
ΟΥΤΕ ΘΕΟΣ - ΟΥΤΕ ΑΦΕΝΤΗΣ
Ο αγώνας του ανθρώπου ενάντια στην εξουσία, είναι ο αγώνας της μνήμης ενάντια στη λήθη.
|
Βιβλίο
| Κεφάλαιο Έβδομο: Ο Δημήτρης Καραμπίλιας |
|
|
|
Σελίδα 1 από 8
Ο Δημήτρης Καραμπίλιας γεννήθηκε στο χωριό Μιντιλόγλι Αχαίας το 1872. Παρακολουθήσαμε λίγο πριν ένα μέρος της δράσης του μέσα από την «Επί τα Πρόσω» και την αναρχική κίνηση της Πάτρας τη δεκαετία του 1890. Ο Δημήτρης Καραμπίλιας, μετά τη διάλυση της αναρχικής κίνησης της Πάτρας, εγκαταστάθηκε στην Αθήνα μαζί με τον Γιάννη Μαγκανάρα και οι δύο τους συμμετείχαν στις αναρχικές ομάδες και δραστηριότητες της πρωτεύουσας. Το 1901, εγκαταστάθηκε στην Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου, όπου εργάστηκε ως τσιγαράς και συμμετείχε στο εκεί εργατικό και αναρχικό κίνημα, συνεργαζόμενος με Έλληνες αναρχικούς, που είχαν από πριν εγκατασταθεί εκεί, αλλά και με Ιταλούς. Δεν γνωρίζουμε πότε ακριβώς έφυγε από την Αίγυπτο και εγκαταστάθηκε στη Γαλλία και εάν πέρασε από την Ελλάδα. Στη Γαλλία, εξάσκησε το επάγγελμα του ράφτη και αναμίχθηκε στο αναρχοσυνδικαλιστικό κίνημα. Πρέπει να ήρθε σε επαφή και με άλλους Έλληνες αναρχικούς που ζούσαν και δρούσαν στη Γαλλία, ενώ πληροφορίες τον φέρουν να συνεργάζεται στην εκτύπωση του αναρχικού περιοδικού «Les Temps Nouveaux» του Ζαν Γκραβ. Μάλλον, έγινε μέλος της Γενικής Συνομοσπονδίας Εργασίας (CGT), η οποία ιδρύθηκε το 1906 στην Αμιένη και εκείνη την εποχή ήταν περισσότερο αναρχοσυνδικαλιστική και δεν είχε περάσει στον ολοκληρωτικό έλεγχο των μαρξιστών. Αλλά λίγο πριν το ξέσπασμα του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου, ξέσπασαν εσωτερικές διαμάχες στην οργάνωση εξαιτίας της υιοθέτησης από την ηγεσία της πατριωτικών περισσότερο παρά διεθνιστικών θέσεων και οι αναρχικοί και αναρχοσυνδικαλιστές μέλη της άρχισαν σταδιακά να αποχωρούν. Έτσι, φαίνεται ότι αποχώρησε πικραμένος και ο Δημήτρης Καραμπίλιας από τη CGT και μαζί με τη Γαλλίδα συντρόφισσά του Louise-Melanie Pierette, επέστρεψε στην Ελλάδα, στο διάστημα 1913-1914 και εγκαταστάθηκε στην Πάτρα, όπου συνέχισε να εξασκεί το επάγγελμα του ράφτη, η δε συντρόφισσά του παρέδιδε μαθήματα γαλλικής γλώσσας. Κατά μία πληροφορία, φέρεται ότι την περίοδο της Μικρασιατικής εκστρατείας συμμετείχε ενεργά στην αντιπολεμική προπαγάνδα. Η πληροφορία αυτή λέει ότι στις εκλογές του 1920 οι οποίες πήραν χαρακτήρα δημοψηφίσματος ενάντια στον πόλεμο, προέτρεπε τον κόσμο να ψηφίσει το ΣΕΚΕ που είχε τότε ένα σαφές αντιπολεμικό πρόγραμμα. Την ίδια περίοδο, οργανωτικός υπεύθυνος του ΣΕΚΕ στην Πάτρα ήταν ο Στέλιος Αρβανιτάκης, ο οποίος εξελίχθηκε σε αναρχοκομμουνιστή, όπως θα δούμε σε άλλο κεφάλαιο. Ωστόσο, αν και είναι διαπιστωμένο