logo2

 

Κριτική δύο βιβλίων για την Λιθουανή βιβλιοθηκάριο που επέζησε του Ολοκαυτώματος

Του Marc Record 

Η Ona Šimaitė (προφέρεται Shim-ay-Teh) ήταν Λιθουανή βιβλιοθηκάριος, γνωστή για το λαθρεμπόριο τροφίμων, το πέρασμα μηνυμάτων και άλλων λαθραίων στο γκέτο της Βίλνα κατά τη διάρκεια του Ολοκαυτώματος. [1] Η ίδια περνούσε επίσης λαθραία ανθρώπους, νέα και βιβλία έξω από το γκέτο. Βασανίστηκε από την Γκεστάπο μετά τη σύλληψή της. Το Πανεπιστήμιο Βίλνιους οργάνωσε ολόκληρη δωροδοκία για να την σώσει από την εκτέλεση. Απελάθηκε στο Νταχάου απ’ όπου κατέληξε σε ένα στρατόπεδο αιχμαλώτων πολέμου.

Από την Šimaitė είχε συχνά ζητηθεί να γράψει την αυτοβιογραφία της. Σε μια στιγμή ήταν πρόθυμη να τη γράψει. Αλλά αυτό δεν συνέβη ποτέ, αναβλήθηκε εξαιτίας της καθημερινότητας της δουλειάς της και του καθήκοντός της ως τακτικής αλληλογράφου. Έγραψε ένα σύντομο απολογισμό για τον Ι.Ν. Steinberg, [2], και έκανε άλλες περιστασιακές αναφορές, αλλά ήταν πάρα πολύ επίπονο να εξεταστεί σε βάθος η δράση της. Επίσης, υποψιάζομαι ότι η ίδια ήταν ενάντια στο να λέει πάρα πολλά. Εάν η διατήρηση των πληροφοριών είναι το καθήκον των βιβλιοθηκονόμων και των αρχειονόμων, τότε οποιοσδήποτε εμπλέκεται σε παράνομες δραστηριότητες θα πρέπει να γνωρίζει πώς να ξεχνά πράγματα. Και η Šimaitė σίγουρα το έκανε: όταν είχε απελαθεί, είχε ξεχάσει τόσο πολύ που δεν μπόρεσε να πει λέξη στους φίλους και την οικογένειά της, όταν προέκυψε η ευκαιρία. Ακόμα και μετά τον πόλεμο, δεν μιλούσε συχνά για να μην δημιουργήσει μπελάδες σε ανθρώπους - και δικαιολογημένα, λόγω της μεταπολεμικής σταλινικής καταστολής. Η Šimaitė ήταν πάντα μετρημένη (και επιφυλακτική) για όλα όσα έκανε, μη αναφερομενη στη διάσωση ανθρώπινων ζωών, αλλά στα «θελήματά της». [3]

Εδώ εμφανίζεται η Julija Sukys, η οποία είναι Λιθουανο-Καναδή συγγραφέας, και η οποία έχει τις γλωσσικές δεξιότητες να πει την ιστορία της Šimaitė: "Αυτό και μόνο με κάνει να αναρωτιέμαι αν η Šimaitė είχε γεννηθεί στη Γερμανία ή τη Γαλλία, και αν το όνομά της ήταν Anna Strauss ή Anne Simard, και αν είχε γράψει τα ημερολόγια και τα περιοδικά της σε μια σημαντική γλώσσα της Δυτικής Ευρώπης, ίσως κάποιος θα μπορούσε να γράψει γι’ αυτήν δεκαετίες πριν “ [4] Αντί αυτού, η Sukys έγραψε το βιβλίο “Epistolophilia” το οποίο περιέχει δύο ιστορίες: τη ζωή της Ona Šimaitė και το δικό της ταξίδι μέσα από την αποκάλυψη της πρώτης, από ένα όνομα σε μια κάρτας καταλόγου, στο σημείο όπου το μάτσο των φωτοκοπημμένων γραμμάτων της να μην μπορεί να χωρέσει πλέον στις χειραποσκευές της. Οι επιστολές αυτές έδωσαν στο βιβλίο τον τίτλο του: «epistolophilia», που μπορεί να σημαίνει είτε την αγάπη για τη συγγραφή τους είτε την ασθένεια της συγγραφής επιστολών.

