logo2

 

 

Επιστολή του Guy Debord για τις μαζικές απεργίες των ανθρακωρύχων στην Ισπανία του Φράνκο

Στην Ισπανία, το καλοκαίρι του 1963 σημαδεύτηκε από ένα δεύτερο κύμα εργατικών επιθέσεων εναντια στο καθεστώς του Φράνκο. Η πρώτη απειλητική επανεμφάνιση του Ισπανικού προλεταριάτου -- είκοσι τρία χρόνια μετά την πρώτη ήττα της επανάστασής του και τον εμφύλιο πόλεμο ενάντια στον εγχώριο και διεθνή φασισμό – ήταν το πρώτο απεργιακό κύμα της άνοιξης του 1962. Παρά το γεγονός πως μετά την επικράτηση του Φράνκο οι απεργίες είχαν κηρυχτεί παράνομες, οι συγκεκριμένες κινητοποιήσεις ήταν γενικά νικηφόρες μιας και επεκταθήκαν σε όλη σχεδόν την Ισπανία, έχοντας ξεκινήσει από τα ανθρακωρυχεία της Asturias. Μεταξύ της τελευταίας εβδομάδας του Ιουλίου και τα τέλη του Σεπτέμβρη του 1963, οι ανθρακωρύχοι της Asturias οργάνωσαν μια απεργία που κράτησε 60 ημέρες και συσπείρωσε μεταξύ των 40.000 και 50.000 εργατών. Μετά την επιτυχία των κινητοποιήσεων του 1962, ο ξεσηκωμός στα ορυχεία της Asturias δεν είχε καταλαγιάσει πάντως. Οι συγκρούσεις με αίτημα την βελτίωση των εργασιακών συνθηκών και οι επιλεκτικές απεργιακές κινητοποιήσεις συνεχίζονταν ακατάπαυστα.

Την φορά αύτη, μια αυθόρμητη απεργία σε ένα από τα ορυχεία της περιοχής που πραγματοποιήθηκε στο πνεύμα αλληλεγγύης, παρέσυρε τους ανθρακωρύχους σε όλα τα ορυχεία της περιοχής. Οι μεταλλουργοί του Miarros ενώθηκαν με τους απεργούς, προσωρινά ωστόσο, μιας και τα αιτήματά τους ικανοποιήθηκαν άμεσα. Προς το τέλος του κινήματος όμως πραγματοποιήθηκαν και άλλες απεργίες στην νοτιά Ισπανία (στο Rio Tinto και στο Puertollano), και ο ξεσηκωμός τους συνεπήρε και τους εργάτες στην πρωτοπόρα στην παράγωγη περιοχή της Jaen. Αλλά την περίοδο εκείνη το κίνημα στην Asturias έχασε την δυναμική του και η απεργία δεν εξαπλώθηκε στην Καταλονία (εκεί οπού η Βαρκελώνη αποτελεί το άλλο μεγάλο κέντρο βιομηχανοποίησης και του εργατικού κινήματος στην Ισπανία), στην χώρα των Βάσκων ή στην Μαδρίτη.

Tα αιτήματα των ανθρακωρύχων, τα οποία ήταν μάλλον αδύναμα οικονομικά, αφορούσαν τους μισθωτούς εργάτες λόγω του ότι η αύξηση του κόστους ζωής κατά την διάρκεια των προηγούμενων 16 μηνών είχε ξεπεράσει τις αυξήσεις που είχαν κερδηθεί το 1962. Τα αιτήματα των απεργών δεν περιορίστηκαν σε οικονομικά ζητήματα όμως. Αφορούσαν τις εργασιακές συνθήκες και τις άδειες. Οι μεταλλουργοί στο Miaros είχαν κερδίσει έναν μήνα άδειας κάθε χρόνο με αποδοχές και οι ανθρακωρύχοι συμπεριέλαβαν αμέσως το αίτημα στα δικά τους. Παρ’ όλα αυτά, το βασικό αίτημα των ανθρακωρύχων αφορούσε το δικαίωμα τους να εκπροσωπούνται άμεσα από δικούς τους εκπροσώπους, αρνούμενοι την «κάθετη» συνδικαλιστική δομή που είχε επιβάλλει ο Φράνκο, συμφώνα με την οποία εργάτες και διευθυντές ήταν υποχρεωμένοι να συνδικαλίζονται μαζί. Κατά συνέπεια η απεργία ήταν αμιγώς πολιτική και αποτέλεσε έναν σαφή ανταγωνισμό σε μια από τις βάσεις του καθεστώτος που είχε εγκαταλείψει η Ισπανική μπουρζουαζία το 1936-1939. Επρόκειτο για έναν ανοικτό αγώνα για αξιοπρέπεια, και κατ’ επέκταση μια επίδειξη δύναμης εναντία στο καθεστώς που απεχθάνονταν όλοι οι Ισπανοί εργαζόμενοι.

