logo2

Ύστερα από μερικές ατελέσφορες προσπάθειες, ο Μπακούνιν θέλησε να εκθέσει ξανά, στα τέλη του 1870, το σύνολο των ιδεών του' κι όπως πάντα, μ’ ένα γραπτό που, ενώ ξεκίνησε αναλύοντας επίκαιρα προβλήματα, κατέληξε να μετατραπεί σ' ένα ογκώδες και διεξοδικό έργο. Για να περιγράψουμε σε γενικές γραμμές την προέλευση του, θα πρέπει πρώτα να εξετάσουμε την πολιτική και συγγραφική δραστηριότητα του Μπακούνιν, στη διάρκεια του γαλλογερμανικού πόλεμου του 1870-71.

 

Στις 26 Ιούλη 1870, ο Μπακούνιν γύρισε στο Λοκάρνο απ’ τη Γενεύη, διαμέσου του Νεφσάτελ. Ύστερα απ’ τις πρώτες ήττες των γάλλων, άρχισε να εκθέτει τις απόψεις του για την επαναστατική μέθοδο που θα έπρεπε να υιοθετηθεί, προκειμένου να οργανωθεί η αντίσταση ενάντια στην εισβολή και να υλοποιηθεί η κοινωνική επανάσταση. Αυτές οι απόψεις παρουσιάστηκαν με τη μορφή των «Γραμμάτων σ" ένα Γάλλο». Μια έκδοση αυτών των γραμμάτων, συντομευμένων όμως και τακτοποιημένων ώστε να πάρουν τη μορφή επίκαιρου γραφτού, πραγματοποιήθηκε στο Νεφσάτελ στα τέλη του Σεπτέμβρη 1870. (Σύμφωνα με τις πληροφορίες που έχω το χειρόγραφο γράφτηκε στις 25 και 27 Αυγούστου και στις 2 Σεπτέμβρη.) Στις 9 Σεπτέμβρη, ο Μπακούνιν έφυγε απ’ το Λοκάρνο πηγαίνοντας στη Λυών, διαμέσου της Βέρνης. Μετά τα γεγονότα της 29 Σεπτέμβρη, εγκαταλείπει τη Λυών για να πάει στη Μασσαλία. Επειδή όμως θέλω να περιοριστώ στη συγγραφική του δραστηριότητα της εποχής εκείνης, ξαναγυρίζω στα γραφτά του. Έχουμε μια συνέχεια του «Γράμματα σ' ένα Γάλλο» και μια ανολοκλήρωτη μελέτη, το «Λαϊκό Ξύπνημα», το τελευταίο μέρος της οποίας φαίνεται ότι έγραψε στη διάρκεια της παραμονής του στη Μασσαλία. Επίσης ένα γράμμα που είχε αρχίσει να γράφει, με παραλήπτη τον Μ. Εσκουάιρος, όπου σκόπευε να εκθέσει τις ίδιες ιδέες καθώς επίσης κι ένα γράμμα προς τον Παλίξ, ένα Λυωνέζο φίλο του, που έγραψε όταν έφευγε απ' την πόλη. Αλλά οι ιδέες του για αντίσταση στην εισβολή διαμέσου της θεμελιωμένης σε φεντεραλιστικές βάσεις κοινωνικής επανάστασης, είχαν ακόμα λιγότερη απήχηση στη Μασσαλία απ' ότι στη Λυών.

 

Παραθέτω αποσπάσματα ενός γράμματος προς κάποιο ρώσο φίλο, που είχε γραφτεί στις 23 Οκτώβρη 1870: «Όταν πάρεις αυτό το γράμμα θα κατευθύνομαι προς τη Βαρκελώνη κι ίσως να έχω ήδη φτάσει. Πρέπει να φύγω απ’ αυτό το μέρος γιατί δε βρίσκω απολύτως τίποτα να χάνω κι αμφιβάλλω αν και συ θα βρεις να κάνεις τίποτα καλό στη Λυών. Αγαπητέ μου, δεν πιστεύω πια καθόλου στην Επανάσταση στη Γαλλία. Ο λαός αυτός έχει πάψει πια να είναι επαναστάτης. Ο ίδιος ο λαός έγινε δογματικός, υπολογιστής κι αστικός σαν τους αστούς... Οι αστοί είναι σιχαμένοι. Είναι το ίδιο κτηνώδεις όσο κι ηλίθιοι κι όπως έχουν το χαφιεδισμό μέσ' στο αίμα τους, θα 'λεγες πως δεν είναι παρά προπλάσματα αστυνομικών κι εισαγγελέων! Στις αισχρές συκοφαντίες τους θ’ απαντήσω μ’ ένα βιβλίο όπου θα κατονομάζω πρόσωπα και πράγματα με το αληθινό τους όνομα. Εγκαταλείπω αυτή τη χώρα κατεχόμενος από βαθιά απογοήτευση...».