ότι αρκετοί αναρχικοί της εποχής τόσο στην Ελλάδα όσο και σε άλλες χώρες γίνονταν μέλη των νεοϊδρυθέντων τότε κομμουνιστικών κομμάτων πιστεύοντας ότι είναι πράγματι επαναστατικές οργανώσεις, ο Καραμπίλιας απ’ όσα γνωρίζουμε δεν αναμίχθηκε σε κάποια σοσιαλιστική ή άλλη κίνηση ή δραστηριότητα στην Πάτρα μέχρι την περίοδο του εμφυλίου το 1946. Ο γνωστός συνδικαλιστής Χαράλαμπος Πλόσκας, έλεγε στις αρχές της δεκαετίας του 1980 ότι την δεκαετία του 1930 ο Καραμπίλιας ήταν ο μόνος αναρχικός της Πάτρας. Το 1928 εκδόθηκε στην Πάτρα από τον Λέοντα Παναγιώτου το βιβλίο του Μπεζ Κονστάν «Χριστιανισμός», μεταφρασμένο από τα γαλλικά από τον Καραμπίλια. Δεν γνωρίζουμε, όμως, ακόμα το ακριβές περιεχόμενο του βιβλίου αυτού. Στη διάρκεια της δικτατορίας της 4ης Αυγούστου, αν και ήταν γνωστός δεν είχε ενοχλήσεις από το καθεστώς, αλλά αποσύρθηκε στο πατρικό του σπίτι στο Μιντιλόγλι, όπου έζησε μέχρι λίγο μετά τον πόλεμο. Εκεί εργάσθηκε ως ράφτης, ενώ η συντρόφισσά του Λουίζ δίδασκε τη γαλλική γλώσσα σε ιδιωτική βάση. Από μαρτυρίες συνάγεται ότι δεν είχε, τουλάχιστον φανερή, δράση στο Μιντιλόγλι, αλλά φαίνεται ότι είχε δημιουργήσει έναν κύκλο φίλων που συζητούσε γενικότερα θεωρητικά ζητήματα. Επίσης, πέρα από τα μαθήματα γαλλικής γλώσσας που παρέδιδε η Λουίζ σε παιδιά του χωριού, ο ίδιος ο Καραμπίλιας τους μιλούσε συχνά για τις κομμουνιστικές ιδέες. Οι μαρτυρίες που έχουμε αποκομίσει, αναφέρουν ότι ο Καραμπίλιας δεν μιλούσε για κόμματα, αλλά για τους εργάτες και τους αγρότες. Φέρεται ότι είναι αρκετά προσεκτικός στις πολιτικές του σχέσεις, ότι ακολουθούσε πιστά τους συνωμοτικούς κανόνες σε μια πολύ δύσκολη εποχή κατά την οποία ακόμα και η ελευθερία διακίνησης των αντικαθεστωτικών ιδεών ήταν παράνομη. Στο Μιντιλόγλι, στο χώρο του σπιτιού του, πραγματοποιήθηκαν πολλές συζητήσεις με λίγους εκλεκτούς συμμετέχοντες. Η θεματολογία των συζητήσεων δεν περιοριζόταν στην ελληνική πολιτική επικαιρότητα, αλλά επεκτεινόταν και σε διεθνή θέματα. Γύρω στα δεκαπέντε άτομα ήταν ο στενός πολιτικός κύκλος των συζητήσεων, οι περισσότεροι των οποίων ήταν της τάσης του μεταρρυθμιστικού σοσιαλισμού. Χαρακτηριστικό ήταν ότι σε αυτό το στενό πολιτικό κύκλο δεν συμμετείχαν νέοι άνθρωποι. Ο Καραμπίλιας είχε την περίοδο εκείνη επαφή με περίπου δέκα πολιτικοποιημένους νεολαίους. Δεν συζητούσε πολλά θέματα με αυτούς, πολλές φορές οι νεολαίοι αυτοί διαφωνούσαν μαζί του, τον χαρακτήριζαν μετριοπαθή, αλλά τον σέβονταν αφού ήταν «ο πρώτος κομμουνιστής στο χωριό». Την περίοδο εκείνη, ο ζαχαριαδικός εξτρεμισμός είχε επηρεάσει την αντικαθεστωτική πολιτικοποιημένη νεολαία. Οι νεολαίοι που γνώρισαν πολιτικά τον Καραμπίλια, σχεδόν στο σύνολό τους