Οι μορφές που πήραν οι απεργιακές κινητοποιήσεις των ανθρακωρύχων στην Asturias δηλώνουν και την ανεξάρτητη βούλησή τους. Κάθε στοά επέλεξε τον εκπρόσωπό της και μέσω παρανομών συναντήσεων οι εκπρόσωποι αυτοί οδηγούσαν την απεργία. Περιφρονώντας τα συνδικάτα, οι απεργοί – προκειμένου να παρουσιάσουν τα αιτήματά τους άμεσα – έστειλαν στην κυβέρνηση της Μαδρίτης μια ομάδα ανθρακωρύχων που είχαν προσβληθεί από πυριτίαση (σοβαρή πάθηση των πνευμόνων). Και επανέλαβαν πως δεν τους εκπροσωπούσε κάνεις άλλος παρά οι ίδιοι τους εαυτούς τους.

Και η αλληλεγγύη των εργατών της περιοχής εκδηλωνόταν διαρκώς. Το 1962, όσοι δεν συμμετείχαν στην απεργία βιώσαν την προσβολή των σταχυών -- τροφή για κοτόπουλα, σύμβολα δειλίας – που πεταχτήκαν στις εισόδους των σπιτιών τους. Οι ψαράδες του Bilbao εργαστήκαν υπερωρίες ώστε να μπορούν να παρέχουν ψαριά στους απεργούς ανθρακωρύχους. Και όσοι από τους ανθρακωρύχους διέθεταν ακόμη κάποιο μικρό κομμάτι γης το καλλιεργούσαν με άλλους συντρόφους και μοιράζονταν την σοδειά. Τα μικρομάγαζα της περιοχής υποστήριξαν τους εργάτες διανέμοντας τρόφιμα στους εργάτες της γειτονιάς τους. Ενώ οι ανθρακωρύχοι της Asturias κατήγγειλαν πως τα πόσα που είχαν συλλεχτεί στο εξωτερικό προς συμπαράστασή τους το 1962 δεν έφτασαν ποτέ σε αυτούς: παρακρατήθηκαν από τους γραφειοκράτες στην Πράγα (σταλινικούς) ή την Τουλούζ (εξόριστοι Ισπανοί σοσιαλιστές) προκειμενου να χρηματοδοτήσουν την δική τους προπαγάνδα. Απαίτησαν όπως τα χρήματα δοθούν άμεσα στις οικογένειες των απεργών.

