logo2

 

(Luigi Fabbri ή Fabri, Fabriano, 23 Οκτωβρίου 1877 – Montevideo, 24 Ιουνίου 1935). Ιταλός αναρχικός θεωρητικός, συγγραφέας, εκδότης και οργανωτής των αρχών του 20ου αιώνα.

ΠΡΩΤΑ ΧΡΟΝΙΑ

Γεννήθηκε σε μία μεσοαστική οικογένεια του Φαμπριάνο (Fabriano) της Ανκόνα (Ancona) και πέρασε τα παιδικά του χρόνια αρχικά στο Μοντεφιόρε ντελ Άσο (Montefiore dell’ Asο) της επαρχίας Άσκολι Πιτσένο (Ascoli Piceno) και μετά στο Ρεκανάτι (Recanati), όπου σπούδασε στο εκεί γυμνάσιο.

Προσχώρησε στον Αναρχισμό το 1893 σε ηλικία μόλις 15 ετών και την επόμενη χρονιά γνώρισε στην Ανκόνα την πρώτη του καταδίκη για διανομή αντιπολεμικής προπαγάνδας.

ΣΥΝΕΡΓΑΣΙΑ ΜΕ ΤΟΥΣ ΜΑΛΑΤΕΣΤΑ ΚΑΙ ΓΚΟΡΙ

Από τα τέλη του 1896,  ενώ σπούδαζε νομικά στο Πανεπιστήμιο της Ματσεράτα (Macerata), ισχυροποίησε την θεωρητική του κατάρτιση δίπλα στον κατά 24 χρόνια μεγαλύτερό του Ερρίκο Μαλατέστα (Errico Malatesta, 1853 – 1932), με τον οποίο συνεργάστηκε σε μια σειρά από οργανωτικές και προπαγανδιστικές δράσεις, καθώς και στην αρχισυνταξία της αναρχικής εφημερίδας «L’ Agitazione» από το 1897 έως τον Μάϊο του 1898, οπότε και συνελήφθη για μία ακόμη φορά και έμεινε στις φυλακές δύο νησιών του Τυρρηνικού πελάγους, αρχικά στην Πόντζα (Ponza) και μετά στην Φαβινιάνα (Favignana), έως τον Οκτώβριο του 1900.

Όταν αποφυλακίστηκε έφυγε για την Ρώμη, αρθρογράφησε στο «La Plebe» και το 1902, σε ηλικία 25 ετών, συνάντησε τον Πιέτρο Γκόρι (Pietro Gori, 1865 – 1911), φημισμένο αναρχικό δικηγόρο, χαρισματικό ρήτορα και ποιητή, προπαγανδιστή, οργανωτή και εκδότη που μόλις είχε επιστρέψει στην Ιταλία από εξορία και μετά από μερικούς μήνες ίδρυσε μαζί του το θεωρητικό αναρχικό περιοδικό «Η Σκέψη» («Il Ρensiero»), το οποίο κυκλοφόρησε από το 1903 έως και τον Δεκέμβριο του 1911. Παράλληλα ο Φάμπρι τακτικότατα έστελνε κείμενά του στο Πάτερσον (Paterson, New Jersey) των Η.Π.Α., προς δημοσίευση στην εφημερίδα των αναρχικών Ιταλών μεταναστών «Το Κοινωνικό Ζήτημα» («La Question Sociale»).

ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΗ - ΕΚΔΟΤΙΚΗ ΔΡΑΣΗ

Δημοσιεύοντας κείμενα και στο επηρεασμένο από τις ιδέες του Ισπανού αναρχικού παιδαγωγού Φερρέρ (Francisco Ferrer Guardia, 1859 – 1909) περιοδικό «Λαϊκό Πανεπιστήμιο» («Univerista Popolare», 1901 - 1918) του Λουϊτζι Μολινάρι (Luigi Molinari, 1866 - 1918), εξέδωσε το 1904 μία βιογραφία του σοσιαλιστή πατριώτη Κάρλο Πιζακάνε (Carlo Pisacane, 1818 - 1857) και το 1906 την μπροσούρα «Η εργατική οργάνωση και η Αναρχία» («L’ organizzazione operaia e l’ Αnarchia»), ενώ την επόμενη χρονιά συμμετείχε μαζί με τον Μαλατέστα στο «Διεθνές Αναρχικό Συνέδριο» («International Anarchist Congress» του Άμστερνταμ (Amsterdam, 24 - 31 Αυγούστου 1907). Το 1909 

έγραψε δύο ακόμη έργα του, αφιερωμένα στην αντιαυταρχική εκπαίδευση και στον Φερρέρ (τα «Φερρέρ: ο τελευταίος μάρτυρας της ελεύθερης σκέψης» και «Το μοντέρνο σχολείο της Βαρκελώνης και ο Φερρέρ»).

Όταν τον Δεκέμβριο του 1911, έντεκα μήνες μετά τον θάνατο του Γκόρι, έκλεισε οριστικά το περιοδικό «Η Σκέψη» (και απλώς μέχρι τον Δεκέμβριο του 1912 και τον Φεβρουάριο του 1913 έβγαλε 2 ακόμη εκτός σειράς τεύχη, αφιερωμένα στον Κροπότκιν και τον Τζιορντάνο Μπρούνο), ο Φαμπρι άρχισε να δημοσιεύει κείμενά του στο περιοδικό «Θέληση» («Volontà»), του οποίου μετά από δύο έτη και μέχρι το 1915 έγινε διευθυντής σύνταξης.

Επίσης αρθρογράφησε εκτεταμένα το 1911 στο περιοδικό «Το Μοντέρνο Σχολείο» («La Scuola Moderna») και επανήλθε στο ζήτημα της αντιαυταρχικής εκπαίδευσης με το δοκίμιό του «Το σχολείο και η επανάσταση» (1912), που την επόμενη χρονιά (1913) ακολουθήθηκαν από τα ενάντια στην χριστιανική θεοκρατία «Τζιορντάνο Μπρούνο» και «Εκκλησία και Κράτος».

ΚΑΤΑΔΙΩΞΗ ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΦΑΣΙΣΤΕΣ

Κατά τον Α Παγκόσμιο Πόλεμο (Αύγουστος 1914 – 11 Νοεμβρίου 1918) ο Φάμπρι κατηγορήθηκε για «επαναστατικό ντεφετισμό» («disfattismo») για το κείμενό του «Ο ευρωπαϊκός πόλεμος και οι αναρχικοί» και έμεινε ένα διάστημα στην φυλακή, ενώ μετά την λήξη του, κατά την διετία 1919 – 1920, εξέδωσε ξανά την «Θέληση». Το 1919 στήριξε την προσπάθεια ίδρυσης της «Ιταλικής Κομμουνιστικής Αναρχικής Ένωσης» («Unione Comunista Anarchica Italiana», UCAI) και το 1920 συμμετείχε στην Μπολώνια στο συνέδριο που μεταμόρφωσε την UCAI στην «Ιταλική Αναρχική Ένωση» («Unione Anarchica Italiana», UAI, δίχως τον όρο «κομμουνιστική» ώστε να μην δημιουργείται σύγχυση με τους μπολσεβίκους), που είχε πλέον απορρίψει τα κάθε είδους ατομικιστικά και τα αντι-οργανωτικά στοιχεία, τα οποία οι Φάμπρι και Μαλατέστα, θεωρούσαν αποκλειστικά υπεύθυνα για την έως τότε ανικανότητα του αναρχικού χώρου.

