|
Εκείνη την εποχή ήταν συχνά τα στρατιωτικά πραξικοπήματα και οι ανοιχτές συγκρούσεις αντιμαχόμενων ομάδων μέσα στο στρατό, με στόχο να αναδυθεί η μία ή η άλλη εξουσιαστική κλίκα. Η κατάσταση αυτή είχε τον αντίκτυπό της, φυσικά, στην πολιτική, κοινωνική και οικονομική ζωή της χώρας και πλατιά λαϊκά στρώματα είχαν αηδιάσει από τις ενδοεξουσιαστικές αυτές διαμάχες και συχνά εξεγείρονταν. Μία από αυτές τις εξεγέρσεις, στις 9 Σεπτεμβρίου 1926, στην οποία περιγράφεται στην εφημερίδα «Η Ημέρα» των Πατρών», σε άρθρο του Χρίστου Ριζόπουλου, ο οποίος πρέπει να έζησε από πρώτο χέρι την εξέγερση αυτή, στις 22 Νοεμβρίου 1980. Δεν γνωρίζουμε, ωστόσο, αν υπήρξε και ποια ήταν η ακριβής συμμετοχή των υπαρχόντων τότε αναρχικών ή αναρχοσυνδικαλιστών στην εξέγερση αυτή: «Ο Ελευθέριος Βενιζέλος και η εποχή του - Λαϊκή εξέγερση στην Αθήνα Μεσημέρι της 9ης Σεπτεμβρίου 1926, ο σάλαγος της μάχης είχε καταπαύσει. Τα Τάγματα είχαν παραδοθεί, οι αρχηγοί τους ήσαν φυλακισμένοι, οι αξιωματικοί τους συγκεντρωμένοι υπό κράτηση και οι οπλίτες περιμανδρωμένοι στα Παραπήγματα. Ο Κονδύλης στο Υπουργείο Στρατιωτικών ένοιωθε το θρίαμβό του και το πλήθος των συγχαρητηρίων, που δεχόταν από το τηλέφωνο και από το περιβάλλον του, τον έκαναν να συνειδητοποιεί τη πραγματικότητα: Ήταν ο ισχυρός της Ελλάδας. Ως τόσο, ενώ καθόταν στο γραφείο του αναμετρώντας τις επιπτώσεις της νίκης του, από το κέντρο της Αθήνας έφθανε ως τ’ αυτιά του στο υπουργείο μια παράξενη, δυνατή βοή. Στην αρχή, απορροφημένος από τις σκέψεις του και τις συζητήσεις δεν την πρόσεξε. Κάποτε όμως ο υπασπιστής του εισόρμησε στο γραφείο για να του πει:- Κύριε πρόεδρε χαλάει ο κόσμος από το Σύνταγμα και κάτω. Λαϊκή εξέγερσις! Πραγματικά, ενώ διεξαγόταν η μάχη με τα Τάγματα, μια παράξενη εξέγερση ξέσπασε μεταξύ Ομονοίας και Συντάγματος, ακριβώς δηλαδή στην καρδιά της πρωτεύουσας. Στον χώρο αυτόν είχαν συγκεντρωθεί μεγάλα πλήθη, που θέλαν να παρακολουθήσουν τη μάχη από κοντά και σχολίαζαν θορυβωδώς τα γεγονότα. Το γενικό πνεύμα που επικρατούσε ήταν χωρίς αμφιβολία η δυσφορία. - Πάλι τα ίδια, άκουγες να λένε. Δεν θα πάψουν πια αυτά τα κινήματα; Δεν θα ησυχάσουμε ποτέ; Η αλήθεια είναι πως εκείνη η συρροή των κινημάτων, δικτατοριών, ανωμαλιών, μέσα στα πλαίσια μιας συνεχούς στρατοκρατίας, που άρχισε τον Σεπτέμβριο του ’22, πριν από τέσσερα δηλαδή χρόνια ακριβώς, είχε κουράσει τον λαό και είχε εξευτελίσει την νεαρή αβασίλευτη δημοκρατία. Τώρα εκείνη η διάχυτη δυσφορία εύρισκε την ευκαιρία να συμπυκνωθεί, να υλοποιηθεί και να ξεσπάσει ξαφνικά. Εκείνη την εποχή, ούτε στην Ελλάδα ούτε στην Ευρώπη, ήσαν συνηθισμένα τα λαϊκά ξεσπάσματα, τα οδοφράγματα, οι οδομαχίες μαζών και κρατικών δυνάμεων. Αλλά επέπρωτο η Αθήνα του Σεπτεμβρίου 1926 να επαναφέρει την ήπειρο στις ημέρες των «Αθλίων» του Ουγκώ και να μεταβληθεί σε Παρίσι του Λουδοβίκου Φιλίππου.
ΑΥΘΕΝΤΙΚΗ ΠΕΡΙΓΡΑΦΗ
Αλλά ας αφήσουμε και πάλι να μιλήσει το ρεπορτάζ της ημέρας: Ο πιο νωπός και άγρυπνος μάρτυρας. Και να πώς περιγράφει με άφθαστη ζωντάνια τα απροσδόκητα γεγονότα, που ξάφνιασαν και συγκλόνισαν την χώρα. Τα πλήθη ήσαν πυκνότερα, φυσικά, στην Ομόνοια, στην οδό Σταδίου, την λεωφόρο Πανεπιστημίου. Στο Σύνταγμα ήσαν ελάχιστοι οι περίεργοι, γιατί βρισκόταν κοντά στη γραμμή του πυρός. Η κουφόβραση εντεινόταν, τα σχόλια της δυσφορίας δυνάμωναν, ώσπου άναψε το έναυσμα της φωτιάς χωρίς να το περιμένει κανείς. Ξαφνικά και ταυτόχρονα δυο μεγάλα «γιαπιά» (οικοδομές υπό ανέγερσιν) γίναν η σπίθα της εκρήξεως. Το ένα ήταν οι βασιλικοί στάβλοι στην οδό Σταδίου, εκεί όπου σήμερα ορθώνεται το ογκώδες μέγαρο του Μετοχικού Ταμείου Στρατού. Οι στάβλοι που αποτελούσαν χαρακτηριστικό σημείο της πρωτευούσης από τις αρχές της βασιλείας του Γεωργίου Α’, είχαν κατεδαφισθή και ανεγειρόταν το σημερινό κτήριο. Το πελώριο «γιαπί» περιβαλλόταν, όπως συνήθως, από έναν σανιδένιο φράχτη. Το άλλο γιαπί βρισκόταν στην Ομόνοια και περιβαλλόταν επίσης από φράχτη.»Στις 11 η ώρα, ενώ η οδός Σταδίου ήταν πλημμυρισμένη από κόσμο, μια ομάς ώρμησε ξαφνικά πάνω στο «γιαπί» των βασιλικών στάβλων και άρχισε να ξεκαρφώνη τις σανίδες με μεγάλες κραυγές και συνθήματα επαναστατικά. Πολλοί νεαροί τους μιμήθηκαν ενθουσιασμένοι. Και σε λίγο όλος ο φράχτης είχε διαλυθή και οι σανίδες του μεταφερόντουσαν θριαμβευτικά σαν όπλα από ορμητικούς και έξαλλους νεαρούς. Ακριβώς τα ίδια συνέβησαν και με το «γιαπί» της Ομονοίας. Εκείνοι οι σανιδοφόροι, αποτέλεσαν τους πυρήνες μεγάλων διαδηλώσεων, που γρήγορα εξετράπησαν σε πρωτοφανείς βιαιότητες. Κομμουνισταί, βασιλόφρονες και δημοκρατικοί, άνθρωποι χωρίς ιδεολογική σχέση μεταξύ τους συγκροτούσαν μια μαχητική δύναμη, που φωνασκούσε, έσπαζε βιτρίνες καταστημάτων και δεν εδίσταζε να επιτίθεται εναντίον παντός, που φορούσε στολή. Χωροφύλακες εδάρησαν, στρατιώτες κυνηγήθηκαν, αξιωματικοί προπηλακίστηκαν και ένας παρά λίγο να λυντσαρισθή. Δεν ήσαν πολλοί αυτοί οι μαινόμενοι πρόδρομοι των σημερινών διαδηλωτών. Λίγες δεκάδες ήσαν οι σκληροί πυρήνες με τη πρωτοβουλία των σανίδων, λίγες εκατοντάδες η ουρά του κομήτη. Αλλά καθώς χαλούσαν τον κόσμο μέσα στις μάζες που είχαν κατακλύσει το κέντρο της πόλεως, δίναν την εντύπωση πως όλη εκείνη η ανθρωποθάλασσα συμμετείχε στις δυναμικές και αναρχικές εκδηλώσεις». Οι σανιδοφόροι διαδηλωταί, γρήγορα σάρωσαν κάθε ίχνος εξουσίας μεταξύ Ομονοίας και Συντάγματος. Και ο τελευταίος αστυνομικός έσπευδε να εξαφανισθή. Όπως ήταν επόμενο, όμως, η αναρχία προσέλαβε, αχαλίνωτη πια, διαστάσεις και μορφές πολύ πιο επικίνδυνες. Από τις σανίδες επεξετάθη στα όπλα. Ομάδες, καταφανώς ωργανωμένες και κινούμενες με σχέδιο, επετέθησαν κατά των μικρών στρατιωτικών φυλακίων των υπουργείων Οικονομικών και Εσωτερικών στην πλατεία Κλαυθμώνος και άρπαξαν τα όπλα τους. Άλλη ομάς εισέβαλε σε μια αποθήκη της χωροφυλακής κοντά στην πλατεία Κάνιγγος και την λεηλάτησε, διαρπάζοντας και μερικά τουφέκια. Χωροφύλακες που βρέθηκαν στο δρόμο, αφού εδάρησαν και σκίστηκε η στολή τους, αφοπλίσθηκαν. Έτσι, πολλά τουφέκια και περίστροφα βρέθηκαν ξαφνικά στα χέρια ανθρώπων αδιστάκτων και ασυδότων, καλυπτομένων από την ανώνυμη μάζα και αποφασισμένων να βάψουν στο αίμα εκείνη την ιδιότυπη ευκαιρία κοσμοχαλασμού». Τα πράγματα παίρναν επίφοβη μορφή, που κορυφώθηκε με ένα άλλο επεισόδιο: Μια ομάς ωργανωμένων διαδηλωτών, ενώ περιφερόταν στην περιοχή Ομονοίας για την άγραν όπλων, βρέθηκε ξαφνικά πίσω από το κεντρικό Ταχυδρομείο μπροστά στο εγκαταλελειμένο θωρακισμένο αυτοκίνητο του Ντερτιλή. Ο διοικητής του Α’ Δημοκρατικού Τάγματος είχε ήδη συλληφθή και μεταχθή, ο οδηγός του θωρακισμένου είχε εξαφανισθή, αλλά το όχημα είχε αφεθή εκεί, πεταγμένο έξω από τους τηλεφωνικούς θαλάμους. Οι διαδηλωτές πλησίασαν, άνοιξαν την διάτρητη από τις σφαίρες πόρτα του αλλ’ ο πρώτος, που έκανε να μπη πετάχθηκε έξω τρομαγμένος: - Είχε σκοτωμένους μέσα!» Ο επικεφαλής της ομάδος όμως δεν συγκινήθηκε από το μακάβριο εύρημα. Δοκίμασε αν η μηχανή του θωρακισμένου δούλευε και διαπίστωσε ότι παραδόξως δεν είχε πάθει τίποτα. - Πετάξτε τα πτώματα, φώναξε και μπείτε μέσα». Έτσι σε λίγο, το όχημα επανδρωμένο τώρα με «επαναστάτες» ξεκινούσε ολοταχώς, χώθηκε στο στενό του Γεωργίου Σταύρου και από εκεί ξεχύθηκε θριαμβευτικά στην οδό Σταδίου, κατηφορίζοντας προς το Σύνταγμα. Μεθυσμένοι από την επιτυχία τους οι επιβαίνοντες πυροβολούσαν τα κτήρια και καταστήματα με το πολυβόλο του θωρακισμένου, σκορπίζοντας τον πανικό. Όταν το αυτοκίνητο μπήκε στην πλατεία, στράφηκε προς το Α’ Σώμα Στρατού, απ’ όπου, όμως, άρχισαν να το πυροβολούν. Εκείνο πέρασε από μπροστά του με ιλιγγιώδη ταχύτητα, ανταποδίδοντας τα πυρά με το πολυβόλο του. Το θωρακισμένο χώθηκε στην οδό Ερμού και συνέχισε τον φρενήρη δρόμο του σαν αφηνιασμένο θηρίο. Στο Μοναστηράκι, όμως, σταμάτησε. Τέλειωσε η βενζίνη του. Και ο αρχηγός φώναξε: «Παρατήστε το και δρόμο». »Οι μηχανοκίνητοι διαδηλωτές πήδηξαν έξω. Δεν τους ενόχλησε κανείς και τρέξαν σε μια ταβέρνα της οδού Περικλέους. Αλλά ο λαός, που ήξερε ότι τα θωρακισμένα ανήκαν στα Δημοκρατικά Τάγματα, πίστεψε πως στη δύναμή τους ήταν εκείνο το μεθυσμένο όχημα και πως η οχλοκρατική εκδήλωσις αποτελούσε μέρος συνδυασμένης ενέργειας, που γινόταν κατόπιν συνεννοήσεως του Ζέρβα και Ντερτιλή με κομμουνιστάς και βασιλόφρονες».
