logo2

 

 

Ένας από μας θα σας αφηγηθεί σε λίγο με κάθε λεπτομέρεια την ιστορία της ζωής του Μιχαήλ Μπακούνιν, αλλά τα γενικά της χαρακτηριστικά είναι ήδη αρκετά γνωστά. Εχθροί και φίλοι ξέρουν πως αυτός ο άνθρωπος ήταν μεγάλος στη σκέψη, στη θέληση και στην αστείρευτη ενεργητικότητα. Ξέρουν επίσης πόση περιφρόνηση ένιωθε για τον πλούτο, την κοινωνική θέση και τη δόξα, όλες αυτές τις τιποτένιες φιλοδοξίες που τα περισσότερα ανθρώπινα πλάσματα έχουν αρκετή ποταπότητα για να καλλιεργούν. Παρόλο που ήταν Ρώσος ευγενής, συνδεμένος εξαιτίας του γάμου του με την ανώτερη αριστοκρατία της αυτοκρατορίας, ήταν απ’ τους πρώτους που προσχώρησαν σ’ εκείνη την απτόητη ένωση των εξεγερμένων, που μπόρεσαν ν’ απαγκιστρωθούν από παραδόσεις, προλήψεις, φυλετικά και ταξικά συμφέροντα και να περιφρονήσουν την προσωπική τους ευμάρεια. Μαζί τους πάλεψε στη σκληρή μάχη της ζωής, που την επιδείνωνε η φυλάκιση, η εξορία, όλοι οι κίνδυνοι κι όλες οι θλίψεις, που πρέπει να υποστούν οι άνθρωποι που αυτοθυσιάζονται, στη διάρκεια της μαρτυρικής ζωής τους.

 

Μια απλή πέτρα κι ένα όνομα σημαδεύουν στο νεκροταφείο της Βέρνης το σημείο όπου τάφηκε η σωρός του Μπακούνιν. Ακόμα κι αυτό όμως είναι ίσως υπερβολικό για να τιμηθεί η μνήμη ενός αγωνιστή που τόσο λίγη εκτίμηση έτρεφε για τέτοιου είδους ματαιοδοξίες. Οι φίλοι του δε θα του φτιάξουν ούτε φανταχτερή ταφόπετρα ούτε άγαλμα. Ξέρουν πόσο χλευαστικά θα τους αντιμετώπιζε, αν του μιλούσαν για την ανέγερση ενός μεταθανάτιου οικοδομήματος προς τιμή του. Ξέρουν, επίσης, ότι ο αληθινός τρόπος να τιμάς τους νεκρούς σου είναι να συνεχίζεις το έργο τους — με την ίδια θέρμη κι επιμονή που το έκαναν κι αυτοί. Σ’ αυτή την περίπτωση, βέβαια, έχουμε ένα δύσκολο καθήκον που απαιτεί όλες μας τις προσπάθειες, γιατί ανάμεσα στους επαναστάτες της περασμένης γενιάς κανείς δε δούλεψε πιο ένθερμα απ’ αυτόν για την κοινή υπόθεση της Επανάστασης.

 

Στη Ρωσία, ανάμεσα στους σπουδαστές της Γερμανίας, ανάμεσα στους εξεγερμένους της Δρέσδης, στη Σιβηρία, ανάμεσα στους συνεξόριστους αδελφούς τους, στην Αμερική, στην Αγγλία, στη Γαλλία, στην Ελβετία, στην Ιταλία, ανάμεσα σ’ όλους τους καλοπροαίρετους ανθρώπους, η άμεση επιρροή του υπήρξε σημαντική. Η πρωτοτυπία των ιδεών του, η παράφορη και παραστατική ευφράδεια του, ο ακούραστος προπαγανδιστικός του ζήλος, υποβοηθούμενα, επίσης, απ’ τη φυσική επιβλητικότητα της προσωπικότητάς του κι από μια ισχυρή ζωτικότητα, έδωσαν στον Μπακούνιν πρόσβαση σ' όλες τις επαναστατικές ομάδες κι οι προσπάθειες του άφησαν βαθιά ίχνη παντού, ακόμα και σ" εκείνους που, αφού τον υποδέχτηκαν με ανοιχτές αγκάλες, ήρθαν σε διαξιφισμούς, μαζί του εξαιτίας διαφορών στο σκοπό ή στη μέθοδο. Η αλληλογραφία του ήταν ογκωδέστατη. Περνούσε νύχτες ολόκληρες γράφοντας μακροσκελή γράμματα στους φίλους του μέσα στον επαναστατικό κόσμο και μερικά απ’ αυτά τα γράμματα, γραμμένα για να δυναμώσουν τους διστακτικούς, ν’ αφυπνίσουν τους αδρανείς και να εκθέσουν προπαγανδιστικά ή εξεγερσιακά σχέδια, πήραν διαστάσεις πραγματικών τόμων. Αυτά τα γράμματα, περισσότερο απ’ οτιδήποτε άλλο, εξηγούν το τεράστιο έργο του Μπακούνιν μέσα στο επαναστατικό κίνημα του αιώνα. Οι μπροσούρες που έκδωσε, στα Ρωσικά, γαλλικά και ιταλικά, όσο σημαντικές κι αν είναι, κι όσο χρήσιμες κι αν υπήρξαν στη διάδοση των νέων ιδεών, δεν αποτελούν παρά το μικρότερο μέρος του έργου του Μπακούνιν.