Από το 1920 έως το 1922 εργάστηκε στην σύνταξη της ημερήσιας τότε αναρχικής εφημερίδας «Νέα Ανθρωπότητα» («Umanità Νova») που εξέδιδε η «Ιταλική Αναρχική Ένωση», αρθρογράφησε στο αργεντίνικο περιοδικό «Via Libre» και εξέδωσε δύο σημαντικά δοκίμια κατά του ολοκληρωτισμού, το αντι-μπολσεβικικό «Δικτατορία και Επανάσταση» («Dittatura e Rivoluzione», 1921) και το αντι-φασιστικό «Η προληπτική αντεπανάσταση» («La controrivoluzione preventiva», 1922). Το 1922 όμως υπέστη τον πρώτο του ξυλοδαρμό από τις ομάδες κρούσης των μελανοχιτώνων («camicie nere» ή «squadristi») του φασιστικού κόμματος («Partito Nazionale Fascista», PNF, 1921 - 1943) και ακολούθησε ένας δεύτερος μετά από μερικούς μήνες, το 1923. Από το 1924 έως το 1926 εργάστηκε στην σύνταξη της επιθεώρησης «Σκέψη και Θέληση» («Pensiero e Volontà») και αρθρογράφησε στα περιοδικά «Libero Accordo», «La Rivista Internazionale Anarchica», «Fede», κ.ά.,  όμως την ίδια εποχή του απαγορεύθηκε το να εργάζεται ως δάσκαλος, επειδή είχε αρνηθεί να δώσει τον απαιτούμενο φασιστικό όρκο νομιμότητας.

ΦΥΓΗ ΣΤΟ ΕΞΩΤΕΡΙΚΟ

Το 1926 εγκατέλειψε την Ιταλία και μέσω Ελβετίας αναζήτησε καταφύγιο στην δημοκρατική τότε Γαλλία, καθώς η ζωή του κινδύνευε πια από τους έχοντες πια την απόλυτη εξουσία φασίστες, την άνοδο των οποίων ο ίδιος είχε αναλύσει το 1922 ως «προληπτική αντεπανάσταση» στην ανατρεπτική προοπτική που είχε γεννήσει η «κόκκινη διετία» («biennio rosso», 1919 – 1920) για την οποία διετία ο απογοητευμένος Φάμπρι είχε γράψει: «η επανάσταση ούτε ήλθε από μόνη της, ούτε κανείς ενδιαφέρθηκε να την κάνει, το μόνο που είδαμε στην διετή εκείνη ευφορία ήταν μεγάλες λαϊκές συγκεντρώσεις, πάρα πολλές συγκεντρώσεις και δίπλα τους ατελείωτες χορογραφημένες πορείες και διαδηλώσεις». Κατά την σχεδόν τριετή παραμονή του στην Γαλλία εξέδωσε μαζί με άλλους αναρχικούς την εφημερίδα «Η Ανθρώπινη Πάλη» («La Lotta Umana», 1927 - 1929), καθώς και στα αναρχικά περιοδικά «La Protesta Umana» του Μπουένος Άϊρες και «Rivista Blanca» της Βαρκελώνης.

Όταν τελικά στις 20 Μαρτίου 1929 απελάθηκε μαζί με τους υπόλοιπους της εκδοτικής ομάδας (Ούγο Φεντέλι, Ugo Fedeli, Καμίλο Μπερνέρι, Camillo Bern       eri και Τορκουάτο Γκόμπι, Torquato Gobbi) από την Γαλλία, κατέληξε στο Βέλγιο, από όπου όμως επίσης απελάθηκε έπειτα από λίγες εβδομάδες. Πήρε τότε μία τολμηρή απόφαση, πέρασε μαζί με την σύζυγό του Μπιάνκα Σμπριτσιόλι (Bianca Sbriccoli) και την θυγατέρα του Λούκα Φάμπρι (Luce Fabbri, 1908 - 2000) τον Ατλαντικό και κατέληξε στο Μοντεβιδέο (Montevideo) της Ουρουγουάης (ο υιός τους Βέρος, Vero Fabbri, 1910 - 1991, έμεινε στην Ρώμη, επιστρατεύθηκε κατά τον Β Παγκόσμιο Πόλεμο και το 1946 εγκαταστάθηκε και αυτός στην Ουρουγουάη).