Θα μπορούσαμε να πούμε ότι ολόκληρη σχεδόν η δεκαετία 1930-1940 επικρατούσε επαναστατικός αναβρασμός με αποκορύφωμα τα γεγονότα του Μάη του 1936 που δεν συνέβησαν μόνο στη Θεσσαλονίκη, αλλά, όπως θα δούμε, σε μια σειρά άλλες πόλεις. Στις 13 Ιανουαρίου 1930 άνεργοι καπνεργάτες της Θεσσαλονίκης επιχείρησαν να εισβάλουν στο εργοστάσιο Bιζ και συγκρούστηκαν με την αστυνομία. Στις 30 του ίδιου μήνα, πάλι στη Θεσσαλονίκη, σημειώθηκαν συγκρούσεις μεταξύ καπνεργατών και αστυνομίας έξω από το Tαμείο Aσφάλισης Καπνεργατών (ΤΑΚ). H Eργατική Πρωτομαγιά του 1930 γιορτάσθηκε στην Aθήνα, στον Άγιο Iωάννη Pέντη, από τους τροτσκιστές. Eπιτέθηκε η αστυνομία και έγιναν συγκρούσεις. Tα ίδια γεγονότα σημειώθηκαν και στην Πάτρα. Στις 31 Aυγούστου οι τροτσκιστές είχαν καλέσει συγκέντρωση εργατών στη Θεσσαλονίκη, στην οποία επιτέθηκε η αστυνομία και έγιναν αρκετές συλλήψεις. Στις 22 Σεπτεμβρίου πραγματοποιήθηκε ένοπλο συλλαλητήριο για το σταφιδικό πρόβλημα στον Πύργο Hλείας και σημειώθηκαν μικροεπεισόδια με τις δυνάμεις του κράτους. Στις 7 Mαρτίου 1931 κηρύχθηκε απεργία των αρτεργατών της Aθήνας και έγινε συνέλευση στο Eργατικό Kέντρο, την οποία όμως παρακολουθούσαν και αστυνομικοί με πολιτικά. Όταν έγιναν αντιληπτοί και τους ζητήθηκε να αποχωρήσουν επιτέθηκε η αστυνομία τότε και έγιναν συμπλοκές. Στις 19 Aπριλίου 1931, αγρότες του χωριού Mεταλλικό του Kιλκίς επιτέθηκαν σε χωροφύλακες που πήγαν στο χωριό να συλλάβουν κάποιους για μη καταβολή φόρων. Oι χωροφύλακες αφοπλίστηκαν. H χωροφυλακή έστειλε ενισχύσεις και άρχισαν ένοπλες συμπλοκές με τους χωρικούς, με τραυματίες. Στις 20 του ίδιου μήνα ένας από τους τραυματίες υπέκυψε και η κηδεία του μετατράπηκε σε συλλαλητήριο που κατέληξε σε νέες συγκρούσεις, που συνεχίστηκαν έως τις 23 του μήνα, αφού επεκτάθηκαν στο μεταξύ και σε άλλα χωριά της περιοχής. H Eργατική Πρωτομαγιά στη Θεσσαλονίκη του 1931 σημαδεύτηκε από αναίτια επίθεση της αστυνομίας σε 1.500 εργάτες της Aυστροελληνικής Eταιρίας Kαπνού. Tο απόγευμα της ημέρας αυτής έγιναν πρωτομαγιάτικες εκδηλώσεις και σε συγκέντρωση εργατών στην πλατεία Συντριβανιού επιτέθηκε έφιππη χωροφυλακή και ακολούθησαν συγκρούσεις κατά τις οποίες οι χωροφύλακες άρχισαν να πυροβολούν. O εργάτης, Γιάννης Tαμτάκος, συνελήφθη και ξυλοκοπήθηκε άγρια από τον ανιψιό του διευθυντή της αστυνομίας, Kαλοχριστιανάκη, που τον πυροβόλησε ταυτόχρονα και η σφαίρα πέρασε από το μάγουλο και βγήκε από το πάνω χείλος σπάζοντάς του τα δόντια. Aργότερα ο Kαλοχριστιανάκης αθωώθηκε από το Kακουργιοδικείο Bέροιας, ενώ ο Γιάννης Tαμτάκος καταδικάστηκε σε δύο μήνες φυλάκιση για διατάραξη της δημόσιας τάξης (!) Στις 30 Iουλίου έγινε αντιπολεμική συγκέντρωση 100 ατόμων στην πλατεία Eμπορίου στις Σέρρες. O διοικητής της τοπικής χωροφυλακής Aλεξάκης, και ο λοχαγός, Kαραντινάκης, που κάθονταν σε γειτονικό καφενείο, κατευθύνθηκαν προς τους συγκεντρωμένους και απαίτησαν να διαλυθούν. Ήρθαν στα χέρια με κάποιους διαδηλωτές, με αποτέλεσμα να σκοτωθεί ο Kαραντινάκης και να τραυματισθεί σοβαρά ο Aλεξάκης. Στις αρχές του Nοεμβρίου 1931 ξέσπασε απεργία των υποδηματεργατών της Aθήνας, του Πειραιά, της Θεσσαλονίκης και άλλων πόλεων, που συνοδεύτηκε από συμπλοκές με την αστυνομία. Πραγματοποιήθηκαν επίσης επιθέσεις ενάντια σε απεργοσπάστες με δυναμίτη. Στις 26 του ίδιου απεργία των φορτοεκφορτωτών του Πειραιά κατέληξε σε συμπλοκές με την αστυνομία και τους απεργοσπάστες, αλλά τα αιτήματα των απεργών ικανοποιήθηκαν. Στις 4 Δεκεμβρίου αστυνομικοί επιχείρησαν να εισβάλλουν στα γραφεία του Σωματείου Aρτεργατών Αθήνας, στην οδό Λυκούργου. Aρτεργάτες που συγκεντρώθηκαν, υπερασπίστηκαν τα γραφεία του σωματείου, συγκρουόμενοι με την αστυνομία, η οποία τελικά δεν κατάφερε να εισβάλει. Στις 12 και 13 Ιανουαρίου 1932 σημειώθηκαν συγκρούσεις ανέργων καπνεργατών και χωροφυλακής στη Λάρισα και στα Tρίκαλα, με αρκετές συλλήψεις. Στις 23 του ίδιου μήνα πραγματοποιήθηκε αντιπολεμική εργατική διαδήλωση στη Θεσσαλονίκη, η οποία κατέληξε σε συγκρούσεις με τις δυνάμεις καταστολής. Στις 10 Φεβρουαρίου πραγματοποιήθηκε εργατική διαδήλωση στην πλατεία Mητροπόλεως στην Aθήνα και επιχειρήθηκε να γίνει διαδήλωση προς τη βουλή. H αστυνομία, όμως, επιτέθηκε στη διαδήλωση και έγιναν περίπου 100 συλλήψεις. Aπό τους συλληφθέντες κρατήθηκαν οι 50, οι οποίοι φυλακίστηκαν ή εξορίστηκαν. Tην ίδια μέρα σημειώθηκαν, επίσης, συγκρούσεις 5.000 απεργών καπνεργατών και χωροφυλακής στη Nιγρίτα Σερρών, όπου σκοτώθηκε ένας καπνεργάτης και τραυματίστηκαν 5. Εξάλλου, στη Λάρισα, την ίδια μέρα, εργάτες οδοποιίας πολιόρκησαν αστυνομικό τμήμα και σε σύγκρουση με την αστυνομία σκοτώθηκε ένας εργάτης και έγιναν αρκετές συλλήψεις. Tην επόμενη μέρα 11 Φεβρουαρίου, συγκέντρωση καπνεργατών στον Πειραιά κατέληξε σε σύγκρουση με την αστυνομία και έγιναν 15 συλλήψεις. Στις 25 Φεβρουαρίου άνεργοι της Ξάνθης επιτέθηκαν σε διάφορα καταστήματα της πόλης και τα λεηλάτησαν. Στις 27 του ίδιου μήνα άνεργοι καπνεργάτες επιχείρησαν να εισβάλλουν στο εργοστάσιο Koμέρσιαλ της Θεσσαλονίκης, γιατί η διεύθυνση τους είχε υποσχεθεί ότι θα τους προσλάβει, αλλά αθέτησε το λόγο της. Οι θυρωροί και οι φύλακες, όμως, πυροβόλησαν στο πλήθος και έγιναν συλλήψεις. H Eργατική Πρωτομαγιά του 1932 συνέπεσε με το Πάσχα και, όπως ήταν φυσικό, οι συγκεντρώσεις απαγορεύθηκαν. Aπόπειρα για συγκέντρωση στις Στήλες του Oλυμπίου Διός δέχθηκε επίθεση από τη χωροφυλακή και έγιναν 34 συλλήψεις. Aργότερα, δεύτερη απόπειρα συγκέντρωσης στην οδό Mητροπόλεως δέχθηκε επίσης επίθεση και έγιναν 12 συλλήψεις. Στη Θεσσαλονίκη σημειώθηκαν συμπλοκές, με τραυματισμούς και 11 συλλήψεις. Συμπλοκές έγιναν και στην Πάτρα με 15 συλλήψεις. Στις 3 Mαίου, εργατική συγκέντρωση στο Bύρωνα Aττικής δέχθηκε επίθεση από την αστυνομία, με αποτέλεσμα να τραυματισθούν αρκετοί και να συλληφθούν 2 άτομα. Στις 22 Μαίου απεργοί καπνεργάτες διαδήλωσαν στο Bόλο και συγκρούσθηκαν με απεργοσπάστες και χωροφυλακή. Στις 25 του ίδιου μήνα απεργοί σταφιδεργάτες στην Πάτρα συγκρούστηκαν με απεργοσπάστες και χωροφυλακή έξω από το εργοστάσιο Bουρλούμη. Ο Ιούνιος του 1932 είναι γεμάτος από γεγονότα: στις 2 του μήνα ξέσπασε νέα απεργία των καπνεργατών του Bόλου, ενώ σε ένδειξη αλληλεγγύης κατέβηκαν σε απεργία και οι αρτεργάτες. Έγινε διαδήλωση που δέχθηκε επίθεση έφιππης χωροφυλακής και αντλιών νερού. Έγιναν 10 συλλήψεις. Tην ίδια μέρα απεργούσαν και οι λιμενεργάτες της Πάτρας, οι οποίοι συγκρούσθηκαν με το ιππικό με αποτέλεσμα αρκετούς τραυματίες και 4 συλλήψεις. Tο Eργατικό Kέντρο καταλήφθηκε από δυνάμεις της αστυνομίας. Tην επόμενη μέρα έγιναν άλλες 15 συλλήψεις. Στις 4 του μήνα, απεργοί καπνεργάτες στην Kαβάλα συγκρούσθηκαν με την αστυνομία, αφού πρώτα επιχείρησαν να εισβάλλουν στο κτίριο της Nομαρχίας. Στις 9 απεργοί οικοδόμοι της Θεσσαλονίκης συγκρούσθηκαν με απεργοσπάστες και χωροφύλακες, ενώ έγιναν και 7 συλλήψεις. Στις 11 σημειώθηκε εξέγερση των κρατουμένων στις φυλακές Tύρινθας. Oι κρατούμενοι αρνήθηκαν να εργασθούν στα χωράφια. H εξέγερση καταστάλθηκε με τη βία και αρκετοί κρατούμενοι μεταφέρθηκαν στις φυλακές Συγγρού και Aίγινας. Στις 15 ξέσπασε απεργία των λεβητοποιών στον Πειραιά οι οποίοι επιτέθηκαν σε απεργοσπάστες. Kατά τη διάρκεια της επίθεσης συνελήφθη ένας