Οι δύο αυτές γυναίκες ζουν πολύ διαφορετικές ζωές. Η βιβλιοθηκονομία είναι «το αγαπημένο επάγγελμα» της Šimaitė, αλλά η Sukys (σε μια στιγμή αμφιβολίας) δοκιμάζει ένα βαθύ αίσθημα απογοήτευσης όταν συνειδητοποιεί ότι ήταν μια απλή καταλογοποιός, τη χαμηλότερη από τις χαμηλές αρμοδιότητες.» [5] Η Sukys στοχάζεται για τη γραφή των γυναικών -πώς συμβαίνει αυτό και δεν γίνεται- εν μέρει από τη δική της εμπειρία: «Μόνο μετά τη λήψη μιας σειράς μονομερών αποφάσεων σχετικά με τη φροντίδα των παιδιών, τη φροντίδα του σπιτιού και την προμήθεια τροφίμων συνέβη να αρχίσω να ανακτώ χρόνο για να γράψω και να μεταφέρω την αίσθηση της πρώην ταυτότητάς μου». [6]

Πολιτικά, η Šimaitė ήταν αρχικά μέλος των Αριστερών Σοσιαλεπαναστατών. Θεωρούσε τον Ι.Ν. Steinberg ως τον πνευματικό της μέντορα και ασχολήθηκε με το έργο της αλληλεγγύης προς τους φυλακισμένους πριν από το Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Έτσι, ήταν επαναστάτρια και όχι σταλινική. Η πολιτική και προσωπική της σύνδεση με τους Εβραίους συντρόφους (τους Lichtensteins, Faivush Trupianski, Gershon Malakiewicz και Mikhail Shur) [7], την τράβηξε στα «θελήματά» της. Την παραμονή της σύστασης του γκέτο, οι Αριστεροί Σοσιαλεπαναστάτες και οι αναρχικοί συνεδρίασαν για να εξετάσουν τη στάση τους: «Μια ασήμαντη μειοψηφία μεταξύ των οποίων θα μπορούσε να μετρηθεί και η φωνή μου». [8] Η Šimaitė μετακινήθηκε αποφασιστικά κοντά στους αναρχικούς. Εννέα μήνες πριν πεθάνει στο Παρίσι, η Šimaitė περιέγραψε τον εαυτό της ως «ακόμα γινόμενη αναρχική». [9] Έγραψε επίσης στο Σικάγο στον αναρχικό Μπόρις Yelensky, στο Σικάγο, που τον τον αποκάλεσε σύντροφο. [10]

Οφείλουμε ευγνωμοσύνη στην Julija Sukys για την ανάκτηση της ιστορίας της Šimaitė. Η Šimaitė ήξερε πώς να σιωπά, και φυσικά μέρος αυτής της σιωπής προέρχεται από έναν τραυματισμό. Πιστεύω, επίσης, ότι ήξερε, όπως μια ριζοσπάστρια γυναίκα της εργατικής τάξης, η αξία του να θεωρείσαι αγνοούμενος, ή να κρύβεσαι με την πρώτη ματιά. Θυμάται ένα «θέλημα», όταν εξαγόρασε τα λύτρα του Gershon Malakiewicz: «πώς τολμώ να πληρώσω τα λύτρα ενός Εβραίου; [...] Με έβρισαν. [...] Έκανα την ηλίθια, που προσποιείται ότι είναι μια γυναίκα που δεν ξέρει τίποτα». [11] 

Ας ελπίσουμε ότι αυτά τα γραφόμενα εδώ για τη ζωή της Šimaitė θα ενθαρρύνουν τους ανθρώπους να σκεφτούν τους άγνωστους που έκαναν το σωστό και δεν μίλησαν ή δεν θα μπορούσαν να μιλήσουν ποτέ.

Σημειώσεις

1, Vilna (η ονομασία στα Yiddish) και Vilnius (στη Λιθουανική γλώσσα) ονομαζίταν πριν Wilno (στα Πολωνικά). Κατά τον ίδιο τρόπο, η Ona είναι γνωστή και ως Anna, Anya και Ana.
2. ‘And I burned with shame’: the testimony of Ona Šimaitė, Righteous among the Nations; a letter to Isaac Nachman Steinberg by Julija Šukys. Κυκλοφόρησε από τον Yad Veshem το 2007.

3., Julija Šukys, Epistolophilia: writing the life of Ona Šimaitė, University of Nebraska Press, σελ. 19.
4. Epistolophilia, σελ. 14.
5. Epistolophilia, σελ. 8, σελ. 164.
6., Epistolophilia, σελ. 167.
7. Δες “And I burned with shame’, σελ. 23, σελ. 25.
8. ‘And I burned with shame’, σελ. 53-4.
9. Epistolophilia, σελ..77, απόσπασμα του ημερολογίου 28, April 10, 1969.
10. Δες Φάκελο 62 στα Αρχεία Yelensky στο Άμστερνταμ. Διαδικτυακά στο https://senyafleshinpapers.wordpress.com/2015/06/25/boris-yelensky-papers-folder-62/
11. “And I burned with shame”, σελ. 35.

Από το http://www.katesharpleylibrary.net/mcvg27 και το http://libcom.org/library/solidarity-silence-story-ona-%C5%A1imait%C4%97-librarian-lifesaver  Ελληνική μετάφραση “Ούτε Θεός—Ούτε Αφέντης”.