρωσης και απομάκρυνση της εργατικής τάξης από τις απόψεις των αναρχικών και άλλων ριζοσπαστών. Εάν η πλειοψηφία δεν έχει ακούσει τις απόψεις των μειονοτήτων που διαφωνούν, πριν αποφασίσουν, τότε έχουμε μια δόλια πλειοψηφία.


Μερικοί προσπαθούν να αποφύγουν τον κανόνα της πλειοψηφίας χρησιμοποιώντας τη «συναίνεση». Μια κοινότητα πρέπει πάντα να επιδιώκει όσο το δυνατόν μεγαλύτερη συμφωνία. Αλλά συχνά ο καθένας δεν μπορεί να συμφωνήσει - υπάρχουν πλειοψηφικές και μειοψηφικές απόψεις για το τι πρέπει να κάνουν. Οπότε; Αν επιτρέπεται στη μειοψηφία να «αποκλείσει τη συναίνεση», να ασκήσει βέτο στην επιθυμία της πλειοψηφίας, τότε πρόκειται για κανόνα μειοψηφίας. Εάν η μειοψηφία συμφωνεί να «παραμείνει στην άκρη» και να μην αποκλείσει τη συναίνεση, τότε επαναλαμβάνουμε τον κανόνα της πλειοψηφίας. Μια ριζοσπαστική δημοκρατική συλλογικότητα μπορεί να επιλέξει να χρησιμοποιήσει τη συναίνεση, αλλά στην πραγματικότητα δεν επιλύει το ζήτημα.


Η βασική πλάνη της αντιπολίτευσης ως προς τον κανόνα της πλειοψηφίας είναι η μεταχείριση της «πλειοψηφίας» και της «μειοψηφίας» ως σταθερές, συμπαγείς ομαδοποιήσεις. Είναι σαν να μιλούν για την αφροαμερικανική μειονότητα που καταπιέζεται από τη λευκή πλειοψηφία και υπό λευκή υπεροχή. Αντίθετα, η ριζοσπαστική δημοκρατία είναι μια συνάντηση μεταξύ ανθρώπων με διαφορετικές απόψεις και συμφέροντα. Η επίλυση των συγκρούσεων απαιτεί τη συζήτηση και την πειθώ. Επιδιώκεται η συμφιλίωση των διαφορών, αλλά αυτό που είναι σημαντικό δεν είναι μια ομόφωνη συναίνεση, αλλά ένας συνεχιζόμενος λόγος, χωρίς να αφήνεται στην άκρη κανένας. Στην άμεση δημοκρατία, ο «κανόνας της πλειοψηφίας« είναι ένας τεχνικός τρόπος λήψης αποφάσεων, όχι ο γενικός κανόνας της πλειοψηφίας.



Μερικές φορές κάποια άτομα τάσσονται με την πλειοψηφία και μερικές φορές με τη μειοψηφία. Εκείνοι που ανήκουν σε μια μειοψηφία σε ένα ζήτημα δεν καταπιέζονται. Είναι παιδαριώδες να φανταστεί κανείς ότι οι άνθρωποι εξαναγκάζονται και καταπιέζονται εάν δεν παίρνουν πάντοτε τις ομαδικές αποφάσεις που θέλουν. Ακόμη και στα ιδιωτικά θέματα, ένα άτομο δεν μπορεί πάντα να πάρει αυτό που θέλει, αυτό από μόνο του δεν σημαίνει ότι το άτομο δεν είναι ελεύθερο. Οι μόνοι ενήλικες που παίρνουν πάντα αυτό που θέλουν και που δεν μπορούν να τους αρνηθούν τίποτα από άλλους, είναι δικτάτορες - που δεν συνιστούν μοντέλα ελεύθερων ατόμων.