 

Το παρόν κείμενο, «Θεός και Κράτος», είναι στην πραγματικότητα κομμάτι ενός γράμματος ή έκθεσης. Συνταγμένο με τον ίδιο τρόπο που είχαν συνταχθεί τα περισσότερα γραπτά του Μπακούνιν, πάσχει απ’ το ίδιο φιλολογικό μειονέκτημα, την έλλειψη αναλογίας. Επιπλέον, σταματάει ξαφνικά: μάταιες υπήρξαν οι έρευνες μας για ν’ ανακαλύψουμε το τέλος του χειρόγραφου. Ο Μπακούνιν ποτέ δε διέθετε τον αναγκαίο χρόνο για να εκπληρώσει όλα τα καθήκοντα που αναλάμβανε. Προτού ολοκληρώσει το ένα, καταπιανόταν με άλλα. «Η ίδια η ζωή μου είναι ένα απόσπασμα», έλεγε σ' εκείνους που κριτικάριζαν τα γραπτά του. Μολοντούτο, οι αναγνώστες του «Θεός και Κράτος» σίγουρα δε θα λυπηθούν που εκδόθηκε το έργο του Μπακούνιν, αν κι ανολοκλήρωτο. Τα ζητήματα που εξετάζονται σ' αυτό, αντιμετωπίζονται αποφασιστικά και με μια μοναδική λογική επιχειρηματολογία. Απευθυνόμενος δικαιολογημένα μόνο στους καλοπροαίρετους αντίπαλους, ο Μπακούνιν τους δείχνει την κενότητα της πίστης τους σ' εκείνη τη θεϊκή εξουσία στην οποία στηρίζονται όλες οι κοσμικές εξουσίες. Τους αποδείχνει την καθαρά ανθρώπινη προέλευση όλων των κυβερνήσεων. Τέλος, δίχως να σταθεί για να συζητήσει εκείνα τα θεμέλια του κράτους, που έχει ήδη καταδικάσει το δημόσιο αίσθημα, όπως η φυσική ανωτερότητα, η βία, η αριστοκρατική καταγωγή, ο πλούτος, ανατρέπει τη θεωρία που θ’ ανάθετε στην επιστήμη τη διακυβέρνηση των κοινωνιών. Κι αν ακόμα υποθέταμε ότι είναι δυνατόν ν’ αναγνωρίσουμε, μέσα στη σύγκρουση των ανταγωνιστικών φιλοδοξιών και ραδιουργιών, ποιοι είναι οι ψεύτικοι σοφοί και ποιοι οι αληθινοί και να βρούμε μια μέθοδο εκλογής, που δε θα αποτύχαινε να θέτει την εξουσία στα χέρια εκείνων που η γνώση τους είναι αυθεντική, τι εγγυήσεις θα μπορούσαν αυτοί να μας προσφέρουν για τη σοφία και την τιμιότητα της διακυβέρνησης τους; Αντίθετα, δε θα μπορούσαμε να προβλέψουμε σ’ αυτούς τους νέους αφέντες τις ίδιες τρέλες και τα ίδια εγκλήματα που βαραίνουν όλους τους προηγούμενους και τους τωρινούς αφέντες; Καταρχήν, η επιστήμη δεν είναι κάτι αμετάβλητο, αλλά γίγνεσθαι. Ο σημερινός σοφός δεν είναι παρά ο αυριανός αμαθής. Αν φανταστεί ότι έφτασε στο τέρμα, ξεπέφτει χαμηλότερα κι από νεογέννητο. Όμως κι αν ακόμα αναγνωρίσει την αλήθεια στην ουσία της, δεν μπορεί παρά να διαφθαρεί απ’ το προνόμιο και να διαφθείρει τους άλλους με την εξουσία του. Για να εδραιώσει τη διακυβέρνηση του, θα προσπαθήσει, σαν όλους τους αρχηγούς Κρατών, να ευνουχίσει τη ζωή των μαζών που κινούνται κάτω απ' αυτόν, να τις κρατήσει στην άγνοια για να εξασφαλίσει την αδράνεια τους και σιγά-σιγά να τις εξευτελίσει για να τις εξουσιάζει από πάνω.