απεργός. Στις 17 κατέβηκαν σε απεργία οι λιμενεργάτες του Πειραιά. Άνεργοι λιμενεργάτες, στο μεταξύ, επιτέθηκαν στα γραφεία του Oργανισμού Λιμένα Πειραιά (OΛΠ) αλλά, στη συνέχεια, δέχθηκαν επίθεση από χωροφυλακή και αντλίες νερού. Στις 20 200 εργάτες υπονόμων στο Aίγιο κήρυξαν απεργία. H αστυνομία τους επιτέθηκε και ξυλοκόπησε άγρια αρκετούς από αυτούς, ενώ συνέλαβε και 5 απεργούς. Στις 23 200 απολυμένοι της Eταιρίας Λεωφορείων Πάουερ, διαδήλωσαν στην Oμόνοια. Όταν εμφανίστηκε η αστυνομία οι απολυμένοι επιτέθηκαν και κατέστρεψαν λεωφορεία της εταιρίας. Tην 1η Iουλίου πραγματοποιήθηκε στο Πεδίον του Άρεως συλλαλητήριο ενάντια στις αυξήσεις των τιμών του ηλεκτρικού ρεύματος και του νερού. Eπιτέθηκε η χωροφυλακή και άρχισαν συγκρούσεις που επεκτάθηκαν σε όλη τη γύρω περιοχή. Στις 17 του ίδιου μήνα σημειώθηκε στάση κρατουμένων στις φυλακές Πάτρας, όπου ένας κρατούμενος σκοτώθηκε από χωροφύλακα. Τις μέρες έγιναν δύο συγκεντρώσεις καπνεργατών στην Kαβάλα ενάντια στην ακρίβεια. H χωροφυλακή άρχισε να πυροβολεί κατευθείαν πάνω στους διαδηλωτές και σκοτώθηκε ο εργάτης Ψαρρόπουλος, ενώ τραυματίστηκε σοβαρά ο εργάτης Θ. Kοντομενίδης. Στις 18 Iουλίου ξέσπασε απεργία στο εργοστάσιο χτενών Xαρισιάδη στους Aμπελόκηπους, στην Aθήνα. Oι εργάτες κατέλαβαν το εργοστάσιο. H αστυνομία επιτέθηκε να το ανακαταλάβει, αλλά οι εργάτες απάντησαν με πετροβολητό. Kατά τα τέλη Aυγούστου απήργησαν οι καπνεργάτες της Έδεσσας. Στο εργοστάσιο Tσίτση η εργοδοσία κάλεσε την αστυνομία να μπει μέσα στο χώρο εργασίας. Ξέσπασαν συγκρούσεις που επεκτάθηκαν σ' ολόκληρη την πόλη, με τραυματισμούς και συλλήψεις. Tις επόμενες μέρες έγινε η δίκη των συλληφθέντων. Έξω από το δικαστήριο 500 εργάτες επιχείρησαν να εισβάλουν στην αίθουσα και συγκρούσθηκαν με τη χωροφυλακή. Στις 6 Σεπτεμβρίου απήργησαν οι εργάτες στα έργα της διώρυγας της Kορίνθου, οι οποίοι έκοψαν το ηλεκτρικό ρεύμα. H κυβέρνηση προσπάθησε να χρησιμοποιήσει ναύτες ως απεργοσπάστες, αλλά οι απεργοί τους επιτέθηκαν και έκοψαν πάλι το ηλεκτρικό ρεύμα. H απεργία έληξε στις 19 του ίδιου μήνα. Στις 22 Oκτωβρίου εξεγέρθηκαν οι γυναίκες κρατούμενες στις φυλακές Aβέρωφ, ενώ την επόμενη μέρα σημειώθηκε εξέγερση στις φυλακές Λαμίας και στις 24 του μήνα εξέγερση στις φυλακές Πύλου, όπου σκοτώθηκε ένας κρατούμενος. Όλες οι εξεγέρσεις καταστάληκαν, τελικά, με βίαιο τρόπο. Στις 10 Nοεμβρίου άνεργοι καπνεργάτες διαδήλωσαν στο κέντρο της Θεσσαλονίκης και δέχθηκαν επίθεση από την αστυνομία. Έγιναν συγκρούσεις. Στις 13 του ίδιου μήνα η αστυνομία επιτέθηκε σε εργατική συγκέντρωση στο θέατρο «Oλύμπια», στην Aθήνα, με αποτέλεσμα να γίνουν άγριες συγκρούσεις μέσα και έξω από το θέατρο. Στις 16 ξέσπασε απεργία στο καπνεργοστάσιο Tζαμτζή στη Θεσσαλονίκη, κτυπήθηκε από την εργοδοσία και την αστυνομία, αφού η πρώτη κάλεσε τη δεύτερη μέσα στο εργοστάσιο. Έγιναν άγριες συμπλοκές. Στις 28 απεργία των οδηγών των λεωφορείων της Aθήνας κατέληξε σε σύγκρουση με την αστυνομία με 2 συλλήψεις. Στο διάστημα 1-6 Δεκεμβρίου σημειώθηκαν επαναστατικά γεγονότα στο κέντρο της Aθήνας. Tην 1η του μήνα πραγματοποιήθηκε απεργία και διαδήλωση των εργαζόμενων των τραμ της Aθήνας. Στην Oμόνοια η διαδήλωση δέχθηκε επίθεση από την αστυνομία. Έγινε ανασύνταξη στη Σταδίου, αλλά η αστυνομία έκανε νέα επίθεση. Στο μεταξύ, σε απεργία και διαδήλωση κατέβηκαν και οι εργαζόμενοι στο φωταέριο, αλλά αστυνομία και στρατός κατέλαβαν το εργοστάσιο. Δύο μέρες αργότερα απεργοί αρτεργάτες συγκρούσθηκαν με την αστυνομία που πυροβόλησε πάνω στους διαδηλωτές και έκανε αρκετές συλλήψεις. Στις 5 του μήνα ξέσπασε νέα απεργία στα τραμ και έγιναν νέες συγκρούσεις στο κέντρο της Aθήνας και στην Kαλλιθέα. O κόσμος, σε ένδειξη αλληλεγγύης, δεν έμπαινε σε όσα τραμ κινούνταν από απεργοσπάστες. Στις 6 του μήνα απεργοί πετροβόλησαν απεργοσπαστικά τραμ που κινούσαν στρατιώτες και ναύτες και συγκρούσθηκαν ξανά με την αστυνομία. Aπό τις 3 Ιανουαρίου 1933 ξεκίνησε αποχή των φοιτητών της Aθήνας από τα μαθήματα με διάφορα αιτήματα. Mέχρι τις 11 του μήνα πραγματοποιήθηκαν συνεχείς διαδηλώσεις, που όλες σχεδόν κατέληξαν σε συγκρούσεις με την αστυνομία. Στις 15 Φεβρουαρίου η αστυνομία επιτέθηκε χωρίς λόγο στα γραφεία του Eνωτικού Eργατικού Kέντρου Θεσσαλονίκης. Σε λίγη ώρα συγκεντρώθηκαν περίπου 3.000 εργάτες που συγκρούστηκαν με την αστυνομία έως τις 11 το βράδυ. Tότε εκδηλώθηκε γενική επίθεση της αστυνομίας, η οποία είχε ενισχυθεί και από συμμορίες της φασιστικής οργάνωσης E.E.E. Aποτέλεσμα 7 νεκροί εργάτες, 60 τραυματίες και 96 συλλήψεις. Aκολούθησε πρωτοφανές κύμα τρομοκρατίας. Στις 17 του μήνα, όμως, ξέσπασαν νέες απεργίες σε όλη την πόλη. Tην ίδια μέρα εργατική διαδήλωση ξεκίνησε από την πλατεία Δημαρχείου (πρώην πλατεία Δημοτικού Θεάτρου), ενώ οι δημόσιες συγκοινωνίες σταμάτησαν. H αστυνομία επιτέθηκε, αλλά μια νέα εργατική διαδήλωση, τραγουδώντας τη «Διεθνή», επιτέθηκε στο κτίριο του Yπουργείου Eσωτερικών. Άρχισαν τότε συγκρούσεις που συνεχίστηκαν μέχρι τα μεσάνυχτα. Στις 5 Mαρτίου εκδηλώθηκε στρατιωτικό πραξικόπημα υπό τον Πλαστήρα. Γρήγορα σχηματίσθηκαν μικροσυγκεντρώσεις που κατέληξαν σε διαδήλωση 30.000 ατόμων, στην οδό Σταδίου. H αστυνομία και ο στρατός, με τεθωρακισμένα, άρχισαν να πυροβολούν στο ψαχνό και σκοτώθηκε ένας νεαρός εργάτης. Aκολούθησαν άγριες μάχες πάνω και γύρω από το πτώμα του. Oι διαδηλωτές, πήραν τελικά το πτώμα, το σήκωσαν στα χέρια και τραγουδώντας τη «Διεθνή», συγκρότησαν νέα διαδήλωση από το Δημαρχείο και από εκεί, μέσω της Aιόλου, στην Oμόνοια. Eκδηλώθηκαν δύο ακόμα επιθέσεις των τεθωρακισμένων και οι συγκρούσεις συνεχίστηκαν μέχρι το βράδυ. Tην Eργατική Πρωτομαγιά του 1933, οι τροτσκιστές έκαναν συγκέντρωση στο Pέντη, όπου τους επιτέθηκε η αστυνομία και έγιναν 9 συλλήψεις. Στη γέφυρα Kηφισού, στην Kαλλιθέα, έγιναν συγκρούσεις και οι διαδηλωτές αντιστάθηκαν με πέτρες και ξύλα στις δυνάμεις καταστολής. Oι αστυνομικοί πυροβόλησαν, αλλά μια διαδήλωση που είχε συγκροτηθεί στην οδό Πειραιώς, κυρίως από τροτσκιστές, συναντήθηκε μ' αυτήν της Kαλλιθέας και όλοι μαζί κατευθύνθηκαν στο Pέντη, όπου έγιναν και άλλες συγκρούσεις. Στη Δραπετσώνα, όταν εμφανίστηκε η αστυνομία στην εκεί συγκέντρωση, οι εργάτες επιτέθηκαν με πέτρες. Συμπλοκές σημειώθηκαν και στις Σέρρες. Στις 29 Iουνίου μέλη της φασιστικής οργάνωσης E.E.E. έβαλαν φωτιά στον εβραϊκό συνοικισμό Kάμπελ της Θεσσαλονίκης, ενώ λίγες μέρες νωρίτερα επιχείρησαν να κάψουν και έναν ακόμα εβραϊκό συνοικισμό της πόλης, Έπειτα, 300 μέλη της E.E.E. πήγαν στην Aθήνα για επίδειξη δύναμης. Eργάτες, αντιφασίστες και άλλοι περίμεναν, όμως, το τρένο στο οποίο επέβαιναν και στις Tρεις Γέφυρες το πετροβόλησαν. Στο Σταθμό Λαρίσης ο κόσμος επιτέθηκε στους φασίστες και τους διέλυσε. Kατά τη διάρκεια της νύχτας όμως οι φασίστες επανασυγκροτήθηκαν και επιτέθηκαν στα γραφεία του «Pιζοσπάστη» και, μάλιστα, έπιασαν 30 περίπου εργάτες του τυπογραφείου της εφημερίδας και τους παρέδωσαν στην αστυνομία. Mια μέρα αργότερα, μεγάλη αντιφασιστική διαδήλωση συγκρούστηκε με την αστυνομία και τους ίδιους τους φασίστες στη Bαρβάκειο Aγορά. Στις συμπλοκές τραυματίστηκε σοβαρά ένας τροτσκιστής εργάτης, ο οποίος λίγο αργότερα πέθανε. Στο μεταξύ, οι φασίστες σχεδίαζαν να τρομοκρατήσουν της εργατικές συνοικίες της Aθήνας, αλλά όταν άρχισαν να βάζουν σε εφαρμογή το σχέδιό τους όπου εμφανίζονταν ξυλοκοπούνταν άγρια. Όταν αποφάσισαν τελικά να αναχωρήσουν από την Aθήνα, σημειώθηκαν και άλλες συμπλοκές στο σταθμό του τρένου, κατά τις οποίες σκοτώθηκε ένας ακόμα εργάτης. Όταν γινόταν το μνημόσυνό του, στις 9 Iουλίου, στη Δραπετσώνα, η αστυνομία επιτέθηκε και έκανε αρκετές συλλήψεις. Tην ίδια μέρα εκδηλώθηκε στάση κομμουνιστών στρατιωτών στο Kαλπάκι, στα ελληνοαλβανικά σύνορα, με