Ο ρόλος των παλιών πολιτικών οργανώσεων του Ισπανικού προλεταριάτου, όλες απαξιωμένες μετά τα σοβαρά λάθη τους κατά την διάρκεια της επανάστασης και του εμφύλιου πολέμου, ήταν πλέον ιδιαίτερα περιορισμένος, ενώ όλοι οι άλλοι – οι αναρχικοί, οι σταλινικοί, οι σοσιαλιστές, και το POUM – διέθεταν ακόμη παράνομα δίκτυα. Το πιο δραστηριοποιημένο από όλα αναφορικά με το κίνημα στην Asturias φαίνεται πως ήταν η εργατική συμμαχία, την οποία αποτελούσαν αναρχικοί αγωνιστές και σοσιαλιστές, αλλά και πολλοί νεαροί εργάτες που δεν επέκειντο σε συγκεκριμένες ιδεολογίες από την μια, και από την άλλη, το Λαϊκό Απελευθερωτικό Μέτωπο, μια πρόσφατα δημιουργημένη οργάνωση στα πρότυπα της οργάνωσης του Κάστρο, οι αρχικές στρατολογήσεις του οποίου ήταν διανοούμενοι και σπουδαστές. Το Κομμουνιστικό Κόμμα χλευάζεται με έμφαση από το προλεταριάτο λήγω της επιλογής του να συμπερίλαβε όλες τις τάξεις της Ισπανικής κοινωνίας – ακόμη και της μοναρχικής μπουρζουαζίας -- έτσι ώστε να αντικαταστήσει την Φράγκικη δικτατορία ειρηνικά και «δημοκρατικά». Κατά συνέπεια, το Κόμμα τείνει να εγγυάται στον καπιταλισμό πως οι πολιτικά ουσιώδεις αλλαγές δεν διατρέχουν κανέναν κίνδυνο να εκτραπούν επαναστατικά. Η συγκεκριμένη πολιτική ντιρεκτίβα διαδόθηκε ευρέως στα Ισπανικά από το Ράδιο Πράγα.

Ωστόσο το 1962, η κυβέρνηση του Φράνκο, τρομοκρατημένη από το εύρος και την διάρκεια των απεργιακών κινητοποιήσεων, επιχείρησε να κρατήσει κρυφή ακόμη και την ιδία τους την ύπαρξη για όσο περισσότερο καιρό μπορούσε. Εντελή, υποχρεώθηκε να παραδεχτεί την ύπαρξη παρανομών απεργιών καθώς και τις μισθολογικές αυξήσεις που υποχρεώθηκε να εφαρμόσει. Μετά το τέλος της απεργίας, η καταστολή περιορίστηκε στην απέλαση ενός μικρού αριθμού μαχητικών εργατών. Και ως το 1963, η απεργία αναγνωρίστηκε άμεσα από την κυβέρνηση. Η οποία δικαιολογήθηκε όμως από την παγκόσμια κρίση στα ανθρακωρυχεία λήγω της διάδοσης των νέων ενεργειακών πηγών – μια κρίση φανερή σε όλη την Ευρώπη (με απόδειξη τις πρόσφατες απεργίες από τους Γάλλους και Βέλγους ανθρακωρύχους στην Baronage), και ειδικότερα στην Ισπανία, οπού τα επίπεδα εξόρυξης δεν ήταν όσο κερδοφόρα απαιτούσε η επικείμενη οικονομική ένωση της Ευρώπης. Οι αρχές απάντησαν αρχικά με μια σειρά αποκλεισμών των χώρων εργασίας, και στην συνεχεία πρότειναν τον διάλογο για το παγκόσμιο μέλλον των ανθρακωρυχείων όντος της ΕΕ. Οι ανθρακωρύχοι αρνήθηκαν κάθε τέτοιο διάλογο. Μετά από κάθε επίσημη επανέναρξη των εργασιών στα ορυχεία – είχαν προηγηθεί αρκετές άτυπες και γελοίες προσπάθειες να ανοίξουν, οι οποίες κατέληξαν να γίνονται κάθε Δευτέρα – οι διευθύνοντες υποχρεώθηκαν να αποδεχτούν πως δεν υπήρχαν αρκετοί εργάτες παρόντες ώστε να οργανώσουν τις ομάδες εργασίας και ανακοίνωναν εκ νέου την αναστολή των εργασιών. Την ιδία στιγμή που η κυβέρνηση επέλεγε να αφήσει τις απεργίες να ατονήσουν λήγω της εξάντλησης των οικονομικών πόρων των εργατών, εφάρμοσε παράλληλα και ένα σχέδιο αποκλiμάκωσης προκειμένου να αποτρέψει την επέκταση των κινητοποίησαν που θα μπορούσαν να την ανατρέψουν. Τα όπλα της κυβέρνησης δεν ήταν μονό οικονομικές παραχωρήσεις (όπως στην περίπτωση του Miaros), αλλά και η εξαιρετικά βίαιη καταστολή από την αστυνομία. Αρκετοί ανθρακωρύχοι συνεληφθεισών και φυλακιστήκαν, ενώ πολλοί από αυτούς βασανιστήκαν στα κελιά.