 

Κατά τ' άλλα, απ’ όταν έκαναν την εμφάνισή τους οι οπαδοί της συνταγματικής μοναρχίας, οι αληθινές ή ψεύτικες «μεγαλοφυΐες» προσπαθούνε να βάλουν στο χέρι το σκήπτρο του κόσμου και ξέρουμε πόσο μας στοίχισε αυτό. Τους είδαμε εν δράσει όλους αυτούς τους σοφούς: όσο πιο μελετημένοι, τόσο πιο αρτηριοσκληρωτικοί είναι, όσο περισσότερο χρόνο έχουν ξοδέψει εξετάζοντας κάποιο απομονωμένο γεγονός σ’ όλες του τις πτυχές, τόσο πιο στενοκέφαλοι είναι, δίχως καμιά πείρα της ζωής, γιατί τόσο καιρό δεν είχαν άλλους ορίζοντες απ' τους τοίχους του εργαστηρίου ή αναγνωστήριου τους, παιδαριώδεις στα πάθη και τις ματαιοδοξίες τους, γιατί δεν ήταν ικανοί να πάρουν μέρος σε σοβαρούς αγώνες και ποτέ δεν έμαθαν τις σωστές αναλογίες των πραγμάτων. Μήπως δεν είδαμε πρόσφατα την ίδρυση μιας ολόκληρης σχολής «διανοητών» — άθλιοι υποκριτές κι αυτοί με ζωή όχι καθαρή — που έχουν κατασκευάσει μια ολόκληρη κοσμογονία για δική τους αποκλειστικά χρήση; Σύμφωνα μ’ αυτούς, κόσμοι δημιουργήθηκαν, κοινωνίες αναπτύχθηκαν, επαναστάσεις συνταράξανε έθνη, αυτοκρατορίες καταρρεύσανε βουτηγμένες στο αίμα, κι η ένδεια, η αρρώστια κι ο θάνατος βασιλεύουν στην ανθρωπότητα, μόνο και μόνο για ν’ αναδυθεί μια ελίτ ακαδημαϊκών, ένα ανθισμένο λουλούδι, του οποίου οι άλλοι άνθρωποι δεν είναι παρά το λίπασμα. Για να έχουν τη δυνατότητα να «στοχάζονται» αυτοί οι συντάκτες των Temps και Debats, τα έθνη ζούνε και πεθαίνουν μέσα στην αμάθεια. Όλα τα’ άλλα ανθρώπινα πλάσματα είναι καταδικασμένα να πεθάνουν, για να μπορέσουν να γίνουν αθάνατοι αυτοί οι κύριοι!

 

Αλλά δεν πρέπει ν' ανησυχούμε: όλοι αυτοί οι ακαδημαϊκοί δε θα έχουν την τόλμη του Αλέξανδρου που έκοψε με το σπαθί του το Γόρδειο δεσμό, δε θα υψώσουν το ξίφος του Καρλομάγνου. Η διακυβέρνηση διαμέσου της επιστήμης γίνεται εξίσου αδύνατη μ’ εκείνη του θεϊκού δικαιώματος, του πλούτου ή της ωμής βίας. Όλες οι εξουσίες υποβάλλονται από δω και πέρα σε μιαν αμείλικτη κριτική. Οι άνθρωποι στους οποίους γεννήθηκε το αίσθημα της ισότητας δεν ανέχονται πια να τους κυβερνάνε, μαθαίνουν να αυτο-κυβερνώνται. Γκρεμίζοντας απ' τον ουράνιο θρόνο του τον δήθεν δημιουργό κι ιεροποιό κάθε εξουσίας, οι κοινωνίες ανατρέπουν επίσης όλους εκείνους που βασίλευαν εν ονόματί του. Τέτοια είναι η επανάσταση που συντελείται τώρα. Τα κράτη αποσυντίθονται για να δώσουν τη θέση τους σε μια νέα τάξη όπου, όπως ο Μπακούνιν αρέσκονταν να λέει, «η ανθρώπινη δικαιοσύνη θ' αντικαταστήσει τη θεϊκή». Αν είναι επιτρεπτό ν' αναφέρουμε ένα όνομα, ανάμεσα στους επαναστάτες που πήραν μέρος σ' αυτό το τεράστιο ανανεωτικό έργο, θα είχαμε απόλυτα δίκαιο αν ξεχωρίζαμε τα’ όνομα του Μιχαήλ Μπακούνιν.

 

 

 

Γενεύη, 1882               

 

Κάρλο Καφιέρο

 

Ελυζέ Ρεκλύ

 

* Περιλαμβάνεται στην ελληνική έκδοση των εκδόσεων «Ελεύθερος Τύπος», Αθήνα 1986, σε μετάφραση Νίκου Β.Αλεξίου-Αντώνη Γκίκα, σελ. 17-20.