 

Στο γράμμα αυτό βρίσκουμε μια πρώτη ιδέα του βιβλίου, που απόσπασμά του είναι το «Θεός και Κράτος», που εκδώσανε το 1882 ο Κ. Καφιέρο κι ο Ελυζέ Ρεκλύ.

 

Τελικά ο Μπακούνιν δεν πήγε στην Ισπανία. Λίγες μέρες μετά απ' αυτό το γράμμα, γύρισε στο Λοκάρνο, διαμέσου της Γένοβας. Εκεί η ιδέα του πήρε μια πιο συγκεκριμένη μορφή. Στο γράμμα του της 19 Νοέμβρη σε κάποιο φίλο απ' τη Γενεύη, αναφέρει ότι τώρα δε γράφει μια μπροσούρα, αλλά ένα ολόκληρο βιβλίο και συνενοήθηκε να το εκδώσει στη Γενεύη. Παρόλο που το Α’ μέρος του βιβλίου τούτου αναφέρεται στο «Γράμματα σ' ένα Γάλλο» και στα γεγονότα της Γαλλίας, γρήγορα τοποθετείται στο φιλοσοφικό επίπεδο όπου και παραμένει. Στο αντίτυπό του του βιβλίου του Ογκύστ Κοντ, «Μαθήματα θετικιστικής Φιλοσοφίας»", ανακαλύπτουμε σημειωμένες στο περιθώριο τις ημερομηνίες 10, 12, 17 και 18 Δεκέμβρη. Απόρροια αυτών των μελετών ήταν ένα ογκώδες χειρόγραφο (ανολοκλήρωτο), οι σελίδες 82-256 του οποίου διασώθηκαν ώς τις μέρες μας. Το χειρόγραφο τούτο, μετά από μια συζήτηση για την κατάσταση στη Γαλλία (που η αρχή της, απ' τη σελίδα 1-81, δεν έχει βρεθεί) και κάποιες σελίδες σχετικά με το σοσιαλισμό, δανείζεται απ' τη σελίδα 107 τον τίτλο «Παράρτημα — Φιλοσοφικοί Στοχασμοί πάνω στο θεϊκό Φάντασμα, τον Πραγματικό Κόσμο και τον Άνθρωπο». Αν κι είχε γραφτεί αρχικά σαν Παράρτημα των σελίδων 1-107 του χειρόγραφου τούτου, αναφέρεται σε πολλά κομμάτια του χειρόγραφου του «Θεός και Κράτος» σαν Παράρτημα σ' αυτό το τελευταίο χειρόγραφο, το οποίο είναι μεταγενέστερο. Φαίνεται, λοιπόν, ότι προτού δημοσιευτεί είχε δουλευτεί ξανά.

 

Τέλος, κατά πάσα πιθανότητα το Φλεβάρη κι ως τις αρχές του Μάρτη 1871, ο Μπακούνιν έγραψε ένα χειρόγραφο 340 σελίδων που, αν εξαιρέσουμε 3 μόνο σελίδες, διασώθηκε ώς τις μέρες μας, αν και διασκορπισμένο σε 3 διαφορετικές χώρες.

 

Το πρώτο τεύχος του έργου αυτού τυπώθηκε αρχικά στο Συνεταιριστικό Τυπογραφείο της Γενεύης με τίτλο, «Κοινωνική Επανάσταση ή Στρατιωτική Δικτατορία» (σελίδες 1-138 του χειρόγραφου). Επειδή όμως έγιναν πολλά λάθη στην εκτύπωση, τυπώθηκαν στο Νεφσάτελ 2 πίνακες παροραμάτων και δόθηκε ένας νέος τίτλος, «Η Κνουτογερμανική Αυτοκρατορία και η Κοινωνική Επανάσταση». Η μπροσούρα εκδόθηκε οριστικά σε 1000 αντίτυπα, γύρω στα τέλη Μάη 1871.