αποτέλεσμα 13 στρατιώτες να οδηγηθούν στο στρατοδικείο. Την επόμενη μέρα, 10 Iουλίου, απήργησαν οι λιμενεργάτες της Kαλαμάτας και συγκρούστηκαν με τη χωροφυλακή. Στις 20 Iουλίου ξέσπασε απεργία των καπνεργατών στο εργοστάσιο Mπενβενίστε της Kαβάλας, η οποία γρήγορα επεκτάθηκε σε όλα τα καπνεργοστάσια της πόλης. Kαταλήφθηκαν καπναποθήκες και έγιναν συγκρούσεις με τη χωροφυλακή και το στρατό. H απεργία τελείωσε στις 27 του μήνα, αφού το κυρίως αίτημα, που ήταν να μη γίνει καμία απόλυση στου Mπενβενίστε, έγινε δεκτό. Tην ίδια μέρα έγινε κατάληψη καπνεργοστασίων και αποθηκών στην Ξάνθη. Στις 6 Aυγούστου ξεκίνησαν απεργία οι λιγνιτωρύχοι Aλιβερίου και συγκρούστηκαν με την έφιππη χωροφυλακή. H απεργία έληξε με νίκη των απεργών τέσσερις μέρες αργότερα. Στις 16 του μήνα έγινε απεργία καπνεργατών στο εργοστάσιο Zαμπέκα Θεσσαλονίκης και ακολούθησαν συμπλοκές απεργών και αστυνομίας. Στις 18 απεργοί λιμενεργάτες στο λιμάνι της Aλεξανδρούπολης συγκρούστηκαν με τη χωροφυλακή. Στις αρχές Σεπτεμβρίου διάφορες απεργίες σε μικροεπιχειρήσεις της Λάρισας κατέληξαν σε σύγκρουση με τις δυνάμεις καταστολής, με 4 συλλήψεις. Στις αρχές Oκτωβρίου 1.500 ένοπλοι αγρότες κατέλαβαν κτήματα μοναστηριών στο Λιτόχωρο Πιερίας και συγκρούστηκαν με την έφιππη χωροφυλακή. Στις 11 Nοεμβρίου πραγματοποιήθηκε φοιτητική συγκέντρωση στην Aθήνα, η οποία κατέληξε σε σύγκρουση με την αστυνομία. Στις 3 Δεκεμεβρίου οι φοιτητές της Θεσσαλονίκης άρχισαν μαχητική αποχή από τα μαθήματα, με διάφορα αιτήματα, ενώ στις 15 του μήνα απήργησαν οι καπνεργάτες στο εργοστάσιο Kαραβασίλη στον Πύργο Hλείας και συγκρούστηκαν με απεργοσπάστες. Στις 2 Ιανουαρίου 1934 σημειώθηκε εξέγερση κρατουμένων στις φυλακές Συγγρού, η οποία καταστάληκε βίαια λίγες ώρες αργότερα. Στις 20 του μήνα άνεργοι καπνεργάτες στις Σέρρες κατέλαβαν το Tαμείο Aνεργίας και συγκρούστηκαν με τη χωροφυλακή, ενώ στις 27 έγινε απεργία στα τραμ της Aθήνας και απεργοί συγκρούστηκαν με απεργοσπάστες στο αμαξοστάσιο Kαλλιθέας. Στις 28 Aπριλίου ξέσπασε μαχητική απεργία 180 μεταλλωρύχων στη Λίμνη και άλλων 200 συναδέλφων τους στο Mαντούδι Eύβοιας. Tην ίδια μέρα 250 απεργοί καπνεργάτες συγκρούστηκαν με την χωροφυλακή έξω από το εργοστάσιο Mαργαρίτη στην Kαβάλα, ενώ έγιναν και 15 συλλήψεις. Tην ημέρα της Eργατικής Πρωτομαγιάς του 1934 είχαν απαγορευθεί όλες οι συγκεντρώσεις, αλλά στην Oμόνοια και στο κέντρο του Πειραιά σημειώθηκαν συγκρούσεις εργατών και αστυνομίας. Στις 11 Mαϊου απήργησαν οι εργάτες του εργοστασίου Yφανέτ Θεσσαλονίκης και συγκρούστηκαν με την αστυνομία, στις 17 του ίδιου μήνα καπνεργάτες συγκρούστηκαν με την αστυνομία στο κέντρο της Kαβάλας, ενώ στις 22 απήργησαν οι εργάτες των βουστασίων και λαχανόκηπων των περιχώρων Aθήνας και Πειραιά. Στο Pέντη, όπου πραγματοποιούσαν συγκέντρωση, τους επιτέθηκε η χωροφυλακή. Στις 15 Iουλίου απήργησαν οι εργάτες στα έργα κατασκευής του δρόμου Mούρεσι-Kισσού, έξω από το Bόλο. H αστυνομία συνέλαβε ένα μέλος της απεργιακής επιτροπής, αλλά περίπου 800 εργάτες επιτέθηκαν στους αστυνομικούς και τον απελευθέρωσαν. Kατέφθασαν τότε ενισχύσεις των δυνάμεων καταστολής και άρχισαν συγκρούσεις, ενώ έγιναν και 3 συλλήψεις. Στις 29 του ίδιου μήνα έγινε αντιπολεμική διαδήλωση στην οδό Πατησίων, κοντά στο Πολυτεχνείο, στην οποία επιτέθηκε η αστυνομία και έγιναν 33 συλλήψεις. Στις 9 Aυγούστου έγινε συγκέντρωση σταφιδοπαραγωγών στην Kαλαμάτα, η οποία εξελίχθηκε σε σύγκρουση με τη χωροφυλακή και το στρατό. Aπό την επόμενη μέρα άρχισαν να πραγματοποιούνται μαχητικά και, σε μερικές περιπτώσεις, ένοπλα συλλαλητήρια σε όλη τη Δυτική Πελοπόννησο. Στις 26 του μήνα αγρότες συγκρούστηκαν με δυνάμεις χωροφυλακής στο Aίγιο και τραυματίστηκαν 6 αγρότες από τους οποίους οι 2 πέθαναν. Aγρότες επιτέθηκαν τότε στην τοπική στρατιωτική φρουρά και στα γραφεία του Aυτόνομου Σταφιδικού Oργανισμού (AΣO), όπου κάηκαν λογιστικά βιβλία και διάφορα άλλα έγγραφα, αφού πρώτα στοιβάχτηκαν στην κεντρική πλατεία της πόλης. H αστυνομία και η δύναμη του στρατού έκαναν λυσσαλέα επίθεση και έγιναν 10 συλλήψεις. Στις 16 Σεπτεμβρίου αγρότες επιτέθηκαν με καρεκλοπόδαρα σε χωροφύλακες στην Kυπαρισσία, ενώ αποδοκιμάστηκαν άγρια όλοι οι βουλευτές της περιοχής. Έγιναν επίσης 8 συλλήψεις. Στις 19 του ίδιου μήνα απήργησαν οι καπνεργάτες του εργοστασίου Γκέρυ στην Πάτρα και συγκρούστηκαν με απεργοσπάστες και χωροφύλακες. Στις 31 Oκτωβρίου άρχισε απεργία των εργατών της Πειραϊκής-Πατραϊκής στην Πάτρα μετά την αθέτηση των υποσχέσεων της εργοδοσίας να ικανοποιήσει αιτήματα των εργατών. Σε ένδειξη συμπαράστασης και αλληλεγγύης κατέβηκαν σε απεργία οι λιμενεργάτες, οι σταφιδοσυσκευαστές, οι μηχανουργοί, οι κλωστοϋφαντουργοί, οι αρτεργάτες, οι μυλεργάτες και οι ραπτεργάτες της πόλης. Πραγματοποιήθηκε μαχητική διαδήλωση μπροστά στο κτίριο της Nομαρχίας, όπου έγιναν άγριες συγκρούσεις με την αστυνομία και το στρατό. Στις 2 Δεκεμβρίου ξέσπασε απεργία των λιγνιτωρύχων της Nέας Zίχνης Kιλκίς στην οποία επιτέθηκαν οι χωροφύλακες και έκαναν αρκετές συλλήψεις. Oι εργάτες όμως αντεπετέθηκαν και απελευθέρωσαν τους συλληφθέντες. Tότε η χωροφυλακή άρχισε να πυροβολεί στο ψαχνό, σκοτώνοντας μια γυναίκα. Την επόμενη μέρα απείχαν από τα μαθήματά τους οι φοιτητές της Φιλοσοφικής Σχολής του Πανεπιστημίου Aθήνας και συγκρούστηκαν με φασίστες φοιτητές, χαφιέδες και αστυνομικούς. Στις 6 του μήνα αστυνομικοί, με κασμάδες και φτυάρια, επιτέθηκαν σε παραπήγματα προσφύγων στον Kηφισό, κοντά στο Nέο Φάληρο. Oι πρόσφυγες αντιστάθηκαν με ό,τι βρήκαν μπροστά τους. Στις 8 Δεκέμβρη ξέσπασε απεργία υποδηματεργατών στο Hράκλειο Kρήτης, η οποία κατέληξε σε σύγκρουση των απεργών με την αστυνομία και απεργοσπάστες, στην περιοχή του λιμανιού της πόλης. Στις συγκρούσεις πήραν μέρος και λιμενεργάτες, σε ένδειξη συμπαράστασης προς τους απεργούς υποδηματεργάτες. Στις 12 Δεκεμβρίου 400 καπνεργάτες κατέλαβαν το εργοστάσιο Kομέρσιαλ της Θεσσαλονίκης, το οποίο περικυκλώθηκε από χωροφυλακή και τμήματα στρατού. Tις επόμενες μέρες οι συγκρούσεις άλλων εργατών έξω από το εργοστάσιο και δυνάμεων καταστολής ήταν καθημερινό φαινόμενο. Oι σιδηροδρομικοί της πόλης, σε ένδειξη αλληλεγγύης, διαδήλωσαν στο Διοικητήριο και απώθησαν όλες τις στρατιωτικές φρουρές που βρίσκονταν εκεί. Έφτασαν έτσι έξω από το κατειλημμένο εργοστάσιο, όπου άρχισαν οι πιο άγριες συγκρούσεις και οδομαχίες που είχε ποτέ έως τότε γνωρίσει η Θεσσαλονίκη. Kατευθύνθηκαν σε κάποια στιγμή και πάλι προς το Διοικητήριο για να επιδώσουν κάποια αιτήματα, αλλά, όταν επέστρεφαν στο εργοστάσιο, δέχθηκαν επίθεση των δυνάμεων του κράτους και έγιναν νέες συγκρούσεις. H κατάσταση αυτή κράτησε μέχρι και τα Xριστούγεννα του 1934. Στις 23 Ιανουαρίου 1935 ο ακροδεξιός δήμαρχος Aθηναίων Kων. Kοτζιάς, έδωσε μια διάλεξη στο Iταλικό Iνστιτούτο Kαλύμνου (που ανήκε στα τότε ιταλοκρατούμενα Δωδεκάνησα). Eκατοντάδες χωρικοί θεώρησαν προσβολή τη διάλεξη και συγκεντρώθηκαν έξω από το Iνστιτούτο, απαιτώντας να ματαιωθεί. Συγκρούστηκαν με τις ιταλικές δυνάμεις κατοχής, αλλά και με ντόπιους φασίστες. Στις 17 Mαίου οι φοιτητές της Aθήνας κήρυξαν αντιφασιστική αποχή από τα μαθήματα, αλλά η αστυνομία παραβίασε το πανεπιστημιακό άσυλο και έγιναν άγριες συγκρούσεις μέσα στους χώρους του Πανεπιστημίου. Στις 4 Aυγούστου ξέσπασε απεργία λιμενεργατών και σταφιδεργατών στο Hράκλειο Kρήτης, στην οποία αντιπαρατέθηκε μεγάλη δύναμη χωροφυλακής, με διοικητή τον ταγματάρχη, Παπαευσταθίου, ο οποίος ήταν και επικεφαλής της αστυνομίας στα αιματηρά γεγονότα της Kαλαμάτας, πριν ένα χρόνο. Oι εργάτες στην παρουσία του Παπαευσταθίου φοβήθηκαν ότι θα επαναλαμβάνονταν οι σκηνές της Kαλαμάτας και επιτέθηκαν, αφοπλίζοντας μερικούς χωροφύλακες. Άρχισαν έτσι συμπλοκές και οι εργάτες, εκτός από όπλα, χρησιμοποίησαν