Ο ριζοσπάστης-φιλελεύθερος θεωρητικός της συμμετοχικής δημοκρατίας, John Dewey, έγραψε ότι οι δημοκρατικές μορφές «περιλαμβάνουν μια διαβούλευση και μια συζήτηση που αποκαλύπτει κοινωνικές ανάγκες και προβλήματα ... Μετρώντας κεφάλια απαιτεί προηγούμενη προσφυγή σε μεθόδους συζήτησης, διαβούλευσης και πειθούς... όπως και ο κανόνας της πλειοψηφίας, είναι εξίσου ανόητος όσο οι επικριτές του τον επιβαρύνουν με το να είναι. Αλλά ποτέ δεν είναι μόνο κανόνας της πλειοψηφίας ... Τα μέσα με τα οποία η πλειοψηφία είναι τέτοια είναι το πιο σημαντικό πράγμα: προκαταρκτικές συζητήσεις, τροποποιήσεις απόψεων για την ικανοποίηση των απόψεων των μειοψηφιών, η σχετική ικανοποίηση που τους δόθηκε από το γεγονός ότι είχε μια ευκαιρία και ότι την επόμενη φορά μπορεί να είναι επιτυχής να γίνει πλειοψηφία ... Είναι αλήθεια ότι όλες οι πολύτιμες ... ιδέες αρχίζουν με τις μειονότητες, ίσως μια μειοψηφία ενός. Το σημαντικό είναι να δοθεί η ευκαιρία να εξαπλωθεί και να γίνει η κατοχή του πλήθους». (Dewey 1954, 206-8) Για τον Dewey, όπως και για τους αναρχικούς, αυτό απαιτεί αποκεντρωμένες κοινότητες και εργασιακούς χώρους: «Σε κάθε περίπτωση η κοινότητα πρέπει πάντα να παραμένει θέμα επαφής προσώπου με πρόσωπο ... Η δημοκρατία πρέπει να ξεκινά από το σπίτι και το σπίτι της είναι η γειτονική κοινότητα» (211 & 213, βλέπε Price 2014).


Ο Lundstrom έχει θετική κάλυψη της αντίθεσης πολλών αναρχικών στη δημοκρατία. «Η αναρχική σκέψη παραδέχεται επίσης εσκεμμένα τις κατηγορίες ότι είμαστε αντιδημοκράτες». Αυτό είναι ριζωμένο, γράφει, σε μια «ατομικιστική κριτική της πλειοψηφικής κυριαρχίας». (81) Φαίνεται να συμφωνεί με αυτή την άποψη, τουλάχιστον εν μέρει.



Προσθέτει ακόμη και κάποια εξωτερικά επιχειρήματα. Βασιζόμενος στη θεωρία της απελευθέρωσης των ζώων (που τη συγχέει με τον αναρχο-πριμιτιβισμό), ισχυρίζεται ότι η ανθρώπινη καταπίεση και κακοποίηση των ζώων αποκλείει τη δημοκρατία. Δεν βλέπω γιατί θα συμβεί κάτι τέτοιο. Ασφαλώς οι καλύτερες σχέσεις μεταξύ του ανθρώπου και της υπόλοιπης φύσης είναι σύμφωνες με την εμπεριστατωμένη ανθρώπινη δημοκρατία. Ομοίως, εγείρει το ζήτημα της Πλατφόρμας του Μαχνό και του Αρσίνοφ, που κάλεσε για την αυτοοργάνωση των επαναστατικών ταξικών  αγώνων των σοσιαλιστών-αναρχικών. Είμαι υπέρ αυτού και αυτός είναι εναντίον του, αλλά δεν βλέπω τη σύνδεσή του με το αν πρέπει να υπάρχει ριζοσπαστική δημοκρατία για την κοινωνία.



Αλλά τότε ο Lundstrom συμφωνεί με τους αναρχικούς που υποστηρίζουν τη ριζοσπαστική δημοκρατία. Δεν είναι απολύτως σαφές (για μένα, ούτως ή άλλως) γιατί έχει αυτή την άποψη. «Αναγνωρίζοντας τις πλουραλιστικές και συμμετοχικές διαστάσεις της δημοκρατίας ... ο αναρχισμός ευθυγραμμίζεται σαφώς με τις ανοιχτές εξερευνήσεις στη ριζοσπαστική δημοκρατία... Η αναρχική σκέψη παράγει επίσης την κατανόηση της δημοκρατίας ως ένα βήμα, έστω και μικροσκοπικό, προς την αναρχία» (81). Κάποιοι θεωρούν την αναρχία ως ένα ιδανικό μιας εντελώς ελεύθερης, ακαταπίεστης κοινωνίας, η οποία δεν μπορεί να επιτευχθεί αμέσως (αν ποτέ). Επομένως, η ριζοσπαστική δημοκρατία υποστηρίζεται ότι κινείται προς την κατεύθυνση αυτού του ιδανικού στόχου, ανεξάρτητα από το αν τον φτάνει ή όχι. Στην πράξη αυτή η άποψη είναι ουσιαστικά η ίδια με αυτή που υποστηρίζει ότι η ριζοσπαστική δημοκρατία είναι αναρχία, αλλά ότι πρέπει να αυξάνει συνεχώς τις ελευθεριακές και αυτοδιοικούμενες πτυχές της. Ο στόχος είναι να καταστεί αδύνατο για οποιονδήποτε να κυριαρχήσει και να εκμεταλλευτεί την υπόλοιπη κοινωνία - στόχος τον οποίο ο Lundstrom αποκαλεί «το αδύνατο επιχείρημα». Εν πάση περιπτώσει, χαίρομαι που τελικά συμφωνούμε.