Και παράλληλα με αύτη την κατασταλτική επιχείρηση, η οποία αποσιωπήθηκε όσο το δυνατόν περισσότερο, αν και είχε ήδη προκαλέσει δημοσιές διαμαρτυρίες από μερικούς Ισπανούς διανοουμένους, η κυβέρνηση του Φράνκο προετοίμασε μια εντυπωσιακή δική της αναρχικής απειλής. Πέντε μαχητικοί αναρχικοί είχαν συλληφθέν μετά -- ή και πριν – την έκρηξη μερικών μικρής ισχύος βομβών, [υποτιθέμενα] ως διαμαρτυρία εναντία στον τουρισμό κατά την διάρκεια της δικτατορίας (η εισροή τουριστών από την υπολοιπη Ευρωπη αυξανεται καθε χρονο αποτελοντας μια σημαντικη συμβολη στην Φρανκικη οικονομια).

Δυο Ισπανοι αναρχικοι στραγγαλιστηκαν (μια εσκεμμενα μεσαιωνικη τιμωρια), ενω τρεις νεαροι Γαλλοι καταδικαστηκαν σε 15 με 30 χρονια στην φυλακη.

Οι διαστασεις του αγωνα στην Asturias και η συνεχιζομενη καταστολη θα εχει σιγουρα συνεπειες για την Φρανκικη κριση. Και οι ανθρακωρύχοι της Asturias αποτελουν ενα ξεχωριστο σημείο επαναστατικής μνήμης στην σύγχρονη Ισπανία. Το 1934, χάρη στην ένοπλη εξέγερσή τους κατάφεραν να απομακρύνουν κάθε δύναμη αντίδρασης σε όλη την περιοχή, και μονό μετά από μια εβδομάδα εντατικών στρατιωτικών επιχειρήσεων από τον Ισπανικό Αποικιακό Στρατό ηττήθηκε η Κομμούνα της Asturias. Και για τις δυο πλευρές, η ένοπλη αύτη αντιπαράθεση αποτέλεσε το πρελούδιο για τον γενικευμένο εμφύλιο πόλεμο, στην διάρκεια του οποίου η προγουμενά γενιά των ίδιων ανθρακωρύχων της Asturias [του 1962-63], θα αναδεικνύονταν στους φημισμένους δυναμιτιστές των μαχών στην Μαδρίτη και την Γουαδαλαχάρα.

Έτσι, οι ανθρακωρύχοι στην Asturias βρίσκονται σήμερα στο επίκεντρο όλων των αντιφάσεων της σύγχρονης Ισπανίας. Τα αιτήματα τους είναι ταυτόχρονα λογικά και απαράδεκτα. Κατ’ αρχήν γιατί το δικαίωμα στην απεργία και το δικαίωμα στο συνδικαλίζεσθε προκειμένου να εξασφαλίζεται η αύξηση των μισθών είναι θεμιτά στον σύγχρονο καπιταλισμό. Αλλά στην περίοδο που διατρέχουμε, ο εκσυγχρονισμός του Ισπανικού καπιταλισμού (επιχειρούμενος με την βοήθεια του Αμερικανικού κεφαλαίου) έχει προχωρήσει τόσο ώστε να συμπεραίνει κάνεις πως η κοινωνική βάση της κυρίαρχης κοινωνικής τάξης έχει μεταβληθεί σημαντικά από το 1936. Η κυριαρχία της έχει περάσει από τους ιδιοκτήτες γης στους βιομηχάνους. Οι καπιταλιστές αυτοί, στην προσπάθειά τους να κατασκευασουν μια νέα βιομηχανία, ανταγωνιστική στα πλαίσια της Ευρωπαϊκής Κοινής Αγοράς, δεν έχουν βρει στην υπερδομή της Φρανκικής δικτατορίας την δύναμη εκείνη που θα προσαρμοστει στις δραστηριοτητές τους ή στην μεγιστοποίηση των κερδών τους. (Οι διακηρύξεις της σύγχρονης τάσης του Ισπανικού κλήρου υπέρ των απεργών του 1962 εκφράζουν τα συμφέροντα αυτού ακριβώς του καπιταλιστικού εκσυγχρονισμού, και η πρόσφορα του ενός μήνα άδειας είναι εξίσου χαρακτηριστική). Παρ’ όλα αυτά, είναι πολύ δύσκολο να αντικαταστήσουν διακριτικά το καθεστώς του Φράνκο, το οποίο ασκεί την εξουσία του κυρίως μέσω της στρατιωτικής κάστας, δηλαδή όλων εκείνων των συντηρητικών δυνάμεων που κατέστειλαν την προλεταριακή επανάσταση του 1936. Η κυβέρνηση του Φράνκο δεν μπορεί να εκδημοκρατιστεί από μονή της, και μιας και αυτό το καθεστώς διατηρείται στην διακυβέρνηση της χωράς, οι απαιτήσεις των εργατών θα παραμείνουν απαράδεκτες. Οποιαδήποτε ελευθερία για την εργατική τάξη θα είναι ενοχλητική για μια εξουσία η λειτουργία της οποίας δεν είναι άλλη από την καταστολή κάθε ελευθερίας.