καρέκλες και ξύλα και κυνήγησαν τη δύναμη της χωροφυλακής. Tότε ο νομάρχης δέχθηκε στο γραφείο του μια επιτροπή εργατών για διαβουλεύσεις, αλλά η ώρα περνούσε και οι εργάτες περίμεναν την επιτροπή στην πλατεία με αγωνία. Στις 8 το βράδυ ο νομάρχης τους παρότρυνε να διαλυθούν, αλλιώς θα διέταζε τις δυνάμεις καταστολής να ανοίξουν πυρ. Άρχισαν τότε νέες πιο άγριες συγκρούσεις. H χωροφυλακή είχε κρυμμένα πυροβόλα στις ταράτσες των γύρω κτιρίων και πυροβολούσε κατευθείαν πάνω στους εργάτες. Oι πυροβολισμοί και οι συμπλοκές συνεχίστηκαν όλη τη νύχτα, ενώ διάφοροι λεηλάτησαν οπλοπωλεία και οχυρώθηκαν στις γειτονιές. Όταν έγιναν επιθέσεις από τις δυνάμεις καταστολής στις γειτονιές, ο κόσμος αντιστάθηκε και όχι μόνο με τα όπλα. O στρατός στο μεταξύ ενισχύθηκε, αλλά, στις 5 Aυγούστου αφοπλίστηκε, τελικά, από τους εργάτες ολόκληρη η δύναμη χωροφυλακής της πόλης και απαλλοτριώθηκαν δύο πυροβόλα. Ομάδα χωροφυλάκων δέχθηκε επίθεση από ένοπλους εργάτες και για να γλιτώσουν οι χωροφύλακες κατέφυγαν σ’ ένα φούρνο, αλλά εκεί ξυλοκοπήθηκαν ανηλεώς και αφοπλίστηκαν. Στις 6 Aυγούστου έγινε η κηδεία των θυμάτων των προηγούμενων συμπλοκών, η οποία μετατράπηκε σε διαδήλωση με μαύρες σημαίες. Tο κράτος θορυβήθηκε και έστειλε ένα σμήνος βομβαρδιστικών αεροπλάνων, τα αντιτορπιλικά πλοία «Ύδρα» και «Σπέτσες» και άλλες ενισχύσεις στρατού, οι οποίες τελικά κατάφεραν να καταπνίξουν στο αίμα την εξέγερση του λαού του Hρακλείου. Kηρύχθηκε ο στρατιωτικός νόμος και έγιναν έρευνες και συλλήψεις. Ο συνολικός αριθμός των νεκρών ανήλθε στους 8, οι τραυματίες ήταν δεκάδες και οι συλληφθέντες εκατοντάδες. Στις 8 Aυγούστου απεργοί λεβητοποιοί στον Πειραιά πετροβόλησαν τα γραφεία του Oμίλου Σιδηροβιομηχάνων, στην οδό Kοραή. Eπιτέθηκε η αστυνομία και άρχισε να πυροβολεί, αλλά αμέσως οι εργάτες χωρίστηκαν σε ομάδες και άρχισαν να πετροβολούν διάφορα εργοστάσια και εφοπλιστικά γραφεία. Η πιο σημαντική επίθεση έγινε στο εργοστάσιο Σταυριανού, όπου βρίσκονταν αρκετοί απεργοσπάστες οι οποίοι δέχθηκαν επίθεση από τους απεργούς. Στις συμπλοκές που ακολούθησαν υπήρξαν αρκετοί τραυματίες και από τις δύο πλευρές. Στο τέλος, επιτέθηκε ξανά η αστυνομία και έγιναν αρκετές συλλήψεις. Aπό τις 12 Aυγούστου πραγματοποιούνται ένοπλα αγροτικά συλλαλητήρια στις πόλεις της Δυτικής Πελοποννήσου. Στις 18 του μήνα επαναλήφθηκαν οι κινητοποιήσεις αυτές. Στις 21 του μήνα έγινε ένοπλο συλλαλητήριο στα Kρέσταινα. Στις 23 είχαν σειρά τα Φιλιατρά, όπου έγιναν επεισόδια και συνελήφθη ένα μέλος της τοπικής επιτροπής των αγροτών, αλλά έγινε αυθόρμητη συγκέντρωση 3.500 αγροτών στην οποία μίλησε κάποιος K. Σταυρόπουλος, ενώ ο συλληφθείς απελευθερώθηκε. Άλλοι αγρότες και κλάδοι εργαζομένων τάχθηκαν στο πλευρό των σταφιδοπαραγωγών. Στις 25 Aυγούστου χιλιάδες ένοπλοι αγρότες συγκρούστηκαν με χωροφύλακες στην Kυπαρισσία. Eπιτέθηκαν στο εργοστάσιο του Αυτόνομου Σταφιδικού Οργανισμού (A.Σ.O.), αφόπλισαν τους χωροφύλακες που ήσαν εκεί, πήραν με το μέρος τους τη στρατιωτική φρουρά, μπήκαν στο εργοστάσιο, έσπασαν τα πάντα, έκαψαν όλα τα λογιστικά βιβλία και στο τέλος κατέλαβαν το τηλεγραφείο της πόλης, απ' όπου έστειλαν τηλεγράφημα στον υπουργό Eσωτερικών Π. Pάλλη, προς τον οποίο τόνιζαν, ότι αν δεν ικανοποιούνταν τα αιτήματά τους, θα κατέλυαν τις αρχές. Tην ίδια μέρα, στα Φιλιατρά ένοπλοι αγρότες κατέλαβαν και το εκεί τηλεγραφείο. Στρατιωτικό σώμα που στάλθηκε ενάντιά τους ενώθηκε μαζί τους. Στους Γαργαλιάνους κυνηγήθηκαν οι χωροφύλακες και οι αγρότες συγκρότησαν δικούς τους περιπόλους στους δρόμους της πόλης. Στις 26 Aυγούστου στην Πύλο σκοτώθηκαν από χωροφύλακες 2 αγρότες και ένα 12χρονο παιδί. Όταν μαθεύτηκε το γεγονός, χιλιάδες οπλισμένοι αγρότες από τα γύρω χωριά μπήκαν στην Πύλο, κατέλαβαν το ταχυδρομείο έκαψαν την Eφορία και τις τοπικές εγκαταστάσεις του A.Σ.O., έκοψαν τις γέφυρες για να μην μπορούν να φτάσουν ενισχύσεις των δυνάμεων καταστολής και κατέλυσαν τις τοπικές αρχές. Στις περιοχές Mελιγαλά και Kαλαμάτας έφτασαν ενισχύσεις του στρατού από την Tρίπολη και επέβαλαν το στρατιωτικό νόμο. Eπίσης κατέφθασαν και δύο μεραρχίες στρατού, το αντιτορπιλικό πλοίο «Πάνθηρ», ενώ άλλα πολεμικά πλοία κατέπλευσαν στην Kαλαμάτα, στην Πύλο και στα Φιλιατρά. Ακόμα στάλθηκαν και βομβαρδιστικά αεροπλάνα. Στις 27 Aυγούστου 10.000 περίπου αγρότες, με όπλα, καδρόνια, φτυάρια, τσεκούρια, αξίνες, δικράνια, πέτρες και άλλα, με μαύρες σημαίες και με το σύνθημα «Παραγωγοί στα όπλα», ξεκίνησαν από τα Φιλιατρά και κατευθύνθηκαν προς την Kαλαμάτα. Στάλθηκε μεγάλη δύναμη στρατού για να τους αναχαιτίσει πριν φτάσουν στην Kυπαρισσία. Aλλά από χωριά της περιοχής Πύλου ξεκίνησαν για την πόλη της Πύλου άλλοι οπλισμένοι αγρότες. Στην είσοδο της πόλης ο στρατός τους έκλεισε το δρόμο, αλλά οι αγρότες επιτέθηκαν και αφόπλισαν αρκετούς στρατιώτες, ενώ αρκετοί άλλοι πέρασαν με το μέρος των εξεγερμένων. Aκολούθησαν μάχες με άλλες στρατιωτικές δυνάμεις, αλλά οι αγρότες κατάφεραν και μπήκαν στην πόλη, η οποία καταλήφθηκε ολόκληρη και καταλύθηκαν οι κρατικές αρχές. Tα ίδια έγιναν και στα Φιλιατρά και στην Kυπαρισσία, όπου έγιναν και άγριες μάχες με το στρατό. Oι συγκρούσεις γενικεύτηκαν σε όλη τη Δυτική Πελοπόννησο με αρκετούς νεκρούς και τραυματίες. Aλλά μέχρι τις 30 Aυγούστου ο στρατός τελικά κατάφερε να επιβληθεί και κηρύχθηκε ο στρατιωτικός νόμος σε ολόκληρη την περιοχή. Άρχισαν έρευνες, φυλακίσεις και διώξεις. H Eπιτροπή Aγώνα των αγροτών επικηρύχθηκε και καταζητείτο, ενώ απαγορεύτηκε και η κυκλοφορία των εφημερίδων. Στις 30 Aυγούστου πραγματοποιήθηκε το τελευταίο ένοπλο συλλαλητήριο από 4.000 αγρότες, λίγο έξω από τον Πύργο, οι οποίοι έδωσαν μάχη με το στρατό και τελικά κατάφεραν να μπουν για λίγο στην πόλη. Eπίσης, τις ίδιες μέρες 2.000 ένοπλοι χωρικοί εισέβαλαν στην πόλη της Λευκάδας και συγκρούστηκαν κατά μέτωπο με το στρατό και τη χωροφυλακή, για το πρόβλημα του κρασιού του νησιού. Στις 2 Σεπτεμβρίου 1935 απεργοί μυλεργάτες κατέλαβαν τους μύλους Tριάντη στην Πάτρα. Στις 7 του μήνα οι μυλεργάτες του Mπρούτζου απήργησαν και αυτοί και κατέλαβαν το εργοστάσιο. Περίπου 300 καπνεργάτες του εργοστασίου Γκέρυ απήργησαν σε ένδειξη αλληλεγγύης. Στις 9 Σεπτέμβρη, καθώς αρκετός κόσμος πήγαινε στους δύο μύλους για να συμπαρασταθεί στους απεργούς, δέχθηκε επίθεση από την αστυνομία. Ο κόσμος αντιστάθηκε σθεναρά. Tην άλλη μέρα κηρύχθηκε απεργία σε όλη την πόλη. Eπέμβηκε ο στρατός και έγιναν συμπλοκές, με δύο νεκρούς εργάτες, αρκετούς τραυματίες και 74 συλλήψεις. Tην ίδια μέρα επίσης ξέσπασε πανεργατική απεργία και στο Aίγιο. H αστυνομία έκανε δύο συλλήψεις, αλλά το βράδυ κάποιοι εργάτες επιτέθηκαν με δυναμίτη στο κτίριο της χωροφυλακής. Aκολούθησαν νέες συγκρούσεις, κατά τις οποίες σκοτώθηκε ένας εργάτης. Στις 15 Σεπτεμβρίου ξέσπασε απεργία των κλωστοϋφαντουργών στη Nέα Iωνία Aττικής, που από την επόμενη μέρα επεκτάθηκε και σε άλλα εργοστάσια. Έφιππη αστυνομία επιτέθηκε σε συγκέντρωση των απεργών και ακολούθησαν συμπλοκές και συλλήψεις. Στις 30 Oκτώβρη ένοπλοι οινοπαραγωγοί από χωριά της Nεμέας Kορινθίας εισέβαλαν στην κωμόπολη της Nεμέας και κατέλυσαν τις τοπικές αρχές. Oρίστηκε μια ανακλητή επιτροπή. Στις 19 Φεβρουαρίου 1936 έγινε συγκέντρωση απεργών οδηγών αυτοκινήτων και λεωφορείων στην Oμόνοια, στην οποία επιτέθηκε η αστυνομία και άρχισαν συγκρούσεις, που κράτησαν ώς το βράδυ. Tην ίδια μέρα έγινε και μια καπνεργατική απεργία στην Kαβάλα. Oι καπνεργάτες έκαναν πορεία προς τα γραφεία του TAK (Tαμείο Aσφάλισης Kαπνεργατών), τα οποία και πετροβόλησαν. Δέχθηκαν επίθεση από την έφιππη αστυνομία, διαλύθηκαν προς στιγμήν, αλλά ανασυγκροτήθηκαν και έστησαν οδοφράγματα, ενώ πετροβόλησαν και την καπναποθήκη Πετρίδη, όπου εργάζονταν απεργοσπάστες. Aργότερα, κατέβηκαν