Επαναστατική Δημοκρατία

Ο Lundstrom δεν συζητά πώς θα μπορούσε να επιτευχθεί ο αναρχισμός / άμεση δημοκρατία. Στην περίληψή του για τις «ταραχές του Husby» στη Σουηδία, δεν αναφέρει τα συμπεράσματα στα οποία κατέληξαν οι συμμετέχοντες ως προς τους μελλοντικούς αγώνες, ούτε κάνει κάποιες προτάσεις. Παραθέτει σχόλια που φαίνεται να υποστηρίζουν μια μη επαναστατική, σταδιακή και ρεφορμιστική προσέγγιση (η οποία θα συνάδει με τον ατομικιστικό αναρχισμό). Σύμφωνα με αυτή την άποψη, πολλοί αναρχικοί, όπως ο David Graeber και ο Colin Ward, πιστεύουν ότι πρέπει να δημιουργηθούν σταδιακά εναλλακτικοί θεσμοί για να αντικαταστήσουν τον καπιταλισμό και το κράτος του, με ελάχιστη πραγματική αντιπαράθεση με την άρχουσα τάξη. Αυτό αγνοεί τις εξουσίες της κυρίαρχης τάξης για καταστολή και συνύπαρξη.


Με αυτή την άποψη, δεν μπορεί ποτέ να υπάρξει μια τελική επίτευξη της αναρχίας - είναι μια ατέρμονη προσπάθεια. «Η κατάργηση της κυβέρνησης είναι ένας μόνιμος αγώνας, ένας συνεχής περιορισμός της εξουσίας που αναπτύσσεται εκ νέου». (75) Αναφέρεται στις απόψεις του Gustav Landauer και του Richard Day ότι «ο κρατισμός και ο καπιταλισμός δεν είναι πρωτίστως ... δομές αλλά ... σύνολα σχέσεων». (74) Δηλαδή, το κράτος δεν είναι μια δομή που θα ανατραπεί, αλλά οι σχέσεις θα αλλάξουν σταδιακά. Σαν οι κοινωνικές δομές να μην είναι παρά επαναλαμβανόμενες μορφές κοινωνικών σχέσεων! Αυτή η άποψη αρνείται την ύπαρξη μειοψηφίας με ενδιαφέρον για τη διατήρηση αυτών των καταπιεστικών «συνόλων σχέσεων», μιας μειοψηφίας που πρέπει να αντιμετωπιστεί και αντικατασταθεί. Αναφέρεται ευνοϊκά στον αναρχο-πασιφισμό του Bart de Ligt και του Leo Tolstoy, πράγμα που σημαίνει ότι δεν χρειάζεται να ανατραπούν οι αστυνομικές και στρατιωτικές δυνάμεις του κράτους. Παρουσιάζει τον Ερρίκο Μαλατέστα ως ρεφορμιστή, όταν στην πραγματικότητα ο Μαλατέστα ήταν επαναστάτης που πίστευε ότι το «βαθμιαίο» θα ήταν κατάλληλο μόνο μετά από μια επανάσταση, όχι πριν.


Κατά τη διάρκεια των αιώνων, ριζοσπαστικά δημοκρατικές μορφές έχουν επανειλημμένα εμφανιστεί κατά τη διάρκεια λαϊκών επαναστάσεων. Ο Murray Bookchin συνοψίζει: «Από τους μεσαιωνικούς αγροτικούς πολέμους της μεταρρύθμισης του δέκατου έκτου αιώνα μέχρι τις σύγχρονες εξεγέρσεις των βιομηχανικών εργατών και των αγροτών, οι καταπιεσμένοι λαοί έχουν δημιουργήσει τις δικές τους λαϊκές μορφές κοινοτικού συνεταιρισμού - ενδεχομένως, τη λαϊκή υποδομή μιας νέας κοινωνίας - να αντικαταστήσουν τα καταπιεστικά κράτη που κυβέρνησαν σε βάρος τους ... Κατά τη διάρκεια των επαναστάσεων οι ενώσεις αυτές έλαβαν τη θεσμική μορφή των τοπικών συνελεύσεων, όπως οι συναντήσεις των πόλεων ή τα αντιπροσωπευτικά συμβούλια των εξουσιοδοτημένων αναπληρωτών βουλευτών [με έδρα ...] δίκτυα και συνελεύσεις επιτροπών …» (Bookchin 1996, 4-5)