 

Επιπλέον, ώς τις 20 Μάρτη, είχαν στοιχειοθετηθεί στη Γενεύη, οι σελίδες 138-148 του χειρόγραφου και το μέρος με τίτλο «Ιστορικές Σοφιστείες της Δογματικής Σχολής του Γερμανικού Κομμουνισμού». Επιδιώκανε να συνεχιστεί η έκδοση του έργου σε τεύχη στο Νεφσάτελ, αλλά το σχέδιο ματαιώθηκε προσωρινά εξαιτίας της έλλειψης χρημάτων για να εγκαταλειφθεί οριστικά το Σεπτέμβρη του 1871. Τότε ακριβώς ήταν που ο Μπακούνιν έστειλε στο Νεφσάτελ το χειρόγραφο του έργου του «Η Πολιτική Θεολογία του Ματσίνι και η Διεθνής», που εκδόθηκε αμέσως. Πραγματικά, τον Αύγουστο του 1871, μ' ένα πρώτο γράμμα που δημοσιεύτηκε στα ιταλικά σαν παράρτημα του Gazzettino Rosa του Μιλάνου και στα γαλλικά, στη Liberte των Βρυξελλών, ο Μπακούνιν είχε εξαπολύσει μια βίαιη πολεμική ενάντια στις ιδέες του Ματσίνι, μια πολεμική που, μαζί με τις υποθέσεις της Διεθνούς και την αντίσταση στις φιλοδοξίες των εξουσιαστών, τον απορρόφησε σχεδόν ολοκληρωτικά, στη διάρκεια αυτού του χειμώνα και το ανέκδοτο τούτο βιβλίο υπήρξε η πηγή απ' όπου άντλησε πολλά επιχειρήματα γι’ αυτή την πολεμική.

 

Δεν ήταν όμως νωρίτερα απ" την ευνοϊκή κατάληξη της πάλης για την ελευθερία μέσα στη Διεθνή, δηλαδή, μετά το Συνέδριο του Σαιντ Ιμιέ (Σεπτέμβρης 1872), που ο Μπακούνιν καταπιάστηκε ξανά με το γράψιμο του Β' μέρους, του «Ιστορικές Σοφιστείες...». Οι σελίδες 3-75 του χειρόγραφου τούτου, που γράφτηκαν τους τελευταίους μήνες του 1872, διασώθηκαν ώς τις μέρες μας.

 

Οι σελίδες 149-210 και 214-247 του ογκώδους χειρόγραφου των 340 σελίδων, εκδόθηκαν το 1882 στη Γενεύη με τίτλο «Θεός και Κράτος» (οι σελίδες 211-213 χάθηκαν). Ωστόσο, επειδή οι εκδότες δεν σκόπευαν να βγάλουν μια πιστή έκδοση του χειρόγραφου του Μπακούνιν, έκαναν πολλές παρεμβάσεις για να γίνει το κείμενο πιο σωστό απ' την άποψη της γαλλικής γλώσσας. Η μπροσούρα αυτή, με την πρώτη της μορφή, έχει δημοσιευτεί μέχρι σήμερα στα ιταλικά, ισπανικά, ρουμανικά, αγγλικά, γερμανικά, ολλανδικά και πολωνικά.

 

Οι σελίδες 248-340 δεν έχουν εκδοθεί στα γαλλικά. (Μερικά αποσπάσματα στα αγγλικά, έχουν δημοσιευθεί μεταξύ Μάη και Σεπτέμβρη 1834 απ’ τη μηνιαία αναρχική εφημερίδα του Λονδίνου Liberty). Επιπλέον, υπάρχουν 24 σελίδες μιας μεταγενέστερης σύνταξης των σελίδων 248-279 κι άλλες εκδοχές διάφορων σημείων του χειρόγραφου, που είχε απορρίψει ο ίδιος ο Μπακούνιν. Οι σελίδες τούτες δεν είναι παρά η συνέχεια του Θεός και Κράτος, που θεωρούνταν χαμένη. Κι αυτές ακριβώς οι σελίδες αξίζει να δημοσιευτούν πριν απ' όλα, αν και μπορεί να γεννήσουν μια κάποια απογοήτευση γιατί η έλλειψη της αίσθησης αναλογιών διαφαίνεται ξανά στο Α’ μέρος (σ. 248-286) που αποτελεί λεπτομερή σύνοψη της αστικής εκλεκτικιστικής φιλοσοφίας του πρώτου μισού του αιώνα μας.