ΔΡΑΣΗ ΚΑΙ ΘΑΝΑΤΟΣ ΣΤΗΝ ΟΥΡΟΥΓΟΥΑΗ

Από το Μοντεβιδέο συνεργάστηκε στις αρχές του 1930 με τους εγκατεστημένους στην Αργεντινή Γκόμπι και Φεντέλι για την ίδρυση της επιθεώρησης «Κοινωνικές Μελέτες» («Studi Sociali»), τα πρώτα 8 τεύχη της οποίας εκδόθηκαν στο Μπουένος Άϊρες (Buenos Aires), μέχρι που τον Σεπτέμβριο του ίδιου έτους το στρατιωτικό πραξικόπημα του στρατηγού Ουριμπούρου (José Félix Benito Uriburu, 1868 - 1932) έδωσε βίαιο τέλος στο αναρχικό κίνημα της Αργεντινής (πολλοί αγωνιστές θανατώθηκαν ή, αφού πρώτα βασανίστηκαν, στάλθηκαν στις φυλακές της Ουσουάϊα,  Ushuaia, στην Γη του Πυρός). Στην επιθεώρηση, που πρωτοκυκλοφόρησε στις 16 Μαρτίου 1930, δημοσίευε κείμενά της και η θυγατέρα του Λούκα, η οποία υπέγραφε με το ψευδώνυμο «Lucia Ferrari».

Ο Φάμπρι συνέχισε την οργανωτική – προπαγανδιστική δράση του παρά τις άπειρες δυσκολίες που συνάντησε: το 1931 εξαιτίας των αντιφασιστικών ιδεών του έχασε την δουλειά του ως δάσκαλος στο «Ιταλικό Σχολείο» («Scuola Italiana») του Μοντεβιδέο και έγινε πλανόδιος βιβλιοπώλης, με τραγικά μικρό και αβέβαιο εισόδημα, ενώ από τον Ιανουάριο του 1932 άρχισε να αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα υγείας, που χειροτέρευσαν μετά την είδηση του θανάτου του Μαλατέστα τον Ιούλιο του 1932. Στις 11 Μαρτίου 1933 είχε ωστόσο την αντοχή όχι απλώς να συμμετάσχει με την θυγατέρα του σε ένα διεθνές αντιμιλιταριστικό συνέδριο που διοργανώθηκε στο Μοντεβιδέο από μία επιτροπή που χρησιμοποιούσε ως προκάλυμμά του το Κομμουνιστικό Κόμμα, αλλά και να συγκρουστεί ιδεολογικά με τους σταλινικούς και να παρακινήσει 100 περίπου σύνεδρους να αποχωρήσουν.

Τελικά πέθανε μετά από μία εγχείριση στις 24 Ιουνίου 1935, σε ηλικία 58 ετών. Η θυγατέρα του ακολούθησε τα πολιτικά βήματα του πατέρα της, συνέχισε η ίδια την έκδοση των «Κοινωνικών Μελετών» και επί δεκαετίες δίδαξε ιταλική λογοτεχνία στο Πανεπιστήμιο του Μοντεβιδέο. Όμοια ο υιός του δραστηριοποιήθηκε επί μακρόν στην «Ουρουγουανή Αναρχική Ομοσπονδία» («Uruguayan Anarchist Federation»,  FAU) και αργότερα συμμετείχε στις διάφορες οργανώσεις που ίδρυσε η Λούκα.