Η αντικαταστάστε της Φρανκικής εξουσίας κινδυνεύει μονό από την πίεση που μπορεί να ασκήσει η εργατική τάξη, την οποία το καθεστώς ωθεί σε όλο και πιο δραστικά μέτρα. Οι εργάτες είναι η κύρια δύναμη που θα μπορούσε να σαρώσει το Φρανκικό καθεστώς, αλλά δεν θα το κάνει ελπιζοντας να εγκαθιδρύσει έναν ακόμη πιο σύγχρονο καπιταλισμό και μια τυπική δημοκρατία, όπως στην Γερμάνια μετά τον Δεύτερο Π. Π., ή στην Γάλλια. Στην Ισπανία η μνήμες διατηρούν σπουδαία πολιτική ισχύ. Και η πολιτική εξέλιξη, από το παρόν ως το παρελθόν, έχει παρεμποδιστεί, πράγματι τεθεί σε ύπνωση, μετά την νίκη του Φράνκο. Έτσι, η οικονομική εξέλιξη έχει οδηγήσει για μια ακόμη φορά την Ισπανία σε ένα ειδικό ραντεβού με τον παγκόσμιο καπιταλισμό και τα προβλήματα του.

Η παρούσα άνοδος του Ισπανικού προλεταριάτου δεν έχει καταφέρει ακόμη να δημιουργήσει μια επαναστατική οργάνωση προσαρμοσμένη στις νέες δυνατότητες του, και η απουσία αύτη έχει φυσικά τραυματίσει την διεύρυνση του κινήματος σε όλη την Ισπανία – μια διεύρυνση που θα αρκούσε για να καταστρέψει το Φρανκικό καθεστώς, και μαζί με αυτό, όλη την κοινωνική τάξη που δεν μπορεί να υπερβεί αυτό του καθεστώς. Ταυτόχρονα όμως, το γεγονός πως η Ισπανική εργατική τάξη δεν καθοδηγείται από κάποιο ρεφορμιστικό ή σταλινικό κόμμα ενοχλεί ακόμη περισσότερο τα καπιταλιστικά συμφέροντα, και μειώνει τα περιθώρια ελιγμών εκ μέρους τους, καταλήγοντας σε μια ακραία αντίφαση. Στην μόνιμη ανικανότητά τους να οργανώσουν μια δύναμη προσαρμοσμένη στις επιδιώξεις τους. Η κυρίαρχη τάξη στην Ισπανία διακηρύσσει εναντίον της μια καταδικη που μονο το προλεταριατο μπορει να εκτελέσει.

*Eπιστολή του Guy Debora προς τον Toru Tamaki με ημερομηνία 28 Οκτώβριου 1963. Κυκλοφόρησε μετά τον θάνατο του συγγραφέα.