 

Κάποτε θα γίνει μια πλήρης έκδοση του έργου τούτου, συμπεριλαμβανόμενου του Παραρτήματος, που δε θα προδίνει το αρχικό κείμενο των «Κνουτογερμανική Αυτοκρατορία» και «Θεός και Κράτος». Εκεί θα ενσωματωθεί αυτή η σύνοψη του αστικού εκλεκτικισμού. Εδώ, θέλοντας να σταθώ στο θεωρητικό μέρος του έργου, δημοσιεύω τα πιο ενδιαφέροντα αποσπάσματα του χειρόγραφου τούτου, που δυστυχώς δεν ολοκληρώθηκε ποτέ.

 

Τέλος, πρέπει να δοθεί μια εξήγηση για το ότι. αυτό το χειρόγραφο δεν τελείωσε ποτέ. Τα τελευταία μέρη γράφτηκαν το Μάρτη 1871 στο Λοκάρνο, αλλά η εργασία αυτή διακόπηκε εξαιτίας ενός 15ήμερου ταξιδιού του Μπακούνιν στη Φλωρεντία. Όταν όμως γύρισε στο Λοκάρνο, είχε ήδη αρχίσει η Παρισινή Κομμούνα και τότε ο Μπακούνιν πήγε στη Γιούρα, στο Σονβιλλιέ και στο Λοκλ, προτιμώντας ν' ασχοληθεί με την επανάσταση στη Γαλλία παρά μ' ένα βιβλίο, που ήταν πια καθαρά θεωρητικό. Εκεί ήταν που έγραψε και τα κείμενα 3 διαλέξεων που έδωσε στο Σονβιλλιέ, τον Απρίλη ή Μάη 1871. Μετά την ήττα της Κομμούνας, γύρισε στο Λοκάρνο, αλλά θεωρώντας πια άσκοπη τη δημοσίεψη της πρώτης μπροσούρας, εγκατέλειψε το αρχικό του σχέδιο να τελειώσει το χειρόγραφο.

 

Με τον τίτλο «Θεός και Κράτος» δημοσιεύω εδώ τις σελίδες 286-340, δηλαδή, το τελευταίο μέρος του χειρόγραφου. Οι σελίδες 248-286 παραμένουν, λοιπόν, ανέκδοτες για τους λόγους που ανάφερα παραπάνω. Εξάλλου, αυτά που ακολουθούν είναι κατά κάποιον τρόπο ανεξάρτητα απ" τα προηγούμενα, έχοντας γραφτεί με μορφή

 

ση μείωσης στην ακόλουθη φράση που συνοψίζει τις ιδέες των μεταφυσικών, που θα πολεμήσει ο Μπακούνιν: «Το Κράτος επιβάλλεται, λοιπόν, στον καθένα σα μοναδικός εκπρόσωπος του Καλού, της Σωτηρίας, της Δικαιοσύνης. όλων. Περιορίζει την ελευθερία του καθένα στ' όνομα της ελευθερίας όλων, το δικαίωμα του καθένα στ' όνομα του δικαιώματος όλων, τα ατομικά συμφέροντα του καθένα στ’ όνομα του συλλογικού συμφέροντος όλης της κοινωνίας». Έτσι τελειώνει το καθαυτό κείμενο του χειρόγραφου κι όσα ακολουθούν είναι γραμμένα με μορφή σημείωσης.

 

Δημοσιεύω εδώ το κείμενο του Μπακούνιν, δίχως καμιά αλλαγή. Είμαι εχθρός της άχρωμης ομοιομορφίας στην οποία καταλήγουμε, αν δε γίνουν με τη μεγαλύτερη δυνατή δεξιότητα οι διορθώσεις τούτες. Ο αναγνώστης θα βρει, λοιπόν, εδώ το κείμενο όπως ακριβώς το έγραψε ο Μπακούνιν.

 

 

 

11 Νοέμβρη 1894               

 

Μαξ Νεττλώ

 

* Περιλαμβάνεται στην ελληνική έκδοση των εκδόσεων «Ελεύθερος Τύπος», Αθήνα 1986, σε μετάφραση Νίκου Β.Αλεξίου-Αντώνη Γκίκα, σελ. 21-25.