Ανατρέχοντας στις εξεγέρσεις της Γαλλίας (1968), της Χιλής (1972-73), της Πορτογαλίας (1974-75), του Ιράν (1979) και της Πολωνίας (1980-81), ο Colin Barker καταλήγει: «Η δημοκρατική απεργιακή επιτροπή στους χώρους εργασίας είναι το πιο βασικό στοιχείο κάθε σημαντικού επαναστατικού κινήματος της εργατικής τάξης του 20ού αιώνα ... Η ανάπτυξη των εργοστασιακών επιτροπών και των συμβουλίων καθορίζει την παράλληλη ανάπτυξη όλων των άλλων λαϊκών οργάνων: επιτροπές ενοικιαστών, οδικές επιτροπές, φοιτητικές οργανώσεις, αγροτικές ενώσεις, στρατιώτες «επιτροπές κ.λπ.» (2002, 228, 230)


Ενώ είναι μικρό, το σύντομο βιβλίο του Lundstrom αποτελεί χρήσιμη βάση για να αρχίσει να συζητά κανείς τη σχέση μεταξύ αναρχισμού, δημοκρατίας και ριζοσπαστικής δημοκρατίας. Αλλά από την αναρχική-σοσιαλιστική μου προοπτική, δεν αρκεί η δημοκρατία να είναι ριζοσπαστική, πρέπει να είναι επαναστατική. Κατά τη διάρκεια στάσεων, ταραχών, εξεγέρσεων και επαναστάσεων, οι εργαζόμενοι, οι καταπιεσμένοι και οι εκμεταλλευόμενοι, δημιούργησαν ριζοσπαστικές δημοκρατικές δομές και θα τις δημιουργήσουν στο μέλλον. Μόνο μέσω της μαζικής πάλης και της εξέγερσης μπορεί, σύμφωνα με τους όρους του Bookchin, να δημιουργηθεί και να εδραιωθεί «η λαϊκή υποδομή μιας νέας κοινωνίας». Αυτό είναι, στην πράξη, η επαναστατική αναρχική άποψη της επαναστατικής δημοκρατίας.



ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ - ΠΑΡΑΠΟΜΠΕΣ


Bakunin, Michael (1980).  Bakunin on anarchism. (ed.: S. Dolgoff).   Montreal:  Black Rose Books.


Barker, Colin (2002) (ed.). Revolutionary rehearsals. London/Chicago: Haymarket Books. 


Bookchin, Murray (1996).  The third revolution: Popular movements in the revolutionary era.  Vol. 1.  London/NY:  Cassell.


Bottici, Chiara (2014).  Imaginal politics; Images beyond imagination and the imaginary.  NY:  Columbia University Press.


Dewey, John (1954).  The public and its problems.  Athens:  Swallow Press/Ohio University Press.


Kropotkin, Peter (2014). Direct struggle against capital; A Peter Kropotkin anthology. (ed.: Iain McKay). Edinbourgh/Oakland: AK Press.


Lundstrom, Markus (2018). Anarchist critique of radical democracy; The impossible argument. Cham, Switzerland: Palgrave Macmillan/Springer.


Morris, Brian (1993).  Bakunin:  The philosophy of freedom.  Montreal/NY: Black Rose Books.


Price, Wayne (undated). “Radical Democracy—An Anarchist Perspective.” Submitted to Theory In Action.


Price, Wayne (2016). “Are Anarchism and Democracy Opposed? A Response to Crimethinc.”  Anarkismo.  
https://theanarchistlibrary.org/library/wayne-price-are...posed
  


Price, Wayne (2014). “Anarchism and the Philosophy of Pragmatism.”  The Utopian.
https://theanarchistlibrary.org/library/wayne-price-ana...atism


Price, Wayne (2009). “Anarchism as Extreme Democracy.” The Utopian.
http://www.utopianmag.com/files/in/1000000006/anarchism...e.pdf


Ranciere, Jacques (2014). Hatred of democracy. (trans. Steve Corcoran). London/Brooklyn: Verso. 


*Τίτλος πρωτότυπου “Democracy, Radical Democracy, and Anarchism— A Discussion” Γράφτηκε για το anarkismo.net και βρίσκεται εδώ: https://www.anarkismo.net/article/30986 Μετάφραση: «Ούτε Θεός-Ούτε Αφεντης».

Υποκατηγορίες

Ελλαδική Αναρχική Ιστορία
Καταμέτρηση Άρθρων:
96
Ελλαδική Κοινωνική Ιστορία
Καταμέτρηση Άρθρων:
122
Παγκόσμια Αναρχική Ιστορία
Καταμέτρηση Άρθρων:
523
Παγκόσμια Κοινωνική Ιστορία
Καταμέτρηση Άρθρων:
82
Αναρχική Θεωρία
Καταμέτρηση Άρθρων:
236
Αναρχική Παρέμβαση
Καταμέτρηση Άρθρων:
200
Πολιτισμός - Τέχνη
Καταμέτρηση Άρθρων:
24
Γενικά Άρθρα
Καταμέτρηση Άρθρων:
46