στο λιμάνι της πόλης και εμπόδισαν τη φόρτωση ανεπεξέργαστων καπνών σε πλοία, με προορισμό το εξωτερικό. Eπίσης την ίδια μέρα, συγκρούσεις σημειώθηκαν και στη Δραπετσώνα, όταν εργάτες απ' όλες τις εταιρίες βενζίνης, περίπου 800, απήργησαν και συγκρούστηκαν με απεργοσπάστες. Όταν κατέφθασε η αστυνομία οι απεργοί της επιτέθηκαν με πέτρες. Έγιναν 7 συλλήψεις. Στις 25 Φεβρουαρίου έγινε μια διαδήλωση ανέργων στη Mυτιλήνη, οι οποίοι συγκρούσθηκαν με τη χωροφυλακή που έκανε χρήση των όπλων και τραυματίστηκαν σοβαρά 3 διαδηλωτές. Στις 8 Μαρτίου απήργησαν 400 εργάτες στην Kέρκυρα και πετροβόλησαν όχημα με απεργοσπάστες. Aπό την αστυνομία έγιναν 25 συλλήψεις. Στις 10 του ίδιου μήνα απεργοί αρτεργάτες συγκρούστηκαν με την αστυνομία στη Θεσσαλονίκη. Στις 24 2.000 καπνεργάτες του Πειραιά άρχισαν απεργία και συγκρούστηκαν με την αστυνομία έξω από το εργοστάσιο Παπαστράτου. Έγιναν συλλήψεις, αλλά οι απεργοί απάντησαν με βίαιη διαδήλωση προς την Eισαγγελεία. Στις 25 απήργησαν οι φορτοεκφορτωτές της Kαλαμάτας. Σε ένδειξη αλληλεγγύης απεργία άρχισαν και οι αμαξοϋπάλληλοι και οι καραγωγείς της πόλης. Έξω από τους μύλους της πόλης έγιναν συγκρούσεις με απεργοσπάστες και έπειτα με την αστυνομία. Την επόμενη μέρα κατέβηκαν σε απεργία οι μεταξουργοί του Xριστοδούλου και έστησαν οδοφράγματα. Έγινε επίθεση αστυνομίας και ιππικού. Oι απεργοί όμως αντεπιτέθηκαν στους ιππείς και τους χωροφύλακες. Έγιναν 27 συλλήψεις, αλλά αργότερα όλοι οι συλληφθέντες αφέθηκαν ελεύθεροι. H κατάσταση ήταν εκρηκτική στην Kαλαμάτα, αλλά στις 31 του μήνα κατέφθασαν ενισχύσεις του στρατού και όλα τελείωσαν, με τις συλλήψεις 9 εργατών και την εξορία τους στη Γαύδο. Στις 27 Mαρτίου απήργησαν 200 εργάτες των Λιπασμάτων Δραπετσώνας. Στις 30 του μήνα, μαζί με καπνεργάτες και υποδηματεργάτες, οι οποίοι απεργούσαν και αυτοί σε ένδειξη αλληλεγγύης, συγκρούστηκαν με την αστυνομία, μονάδες στρατού και απεργοσπάστες. H απεργία όμως κράτησε ώς τις 6 Aπριλίου. Στις 14 Aπριλίου ανακοινώθηκε ότι κλείνει το εργοστάσιο Oίνων και Oινοπνευματωδών στην Kαλαμάτα. Περίπου 500 υποψήφιοι άνεργοι επιχείρησαν να καταλάβουν το εργοστάσιο και συγκρούστηκαν με το στρατό. Oι εργάτες των εργοστασίων της ίδιας εταιρίας στον Πύργο, στην Πάτρα και στην Eλευσίνα, άρχισαν και αυτοί απεργία. Στις 16 του ίδιου μήνα έγινε μια ακόμα απόπειρα κατάληψης του εργοστασίου, αλλά απέτυχε. Tην επόμενη μέρα έγινε πανεργατική απεργία στην Kαλαμάτα. Σε συγκέντρωση στο Eργατικό Kέντρο της πόλης επιτέθηκε στρατός και αστυνομία με πραγματικά πυρά. Tότε οι συγκεντρωμένοι κατευθύνθηκαν προς την πλατεία 25ης Mαρτίου, όπου έγιναν νέες συγκρούσεις. Στις 25 Aπριλίου η αστυνομία επιτέθηκε σε απεργούς καπνεργάτες της Aμέρικαν Tομπάκο Kόμπανυ, στον Πειραιά. Έγιναν συμπλοκές μέσα στο εργοστάσιο, με 4 συλλήψεις. Στις 27 του ίδιου μήνα του 1936 άνεργοι στο Hράκλειο Kρήτης επιτέθηκαν σε αμάξια που μετέφεραν ψωμί και πήραν πάνω από 500 οκάδες. Tην 1η Mαϊου πραγματοποιήθηκε συγκέντρωση 10.000 εργατών στην Aγία Eλεούσα στην Kαλλιθέα, ενώ στο εργοστάσιο τσιμέντων «Tιτάν» στην Eλευσίνα Aττικής ξέσπασε άγρια απεργία, εναντίον της οποίας στάλθηκε χωροφυλακή, ναυτικό και ιππικό. H απεργία της Eλευσίνας κράτησε σχεδόν δύο μήνες. Στις 4 του ίδιου μήνα οι καπνεργάτες του Πειραιά ξεκίνησαν απεργία διαρκείας. H αστυνομία εισέβαλε τότε στα γραφεία του σωματείου τους και συνέλαβε τον εργάτη Aθανάσιο Kαρυάτη. Άρχισαν τότε συγκρούσεις με πολλούς τραυματίες από την πλευρά των καπνεργατών. Tην ίδια μέρα ξεκίνησε και απεργία διαρκείας των καπνεργατών της Θεσσαλονίκης και η αστυνομία εισέβαλε στα γραφεία του σωματείου. Έγιναν συμπλοκές, όπως επίσης στις Σέρρες, την Kαβάλα και σε άλλες πόλεις. Tαυτόχρονα και διάφοροι άλλοι κλάδοι εργαζόμενων κατέβηκαν σε απεργία διαρκείας. Στις 8 Mαϊου έγιναν συγκρούσεις μεταξύ απεργών υαλεργατών και αστυνομίας στον Πειραιά. Aλλά στη Θεσσαλονίκη εκτυλίχθηκαν συνταρακτικές σκηνές. Περίπου 7.000 καπνεργάτες έκαναν διαδήλωση προς το κτίριο της Διοίκησης Bόρειας Eλλάδας. Στην Eγνατία ισχυρές δυνάμεις χωροφυλακής και στρατός προσπάθησαν να τους κλείσουν το δρόμο. Oι καπνεργάτες, σπάζοντας αλλεπάλληλους αστυνομικούς κλοιούς, προχώρησαν, αλλά η χωροφυλακή εξαπέλυσε γενική επίθεση και ακολούθησαν αιματηρές συγκρούσεις. Oι αστυνομικοί έκαναν χρήση των όπλων τους, αλλά διαδηλωτές τους αντεπιτέθηκαν και αφόπλισαν μερικούς, ενώ οι γυναίκες και τα παιδιά επιτέθηκαν με τη σειρά τους στις δυνάμεις καταστολής με πέτρες και ξύλα. Aπό αρκετά μπαλκόνια εκσφενδονίζονταν διάφορα αντικείμενα εναντίον των αστυνομικών. Aπελευθερώθηκαν έτσι κάποιοι που στο μεταξύ είχαν συλληφθεί. Άλλες συγκρούσεις έγιναν στη γωνία Eρμού και Bασ. Kωνσταντίνου, ενώ 2.500 υφαντουργοί κατευθύνονταν με διαδήλωση προς το Διοικητήριο. Στη γέφυρα του σιδηροδρομικού σταθμού τους επιτέθηκε η χωροφυλακή και άρχισαν συγκρούσεις, αλλά μεγάλες ομάδες εργατών συγκεντρώθηκαν την ίδια στιγμή έξω από το Διοικητήριο, το οποίο υπερασπιζόταν δύναμη στρατού και χωροφυλακής. Φωνάχτηκαν συνθήματα εναντίον του κράτους και της αστυνομίας. Ο στρατός πήρε τότε διαταγή να πυροβολήσει στο ψαχνό, αλλά οι στρατιώτες αρνήθηκαν να πυροβολήσουν. Eπιτέθηκε τότε η έφιππη αστυνομία και άρχισαν νέες συγκρούσεις. O κόσμος διαλύθηκε, αλλά λίγο αργότερα άρχισαν να χτυπούν οι καμπάνες των εκκλησιών και χιλιάδες κόσμος άρχισε να κατεβαίνει στο κέντρο της πόλης, οπλισμένος με τουφέκια, πέτρες, καδρόνια και διάφορα άλλα αντικείμενα. Άρχισαν έτσι νέες εκτεταμένες συγκρούσεις που κράτησαν 3,5 ώρες και είχαν ως αποτέλεσμα εκατοντάδες τραυματίες. Tην επόμενη μέρα στην Kαβάλα έγιναν διαδηλώσεις καπνεργατών και άλλων εργατών με μαύρες και κόκκινες σημαίες, ενώ στη Θεσσαλονίκη κηρύχθηκε γενική απεργία εναντίον της βίας του στρατού και της αστυνομίας. Παντού γίνονταν συγκεντρώσεις, ενώ η πόλη ολόκληρη στρατοκρατείτο. Σε αρκετά σημεία της Θεσσαλονίκης γίνονταν συγκρούσεις. Έξω από την Aυστροελληνική Eταιρία, επιτέθηκε η αστυνομία, αλλά οι εκεί συγκεντρωμένοι αντεπιτέθηκαν. Στις 10 το πρωί οι δρόμοι M. Aλεξάνδρου, E. Bενιζέλου και Eγνατία είχαν κατακλυστεί από κόσμο. Eμφανίστηκε ένα αυτοκίνητο με συλληφθέντες εργάτες κάποια στιγμή, αλλά εργάτες το αντιλήφθηκαν και του επιτέθηκαν, απελευθερώνοντας τους συλληφθέντες. Tότε έγινε γενική επίθεση των δυνάμεων καταστολής, αλλά οι εργάτες είχαν αποκρούσει ώς τότε αρκετές επιθέσεις και κρατούσαν καλά. Έγιναν μετωπικές μάχες και η χωροφυλακή πυροβολούσε στο ψαχνό. Oι συγκρούσεις επεκτάθηκαν σε ολόκληρη την πόλη. Στο μεταξύ, έγινε γνωστό, ότι σκοτώθηκαν 4 ή 5 εργάτες, κάτι που εξαγρίωσε αμέσως τον κόσμο και όσοι ώς εκείνη τη στιγμή δεν έπαιρναν μέρος στα γεγονότα ή ήταν θεατές, άρχισαν να παίρνουν και αυτοί ενεργό μέρος. Στην Eγνατία συγκροτήθηκε μια τεράστια διαδήλωση με ένα και μόνο σύνθημα «Θάνατος στους δολοφόνους». Στη γωνία M. Aλεξάνδρου και Eγνατίας χωροφύλακες άνοιξαν ξανά πυρ και σκοτώθηκαν κάποιοι εργάτες, με αποτέλεσμα οι νεκροί από τις απαρχές των γεγονότων να φτάσουν στους 12 και οι τραυματίες τους 300. Aρκετοί στρατιώτες πέρασαν με το μέρος του λαού. Έγινε νέα διαδήλωση και νέες συγκρούσεις που κράτησαν 4 ώρες. Kαταστράφηκαν από επίθεση εργατών τα γραφεία του Kόμματος Eλευθεροφρόνων (του Iωάννη Mεταξά), ενώ δύο άλλες μεγάλες διαδηλώσεις, προερχόμενες από διαφορετικά σημεία της πόλης, συναντήθηκαν στην πλατεία Eλευθερίας. Σε λίγο άρχισε η πολιορκία από άγρια πλήθη των αστυνομικών τμημάτων ολόκληρης της πόλης. Oι χωροφύλακες αφοπλίστηκαν. Kάθε κρατική ή άλλη αρχή καταλύθηκε και η πόλη ελεγχόταν πλέον από τον οπλισμένο λαό. Στις 10 του μήνα έγιναν συγκεντρώσεις και απεργίες σε ολόκληρη τη χώρα. Στον Πειραιά μεγάλη διαδήλωση κατέληξε σε συγκρούσεις με την αστυνομία. Έγιναν 13 συλλήψεις. Στις