εξελίχθηκαν σε σημαντικά στελέχη του ΚΚΕ, χαρακτηριστικό γνώρισμα τον οποίων ήταν ότι δεν κατέλαβαν θέσεις και πολλοί πέθαναν στην εξορία. Το 1945, μετά τα Δεκεμβριανά, πραγματοποιήθηκε στην Αθήνα συνδιάσκεψη σοσιαλιστών όλων των τάσεων, στην οποία αποφασίστηκε η ίδρυση του Σοσιαλιστικού Κόμματος της Ένωσης Λαϊκής Δημοκρατίας (ΣΚ-ΕΛΔ), με πρόεδρο τον Αλέξανδρο Σβώλο και γενικό γραμματέα τον Ηλία Τσιριμώκο. Στο ΣΚ-ΕΛΔ, ανάμεσα στις άλλες ομάδες, προσχώρησε το Επαναστατικό Σοσιαλιστικό (Κομμουνιστικό) Κόμμα Ελλάδας, το οποίο αποτέλεσε ξεχωριστή συμβουλιακή τάση. Η ομάδα αυτή ιδρύθηκε το 1943 ως Επαναστατικό Σοσιαλιστικό Κόμμα Ελλάδας (ΕΣΚΕ) και υποστήριζε τις απόψεις της Ρόζας Λούξεμπουργκ και σχεδόν με την εμφάνισή της ήρθε σε έντονη αντιπαράθεση με το ΚΚΕ. Αρχικά, η ομάδα ήταν γνωστή με το όνομα του περιοδικού της, ως ο κύκλος της «Νέας Εποχής» που κυκλοφορούσε παράνομα μαζί με ένα άλλο έντυπό της τη «Σοσιαλιστική Ιδέα». Το φθινόπωρο του 1943, με την αρχή της αντιπαράθεσης με το ΚΚΕ, άλλαξε το όνομά της σε Επαναστατικό Σοσιαλιστικό (Κομμουνιστικό) Κόμμα Ελλάδας και άρχισε να κυκλοφορεί το έντυπο «Κόκκινη Σημαία». Το 1945 προσχώρησε στο ΣΚ-ΕΛΔ. Ωστόσο, ο Άγις Στίνας στο κείμενό του "Ο επαναστατικός τεφαιτισμός στην Ελλάδα", κατακρίνει το κόμμα αυτό ως σοσιαλιστές και αριστερούς του σαλονιού. Τον ίδιο χρόνο, ο Α. Σβώλος έκανε μια ομιλία στην Πάτρα μετά από την οποία συστάθηκε Νομαρχιακή Επιτροπή του ΣΚ-ΕΛΔ, μέλη της οποίας, εκτός από τον Δ. Καραμπίλια, ήταν και οι Δημήτρης Ζήκος, Κ. Παππάς, Γ. Πορευόπουλος και άλλοι. Το 1950, στα πλαίσια μιας ανασύνταξης στο κόμμα αυτό, η Νομαρχιακή Επιτροπή ανασυστάθηκε και ο Δ. Καραμπίλιας εξακολούθησε να είναι μέλος της. Τη συμμετοχή του Καραμπίλια στη Νομαρχιακή Επιτροπή Αχαΐας του ΣΚ-ΕΛΔ, επιβεβαιώνει και ο Χαράλαμπος Πλόσκας στο βιβλίο του «Μια ζωή αγώνες», όπου αναφέρει χαρακτηριστικά για τον Καραμπίλια ότι ήταν «παλιός αναρχικός που στα γεράματα εξελίχθηκε σε σοσιαλιστή». Από την έρευνά μας, προκύπτει ότι ο Καραμπίλιας συμμετείχε στο Σοσιαλιστικό Κόμμα του Σβώλου γιατί αυτό είχε ξεκάθαρα εναντιωθεί στον εμφύλιο του 1946 –1949, τον οποίο ο Καραμπίλιας θεωρούσε καταστροφικό για την όποια ελευθεριακή πολιτική εξέλιξη στην Ελλάδα. Μία από τις κύριες ασχολίες του Δ. Καραμπίλια ήταν να διαβάζει τις αθηναϊκές και άλλες εφημερίδες που υπήρχαν στα γραφεία της ημερήσιας εφημερίδας της Πάτρας «Η Ημέρα», εφημερίδα η οποία άρχισε να κυκλοφορεί το 1952 περίπου και είναι συνέχεια της «Σημερινής», η οποία κυκλοφόρησε με «επαναστατικό» τρόπο ως όργανο απεργών δημοσιογράφων των εφημερίδων «Νεολόγος» και «Πελοπόννησος», λίγο μετά την απελευθέρωση. Ο δημοσιογράφος της «Σημερινής» και αργότερα της «Ημέρας» Νίκος Πολίτης, σε τηλεφωνική επικοινωνία με σύντροφο το 2004 είπε: «Από τότε που ήρθα εγώ στην Πάτρα τον θυμάμαι. Εγώ ήρθα στη Πάτρα το 1947 τον Οκτώβρη. Ο μπάρμπα-Μήτσος ερχόταν στα γραφεία της εφημερίδας για να διαβάσει εφημερίδες. Τον έβλεπα εκεί πολύ συχνά. Στα γραφεία ερχόντουσαν όλες οι εφημερίδες αθηναϊκές και τοπικές, αυτός καθόταν σε μια γωνία και διάβαζε, δεν ενοχλούσε κανέναν. Η γυναίκα του ερχόταν μερικές φορές και τον έπαιρνε. Ήταν ευγενέστατος. Πρέπει να ήρθε νέος από έξω. Γνώριζε προσωπικά τον Ριζόπουλο, ο οποίος του είχε μεγάλο σεβασμό. Συζητούσε ο Ριζόπουλος μαζί του για το εργατικό κίνημα, φαίνεται ότι γνωριζόντουσαν από παλιά. Στην εφημερίδα δεν δούλευε, μια φορά θυμάμαι είχε δημοσιεύσει μια εργασία». Ο Δημήτρης Καραμπίλιας είχε αναπτύξει ιδιαίτερη και στενή φιλία με το διευθυντή της Χρίστο Ριζόπουλο, παρά τη μεγάλη διαφορά ηλικίας (ο δεύτερος ήταν τότε γύρω στα 40). Μάλιστα, στον Χρίστο Ριζόπουλο και, στη συνέχεια, στο γιο του Ανδρέα Ριζόπουλο, οφείλουμε τη διάσωση αρκετών στοιχείων για το αναρχικό κίνημα της Πάτρας των τελευταίων δεκαετιών του 19ου αιώνα, αλλά και στοιχείων που αφορούν την προσωπική ζωή του Δημήτρη Καραμπίλια. Ο Χρίστος Ριζόπουλος γεννήθηκε το 1908 στην Πάτρα και γνώριζε τον Καραμπίλια πριν τον πόλεμο. Υπήρξε στέλεχος του ΚΚΕ, δημοσιογράφος του «Ριζοσπάστη» και συγγραφέας του βιβλίου με τίτλο «Αναμνήσεις από το Καλπάκι», το 1933, που προκάλεσε σάλο στο πολιτικό κατεστημένο της εποχής. Ο Χρίστος Ριζόπουλος υπηρέτησε τη στρατιωτική του θητεία ως απλός οπλίτης στο VIII Συνοριακό Τομέα-Καλπακίου στα τέλη της δεκαετίας του 1920. Οι αποκαλύψεις του μέσα από τις στήλες του «Ριζοσπάστη» και από το βιβλίο του για το στρατόπεδο εξορίας που ήταν την εποχή εκείνη το Καλπάκι, υπήρξαν καταλυτικές στο να οδηγηθεί το κράτος στο κλείσιμό του ως πειθαρχικού ουλαμού το 1934. Ο Χρίστος Ριζόπουλος, χωρίς να έχει εμπλακεί στη μεγάλη κόντρα μεταξύ σταλινικών και τροτσκιστών, λίγο καιρό αργότερα αποχωρεί από το ΚΚΕ και οδηγείται στον ευρύτερο φιλελεύθερο δημοκρατικό χώρο. Μέχρι τον θάνατό του το 1982, υπεράσπισε τις φιλελεύθερες δημοκρατικές αξίες με αξιοσημείωτη συνέπεια. Παλαιοί συνάδελφοι ράφτες και γνωστοί του Καραμπίλια ή απόγονοί τους λένε σήμερα ότι ο Δημήτρης Καραμπίλιας, αν και δεν είχε τελειώσει ούτε το Δημοτικό σχολείο, ήταν αρκετά ενημερωμένος για διάφορα κοινωνικά, πολιτικά, ιστορικά και άλλα ζητήματα και αυτό χάρη στην αυτομόρφωση. Όσοι τον θυμούνται, λένε ότι διάβαζε αρκετά, ότι ήταν πάντα με ένα βιβλίο στο χέρι. Όσοι τον γνώριζαν, είπαν ή λένε τα καλύτερα λόγια και μιλούν με σεβασμό γι’ αυτόν, ανεξάρτητα από πολιτική τοποθέτηση.
|



