logo2

Κωνσταντίνος Ηλιόπουλος: Ο Τσάρος

Είναι προγεγραμμένοι όλοι αυτοί οι άνθρωποι και ξεγραμμένοι από τη βίβλον των ζώντων, και όμως δεν παύουν να εξέρχωνται από τα ανάκτορά των, να διασκεδάζουν, να επιθεωρούν τους στρατούς των, να ταξειδεύουν και εντός της χώρας των, και πολλάκις εκτός αυτής.

Φαίνεται, ότι όλοι αυτοί, εκτός του Τσάρου της Ρωσσίας, δεν λογαριάζουν διόλου τους αναρχικούς.

Δεν τους φοβούνται αληθώς, ή προσποιούνται τον άφοβον, και κάνουν την ανάγκη φιλοτιμίαν;

Δεν γνωρίζομεν.

Γνωρίζομεν μόνον, ότι χιλιάδες αστυνομικών Αγγλογαλλο-ιταλογερμανοαυστριακών και άλλων, κινούνται χάριν της πολυτίμου ζωής των ημέρα και νύχτα, και κινούνται με ατμόν τον οποίον πληρώνουν με εκατομμύρια φράγκων… τα εκατομμύρια των υπηκόων των.

Πόση δαπάνη δια σώματα τα οποία αργά ή γρήγορα θα χρησιμεύσουν και αυτά ως τροφή των σκωλήκων!

Ταξειδεύουν σύροντες οπισθέν των χρυσήν γραμμήν από αυλικούς διαφόρων ηλικιών, και συναντιώνται ως επί το πλείστον εκ φρονήσεως εις τας θαλαμηγούς των.

Σφίγγουν τα χέρια των τα ματωμένα αυτοί οι Λεοπόλδοι και  Αλφόνσηδες, και αγκαλιάζονται αδελφικώτατα χωρίς να φοβούνται μήπως ο ένας πνίξη τον άλλον.

Ανταλλάζουν ασπασμούς και δώρα μεταξύ αυτών και των παρακολουθούντων αυτούς βαρώνων και μαρκησίων. Δώρα πολύτιμα, τα οποία πληρώνουν, ως επί το πλείστον, οι άστεγοι και οι πεινασμένοι.
Κάθονται εις συμπόσια και εις πότους και πίνουν, και ενώ πίνουν ευφυολογούν, και ενώ ευφυολογούν πίνουν και πάλιν πίνουν, και τα γεμάτα από σαμπάνια ποτήρια, τα αδιάζουν εις υγείαν των μωρών οι οποίοι δεν απηύδησαν να διατρέφουν με το αίμα τους κυφήνας τόσον πολυδάπανους.

Αλλ΄ ας είμεθα δίκαιοι. Πίνουν αληθώς, και πολλάκις ζαλίζονται ίσως, αλλά και δεν λησμονούν τα καθήκοντά τους και τους υπηκόους των, τους οποίους μερικοί από αυτούς ονομάζουν και “παιντιά τους” και συζητούν και συνδιαλέγονται και συσκέπτονται επιμόνως δια τα συμφέροντα και την ευτυχίαν των.

Αλλ’ ας έλθωμεν εις τον Τσάρον.

Ο άνθρωπος αυτός, καθώς και παραπάνω εσημειώσαμεν, φοβήται πολύ τους μηδενιστάς και δικαίως, διότι κανένας από τους προγόνους του δεν απέθανε με φυσικόν θάνατον.

Και δια τούτο εβδομάδες τώρα αναγινώσκομεν εις τας εφημερίδας πράγματα αντιφατικά και αβέβαια δια το ταξείδι όπου επιθυμεί να κάμη εις Ιταλίαν δια να επισκεφθή τον βασιλέα της.

Αιτία που το ταξείδι αυτό αποφασίζεται και ξαποφασίζεται, που αναβάλλεται και δεν αναβάλλεται είνε αφ΄ ενός μεν ο φόβος των μηδενιστών καθώς είπομεν, και εξ άλλου η αθεράπευτος ασθένεια της συζύγου του, η οποία έπαθε από φοβεράν αναρχοφοβίαν καθώς βεβαιώνουν οι ιατροί.

Άνθρωπος σοβαρός, ο οποίος έζησε χρόνια πολλά στη Ρωσσία και εγνώρισε κατά βάθος τους μηδενιστάς, μάς έλεγε προ τινός ότι ο Τσάρος δια να σωθή, πρέπει ν΄ ανοίξη την κάσσαν του την πολιτική, να καλέση τους μηδενιστάς και τους ειπή:

- Να η κάσσα, δικά σας όλα, πάρτε όσας θέλετε ελευθερίας, πάρτε τα όλα. Τι τα θέλω εγώ, αν το έθνος μου δυστυχή;

Αλλ’ αυτό δεν θα το κάμη ποτέ διότι χρειάζεται μεγαλείον ψυχής το οποίον δεν έχουν οι επί του θρόνου καθήμενοι.

Όσον δια τη Τσαρίναν, η οποία εκ των φόβων και ανησυχιών της έπαθε νευρασθένειαν αθεράπευτον, ημείς φρονούμεν, ότι θα εθεραπεύετο ασφαλώς, εάν παρεκάλει επιμόνως τον υψηλόν συζυγόν της να δώση γενικήν αμνηστείαν, να παύση τους απαγχονισμούς και τον αποικισμόν της Σιβηρίας και ν΄ αφίση τον Ρωσσικόν λαόν να κανονίση όπως θέλει τας υποθέσεις του.

Έχουν και αι γυναίκες των απαγχονισμένων καρδίας, δια να σπαράζωνται και τέκνα δια να θρηνούν.

Εις την Ρωσσίαν βασιλεύει η φρίκη και ο θάνατος.

Αν όλα αυτά τα καταπαύσουν αι παρακλήσεις της Τσαρίνας, τότε όχι μόνον δεν θα τρέμη δια τας ημέρας του υιού της, και δεν θα φοβήται μήπως οι μηδενισταί σκορπίσουν στον αέρα τας σάρκας του συζύγου της, αλλά θα αισθανθή απ’ εναντίας τας αγνώστους εκείνας αγαλλιάσεις τας οποίας γεννά εις την ψυχίν η εκπλήρωσις ενός μεγάλου καθήκοντος, εξερχομένη δε των ανακτόρων της, τα οποία σήμερον είνε η φυλακή της, θ΄ ακούη την μουσικήν των ζητωκραυγών του Ρωσσικού λαού και τα χειροκροτήματα τη ανθρωπότητας.

ΤΡΙΦΦΦΗΣ

* Δημοσιεύτηκε στο τεύχος 36 της εφημερίδας του Βόλου “Ο Εργάτης”, 18 Οκτώβρη 1909.