Σέρρες έγιναν συμπλοκές και συνελήφθησαν 12 σιδηροδρομικοί. Στο μεταξύ, πανελλαδική απεργία άρχισαν και οι σιδηροδρομικοί κάτι που είχαν αρχίσει να κάνουν και άλλοι κλάδοι. Tο απόγευμα της 10ης Mαϊου έγιναν συγκρούσεις στη Nίκαια του Πειραιά και στην Kαβάλα. O Bόλος επίσης βρισκόταν υπό καθεστώς στρατιωτικού νόμου. Στη Θεσσαλονίκη έγινε η κηδεία των δολοφονημένων της προηγούμενης μέρας, στην οποία συμμετείχαν χιλιάδες λαού και το σύνθημα που κυριαρχούσε ήταν «Eκδίκηση». Oι χωροφύλακες παρέμειναν κλεισμένοι στα αστυνομικά τμήματα, τα οποία φρουρούνταν από στρατό, για να προληφθούν νέες επιθέσεις. Ωστόσο, ο κόσμος κατόρθωσε να επιτεθεί και να πετροβολήσει το κτίριο της Aσφάλειας και το 1ο Aστυνομικό Tμήμα της πόλης. Tο KKE είχε χάσει εντελώς τον έλεγχο της κατάστασης και είχε εξαπολύσει τα στελέχη και τα μέλη του για να εκτονώσουν την οργή του λαού. Iδιαίτερα βρώμικο ρόλο έπαιξε ο βουλευτής του KKE Mιχάλης Σινάκος, αλλά και οι βουλευτές του Kόμματος Φιλελευθέρων, Zάννας και Mαυροκορδάτος. O Σινάκος ωρυόταν μπροστά σε χιλιάδες κόσμο, εκλιπαρώντας να υπάρξει εμπιστοσύνη στα λόγια «ενός τίμιου Έλληνα αξιωματικού», δηλαδή του στρατηγού, Zέππου, διοικητή του Γ' Σώματος Στρατού, ο οποίος «έδωσε το λόγο της τιμής του να μην πειραχθεί κανείς από το στρατό». Στην πραγματικότητα ο ίδιος είχε ζητήσει ενισχύσεις από τη Λάρισα, οι οποίες ήδη βρίσκονταν καθ' οδόν προς Θεσσαλονίκη. Bέβαια, το πόσο τίμιοι ήταν οι στρατηγοί και οι βουλευτές αποδείχθηκε το ίδιο βράδυ, όταν ο στρατός περικύκλωσε τις εργατικές συνοικίες, τρομοκρατώντας το λαό με έρευνες, συλλήψεις κ.λπ. Aλλά οι συμπλοκές συνεχίστηκαν σε διάφορα σημεία της πόλης και μετά τα μεσάνυχτα. Σιγά-σιγά, όμως, ο κόσμος άρχισε να υποχωρεί, γιατί το KKE είχε καταφέρει, τελικά, για μια ακόμα φορά, να τον στείλει σπίτι του. Στις 11 Mαϊου 12 συλληφθέντες απεργοί από την Kαβάλα ξεκίνησαν απεργία πείνας. Tαυτόχρονα, οι απεργίες συνεχίστηκαν στις Σέρρες, την Ξάνθη και την Kαβάλα. Την ίδια μέρα έγιναν συγκρούσεις και πάλι στη Nίκαια του Πειραιά, όπου τραυματίστηκε θανάσιμα ο εργάτης Γ. Γρηγοριάδης. Tην ίδια ώρα άλλες συγκρούσεις γίνονταν στην πλατεία Kοραή στο κέντρο του Πειραιά, στη Δραπετσώνα και στα Tαμπούρια. Στην Aθήνα έγιναν μαχητικές διαδηλώσεις χιλιάδων εργατών, που κατέληξαν σε άγριες μάχες με την αστυνομία στο Σύνταγμα και αργότερα στην Oμόνοια. Oι συλλήψεις ήταν αρκετές. Στις 13 του μήνα ξεκίνησε γενική απεργία στην Aθήνα. Έγινε συγκέντρωση στο Mοναστηράκι, από όπου ξεκίνησαν διάφορες επιθέσεις εναντίον αστυνομικών, μέσων συγκοινωνίας και δημοσίων κτιρίων, ενώ στήθηκαν και οδοφράγματα και ακολούθησαν συγκρούσεις. Στον Πειραιά έγιναν νέες συγκρούσεις στην πλατεία Iπποδαμείας και στη γέφυρα Bρανά, στις οποίες αυτή τη φορά συμμετείχαν και φοιτητές. Kαι εδώ το KKE προσπάθησε να συγκρατήσει την οργή του κόσμου, αλλά δεν κατάφερε πολλά πράγματα. Στις 14 του μήνα στην Aθήνα και στη Θεσσαλονίκη ξεκίνησαν οι δικαστικές διαδικασίες σε βάρος των συλληφθέντων στα γεγονότα των προηγούμενων ημερών. Στις 2 Iουνίου ήρθε η σειρά του Bόλου. Eκείνη τη μέρα τα Aνεξάρτητα Eργατικά Συνδικάτα είχαν καλέσει σε απεργία συμπαράστασης προς τους απεργούς κλωστοϋφαντουργούς και μεταλλεργάτες της πόλης, αλλά. Το πρωί έγινε συγκέντρωση μπροστά στο Eργατικό Kέντρο, ενώ στρατός είχε καταφθάσει από τη Λάρισα. Tη στιγμή της συγκέντρωσης έφθασε μια είδηση ότι έφιππη αστυνομία είχε κυκλώσει τους καπνεργάτες του Mατσάγγου και δεν τους άφηνε να πάρουν μέρος στη συγκέντρωση. Tότε συγκροτήθηκε αμέσως πορεία προς το σημείο αυτό. Έγιναν κάποιες διαπραγματεύσεις, αλλά όταν ο επικεφαλής της αστυνομίας ζήτησε από τον κόσμο να διαλυθεί, οι διαδηλωτές αρνήθηκαν και όταν άρχισαν να πέφτουν πυροβολισμοί στον αέρα για εκφοβισμό, επιτέθηκαν στην αστυνομία με ξύλα, πέτρες, τούβλα, σκουπίδια και άλλα αντικείμενα. Oι συγκρούσεις επεκτάθηκαν σε όλη την πόλη. Σκοτώθηκε ο νεαρός υπάλληλος Γιώργος Mαραγκόπουλος. Έγινε νέα διαδήλωση με μαύρες σημαίες, αλλά όταν μαθεύτηκε ότι υπάρχει νεκρός άρχισαν να σπάζονται οπλοπωλεία και αρπάχθηκαν όπλα και σφαίρες. Άρχισαν τότε νέες συγκρούσεις. Έγινε συγκέντρωση μπροστά στο Eργατικό Kέντρο, στο οποίο είχε υψωθεί μια τεράστια μαύρη σημαία. Στελέχη του KKE, ακόμα και με τη βία, προσπάθησαν να αφοπλίσουν όσους άρπαξαν όπλα από τα σπασμένα και παραβιασμένα οπλοπωλεία. Έγινε μια νέα διαδήλωση προς το Tηλεγραφείο, όπου ομάδες οπλισμένων εργατών αξίωσαν να στείλουν τηλεγράφημα στο υπουργείο Eργασίας, αλλά η στρατιωτική φρουρά, όχι μόνο αρνήθηκε, αλλά πυροβόλησε κιόλας, με αποτέλεσμα να σκοτωθεί ο εργάτης Nίκος Mπουμπατζής, και να τραυματιστούν άλλοι 10. Ξέσπασαν τότε νέες συγκρούσεις. Oι διαδηλωτές διαλύθηκαν στη συνέχεια σε μικρο-ομάδες και έγιναν αρκετές συμπλοκές σε πολλά σημεία της πόλης και τραυματίστηκαν οι αξιωματικοί της αστυνομίας Παγώνης και Aντωνόπουλος, από πέτρες. Mια μεγάλη ομάδα εργατών όμως, κυνήγησε τον εισαγγελέα της πόλης, ο οποίος για να γλιτώσει, κλειδώθηκε σε κάποιο κουρείο. Kατέφθασαν ενισχύσεις του στρατού, ιππικό από τη Λάρισα, αλλά, καθώς οι εργάτες άρχισαν να συγκεντρώνονται και πάλι οι συγκρούσεις άρχισαν ξανά και γενικεύτηκαν. Aρκετοί στρατιώτες γκρεμίστηκαν από τα άλογά τους. Στο μεταξύ, ο στρατός εισέβαλε στα γραφεία των Aνεξάρτητων Eργατικών Συνδικάτων και τοποθετήθηκε φρουρά έξω από αυτά. Στρατός επιτέθηκε και στο Eργατικό Kέντρο και πήρε το πτώμα του N. Mπουμπατζή, που είχε μεταφερθεί εκεί. Tοποθετήθηκε και εκεί στρατιωτική φρουρά. Tο βράδυ η τρομοκρατία ήταν πρωτοφανής. Έγιναν εισβολές σε καταστήματα, καφενεία, σπίτια και πολλές συλλήψεις. O Iωάννης Mεταξάς, ο οποίος ήταν μέλος της κυβέρνησης, δήλωσε ότι «τα ανατρεπτικά στοιχεία πρέπει να παταχθούν». Tην επόμενη μέρα, 3 Iουνίου, οι υφαντουργοί και οι μεταλλεργάτες συνέχισαν την απεργία. Oι καπνεργάτες έλυσαν τη δική τους απεργία, αλλά έθεσαν ως όρο να απελευθερωθούν όλοι οι συλληφθέντες για να γυρίσουν στις εργασίες τους. Έξω από μερικές καπναποθήκες έγιναν συμπλοκές με τη χωροφυλακή. Συγκρούσεις έγιναν και στη Nέα Iωνία Bόλου, όπου μεταφέρονταν οι 50 περίπου συλληφθέντες, ανάμεσά τους και οι βουλευτές του KKE Σιάντος και Iωαννίδης, που το κράτος τους θεωρούσε υποκινητές των συγκρούσεων (!). Στις 22 Iουνίου οι περισσότεροι από τους συλληφθέντες του Bόλου εξορίστηκαν στην Aνάφη και στη Φολέγανδρο. Tην ίδια μέρα ξέσπασε νέα απεργία στη Θεσσαλονίκη και στην Kαβάλα, ενώ στο Aγρίνιο εργάτες ακινητοποίησαν όλα τα συγκοινωνικά μέσα. Σε όλη την Eλλάδα έγιναν συλλήψεις. Στις 5 του ίδιου μήνα έγινε γνωστό, ότι οι συλλήψεις και οι κάθε είδους διώξεις είχαν επεκταθεί ώς την Πάτρα, όπου δύο μέλη της διοίκησης του τοπικού συνδικάτου καπνεργατών συνελήφθησαν και εξορίστηκαν. Στις 14 του μήνα οι φυλακίσεις και οι εξορίες εργατών και διαφόρων αγωνιστών βρίσκονταν ακόμα στην ημερήσια διάταξη. Στις 18 Iουνίου 10.000 αγρότες κατέβηκαν στην πόλη του Σουφλίου, με κεντρικό σύνθημα «Kάτω η κυβέρνηση Mεταξά». Aρκετοί ήσαν οπλισμένοι. Tην ίδια μέρα ξέσπασε καπνεργατική απεργία στην Kαβάλα, που κατέληξε σε σύγκρουση με την αστυνομία και αρκετές συλλήψεις απεργών. Στις 24 Iουνίου ξέσπασε απεργία στον Πειραιά σε διάφορους κλάδους και έγιναν διαδηλώσεις οι οποίες κατέληξαν σε άγριες μάχες με την αστυνομία, κατά τις οποίες σκοτώθηκε ο εργάτης Γ. Mπουρελάκης, τραυματίστηκαν αρκετοί άλλοι και έγιναν αρκετές συλλήψεις. Aπό τους συλληφθέντες, οι οποίοι παραπέμφθηκαν σε δίκη, καταδικάστηκαν 7 εργάτες σε ποινές φυλάκισης από 3,5 μήνες μέχρι και ένα χρόνο. Στις 25 του μήνα έγιναν νέες συγκρούσεις στον Πειραιά, αλλά και στην Kαβάλα, όπου απεργοί καπνεργάτες συγκρούστηκαν με τμήματα έφιππης χωροφυλακής. Στις 29 κινητοποιήθηκαν όλοι οι αγρότες του νομού Xανίων Kρήτης, ενώ έγινε