ΕΡΓΟΓΡΑΦΙΑ

«Memoria defensive» («Αμυντική μνήμη»), 1898

«Perché siamo intransigent», 1902, με το ψευδώνυμο «Catilina» («Κατιλίνας»)

«Agli student», 1903, με το ψευδώνυμο «Jean Roule»

«Carlo Pisacane. La vita, le opere, l’ azione rivoluzionaria» («Κάρλο Πιζακάνε»), 1904

«L’ inquisizione moderna» («Η σύγχρονη Ιερά Εξέταση»), 1904

«Lettere ad una donna sull’ Αnarchia» («Επιστολές σε μια γυναίκα για την Αναρχία»), 1905

«L’ organizzazione operaia e l’ Αnarchia» («Η εργατική οργάνωση και η Αναρχία»), 1906

«Scioperi e Sciopero Generale» («Για τις απεργίες και την Γενική Απεργία»), 1906

«L’ Organizzazione Anarchica» («Η αναρχική οργάνωση»), 1907

«Questioni urgent» («Επείγοντα ζητήματα») , 1907

«Sindacalismo y anarchism» («Συνδικαλισμός και Αναρχισμός»), εκδόθηκε στην Μαδρίτη το 1908

«Marxismus und Anarchismus» («Μαρξισμός και Αναρχισμός»), εκδόθηκε στο Τύμπιγκεν το1908

«Francisco Ferrer y Guardia: ultimo martire del libero pensiero» («Φερρέρ: ο τελευταίος μάρτυρας της ελεύθερης σκέψης»), 1909

«La scuola moderna de Barcellona e Francisco Ferrer» («Το μοντέρνο σχολείο της Βαρκελώνης και ο Φερρέρ»), 1909

«L’ ideale anarchicο» («Το αναρχικό ιδανικό»), 1909

«La scuola e la rivoluzione» («Το σχολείο και η επανάσταση»), 1912

«Giordano Bruno» («Τζιορντάνο Μπρούνο»), 1913

«Chiesa e Stato» («Εκκλησία και Κράτος»), 1913

«Lettere a un socialista» («Επιστολές προς έναν σοσιαλιστή»), 1913

«La generazione cosciente. Appunti sul neomalthusianismo» («Η αφυπνισμένη γενιά»), 1914

«La guerra europea e gli anarchici» («Ο ευρωπαϊκός πόλεμος και οι αναρχικοί»), 1916, με το ψευδώνυμο «Μία ομάδα αναρχικών» («Un gruppo di anarchici»)

«Influenze borghesi sull’ Αnarchismo» («Αστικές επιδράσεις στον Αναρχισμό»), 1919

«Il fronte unico rivoluzionario» («Το μόνο επαναστατικό μέτωπο»), 1920

«La crisis del Αnarquismo» («Η κρίση του Αναρχισμού»), 1921

«Dittatura e Rivoluzione» («Δικτατορία και Επανάσταση»), 1921

«La controrivoluzione preventiva» («Η προληπτική αντεπανάσταση»), 1922

«Il processo degli anarchici nell’ Assise di Milano», 1922

«Anarchia e Comunismo Scientifico» («Η Αναρχία και ο Επιστημονικός Σοσιαλισμός»), 1922

«Che cosa e l’ Αnarchia ?», 1926

«Fascismo e clericalismo» («Φασισμός και κληρικαλισμός»), 1934

«Malatesta: su vida e su pensamiento» («Μαλατέστα: ο άνθρωπος και η σκέψη του»), εκδόθηκε μετά θάνατον στην Βαρκελώνη το 1935

«Epistolario ai corrispondenti italiani ed esteri, 1900 – 1935», αλληλογραφία, εκδόθηκε από τις εκδόσεις «Biblioteca Franco Serantini» το 2005.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

Luce Fabbri, «Luigi Fabbri, Storia di un uomo libero», Pisa, 1996

Santi Fedele, «Luigi Fabbri: Un libertario contro il bolscevismo e il fascism», Pisa, 2006

Εφημερίδα «Umanita Nova»,

περιοδικό «Rivista Anarchica»