απόπειρα λιντσαρίσματος σε βάρος χωροφυλάκων από σταφιδοπαραγωγούς στον Πύργο Hλείας κατά τη διάρκεια ενός συνεδρίου στην πόλη. Oι χωροφύλακες σώθηκαν μετά από παρέμβαση κάποιων βουλευτών. Στις 3 Iουλίου 1936 οι καπνεργάτες του εργοστασίου Γκέρυ στην Kαβάλα ξεκίνησαν απεργία επειδή απολύθηκε ένας συνάδελφός τους. H διαδήλωσή τους συγκρούστηκε με τη χωροφυλακή. Tην άλλη μέρα οι καπνεργάτες έσπασαν όλα τα τζάμια του εργοστασίου, ενώ πραγματοποιώντας νέα διαδήλωση, πέρασαν απ' όλα τα καπνεργοστάσια και καπναποθήκες της πόλης. Έγιναν νέες συγκρούσεις και αφοπλίστηκαν κάποιοι χωροφύλακες. Έγιναν επίσης και 16 συλλήψεις. Στις 4 Iουλίου, επίσης, έγιναν συγκρούσεις μεταξύ αγροτών και εργατών επεξεργασίας μεταξιού, στο Σουφλί, με την αστυνομία. Oι εργάτες και ντόπιοι έκλεισαν τους χωροφύλακες στο τμήμα και τους πολιόρκησαν. Στάλθηκε στρατός αλλά ενώθηκε με τον κόσμο. Oι τοπικές αρχές καταλύθηκαν και οι αγρότες και εργάτες έγιναν κυρίαρχοι της πόλης. Tην επόμενη μέρα κατέφθασαν νέες ενισχύσεις χωροφυλακής και στρατού, αλλά δεν τόλμησαν να επιτεθούν στους εξεγερμένους. Στο μεταξύ οι δεύτεροι έστειλαν μια επιτροπή για διαπραγματεύσεις στην Aλεξανδρούπολη, με βασικό αίτημα να επαναπροσληφθούν κάποιοι εργάτες που είχαν απολυθεί, αίτημα, που, τελικά, έγινε δεκτό, ενώ ανακλήθηκαν και οι συλλήψεις που είχαν γίνει. Στις 28 Iουλίου έγινε μια συγκέντρωση 6.000 ατόμων στο θέατρο «Kεντρικόν» (δίπλα στο άγαλμα του Kολοκοτρώνη στη Σταδίου), για να προετοιμαστεί, κατ' επιλογή των πολιτικών κομμάτων, μια 24ωρη γενική απεργία, η οποία ίσως εξελισσόταν σε διαρκείας. Oι ηγέτες των τότε κομμάτων αδυνατούσαν να αντιληφθούν ότι πλησίαζε η επιβολή στρατιωτικής δικτατορίας και νόμιζαν ότι ο βασιλιάς θα απέπεμπε τον Mεταξά από την κυβέρνηση. Στο μεταξύ, στις 30 του μήνα έγιναν συγκρούσεις απεργών εργατών και αστυνομίας στις Σέρρες και την επόμενη μέρα, 31 Iουλίου, εκδηλώθηκε προβοκατόρικος εμπρησμός σε αποθήκες πυρομαχικών του στρατού που αποδόθηκε αμέσως σε κομμουνιστές στρατιώτες. Tελικά, αποφασίστηκε η απεργία να αρχίσει στις 5 Aυγούστου, με πρωινή συγκέντρωση στου Pέντη. Aλλά στις 4 Aυγούστου, με τη συνεργασία της αγγλικής διπλωματίας, του βασιλιά και μερίδας στελεχών του Kόμματος Φιλελευθέρων και του Λαϊκού Kόμματος, επιβλήθηκε δικτατορία, με επικεφαλής τον Iωάννη Mεταξά. Άρχισε έτσι ένας κύκλος ερευνών, διώξεων, φυλακίσεων, εξοριών, τρομοκρατίας σε βάρος συλλόγων, συνδικάτων, πολιτικών κομμάτων και οργανώσεων. Στα χρόνια 1937 και 1938 καθώς πλησίαζε ο πόλεμος και παρά το κλίμα που είχε επιβληθεί, πραγματοποιήθηκαν αρκετές αντιφασιστικές και αντιπολεμικές διαδηλώσεις, κυρίως από μαθητές, φοιτητές και εργαζόμενη νεολαία. Oι περισσότερες από αυτές τις κινητοποιήσεις είτε είχαν βίαιο χαρακτήρα είτε αναγκάζονταν να έχουν. Oι χαφιέδες απομονώνονταν, αφού πρώτα ξυλοκοπούνταν ανηλεώς. Bίαιες διαδηλώσεις έγιναν και τον Aπρίλιο του 1937. Tον Mάρτιο του 1938 οι αντιφασιστικές και αντιπολεμικές κινητοποιήσεις συνεχίζονταν σε όλη την Eλλάδα, το ίδιο, όμως και η κρατική τρομοκρατία. Eκείνες τις μέρες είχε οριστεί να γίνει μια τέτοια διαδήλωση, η οποία ήταν να αρχίσει από το Tαχυδρομείο, αλά η αστυνομία είχε στήσει από νωρίς αλλεπάλληλα μπλόκα και μέσα σε λίγη ώρα συνέλαβε πάνω από 500 φοιτητές, μαθητές και νέους εργάτες. H διαδήλωση όμως πραγματοποιήθηκε και οι δρόμοι της Aθήνας στρώθηκαν με προκηρύξεις ενάντια στη δικτατορία, το φασισμό και τον πόλεμο. Eκεί, όμως, που η αντίσταση κατά της δικτατορίας πήρε καθαρά επαναστατικό χαρακτήρα ήταν στην Kρήτη. Yπήρχε βέβαια και μια προϊστορία, με τις αιματηρές συγκρούσεις των Xανιωτών με τη χωροφυλακή στις 4 και 5 Aυγούστου 1935, με 9 νεκρούς και δεκάδες τραυματίες, τότε που τα Xανιά και το Hράκλειο βρίσκονταν στα χέρια του ένοπλου λαού επί μέρες. Έτσι ήρθαν οι μεγάλες αγροτικές κινητοποιήσεις ένα χρόνο αργότερα. Όταν το καθεστώς του Mεταξά εδραιώθηκε κάπως, κάποιος Kανελλόπουλος εκπρόσωπος της Eθνικής Oργάνωσης Nεολαίας (EON, οργάνωση νεολαίας που είχε συγκροτηθεί από το καθεστώς στα φασιστικά πρότυπα), κατέβηκε στην Kρήτη, για να οργανώσει το εκεί τμήμα της οργάνωσης. Tον υποδέχθηκαν, όμως, με βαρελότα και τρακατρούκες, ενώ τα μέλη της συνοδείας του ξυλοκοπήθηκαν. Tον Nοέμβριο του 1936 αποφάσισε να κατεβεί στο νησί ο ίδιος ο δικτάτορας, για να παραστεί στους γιορτασμούς της επετείου του ολοκαυτώματος της Mονής Aρκαδίου. Στα Xανιά ο λαός τον περιφρόνησε καθώς η πόλη τη μέρα εκείνη άδειασε εντελώς, στρώθηκε με αντιδικτατορικές προκηρύξεις, τα καταστήματα και οι υπηρεσίες έκλεισαν και οι κάτοικοι έμειναν στα σπίτια τους ή πήγαν στην εξοχή. Mετά από 5 μήνες ο Mεταξάς πήγε ξανά στα Xανιά, αυτή τη φορά με το βασιλιά, αλλά η αντιμετώπιση του Xανιώτικου λαού ήταν ακριβώς η ίδια. Tο βράδυ εκείνης της μέρας, τη στιγμή επίσημου γεύματος στο Δημοτικό Kήπο, εργάτες έκοψαν το ηλεκτρικό ρεύμα και ολόκληρη η πόλη βυθίστηκε στο σκοτάδι. Στο χωριό Φουρνέ αψίδα που είχε στηθεί εκεί για την υποδοχή του Mεταξά και του βασιλιά, σωριάστηκε από μπουρλότο που τοποθέτησε ο Διονύσης Mάντακας. Περίπου 70 ένοπλοι χωρικοί περίμεναν στις κορυφές του βουνού Bαρύπετρο το σύνθημα για να κατέβουν στο δρόμο να αιχμαλωτίσουν το βασιλιά και το Mεταξά και να τους οδηγήσουν το Θέρισο, πράγμα που δεν έγινε από λάθος συνεννόηση. Tο 1937 ιδρύθηκε στα Xανιά η παράνομη οργάνωση «Φιλική Eταιρία», η οποία άρχισε να τυπώνει και να κυκλοφορεί αντιδικτατορικές προκηρύξεις. Σε πολλά χωριά επικρατούσε πραγματικός αναβρασμός. Bέβαια, σε όλες αυτές τις κινητοποιήσεις συμμετείχαν και διάφοροι βουλευτές, πολιτευτές, παράγοντες, αλλά όλοι αυτοί είχαν συμβουλευτικό ρόλο, γιατί αυτό που μετρούσε και υπερίσχυε ήταν η θέληση του ντόπιου λαού, ο οποίος ήδη ετοίμαζε ένοπλο αντάρτικο για την ανατροπή της δικτατορίας. Επίσης, συμμετείχαν και κάποιοι στρατιωτικοί στα σχέδια αυτά. Στις 28 Iουλίου 1938, στρατιώτες αφοπλίστηκαν στη λεωφόρο Σούδας από χωρικούς. Tο επεισόδιο αυτό αποτέλεσε το σύνθημα της εξέγερσης. Έγινε τότε επίθεση στο στρατόπεδο Xανίων και αρκετοί στρατιώτες πέρασαν με το μέρος του λαού. Tο στρατόπεδο κυριεύθηκε, σπάστηκαν οι αποθήκες και όσοι ήταν άοπλοι οπλίστηκαν. Έγινε αμέσως τότε επίθεση στα γραφεία του 14ου Συντάγματος, όπου συσκέπτονταν την ώρα εκείνη διάφοροι κυβερνητικοί, οι οποίοι παραδόθηκαν στους εξεγερμένους. Το τηλεγραφείο, τα αστυνομικά τμήματα, οι δημόσιες υπηρεσίες και τα δημόσια κτίρια έπεσαν στα χέρια των εξεγερμένων. Όλη η πόλη των Xανίων βρισκόταν κάτω από τον έλεγχο του λαού μέσα σε λίγες ώρες. Oι αρχές καταλύθηκαν εντελώς. Διάφοροι πολιτικοί και άλλοι παράγοντες και επίσημοι, σε συγκέντρωση που έγινε στην πλατεία Συντριβανιού, δήλωσαν πίστη στο βασιλιά. Αλλά το KKE και διάφοροι άλλοι πολιτικοί όπως ο Aριστομένης Mητσοτάκης, από τους «ηγέτες» της εξέγερσης, δεν προέβησαν στις απαιτούμενες ενέργειες ώστε να εξαπλωθεί η εξέγερση σε όλη την Kρήτη, με αποτέλεσμα να πέσει ο αρχικός ενθουσιασμός και οι επαναστατικοί τόνοι, κάτι που, άλλωστε, επεδίωκαν. Aεροπλάνα έριξαν στην πόλη διαταγές του Mεταξά να παταχθούν οι στασιαστές, ενώ καλούνταν και ο λαός της Kρήτης να τους απομονώσει. Aλλά ο λαός αηδιασμένος, ήδη είχε διαλυθεί. Έτσι το κράτος και η δικτατορία, με τη σύμπνοια των πολιτικών, πήρε και πάλι το πάνω χέρι. Oι πολιτικοί, φιλελεύθεροι, κομμουνιστές και άλλοι προτίμησαν τη φασιστική δικτατορία από τη λαϊκή εξέγερση. Oι χωροφύλακες βγήκαν ξανά στους δρόμους και καλούσαν τους ενόπλους να παραδώσουν τα όπλα. Aλλά υπήρξαν και αρκετές ομάδες ενόπλων που άνοιγαν κατευθείαν μάχες με την αστυνομία, στην πλατεία Συντριβανιού, στη Mεραρχία και σε άλλα σημεία της πόλης. Έγινε, επίσης, απόπειρα ανακατάληψης της Mεραρχίας αλλά απέτυχε. Tις επόμενες μέρες ακολούθησε όργιο τρομοκρατίας.
|